×
register
Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

207038/2022

Τύπος: Εγκύκλιοι

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ:

Οδηγίες σχετικά με τους τύπους ταχογράφων που εγκαθίστανται και χρησιμοποιούνται σε οχήματα ταξινομημένα σε Κράτος-μέλος τα οποία χρησιμοποιούνται για την οδική μεταφορά επιβατών και αγαθών και για τους οποίους εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕK) αριθ. 561/2006. ΑΔΑ:Ψ6ΔΝ465ΧΘΞ-ΥΒΩ


Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)

Σχετικά Έγγραφα

170428/2024

Υποχρέωση τοποθέτησης ευφυούς ταχογράφου 2ης έκδοσης σε οχήματα μεταφοράς εμπορευμάτων ή επιβατών που κυκλοφορούν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος της ταξινόμησης. ΑΔΑ:ΨΒΜΧ465ΧΘΞ-ΤΘ7

Φ450/243084/2024-24.12.2024:Ταχογράφος - Εφαρμογή από 1-1-2025 της υποχρέωσης οχημάτων που φέρουν αναλογικό ή ψηφιακό μη ευφυή ταχογράφο και κυκλοφορούν σε Κράτος Μέλος ΕΕ διαφορετικό από το Κράτος Μέλος της ταξινόμησής τους να εξοπλιστούν με ευφυή ταχογράφο 2ης έκδοσης. ΑΔΑ:98ΗΒ465ΧΘΞ-ΞΧΘ


Φ450/50896/2025

Ταχογράφος – Υποχρέωση τοποθέτησης ευφυούς ταχογράφου 2ης έκδοσης (retrofit) – Τήρηση αρχείων 56 ημερών από τον οδηγό. ΑΔΑ:ΨΥΖΖ465ΧΘΞ-ΡΒΔ

ΣΧΕΤΙΚΕΣ:

(1) Η αριθμ. πρωτ. Φ450/243084/2024 (ΑΔΑ: 98ΗΒ465ΧΘΞ-ΞΧΘ ) εγκύκλιος «Ταχογράφος - Εφαρμογή από 1-1-2025 της υποχρέωσης οχημάτων που φέρουν αναλογικό ή ψηφιακό μη ευφυή ταχογράφο και κυκλοφορούν σε Κράτος Μέλος ΕΕ διαφορετικό από το Κράτος Μέλος της ταξινόμησής τους να εξοπλιστούν με ευφυή ταχογράφο 2ης έκδοσης»

(2) Η αριθμ. πρωτ. Β4/239794/2024 (ΑΔΑ: 6ΝΧΦ465ΧΘΞ-ΖΧΗ) εγκύκλιος «Κανονισμοί (ΕΚ) 1072/2009 και (ΕΚ) 1073/2009 - Υποχρέωση τοποθέτησης ευφυούς ταχογράφου 2ης έκδοσης – Επικυρωμένα γνήσια αντίγραφα κοινοτικών αδειών»

(3) Η αριθμ. πρωτ. 170428/2024 (ΑΔΑ ΨΒΜΧ465ΧΘΞ-ΤΘ7) εγκύκλιος «Υποχρέωση τοποθέτησης ευφυούς ταχογράφου 2ης έκδοσης σε οχήματα μεταφοράς εμπορευμάτων ή επιβατών που κυκλοφορούν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος της ταξινόμησης» 

(4) Η αριθμ. πρωτ. Φ450/174630/2024 (ΑΔΑ Ρ3ΞΥ465ΧΘΞ-ΙΨΚ ) εγκύκλιος «Κοινωνικές διατάξεις μεταφορών – Ταχογράφος - Οδικοί έλεγχοι σε οχήματα χωρών AETR και τρίτων χωρών εκτός AETR» 

(5) Η αριθμ. πρωτ. Φ450/οικ.108226/2023 (ΑΔΑ Ψ7ΚΛ465ΧΘΞ-8ΛΧ) εγκύκλιος «Κοινοποίηση κυα αριθμ. Φ450/89969/2023 (Β’ 1858) - Διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις των κοινωνικών διατάξεων μεταφορών» 


Π.Δ.74/2008

Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς την οδηγία 2003/59/ΕK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2003, «σχετικά με την αρχική επιμόρφωση και την περιοδική κατάρτιση των οδηγών ορισμένων οδικών οχημάτων τα οποία χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά εμπορευμάτων ή επιβατών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθμ. 3820/1985 του Συμβουλίου και της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 76/914/ΕΟΚ του Συμβουλίου», όπως η οδηγία αυτή τροποποιήθηκε με τις οδηγίες 2004/66/ΕΚ του Συμβουλίου της 26ης Απριλίου 2004 και 2006/103/ΕΚ της 20ής Νοεμβρίου 2006.


ΔΕΔ/Θεσ/524/2025

Η απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών απορρίπτει την ενδικοφανή προσφυγή του προσφεύγοντα κατά της οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. για το φορολογικό έτος 2018. Ο έλεγχος του 1ου ΕΛ.Κ.Ε. Θεσσαλονίκης διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων πραγματοποίησε ενδοκοινοτικές παραδόσεις αγαθών ύψους 815,00 € χωρίς να προσκομίσει κανένα αποδεικτικό έγγραφο (όπως CMR ή αποδείξεις διοδίων) για τη μεταφορά τους σε άλλο κράτος-μέλος. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι δεν φέρει ευθύνη για τη μεταφορά, καθώς τα αγαθά παραλήφθηκαν από τους αγοραστές με δικά τους οχήματα. Η απόφαση, επικαλούμενη τη νομοθεσία (ιδίως την ΠΟΛ 1201/1999), κρίνει ότι ο πωλητής φέρει την υποχρέωση να κατέχει αποδεικτικά στοιχεία για τη μεταφορά των αγαθών στο άλλο κράτος-μέλος, ακόμα και όταν η μεταφορά γίνεται με μέσα του αγοραστή. Δεδομένης της έλλειψης αυτών των στοιχείων, η αρχική πράξη διατήρησε τον καταλογισμό Φ.Π.Α. ύψους 99,60 € και προστίμου 49,80 €.


ΔΕΚ/C-382/2008

Περίληψη της αποφάσεως 1. Μεταφορές – Αεροπορικές μεταφορές – Έννοια – Εμπορική αεροπορική μεταφορά επιβατών με αερόστατο θερμού αέρος (Άρθρα 12 ΕΚ, 49 ΕΚ, 51 § 1, ΕΚ και 80 § 2, ΕΚ) 2. Κοινοτικό δίκαιο – Αρχές – Ίση μεταχείριση – Διάκριση λόγω ιθαγενείας – Απαγορεύεται (Άρθρο 12 ΕΚ) 3. Κοινοτικό δίκαιο – Αρχές – Ίση μεταχείριση – Διάκριση λόγω ιθαγενείας – Απαγορεύεται (Άρθρο 12 ΕΚ) 1. Η εμπορική αεροπορική μεταφορά επιβατών με αερόστατο θερμού αέρος εμπίπτει στον τομέα των μεταφορών και, ειδικότερα, στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών, τον οποίο αφορά το άρθρο 80, παράγραφος 2, ΕΚ. Καίτοι βάσει του εν λόγω άρθρου 80, παράγραφος 2, ΕΚ, εφόσον ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει αποφασίσει άλλως, οι θαλάσσιες και οι αεροπορικές μεταφορές εξαιρούνται από τους κανόνες του κεφαλαίου V του τρίτου μέρους της Συνθήκης που αφορούν την κοινή πολιτική μεταφορών, εντούτοις οι μεταφορές αυτές, όπως οι λοιποί τρόποι μεταφοράς, εξακολουθούν να υπόκεινται στους γενικούς κανόνες της Συνθήκης. Παρά ταύτα, όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 1, ΕΚ, το άρθρο 49 ΕΚ δεν έχει αυτό καθ’ εαυτό εφαρμογή στον τομέα της αεροπλοΐας. Αντιθέτως, η εμπορική αεροπορική μεταφορά επιβατών με αερόστατο θερμού αέρος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης και επομένως υπόκειται σε γενικό κανόνα της τελευταίας όπως το άρθρο 12 ΕΚ. Συγκεκριμένα, ο κοινοτικός νομοθέτης έχει θεσπίσει διάφορα μέτρα βάσει του άρθρου 80, παράγραφος 2, ΕΚ, τα οποία δύνανται να αφορούν μια τέτοια αεροπορική μεταφορά. Όσον αφορά τον κανονισμό 2407/92 περί της εκδόσεως αδειών των αερομεταφορέων, από τις δύο πρώτες αιτιολογικές σκέψεις του προκύπτει ότι ο σκοπός που το Συμβούλιο επεδίωκε με την έκδοση του εν λόγω κανονισμού ήταν να εφαρμοστεί, από τις 31 Δεκεμβρίου 1992, μια πολιτική αεροπορικών μεταφορών ώστε να πραγματωθεί σταδιακώς η εσωτερική αγορά, η οποία συνεπάγεται έναν χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα εντός του οποίου διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων. Πάντως, ο ευρύς αυτός σκοπός a priori καταλαμβάνει και μια εμπορική αεροπορική μεταφορά επιβατών με αερόστατο θερμού αέρος. (βλ. σκέψεις 19, 21-23, 26-27, 29) 2. Το άρθρο 12 ΕΚ αποκλείει ρύθμιση κράτους μέλους η οποία, για την οργάνωση πτήσεων με αερόστατο εντός αυτού του κράτους μέλους και με την απειλή διοικητικών κυρώσεων σε περίπτωση μη τηρήσεως της ρυθμίσεως αυτής, απαιτεί από πρόσωπο, το οποίο κατοικεί ή είναι εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος και διαθέτει σε αυτό το δεύτερο κράτος μέλος άδεια οργανώσεως εμπορικών πτήσεων με αερόστατο, να έχει κατοικία ή έδρα στο πρώτο κράτος μέλος. Συγκεκριμένα, αφενός, το κριτήριο διαφοροποιήσεως που στηρίζεται στην κατοικία καταλήγει, στην πράξη, στο ίδιο αποτέλεσμα με τις διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, εφόσον δημιουργεί τον κίνδυνο να αποβεί εις βάρος κυρίως των υπηκόων άλλων κρατών μελών, στο μέτρο που οι μη κάτοικοι ημεδαπής είναι το συνηθέστερο αλλοδαποί. Αφετέρου, το κριτήριο διαφοροποιήσεως που στηρίζεται στον τόπο της έδρας, κατ’ αρχήν, δημιουργεί διακρίσεις λόγω ιθαγενείας. (βλ. σκέψεις 34, 37, 44 και διατακτ.) 3. Το άρθρο 12 ΕΚ αποκλείει ρύθμιση κράτους μέλους η οποία, για την οργάνωση πτήσεων με αερόστατο εντός αυτού του κράτους μέλους και με την απειλή διοικητικών κυρώσεων σε περίπτωση μη τηρήσεως της ρυθμίσεως αυτής, επιβάλλει σε πρόσωπο, το οποίο κατοικεί ή είναι εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος και διαθέτει σε αυτό το δεύτερο κράτος μέλος άδεια οργανώσεως εμπορικών πτήσεων με αερόστατο, υποχρέωση αποκτήσεως νέας άδειας χωρίς να λαμβάνεται δεόντως υπόψη το γεγονός ότι οι προϋποθέσεις αδειοδοτήσεως είναι στην ουσία ίδιες με εκείνες βάσει των οποίων του έχει ήδη χορηγηθεί άδεια στο δεύτερο κράτος μέλος. Συγκεκριμένα, μια τέτοια ρύθμιση εισάγει κριτήριο διαφοροποιήσεως το οποίο στην πράξη καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα με κριτήριο στηριζόμενο στην ιθαγένεια, επειδή στην πράξη η υποχρέωση που επιβάλλεται από την ρύθμιση αυτή αφορά κυρίως υπηκόους άλλων κρατών μελών ή εταιρίες που εδρεύουν σε άλλα κράτη μέλη. Ασφαλώς, το συμφέρον προστασίας της ζωής και της υγείας των μεταφερομένων προσώπων και το συμφέρον ασφάλειας της αεροπλοΐας συνιστούν αναντίρρητα θεμιτούς σκοπούς. Παρά ταύτα, το γεγονός ότι κράτος μέλος επιβάλλει σε ένα πρόσωπο υποχρέωση αποκτήσεως νέας άδειας, χωρίς να λαμβάνεται δεόντως υπόψη το γεγονός ότι οι προϋποθέσεις αδειοδοτήσεως είναι στην ουσία ίδιες με εκείνες βάσει των οποίων του έχει ήδη χορηγηθεί άδεια σε άλλο κράτος μέλος, δεν είναι αναλογικό με τους θεμιτούς σκοπούς που επιδιώκονται. Συγκεκριμένα, εφόσον στην ουσία είναι ίδιες οι προϋποθέσεις χορηγήσεως, εντός των δύο κρατών μελών, των αδειών μεταφοράς, πρέπει να θεωρηθεί ότι τα προαναφερθέντα έννομα συμφέροντα έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά τη χορήγηση της πρώτης άδειας εντός του άλλου κράτους μέλους. (βλ. σκέψεις 38-39, 42, 44 και διατακτ.)


ΝΣΚ/454/2011

Αρμόδιες Αρχές εφαρμογής του κανονισμού 1107/2009 «σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά…».(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
Από τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και την φύση του κανονισμού, προκύπτει ότι στην περίπτωση που οι εφαρμοστικές εθνικές διατάξεις (π.χ. νόμος, ΠΔ, ΥΑ ή ΚΥΑ) ενσωμάτωσης της κοινοτικής Οδηγίας 91/414/ΕΟΚ δεν είναι αντίθετες με τις ρυθμίσεις του κανονισμού 1107/2009 που αντικαθιστά την Οδηγία αυτή, οι εθνικές αυτές εφαρμοστικές διατάξεις, μπορούν να εξακολουθούν να ισχύουν και να παράγουν τα έννομα αποτελέσματά τους (ΔΕΚ 18-11-75 C-30/75 Spa Unit-It) πολύ περισσότερο που η κατάργηση μιας Οδηγίας, δεν συνεπάγεται την αυτόματη και πλήρη κατάργηση των εθνικών ρυθμίσεων με τις οποίες η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο. Συνεπώς, το κράτος μέλος, δεν παραβιάζει καμία διάταξη, αν συνεχίσει να διατηρεί τις ήδη ορισθείσες με το ΠΔ 115/1997 αρμόδιες αρχές, εφόσον αυτές οι αρχές πληρούν τις προϋποθέσεις του κανονισμού, δεν βρίσκεται σε αντίθεση με τις νέες κοινοτικές ρυθμίσεις και ασκούν τις ίδιες αρμοδιότητες. Άρα από την 14η -6-2011 που ισχύει και εφαρμόζεται πλήρως ο κανονισμός 1107/2009, δεν είναι απαραίτητο να αναμένει η Υπηρεσία να επανακαθοριστεί η αρμόδια αρχή με νέα εθνική διάταξη και στο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την έκδοση της όποιας νέας ρύθμισης, να μην υπάρχει αρμόδια αρχή και να μην λειτουργεί το σύστημα χορήγησης, τροποποίησης και ανάκλησης των εγκρίσεων διάθεσης στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων, σύστημα που αφορά πρωτίστως την υγεία των ανθρώπων, των ζώων και την προστασία του περιβάλλοντος.


ΔΕΚ/C-337/2008

Περίληψη της αποφάσεως 1.Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία – Όχληση (Άρθρο 226 ΕΚ) 2.Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων δημοσίων προμηθειών – Οδηγία 93/36 – Παρεκκλίσεις από τους κοινούς κανόνες – Συσταλτική ερμηνεία (Οδηγία 93/36 του Συμβουλίου, άρθρα 6 §§ 2 και 3) 3.Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων δημοσίων προμηθειών – Οδηγίες 77/62 και 93/36 – Σύναψη συμβάσεων (Οδηγίες 93/36 και 77/62 του Συμβουλίου) 1.Κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής λόγω παραβάσεως διαδικασίας, μολονότι η αιτιολογημένη γνώμη του άρθρου 226 ΕΚ πρέπει να εκθέτει με λογική πληρότητα και λεπτομερώς τους λόγους που οδήγησαν την Επιτροπή να σχηματίσει την πεποίθηση ότι το οικείο κράτος μέλος παρέβη υποχρέωση που υπέχει από τη Συνθήκη, προκειμένου περί του εγγράφου οχλήσεως δεν μπορεί να απαιτείται τόσο μεγάλη ακρίβεια, δεδομένου ότι το έγγραφο αυτό κατ’ ανάγκη συνίσταται σε μια πρώτη σύντομη περίληψη των αιτιάσεων. (βλ. σκέψη 23) 2.Όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/36, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, η διαδικασία με διαπραγμάτευση έχει εξαιρετικό χαρακτήρα και πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις περιοριστικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις. Προς τούτο, το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας αυτής απαριθμεί ρητώς και περιοριστικώς τις περιπτώσεις κατά τις οποίες και μόνον μπορεί να γίνει προσφυγή στη διαδικασία με διαπραγμάτευση. Συγκεκριμένα, οι αποκλίσεις από τους κανόνες που σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν τη δυνατότητα άσκησης των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από τη Συνθήκη στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Προκειμένου η οδηγία 93/36 να μην απολέσει την πρακτική αποτελεσματικότητά της, τα κράτη μέλη δεν μπορούν, επομένως, να προβλέπουν περιπτώσεις προσφυγής στη διαδικασία με διαπραγμάτευση που δεν προβλέπονται από την οδηγία αυτή ή να συνοδεύουν τις ρητώς προβλεπόμενες από την εν λόγω οδηγία περιπτώσεις με νέους όρους που έχουν ως αποτέλεσμα να καθιστούν ευκολότερη την προσφυγή στην εν λόγω διαδικασία. Εξάλλου, το βάρος αποδείξεως σχετικά με τη συνδρομή των έκτακτων περιστάσεων που δικαιολογούν την παρέκκλιση από τους εν λόγω κανόνες φέρει ο διάδικος που τις επικαλείται. (βλ. σκέψεις 56-58) 3.Ένα κράτος μέλος, έχοντας καθιερώσει από παλιά και εξακολουθώντας να εφαρμόζει την πρακτική της απευθείας σύναψης συμβάσεων αγοράς ελικοπτέρων ορισμένης εθνικής μάρκας για την κάλυψη των αναγκών πολλών στρατιωτικών και πολιτικών σωμάτων, χωρίς την προκήρυξη διαγωνισμού και, μεταξύ άλλων, χωρίς την τήρηση των διαδικασιών που προβλέπει η οδηγία 93/36 περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52 και προέβλεπε προηγουμένως η οδηγία 77/62 περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις οδηγίες 80/767 και 88/295, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες αυτές. Μια τέτοιου είδους πρακτική δεν δικαιολογείται από την ύπαρξη «εσωτερικής» σχέσης στην περίπτωση της, έστω και κατά μειοψηφία, συμμετοχής μιας ιδιωτικής επιχείρησης στο κεφάλαιο της εταιρίας που κατασκευάζει τα εν λόγω ελικόπτερα, στην οποία συμμετέχει και η οικεία αναθέτουσα αρχή κατά τρόπο που να μην έχει τη δυνατότητα να ασκεί επί της εταιρίας αυτής έλεγχο ανάλογο προς αυτόν που ασκεί στις δικές της υπηρεσίες. Εξάλλου, όσον αφορά τις θεμιτές επιταγές εθνικού συμφέροντος που προβλέπουν τα άρθρα 296 ΕΚ και 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/36, καθόσον τα ελικόπτερα αυτά είναι προϊόντα διπλής χρήσεως, κάθε κράτος μέλος δύναται, δυνάμει του άρθρου 296, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ, να λαμβάνει τα μέτρα που θεωρεί αναγκαία για την προστασία ουσιωδών συμφερόντων της ασφαλείας του, που αφορούν την παραγωγή ή εμπορία όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι τα μέτρα αυτά δεν αλλοιώνουν τους όρους του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς σχετικά με τα προϊόντα που δεν προορίζονται για στρατιωτικούς ειδικά σκοπούς. Επομένως, κατά την αγορά εξοπλισμού, ο οποίος δεν προορίζεται με βεβαιότητα να χρησιμοποιηθεί για στρατιωτικούς σκοπούς, πρέπει απαραιτήτως να τηρούνται οι κανόνες περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων. Κατά την προμήθεια ελικοπτέρων από στρατιωτικά σώματα για πολιτική χρήση πρέπει να τηρούνται οι ίδιοι κανόνες. (βλ. σκέψεις 38-41, 46-49, 60 και διατακτ.) 

ΕΣ/ΤΜ.Ι/1914/2016

Καταλογισμός ποσού...Τέλος, δεν έχει αρθεί το νόμιμο έρεισμα του διά της προσβαλλόμενης πράξης καταλογισμού της εκκαλούσας από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 61 του ν. 4235/2014 (Α΄ 32/11.2.2014), η οποία ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (βλ. άρθρο 72 του νόμου) και ορίζει ότι: «Γεωργοί που εντάχθηκαν στο Μέτρο 3.1 «Εφάπαξ πριμοδότηση πρώτης εγκατάστασης» του Άξονα προτεραιότητας 3 «Βελτίωση της ηλικιακής σύνθεσης του αγροτικού πληθυσμού» του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Αγροτική Ανάπτυξη – Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου 2000-2006» και δεν προσκόμισαν την άδεια ίδρυσης – λειτουργίας της πτηνοκτηνοτροφικής μονάδας τους, απαλλάσσονται μεν από την υποχρέωση επιστροφής της πρώτης δόσης της ενίσχυσης που τους καταβλήθηκε, δεν δικαιούνται όμως τη δεύτερη (τελική) δόση αυτής είτε η σχετική υπόθεση εκκρεμεί στο Ελεγκτικό Συνέδριο είτε όχι.». Τούτο δε, διότι η ανωτέρω διάταξη δεν εφαρμόζεται, ως αντίθετη με τις ισχύουσες κατά τον κρίσιμο χρόνο και άμεσα εφαρμοστέες στην Ελλάδα, ως κράτος μέλος της ΕΕ, υπέρτερης τυπικής ισχύος εκτεθείσες στη σκέψη ΙΙΙ διατάξεις των άρθρων 38 και 39 του Κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999, που, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στην ίδια αυτή σκέψη, καθιστούν υποχρεωτικό τον διά αποφάσεων δημοσιονομικών διορθώσεων, όπως η προσβαλλόμενη πράξη, καταλογισμό από τα αρμόδια όργανα της ελληνικής διοίκησης σε βάρος των οικείων αχρεωστήτως λαβόντων, όπως εν προκειμένω η εκκαλούσα, ποσών που αυτοί έλαβαν αχρεωστήτως, όπως το ποσό της πρώτης δόσης (αρχικής και συμπληρωματικής) της επίμαχης ενίσχυσης, στο πλαίσιο συγχρηματοδοτούμενων από τα Διαρθρωτικά Ταμεία της ΕΕ παρεμβάσεων, όπως το επίμαχο συγχρηματοδοτούμενο από το ΕΓΤΠΕ Μέτρο, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η διά της ανωτέρω κατώτερης τυπικής ισχύος διάταξης άρση του διά της προσβαλλόμενης πράξης επίδικου καταλογισμού της εκκαλούσας (πρβλ. Δ.Ε.Ε. απόφαση της 13 Μαρτίου 2008, C-383/06 έως C-385/06, σκέψεις 48, 49, 53).Κατ’ ακολουθία αυτών που προηγουμένως κρίθηκαν, η υπό κρίση έφεση, περιλαμβανομένου του αιτήματος της εκκαλούσας για την επιδίκαση της δικαστικής της δαπάνης σε βάρος του αντιδίκου της Δημοσίου, πρέπει να απορριφθεί και το κατατεθέν παράβολο να καταπέσει υπέρ του Δημοσίου.


ΔΕΚ/C-71/1992

Περίληψη 1. Παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 71/305 και 77/62, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη των συμβάσεων αφενός δημοσίων έργων και αφετέρου δημοσίων προμηθειών, το κράτος μέλος το οποίο * εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της εθνικής ρυθμίσεως περί δημοσίων συμβάσεων τις συναλλαγές της διοικήσεως με ιδιώτες όσον αφορά αγαθά ή δικαιώματα, η εμπορία των οποίων ρυθμίζεται από διατάξεις νόμου, ή ελεγχόμενα προϊόντα ή προϊόντα υποκείμενα σε μονοπώλιο ή απαγορευμένα προϊόντα, μολονότι οι εξαιρέσεις αυτές δεν καταλέγονται μεταξύ των εξαιρέσεων που απαριθμεί περιοριστικά και επιτρέπει ρητά η οδηγία 77/62 και μολονότι οι ιδιαιτερότητες των προμηθειών αυτών δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, τέτοιες, ώστε να επιτρέπεται η πλήρης εξαίρεση των σχετικών συμβάσεων από τη ρύθμιση περί δημοσίων συμβάσεων, * εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της εθνικής ρυθμίσεως περί δημοσίων συμβάσεων τις συμβάσεις για τις οποίες ο νόμος προβλέπει ρητή εξαίρεση, μολονότι οι μόνες επιτρεπόμενες εξαιρέσεις από τις προαναφερθείσες οδηγίες προβλέπονται περιοριστικά και ρητά από τις οδηγίες αυτές και μολονότι κατά τη μεταφορά των οδηγιών πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις σαφήνειας και ακρίβειας, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με οποιαδήποτε διατύπωση που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι, πέραν των εξαιρέσεων που επιτρέπουν οι οδηγίες και που επαναλαμβάνονται από την εθνική νομοθεσία, επιτρέπεται να προβλεφθούν και άλλες, * επιτρέπει τη σύναψη των συμβάσεων με απευθείας ανάθεση και σε άλλες περιπτώσεις, πέραν των περιοριστικώς προβλεπομένων από τις οδηγίες, ή εξαρτά την εφαρμογή της διαδικασίας της απευθείας αναθέσεως από λιγότερο αυστηρές προϋποθέσεις απ' ό,τι οι οδηγίες, * επιβάλλει ορισμένους τρόπους αποδείξεως της δικαιοπρακτικής ικανότητας των υποβαλλόντων προσφορές που δεν προβλέπονται από τις οδηγίες, * επιβάλλει στις επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών που επιλέγουν ορισμένα από τα μέσα αποδείξεως της ικανότητάς τους που προβλέπονται στην οδηγία 71/305 ορισμένες προϋποθέσεις που δεν προβλέπει η οδηγία αυτή, * προβλέπει ότι, για την κατάταξη των επιχειρήσεων, θα αξιολογούνται κατά προτίμηση τα χρηματοοικονομικά μέσα και τα μέσα από άποψη προσωπικού και υλικού που διαθέτουν εντός της εθνικής επικράτειας, μολονότι η οδηγία 71/305 δεν του επιτρέπει να καθιερώνει τέτοιας φύσεως κριτήρια, * δεν αναγνωρίζει, κατά παράβαση των οδηγιών, την αξία των πιστοποιητικών που έχουν εκδώσει οι αρχές άλλων κρατών μελών σχετικά με την ικανότητα των επιχειρήσεων, * απαλλάσσει από την υποχρέωση συστάσεως εγγυήσεως τις επιχειρήσεις μόνο των οποίων η ικανότητα προκύπτει από την εγγραφή τους σε δικούς του καταλόγους κατατάξεως, * δεν τηρεί, όσον αφορά τις τεχνικές προδιαγραφές που προβλέπονται για τις συμβάσεις προμηθειών, τη σειρά προτιμήσεως των κανόνων, την οποία προβλέπει η οδηγία 77/62. 2. Από το γεγονός ότι το άρθρο 1, στοιχείο α', της οδηγίας 71/305 παραπέμπει, σε σχέση με τον ορισμό των συμβάσεων δημοσίων έργων στις οποίες εφαρμόζεται, στο άρθρο 2 της οδηγίας 71/304, περί της καταργήσεως των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων και των περιορισμών στην ανάθεση συμβάσεων δημοσίων έργων μέσω πρακτορείων ή υποκαταστημάτων, προκύπτει ότι η πρώτη αναφερθείσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις που αφορούν βιομηχανικές εγκαταστάσεις φύσεως μηχανολογικής, ηλεκτρολογικής και παραγωγής ενεργείας, με εξαίρεση του μέρους των εγκαταστάσεων αυτών το οποίο ανάγεται στον τομέα της τεχνικής των δομικών κατασκευών, και τις συμβάσεις που αφορούν έργα εκσκαφών, γεωτρήσεως, εκβαθύνσεως και εκκενώσεως των εκχωματώσεων, τα οποία εκτελούνται με σκοπό την εξόρυξη ορυκτών υλών (εξορυκτικές βιομηχανίες).


ΝΣΚ/172/2018

Δασμοφορολογικές απαλλαγές κατά την εισαγωγή/παραλαβή επιβατηγών αυτοκινήτων για υπηρεσιακή χρήση από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες – Δασμοφορολογικές απαλλαγές κατά την εισαγωγή ειδών από το Γραφείο UNHCR για τη λειτουργία Κέντρων Υποδοχής Προσφύγων – Απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης αυτοκινήτων υπηρεσιακής χρήσης της Αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
1.Το τέλος ταξινόμησης, όπως και ο ΦΠΑ, εμπίπτουν στην έννοια των εσωτερικών φόρων κατανάλωσης του Άρθρου Δεύτερου, Τμήματος 8 της Συμβάσεως περί προνομίων και ασυλιών των Ηνωμένων Εθνών που έχει κυρωθεί με το ν.412/1947. Όμως για την απαλλαγή από την καταβολή ή την επιστροφή τους, δυνάμει της ως άνω διάταξης, απαιτείται απόφαση της αρμόδιας υπηρεσίας, προγενέστερη ή μεταγενέστερη, αντιστοίχως, της εισαγωγής. Απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης και το ΦΠΑ παρέχεται και από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ.1 του ν.2859/2000 και 132 παρ.13 του ν.2960/2001. (ομόφ.) 2. Στην έννοια της ατελούς εισαγωγής του Άρθρου Πέμπτου, Τμήματος 18 περ. η' της σύμβασης «Περί προνομίων και ασυλιών των Ηνωμένων Εθνών», εμπίπτει ο ΦΠΑ εισαγωγής και ο εισαγωγικός δασμός, δεν εμπίπτει το τέλος ταξινόμησης ως εσωτερικός φόρος. Η απαλλαγή από τον ΦΠΑ εισαγωγής και τον εισαγωγικό δασμό κατά την εισαγωγή επιβατηγών αυτοκινήτων, για το μη ελληνικής καταγωγής ανώτερο προσωπικό της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, παρέχεται και από τη διάταξη του άρθρου Μόνου του ν.δ.2402/1953. Η απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης παρέχεται από τη διάταξη του άρθρου 132 παρ.13 του ν.2960/2001. (ομόφ.) 3. Η απαλλαγή από το ΦΠΑ παρέχεται από τις διατάξεις του άρθρου 27 παρ.1 περ. στ’ υποπερ. ββ) του ν. 2859/2000, σε συνδυασμό με το άρθρο 29 παρ.1 περ.α’ του ιδίου νόμου. Η απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης παρέχεται με τις διατάξεις του άρθρου 132 παρ.13 του ν.2960/2001, όπου ρητά ορίζεται ότι απαλλάσσονται από το τέλος ταξινόμησης τα αυτοκίνητα οχήματα που παραλαμβάνονται από το προσωπικό των αναγνωρισμένων στην Ελλάδα διεθνών οργανισμών. Επίσης όπως προεκτέθηκε, το τέλος ταξινόμησης, ως εσωτερικός φόρος, δεν καλύπτεται από την ατέλεια του Άρθρου Πέμπτου, Τμήματος 18 περ. η’ της σύμβασης περί προνομίων και ασυλιών των Ηνωμένων Εθνών, διότι δεν συνιστά χρηματική εισφορά που καταβάλλεται κατά την εισαγωγή του επιβατικού αυτοκινήτου στη χώρα και εξ’ αιτίας αυτής, αλλά κατά τη θέση αυτού σε κυκλοφορία. Επομένως δεν τίθεται ζήτημα αν οι διατάξεις των διεθνών συνθηκών έχουν την έννοια, ότι η απαλλαγή από το ΦΠΑ και το τέλος ταξινόμησης αφορά και την παραλαβή αυτοκινήτων οχημάτων από άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. (ενδοκοινοτική απόκτηση). Σε κάθε περίπτωση τόσο η εισαγωγή όσο και η παραλαβή αγαθών, πρέπει να αντιμετωπίζονται όμοια, κατά την εφαρμογή των απαλλακτικών διατάξεων, που προβλέπονται από διεθνείς συνθήκες. (ομόφ.) 4. Τα είδη που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τον εξοπλισμό των χώρων υποδοχής προσφύγων, εφόσον εισάγονται από το Γραφείο UNHCR για την επίτευξη του σκοπού της ίδρυσής του, που είναι η προστασία των προσφύγων, εμπίπτουν στην έννοια της «επίσημης» από αυτό χρήσης. (πλειοψ.) 5. Η διάταξη του άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου περί των Προνομίων και Ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ε.Ε. έχει την έννοια ότι χορηγείται απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης των αυτοκινήτων που παραλαμβάνονται από την Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα για την υπηρεσιακή αυτής χρήση με την έκδοση, κατά περίπτωση, απόφασης της αρμόδιας αρχής, εφόσον, κατά την ουσιαστική αυτής κρίση, πρόκειται για σημαντικές αγορές ειδών, που επιφέρουν μεγάλη οικονομική επιβάρυνση. (ομόφ.)