Τύπος: ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ-ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ-ΠΟΛ

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΑΤΑΞΕΙΣ: 2859/2000 , 3908/2011

Οδηγίες ως προς την υποχρέωση διακανονισμού φόρου εισροών για επενδυτικό αγαθό που δεν ετέθη σε λειτουργία εντός 5ετίας από την απόκτηση του (άρθρο 33 ΚΦΠΑ).   ΑΔΑ:7ΧΘΘ46ΜΠ3Ζ-ΓΩΟ

Για να δεις τo αρχείο πρέπει να συνδεθείς: Είσοδος

Σχετικά Έγγραφα

Α.1238/2019

Τροποποίηση της απόφασης Διοικητή ΑΑΔΕ ΠΟΛ. 1103/2017 (ΦΕΚ Β' 2536/21-7-2017) περί επίσπευσης επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου των υποκειμένων που έχουν δικαίωμα έκπτωσης του φόρου των εισροών τους και είτε πραγματοποιούν κυρίως πράξεις που δεν επιβαρύνονται με ΦΠΑ, είτε είναι κάτοχοι «άδειας Α.Ε.Ο. Authorised Economic Operator» ή «αδειών απλουστευμένων διαδικασιών». 


ΝΣΚ/24/2018

Υποχρέωση επιστροφής του ΦΠΑ που καταβλήθηκε από κατασκευαστή, βάσει ειδικής δηλώσεως μεταβιβάσεως ακινήτου, και είχε υπολογιστεί επί της αντικειμενικής αξίας του μεταβιβαζομένου ακινήτου, στην περίπτωση που μετέπειτα επήλθε αναδρομική μείωση των αντικειμενικών αξιών. Η φορολογική αρχή υποχρεούται, ύστερα από υποβολή σχετικής τροποποιητικής δηλώσεως του φορολογούμενου, να επιστρέψει τη διαφορά του φόρου προστιθεμένης αξίας (ΦΠΑ), η οποία προκύπτει μεταξύ αφενός μεν του καταβληθέντος, βάσει της ειδικής δηλώσεως μεταβιβάσεως ακινήτου, και υπολογισθέντος βάσει της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, και αφετέρου του προκύπτοντος βάσει της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων, όπως προσδιορίστηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1009/2016 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με την οποία αναπροσαρμόστηκαν αναδρομικώς από 21-5-2015 οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων, σε συμμόρφωση προς την υπ’ αριθ. 4446/2015 ακυρωτική απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (πλειοψ.).


ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.4/143/2018

Παροχής υπηρεσιών λογιστικής υποστήριξης: Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις σκέψεις που προηγήθηκαν και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η επίμαχη, από 1.2.2018 σύμβαση δεν συνιστά νόμιμη παράταση της Φ.011/1.6.2016 συμβάσεως, αλλά μη νόμιμη απευθείας ανάθεση ομοίων εργασιών για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (1.2.2018 έως 31.7.2018) σε σχέση με το χρονικό διάστημα που αφορούσε η Φ.011/1.6.2016 σύμβαση, αφού είχε εξαντληθεί ο χρόνος νόμιμης παράτασης αυτής σύμφωνα με την προαναφερθείσα Φ.11/21.3.2016 διακήρυξη, το Κλιμάκιο κρίνει ότι οι επίμαχες εργασίες λογιστικής υποστήριξης συνιστούν συνήθεις λογιστικές εργασίες, που εμπίπτουν στα καθήκοντα των υπαλλήλων του Τμήματος Οικονομικού της Διοικητικής – Οικονομικής Υπηρεσίας του Noσοκομείου. (..)Ειδικότερα, το ήδη υπηρετούν προσωπικό κλάδου ΠΕ και ΤΕ του Νοσοκομείου, που διαθέτει κατάλληλα προσόντα για την εκτέλεση των επίμαχων εργασιών λογιστικής υποστήριξης, καλύπτει το, κατά την οικεία νομοθεσία, απαιτούμενο για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών από τρίτο ιδιώτη, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η στελέχωση του Οικονομικού Τμήματος του Νοσοκομείου με άτομα που διαθέτουν τα κατάλληλα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα για την εκτέλεση του συνόλου των αρμοδιοτήτων του εν λόγω Τμήματος αποτελεί ευθύνη και υποχρέωση των αρμοδίων οργάνων του. Αλυσιτελώς, εξάλλου, προβάλλεται από το Νοσοκομείο ότι δεν υπηρετεί σε αυτό υπάλληλος που να κατέχει άδεια Λογιστή-Φοροτεχνικού Α΄ Τάξεως, καθώς επίσης και ότι οι υπάλληλοί του που κατέχουν τίτλους σπουδών σχολών οικονομικής κατευθύνσεως, δεν έχουν γνώσεις αναλυτικής λογιστικής. Τούτο, δε, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην σκέψη ΙΙ.Γ., κατά την έννοια των διατάξεων της παρ. 8 της Κ.Υ.Α. 62008/ΕΓΔΕΚΟ 1992/30.12.2008, ερμηνευομένων σε συνδυασμό με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως και της οικονομικότητας, δεν αρκεί μόνο η βεβαίωση του Νοσοκομείου ότι δεν υπηρετεί σε αυτό υπάλληλος με το ανωτέρω τυπικό προσόν, αφού το Νοσοκομείο έχει αυξημένη υποχρέωση να διερευνήσει με κάθε πρόσφορο τρόπο τη δυνατότητα καλύψεως των αναγκών του με ίδια μέσα. Στην προκειμένη, δε, περίπτωση, το Γενικό Νοσοκομείο ..... ..... «…»διαθέτει επαρκή αριθμό πτυχιούχων Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. Οικονομικής κατευθύνσεως, ήτοι υπαλλήλων που διαθέτουν τίτλους σπουδών όμοιους με αυτούς που απαιτούνται από τις κείμενες διατάξεις για τα άτομα που στελεχώνουν την ομάδα του αναδόχου, όταν οι σχετικές εργασίες ανατίθενται σε τρίτο ιδιώτη. Όφειλε, συνεπώς, το Νοσοκομείο να ενεργήσει με κάθε πρόσφορο μέσο για την θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση του προσωπικού του και για την απόκτηση από τους υπαλλήλους του των αναγκαίων προσόντων, ώστε η εκτέλεση του συνόλου των απαιτούμενων εργασιών λογιστικής υποστήριξης να γίνεται με ίδια μέσα. Εξάλλου, η θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση των εν λόγω υπαλλήλων, περιλαμβάνεται ρητώς μεταξύ των υποχρεώσεων του ιδιώτη τρίτου, στον οποίο ανατίθενται οι εργασίες αυτές, σύμφωνα με την παράγραφο 2δ΄ της Κ.Υ.Α. 62008/ΕΓΔΕΚΟ 1992/30.12.2008 (βλ. σχετ. και τους προαναφερόμενους όρους της Φ.011/1.6.2016 συμβάσεως). Δοθέντος, δε, ότι κατά τα γνωστά στο Κλιμάκιο (βλ. την 21/2014 Πράξη του Κλιμακίου τούτου, με την οποία κρίθηκε για τους ίδιους λόγους μη νόμιμη η δαπάνη, η οποία αφορούσε στην καταβολή στην φερόμενη ως δικαιούχο εταιρεία «…..» της αμοιβής της για την παροχή ομοίων υπηρεσιών κατά τo έτος 2011), οι εν λόγω εργασίες ανατίθενται συστηματικώς σε ιδιώτη ανάδοχο τουλάχιστον από το έτος 2011, ήδη, μετά την παρέλευση επτά (7) περίπου ετών, το προσωπικό του Νοσοκομείου θα μπορούσε πλέον να είναι σε θέση να εκτελεί τις εργασίες αυτές, χωρίς να είναι αναγκαία η προσφυγή σε τρίτο ανάδοχο. Άλλωστε, η υποχρέωση για την εφαρμογή του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου δεν είναι χρονικά πρόσφατη και, ως εκ τούτου, έκτακτη και δυνάμενη να δημιουργήσει αντικειμενική δυσχέρεια εξεύρεσης λύσης, αλλά εκκινεί προοδευτικά από το έτος 2003 (βλ. άρθρο 3 π.δ/τος 146/2003). Επομένως, το Νοσοκομείο όφειλε και μπορούσε να έχει επιτύχει, ήδη προ του έτους 2018, την επίλυση του σχετικού προβλήματος, λαμβάνοντας μέριμνα για την εκπαίδευση των υπαλλήλων του και την απόκτηση από αυτούς των αναγκαίων προσόντων για την εκτέλεση των ανατεθεισών υπηρεσιών. Περαιτέρω, δοθέντος ότι επαρκής αριθμός υπαλλήλων του Νοσοκομείου πληροί τις προϋποθέσεις για την απόκτηση της επαγγελματικής ταυτότητας Λογιστή – Φοροτεχνικού Β΄ τάξεως, δεν δικαιολογείται η μη συμμετοχή τους στην ομάδα έργου της αναδόχου εταιρείας, με αντίστοιχη περικοπή της αμοιβής της (βλ. σχετ. την παρ. 8 της Κ.Υ.Α. 62008/ΕΓΔΕΚΟ 1992/30.12.2008, σκ. ΙΙ.Β. και ΙΙ.Γ.). Κατόπιν τούτων, αλυσιτελώς προβάλλεται από το Νοσοκομείο ότι στο παρελθόν είχε προβεί σε ενέργειες για την πρόσληψη ενός υπαλλήλου που να κατέχει άδεια Λογιστή-Φοροτεχνικού Α΄ Τάξεως, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ως ειδικού επιστημονικού προσωπικού, καθώς τυχόν τέτοια προσπάθεια εκ μέρους του Νοσοκομείου, δεν αναιρεί την υποχρέωση του ιδίου και των υπαλλήλων του να προβούν στις προαναφερόμενες ενέργειες για την παροχή των επίμαχων υπηρεσιών λογιστικής υποστήριξης με ίδια μέσα. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος διαφωνίας της Επιτρόπου είναι βάσιμος. Τέλος, αβασίμως προβάλλεται από το Νοσοκομείο ότι η επίμαχη δαπάνη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της νομιμοποιητικής διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 4332/2015, όπως ισχύει, καθώς για την παροχή των επίμαχων υπηρεσιών έχει συναφθεί η από 1.2.2018 σύμβαση, ενώ υφίστανται και προηγούμενες συμβάσεις με όμοιο αντικείμενο (βλ. Ε.Σ. Πρ. IV Τμ. 91, 92, 93/2015 κ.α.). Επίσης, όπως βασίμως  επισημαίνεται από την Επίτροπο, η ανωτέρω δαπάνη δεν εμπίπτει ούτε και στο πεδίο εφαρμογής της νομιμοποιητικής διατάξεως του άρθρου 38 του ν. 4461/2017 (ΦΕΚ Α΄ 38), καθώς η διάταξη αυτή τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε περίπτωση που οι επίμαχες υπηρεσίες έχουν παρασχεθεί εντός του χρονικού διαστήματος από 1.1.2015 έως 28.3.2017 (ημερομηνία έναρξης της ισχύος του ν. 4461/2017, σύμφωνα με το άρθρο 110 του νόμου αυτού, βλ. Ελ.Συν. IV Tμ. Πρ. 38/2017), προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού οι επίμαχες υπηρεσίες παρασχέθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2018 έως 31.7.2018.


ΕΣ/ΤΜ.(ΚΠΕ)4/118/2017

Παροχή υπηρεσιών λογιστικής υποστηρίξεως:Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις σκέψεις που προηγήθηκαν, το Κλιμάκιο κρίνει ότι, όπως βασίμως προβάλλεται από τον διαφωνούντα Επίτροπο, οι επίμαχες εργασίες λογιστικής υποστηρίξεως του Νοσοκομείου μη νομίμως ανατέθηκαν σε ιδιώτη τρίτο. Και τούτο διότι οι ανατεθείσες εργασίες συνιστούν συνήθεις λογιστικές εργασίες, που εμπίπτουν στα καθήκοντα των υπαλλήλων του Τμήματος Οικονομικού της Διοικητικής – Οικονομικής Υπηρεσίας αυτού, επιπλέον, δε, δεν προκύπτει έλλειψη προσωπικού σε τέτοια έκταση, ούτως ώστε να καθίσταται αδύνατη η εξυπηρέτηση της συγκεκριμένης λειτουργικής δραστηριότητας του Νοσοκομείου με ίδια μέσα. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο, 16062/15.5.2017 έγγραφο της Προϊσταμένης της Διευθύνσεως Διοικητικού – Οικονομικού του ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, στην οργανική δύναμη του Νοσοκομείου ανήκουν ένας (1) υπάλληλος ΤΕ Λογιστικής και πέντε (5) υπάλληλοι Κλάδου ΠΕ Διοικητικού – Οικονομικού, με συνέπεια η στελέχωσή του να παρίσταται κατ’ αρχάς επαρκής. Αλυσιτελώς, δε, προβάλλεται από το Νοσοκομείο, προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι το υπηρετούν σε αυτό προσωπικό είναι ανεπαρκές, το γεγονός ότι οι προαναφερθέντες υπάλληλοί του υπηρετούν σε άλλα Νοσοκομεία (Γ.Ν.Α. ….. και …), τα οποία μάλιστα συναποτελούν μαζί με αυτό ενιαίο νομικό πρόσωπο, καθώς η αποστέρηση του Νοσοκομείου από άτομα του προσωπικού του που υπηρετούσαν στις κρίσιμες υπηρεσίες, με συνέπεια να δημιουργούνται οι επικαλούμενες δυσχέρειες στην ομαλή λειτουργία του, ανάγεται στη σφαίρα ευθύνης του εν λόγω ενιαίου νομικού προσώπου και δεν δύναται να δικαιολογήσει την ανάθεση των επίμαχων υπηρεσιών σε τρίτο. Επίσης, αλυσιτελώς προβάλλεται από το Νοσοκομείο ότι δεν υπηρετεί σε αυτό υπάλληλος που να κατέχει επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή – Φοροτεχνικού Α΄ τάξεως, καθώς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην σκέψη ΙΙΙ.Β., κατά την έννοια των διατάξεων της παρ. 8 της Κ.Υ.Α. 62008/ΕΓΔΕΚΟ 1992/30.12.2008, ερμηνευομένων σε συνδυασμό με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως και της οικονομικότητας, το Νοσοκομείο έχει αυξημένη υποχρέωση να διερευνήσει με κάθε πρόσφορο τρόπο τη δυνατότητα καλύψεως των αναγκών του με ίδια μέσα. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση δεν προκύπτει ότι το Νοσοκομείο έχει προβεί σε ενέργειες για τη θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση του προσωπικού του και για την απόκτηση από τους υπαλλήλους του των αναγκαίων προσόντων, ώστε η εκτέλεση του συνόλου των απαιτούμενων εργασιών λογιστικής υποστηρίξεως να γίνεται με ίδια μέσα. Επίσης, δοθέντος ότι τα Γ.Ν.Α. «Ο….» και «…», καθώς και το Ειδικό Νοσοκομείο «ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ» αποτελούν, πλέον, αυτοτελές και ενιαίο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, οι δε οργανισμοί τους έχουν ενοποιηθεί, συμπεριλαμβάνοντας όλες τις οργανικές θέσεις προσωπικού, δεν προκύπτει ότι το Νοσοκομείο προέβη σε ενέργειες για την αναπλήρωση των μετακινηθέντων υπαλλήλων του, ούτε ότι διερεύνησε τη δυνατότητα καλύψεως των αναγκών του από το προσωπικό των προαναφερομένων ενοποιημένων με αυτό Νοσοκομείων. Τέλος, δοθέντος ότι ο Προϊστάμενος της Οικονομικής Υπηρεσίας, ως πτυχιούχος Α.Ε.Ι. Οικονομικής κατευθύνσεως, πληροί τις προϋποθέσεις για την απόκτηση της επαγγελματικής ταυτότητας Λογιστή – Φοροτεχνικού Β΄ τάξεως, μη νομίμως δεν συμπεριελήφθη στην ομάδα έργου της αναδόχου, με αντίστοιχη περικοπή της αμοιβής της. Από τα ανωτέρω, συνεπώς,   συνάγεται ότι η εντελλόμενη δαπάνη δεν είναι κατ’ αρχάς νόμιμη, πλην όμως, το Κλιμάκιο κρίνει ότι αυτή εμπίπτει στο ρυθμιστικό περιεχόμενο της νομιμοποιητικής διατάξεως του άρθρου 38 του ν. 4461/2017, όπως αυτό εξειδικεύθηκε στη σκέψη IV της παρούσας, με συνέπεια το επίμαχο χρηματικό ένταλμα πληρωμής να πρέπει να θεωρηθεί κατ’ εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως. Ειδικότερα, πρόκειται για δαπάνη παροχής υπηρεσιών καταρτίσεως των οικονομικών καταστάσεων οικονομικού έτους 2016 για την παρακολούθηση της Γενικής και Αναλυτικής Λογιστικής του Νοσοκομείου, οι οποίες παρασχέθηκαν εντός του από 1.1.2015 έως 28.3.2017 χρονικού διαστήματος, η ανάθεση, δε, των υπηρεσιών αυτών στην ως άνω εταιρεία συναρτάται με την επικληθείσα από το Νοσοκομείο αδυναμία του προσωπικού του να διεκπεραιώσει τις εν λόγω εργασίες.


ΕΣ/ΚΛ.ΤΜ.7/64/2016

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ:Με τα ανωτέρω δεδομένα και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη ΙΙ της παρούσας, το Κλιμάκιο κρίνει ότι η προαναφερόμενη  σύμβαση,  σε εκτέλεση της οποίας εκδόθηκε το επίμαχο χρηματικό ένταλμα, δεν αποτελεί, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής, προγραμματική σύμβαση του άρθρου 100 του ν. 3852/2010, αλλά συνιστά, κατ’ ουσίαν, απευθείας ανάθεση εκπόνησης μελέτης του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 3316/2005  από  το  Δήμο  ...... στο Γ.Π.Α., όπως βασίμως προβάλλει η Επίτροπος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της σύμβασης, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν εκκινούν από κοινή αφετηρία, συμπράττοντας ισόρροπα για την από κοινού εξυπηρέτηση ενός δημόσιου σκοπού, αλλά επιδιώκουν την ικανοποίηση όλως διακριτών και αντίθετων συμφερόντων, ήτοι ο μεν Δήμος ......, ο οποίος στην οικεία συγγραφή υποχρεώσεων αναφέρεται ως «εντολέας», αποσκοπεί στην υλοποίηση του συμβατικού αντικειμένου και την παραλαβή του προβλεπόμενου παραδοτέου, το δε Γ.Π.Α., που στην ως άνω συγγραφή αναφέρεται ως «εντολοδόχος», αποβλέπει στην απόληψη του καθορισμένου συμβατικού ανταλλάγματος για την εκπόνηση της μελέτης. Ειδικότερα, η συμβολή του Δήμου περιορίζεται, κατά κύριο λόγο, στην καταβολή της δαπάνης για την εκτέλεση του συμβατικού αντικειμένου, ενώ όλως αορίστως αναφέρεται η υποχρέωσή του για «παροχή τεχνικής υποστήριξης, όπου ζητηθεί», η οποία, άλλωστε, είναι δυνατό να μην ενεργοποιηθεί (εφόσον δεν ζητηθεί). Ο δε τρίτος συμβαλλόμενος Αγροτικός Μελισσοκομικός Συνεταιρισμός ...... έχει υποτυπώδη συμμετοχή στη σύμβαση, αναλογικά με το συνολικό αντικείμενό της, καθώς η υποχρέωσή του προς υπόδειξη των χώρων που θεωρεί κατάλληλους  για  μελισσοκομικά  πάρκα και  των  μελισσοκομικών  φυτών,  η οποία προβλέπεται ότι θα εκπληρωθεί σε συνεργασία με το Γ.Π.Α. και  το  Δήμο, αποτελεί ουσιαστικά αντικείμενο της μελέτης, η εκπόνηση της οποίας έχει - κατά τα ανωτέρω - ανατεθεί στο Γ.Π.Α., ενώ η μόνη αυτοτελής υποχρέωση του Συνεταιρισμού συνίσταται στη επιλογή  των  μελισσοκόμων  που θα επιμορφωθούν από το Γ.Π.Α.. Επιπλέον, ο Δήμος ...... είναι  ο  μόνος  εκ των τριών συμβαλλομένων που βαρύνεται με το  οικονομικό  αντικείμενο  της σύμβασης, ενώ η προβλεφθείσα στο άρθρο 3 της σύμβασης μονομερής περιουσιακή μετακίνηση από το Δήμο προς το Γ.Π.Α. δεν περιορίζεται στην κάλυψη λειτουργικών εξόδων, αλλά χαρακτηρίζεται ρητώς ως «αμοιβή», που  θα καταβληθεί σταδιακά, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, ενώ προβλέπεται ότι η συνολική αμοιβή θα καταβληθεί, σε κάθε  περίπτωση,  με  την αποδοχή της μελέτης. Εξάλλου, το ίδιο το Γ.Π.Α., στο υπ’ αριθμ. πρωτ. 21469/7.10.2015 έγγραφό του, αναφέρει ρητώς ότι, «από τη στιγμή που το Γ.Π.Α. θα εκτελέσει την επίμαχη μελέτη, είναι προφανές  ότι  ο  Δήμος  θα  είναι αυτός που καταβάλλει το οφειλόμενο τίμημα για την εκπόνησή της».  Υπέρ  της ερμηνευτικής  αυτής εκδοχής συνηγορεί και ο  συνυπολογισμός  στο συμβατικό τίμημα του αναλογούντος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος προβλέπεται μόνον στις εξ επαχθούς αιτίας συμβάσεις  παροχής  υπηρεσιών  (βλ. Πράξεις VII Τμ. 51, 29/2015). Κατόπιν αυτών και δοθέντος ότι η επίμαχη σύμβαση δεν αποτελεί γνήσια προγραμματική σύμβαση, αλυσιτελώς προβάλλει η Επίτροπος την έλλειψη αναλυτικού χρονοδιαγράμματος, το οποίο περιλαμβάνεται στο ελάχιστο περιεχόμενο των προγραμματικών συμβάσεων και το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να εξαντλείται στην απλή πρόβλεψη της διάρκειας της σύμβασης, ούτε αναπληρώνεται από την απλή παράθεση - έστω και σε χρονολογική σειρά - των επί μέρους συμβατικών δράσεων. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε και σύμφωνα με το τεχνικό αντικείμενό της, η σύμβαση αφορά την εκπόνηση μελέτης του ν. 3316/2005 - όπως συνομολογεί και το ίδιο το Γ.Π.Α., με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 21469/7.10.2015 έγγραφό του -  και δη μελέτης φυτοτεχνικής διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου και έργων πρασίνου, ενώ και στην προαναφερόμενη 185/17.3.2015 εγκριτική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου γίνεται λόγος για εκπόνηση μελέτης. Ο δε ισχυρισμός του Γ.Π.Α. ότι, κατ’ άρθρον 100 παρ. 1α του ν. 3852/2010, είναι δυνατή η σύναψη προγραμματικής σύμβασης για τη μελέτη προγραμμάτων ανάπτυξης μιας περιοχής, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής, δοθέντος ότι - κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα - δεν συντρέχουν εν προκειμένω τα κρίσιμα εννοιολογικά στοιχεία της έννοιας της προγραμματικής σύμβασης. Κατά συνέπεια, για την ανάθεση της ως άνω μελέτης έπρεπε να  τύχουν  εφαρμογής  οι διατάξεις του ν. 3316/2005, οι οποίες καθιερώνουν ως κανόνα τη διενέργεια ανοικτού διαγωνισμού, στον οποίο η δυνατότητα συμμετοχής του ως άνω εκπαιδευτικού ιδρύματος δεν θα μπορούσε να αποκλεισθεί (βλ. Πράξη VII Τμ. 23/2015). Προσφυγή  στην  εξαιρετική  διαδικασία  της  απευθείας  ανάθεσης  θα μπορούσε να είναι νόμιμη μόνον εφόσον συνέτρεχε μία τουλάχιστον από τις εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 10 του ως άνω νόμου, κάτι που δεν προκύπτει ούτε από το έγγραφο επανυποβολής του εντάλματος και τα συνημμένα σε αυτό έγγραφα, ούτε και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου. Ομοίως, δεν προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 209 παρ. 3 του Κ.Δ.Κ., σχετικά με το οποίο, τόσο ο Δήμος, όσο και το Γ.Π.Α., ρητώς αναφέρουν, στα ως  άνω  συνημμένα  έγγραφα,  ότι  δεν  εφαρμόσθηκε  εν προκειμένω. Επιπλέον, αλυσιτελώς προβάλλει το Γ.Π.Α. ότι οι επίμαχες εργασίες εκπονούνται από το Εργαστήριο Σηροτροφίας και  Μελισσοκομίας  του Πανεπιστημίου και πραγματοποιούνται για πρώτη φορά με αυτόν τον τρόπο στην Ελλάδα, καθώς το αποτέλεσμα των εργασιών αυτών συνίσταται σε ένα  ήδη γνωστό τεχνικό αντικείμενο (τη μελέτη χωροθέτησης και οργάνωσης Μελισσοκομικού Πάρκου) και, ως εκ τούτου, ανεξαρτήτως εάν για την παραγωγή του θα χρησιμοποιηθούν ή όχι νέες μέθοδοι και ανεξαρτήτως της σημασίας του για τον οικείο επιστημονικό κύκλο, στερείται πρωτοτυπίας και  δεν ήταν δυνατή η απευθείας ανάθεση της σύμβασης ως «ερευνητικού έργου». Τέλος, δεν αποδεικνύεται ότι το υπηρετούν στο Δήμο ...... προσωπικό αδυνατεί να εκπονήσει την επίμαχη μελέτη, δοθέντος ότι, κατά τα άρθρα 12 (βλ.,  ιδίως, περ. α΄ στ. 2 και 8) και 19 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου (βλ. την 77914/2639/2014 απόφαση της Γενικής Γραμματέως Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, ΦΕΚ Β΄ 42/14.1.2014), η εκπόνησή της εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Τμήματος Αγροτικής Παραγωγής και Μαστίχας της Διεύθυνσης Τοπικής Οικονομικής Ανάπτυξης, σε συνεργασία με την Τεχνική Υπηρεσία, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 33 του Οργανισμού, προβλέπονται, μεταξύ άλλων, οι εξής οργανικές θέσεις, με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου:  1 Κλάδου Π.Ε.9 Ειδικότητας Γεωπονίας και 2 Π.Ε.9 Γεωπόνων, 1 Τ.Ε.9 Γεωπόνων (Αρχιτεκτονικής Τοπίου), 1 Τ.Ε.9 Γεωπόνων (Φυτικής Παραγωγής) και 2 Τ.Ε. Τεχνολόγων Γεωπονίας (Ζωική


ΕΣ/ΤΜ.6/2341/2017

Αίτηση ανάκλησης της 127/2017 Πράξης του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου(...) Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 2 της παρούσας, το Τμήμα άγεται στην κρίση ότι δεν αιτιολογείται εν προκειμένω ειδικά και ορισμένα ο συμφέρων χαρακτήρας του τελικώς επιτευχθέντος τιμήματος των 19.800.000,00 ευρώ, το οποίο, ως αγοραία αξία, υπερβαίνει κατά 50% περίπου την αντικειμενική όμοια. Τούτο δε, πρωτίστως διότι η 1391/2017 προδικαστική απόφασή του δεν εκτελέστηκε, καθόσον η προσκομισθείσα 1895/21.7.2017 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής της Περιφέρειας .... δεν συνιστά ως εκ του περιεχομένου της τη ζητούμενη, για την άρση της πλημμέλειας που πράγματι στοιχειοθετήθηκε εν προκειμένω από την έλλειψη της ως άνω ειδικής αιτιολογίας, απόφαση. Σε κάθε δε περίπτωση, το Τμήμα κρίνει ότι εκ των προσκομισθέντων με το από 24.7.2017 υπόμνημα του Προέδρου της Οικονομικής Επιτροπής στοιχείων ουδόλως αποδεικνύεται το συμφέρον της ως άνω μοναδικής προσφοράς της «.... AE» καθόσον: Α) Το 56649/18.9.2013 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Πουλαντζά, με το οποίο μεταβιβάστηκε από τη «.... AE» στην «ΕΘΝΙΚΗ ΛΗΖΙΝΓΚ Ανώνυμος Εταιρία Χρηματοδοτικών Μισθώσεων» το προς αγορά κτίριο επί της Λεωφ. Κηφισού 62-64, δεν αποτελεί πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο ως προς το ύψος της αγοραίας αξίας αυτού, δεδομένου ότι η επίμαχη πώληση έλαβε χώρα στο πλαίσιο σύναψης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης του ν.1665/1986, ήτοι πώλησης και επαναμίσθωσης μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων (βλ. σελ. 20 Έκθεσης Εκτίμησης και φύλλα 23, 26 και 27 του ως άνω συμβολαίου), ήτοι μίας εξειδικευμένης σύμβασης, που δεν προσιδιάζει στην απλή πώληση, αφού κατατείνει στη χρηματοδότηση της πωλήτριας εταιρίας σε ποσοστό επί της καθορισθείσας αξίας του ακινήτου από την αγοράστρια εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης και στη συνέχεια στη μίσθωση του ακινήτου από την ίδια με δικαίωμα επαναγοράς κατά τη λήξη της σύμβασης. Παρέπεται δε ότι λόγω του χρηματοδοτικού χαρακτήρα της ως άνω σύμβασης και της συνακόλουθης ταύτισης των ρόλων πωλητή-πελάτη της εταιρίας χρηματοδοτικής μίσθωσης, το τίμημα της πώλησης του ακινήτου διαμορφώνεται με διαφορετικά από αυτά της κοινής πώλησης κριτήρια (τραπεζικά, όπως π.χ. πιστοληπτική ικανότητα του πωλητή-μισθωτή).                   Β) Ομοίως η 1705/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτριούμενης εδαφικής έκτασης, που βρίσκεται εντός του Ο.Τ. 258Α του Δήμου ...., εκτάσεως 5.337,60 τ.μ., δεν αποτελεί πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, καθόσον δεν αφορά σε ακίνητο ανάλογου εμβαδού και θέσης (βλ. σκέψη 3). Γ) Τα νέα φύλλα υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου επί της Λεωφ. Κηφισού 62-64 ως ενιαίας ιδιοκτησίας από τη συμβολαιογράφο Αθηνών Ευδοξία Δημοπούλου δεν δύναται να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, καθόσον το προς αγορά κτίριο επί της Λεωφ. Κηφισού 62-64 είναι διαιρεμένο σε οριζόντιες κατ’ ορόφους ιδιοκτησίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3741/1929, του Ν.Δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ., δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2470/2001 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευδοξίας Δημοπούλου-Αθανασοπούλου, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί και ισχύει με τις 2931/2003, 3070/2003 και 6690/2013 πράξεις τις ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου (βλ. φύλλο 20 του προαναφερόμενου 56649/2013 συμβολαίου). Συνεπώς, για τον υπολογισμό της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου ως ενιαίας ιδιοκτησίας απαιτείται η προηγούμενη κατάργηση της νομίμως συσταθείσας οριζοντίου ιδιοκτησίας με αντίστοιχη συμβολαιογραφική πράξη, ενώ, βάσει του ως άνω νομοθετικού καθεστώτος που διέπει την οριζόντια ιδιοκτησία, η απόκτηση όλων των οριζοντίων ιδιοκτησιών ενός ακινήτου από ένα πρόσωπο (όπως εν προκειμένω την Περιφέρεια ....) δεν επιφέρει κατάργηση της οριζόντιας ιδιοκτησίας, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού της αιτούσας. Εξάλλου, το Τμήμα κρίνει ότι η μεγάλη απόκλιση μεταξύ της αντικειμενικής αξίας του προς αγορά ακινήτου και του τελικώς επιτευχθέντος τιμήματος δεν αιτιολογείται ούτε με την επίκληση εκ μέρους της αιτούσας αορίστως του ισχυρισμού περί χαμηλών αντικειμενικών αξιών στις «λαϊκές» περιοχές της Δυτικής Αθήνας, καθόσον είναι πασίδηλο ότι έχουν υποστεί μεγάλη πτώση και οι αντίστοιχες εμπορικές αξίες λόγω της μεγάλης κρίσης στην αγορά των ακινήτων και της αυξημένης φορολόγησής τους, ούτε με την παράθεση εκ νέου των δεδομένων και των αξιολογήσεων της ως άνω έκθεσης εκτίμησης του Πιστοποιημένου Εκτιμητή, η οποία έχει ήδη κριθεί ανεπαρκώς αιτιολογημένη με την 1391/2017 απόφασή του, χωρίς την ταυτόχρονη προσκόμιση νέων συγκριτικών στοιχείων αναλόγου εμβαδού και θέσης ακινήτων, ενώ ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι στο τίμημα περιλαμβάνεται και το κόστος εκτέλεσης επιπρόσθετων εργασιών ύψους 970.000,00 ευρώ πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αναπόδεικτος. Τέλος, οι ισχυρισμοί της αιτούσας, που αφορούν στη μεθοδολογία σύνταξης της έκθεσης εκτίμησης και στο σύννομο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε κατ’ αναλογία των διατάξεων του Π.Δ. 59/2016, πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, ενώ το επικαλούμενο δημόσιο συμφέρον για τη στέγαση των υπηρεσιών της Περιφέρειας .... σε ένα ενιαίο κτίριο δεν αναιρεί την υποχρέωση αυτής για αιτιολόγηση του συμφέροντος χαρακτήρα του επιτευχθέντος τιμήματος, ως προς την οποία άλλωστε αιτιολόγηση η Περιφέρεια .... έχει αυτοδεσμευθεί με τη διακήρυξη του διαγωνισμού (άρθρο 9.13) και για τήρηση των αρχών της οικονομικότητας και αποδοτικότητας ως μερικότερων εκδηλώσεων της γενικής αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, που έχουν θεσπιστεί επίσης για λόγους δημοσίου συμφέροντος (βλ. Ε.Σ. VI Τμ. 1605, 2227/2016). 

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση ανάκλησης, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

ΔΕΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕλΣυν.Τμ.Μείζ.-Επταμελούς Σύνθεσης/483/2018

ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΗΚΕ ΕΣ/ΤΜ.ΜΕΙΖ/ΕΠΤΑΜ/1313/2018


ΕΣ/ΤΜ.4/50/2016

Λογιστική υποστήριξη: Αιτηση ανάκλησης της 17/2016 πράξη του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών στο Τμήμα τούτο.Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις σκέψεις που προηγήθηκαν, το Τμήμα κρίνει οι επίμαχες εργασίες λογιστικής υποστήριξης του Νοσοκομείου μη νομίμως ανατέθηκαν σε τρίτο, καθόσον συνιστούν συνήθεις λογιστικές εργασίες, που εμπίπτουν στα καθήκοντα των υπαλλήλων του Τμήματος Οικονομικού της Διοικητικής-Οικονομικής Υπηρεσίας του Nοσοκομείου. Τούτο, δε, διότι, στις αρμοδιότητες του εν λόγω Τμήματος περιλαμβάνεται, σύμφωνα με τον οικείο Οργανισμό, το σύνολο των λογιστικών δραστηριοτήτων του Νοσοκομείου. Περαιτέρω, δεν προέκυψε έλλειψη προσωπικού σε τέτοια έκταση, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της συγκεκριμένης λειτουργικής δραστηριότητας από το προσωπικό του Νοσοκομείου δεδομένου ότι: α) η δυναμικότητα του Νοσοκομείου ανέρχεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Οργανισμού του, σε 160 κλίνες, με συνέπεια η σύνθεση της ομάδας έργου να περιλαμβάνει υποχρεωτικώς έναν λογιστή-φοροτέχνη Α΄ Τάξης και έναν λογιστή-φοροτέχνη με άδεια Β΄ Τάξης (βλ. παρ. 4 της Κ.Υ.Α. 62008/ΕΓΔΕΚΟ 1992/30.12.2008, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου Η΄ - υποπαράγραφος Η.2 του ν. 4152/2013), β) στη διοικητική-οικονομική διεύθυνση του αιτούντος υπηρετούσαν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ένας (1) υπάλληλος με πτυχίο Α.Ε.Ι. Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων και έξι (6) με πτυχία Τ.Ε.Ι. Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας. Εξάλλου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση των εν λόγω υπαλλήλων περιλαμβάνεται ρητώς μεταξύ των υποχρεώσεων του ιδιώτη τρίτου, στον οποίο ανατίθενται οι εργασίες αυτές, σύμφωνα με την παράγραφο 2δ΄ της ως άνω Κ.Υ.Α. και ότι η σχετική υποχρέωση για την εφαρμογή του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου δεν είναι χρονικά πρόσφατη και ως εκ τούτου έκτακτη, αλλά εκκινεί προοδευτικά από το έτος 2003, το Νοσοκομείο όφειλε να ενεργήσει με κάθε πρόσφορο μέσο για την θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση του προσωπικού αυτού και για την απόκτηση από τους υπαλλήλους του, των αναγκαίων προσόντων, ώστε η εκτέλεση του συνόλου των απαιτουμένων εργασιών λογιστικής υποστήριξης να γίνεται με ίδια μέσα, απορριπτομένων των σχετικών ισχυρισμών του. Περαιτέρω, το αιτούν δεν βεβαιώνει, παρότι επισημάνθηκε από το Κλιμάκιο, ότι δεν υπηρετεί υπάλληλος που να πληροί τις προϋποθέσεις για την απόκτηση άδειας Β΄ Τάξης, αντιθέτως μάλιστα, από τα πτυχία που διαθέτουν οι ανωτέρω υπάλληλοι προκύπτει ότι ορισμένοι εξ αυτών μπορούν να αποκτήσουν την επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή-Φοροτεχνικού Β΄ Τάξης, γεγονός που καθιστά υποχρεωτική τη συμμετοχή τους στην ομάδα έργου της αναδόχου εταιρείας, με αντίστοιχη περικοπή της αμοιβής της (βλ. σχετ. την παρ. 8 της ανωτέρω Κ.Υ.Α.). Σημειωτέον ότι και στο διαγωνισμό που έχει προκηρυχθεί από το Νοσοκομείο για την ανάθεση της λογιστικής υποστήριξής του για το έτος 2016, η σύνθεση της ομάδας έργου του αναδόχου παραμένει η ίδια με τη σύνθεση της ομάδας έργου του προηγούμενου διαγωνισμού, ενώ δεν προβλέπεται η συμμετοχή υπαλλήλων του Νοσοκομείου σε αυτήν (βλ. την από 13.6.2016 Διακήρυξη Πρόχειρου Διαγωνισμού του Νοσοκομείου, ΑΔΑ:70ΝΓ469073-ΛΓ8, και άρθρο 7 της 1663/25.2.2015 Διακήρυξης). Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και δη α) το 8659/2010 έγγραφο του Νοσοκομείου προς τη 2η ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, στο οποίο αναφέρεται ότι υποβάλλεται πίνακας του κατ’ ελάχιστον αναγκαιούντος προσωπικού για τις λειτουργικές ανάγκες του Νοσοκομείου, β) το 6298/2013 έγγραφο του Νοσοκομείου προς τη 2η ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, στο οποίο αναφέρεται ότι υποβάλλονται πίνακες, που αφορούν στην επικαιροποίηση κενών οργανικών θέσεων, γ) το 470/15.1.2014 έγγραφο του Νοσοκομείου προς τη 2η ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, στο οποίο αναφέρεται ότι υποβάλλεται πίνακας με τις αιτούμενες θέσεις, για τον προγραμματισμό προσλήψεων μονίμου προσωπικού για το έτος 2014, δ) το 6926/9.7.2014 έγγραφο του Νοσοκομείου προς τη 2η ΥΠΕ, Πειραιώς και Αιγαίου, στο οποίο αναφέρεται ότι υποβάλλεται πίνακας καταγραφής θέσεων εργασίας, προκειμένου να συμπεριληφθούν στην υλοποίηση β΄ κύκλου προγράμματος «Προώθηση της απασχόλησης μέσω προγραμμάτων κοινωφελούς χαρακτήρα», ε) το 2793/8.4.2015 έγγραφο του Νοσοκομείου προς τη 2η ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, στο οποίο αναφέρεται ότι υποβάλλονται πίνακες, που αφορούν στην κάλυψη αναγκών του Νοσοκομείου με μόνιμο και επικουρικό ιατρικό και λοιπό προσωπικό,  στ) το 2855/8.3.2016 έγγραφο του Νοσοκομείου προς τη 2η ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, στο οποίο αναφέρεται ότι υποβάλλεται πίνακας που περιλαμβάνονται οι προς πλήρωση θέσεις Διοικητικού και Τεχνικού Προσωπικού, των οποίων όμως οι αναφερόμενοι ως συνημμένοι πίνακες δεν προσκομίζονται, δεν προκύπτει με βεβαιότητα το αίτημα της πλήρωσης κενών θέσεων προσωπικού με τα απαιτούμενα προσόντα για την εκτέλεση των επίμαχων καθηκόντων. Περαιτέρω, από το 2013/12.3.2015 έγγραφο του Νοσοκομείου προς τη 2η ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου (που σε κάθε περίπτωση είναι μεταγενέστερο του χρόνου έγκρισης του επίμαχου διαγωνισμού), προκύπτει ότι το Νοσοκομείο υπέβαλε στην 2η ΥΠΕ πίνακα των απολύτως αναγκαίων προς κάλυψη κενών θέσεων, στον οποίο αναφέρεται ότι υφίσταται 1 κενή θέση Κλάδου ΠΕ Διοικητικού-Λογιστικού, που αφορά όμως πτυχιούχους νομικών και διοικητικών σχολών και όχι οικονομικών σχολών και μόλις μία κενή θέση κλάδου ΤΕ Λογιστικής, ενώ το προσκομιζόμενο πρακτικό της 11ης Συν./26.5.2016 του Διοικητικού Συμβουλίου του Νοσοκομείου, είναι σε κάθε περίπτωση μεταγενέστερο του κρίσιμου χρόνου και δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα ή μη της εντελλόμενης δαπάνης. Τέλος, η επίμαχη δαπάνη δεν δύναται να νομιμοποιηθεί με βάση τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 4332/2015 (Α΄ 76), η ισχύς της οποίας παρατάθηκε με τη διάταξη  του άρθρου 73 του ν.4368/2016 (Α΄ 21/21.2.2016) και η οποία ορίζει ότι: «Θεωρούνται νόμιμες οι δαπάνες για την εξόφληση υποχρεώσεων των Νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. και των Δ.Υ.ΠΕ. που απορρέουν από προμήθειες υλικών-αγαθών και παροχή υπηρεσιών που διενεργήθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, χωρίς την υπογραφή σύμβασης, δεν αναφέρονται στο Παρατηρητήριο Τιμών που τηρεί η Ε.Π.Υ.  (άρθρο 24, Ν. 3846/2010), δεν υφίστανται προηγούμενες συμβάσεις και με την προϋπόθεση ότι είναι εντός των εγκεκριμένων πιστώσεων των προϋπολογισμών τους, των αντίστοιχων ετών αναφοράς», καθόσον, κατά τη ρητή γραμματική διατύπωση της διάταξης αυτής, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της, αφού μεταξύ του Νοσοκομείου και της φερόμενης ως δικαιούχου υπεγράφη η 3881/2015 σύμβαση, σε εκτέλεση της οποίας έχει εκδοθεί το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα (βλ. Πράξ. IV Τμ. 25/2016, 93, 92, 91/2015 κ.α.).Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση ανάκλησης του Γενικού Νοσοκομείου ....«...», πρέπει να απορριφθεί


ΕΣ/ΤΜ.4/4/2019

Παροχή υπηρεσιών εσωτερικού ελεγκτή: ζητείται παραδεκτώς η ανάκληση της 129/2018 πράξης του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών στο IV Τμήμα(...)Με τα δεδομένα αυτά, το Τμήμα, μετά από νέα έρευνα της υπόθεσης, κρίνει ότι δεν συντρέχει νόμιμος λόγος να αποστεί από όσα δέχθηκε το Κλιμάκιο με την 129/2018 πράξη του, στις ορθές σκέψεις και λεπτομερείς αιτιολογίες της οποίας εμμένοντας, αναφέρεται εκ νέου, προς αποφυγή περιττών επαναλήψεων. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα γενόμενα ανωτέρω δεκτά (σκέψη ΙΙΙ), με τις προδιαληφθείσες διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 4025/2011 προβλέπεται, στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η Χώρα για μεταρρύθμιση και αναμόρφωση του τομέα υγείας, η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος εσωτερικού ελέγχου στις δημόσιες μονάδες υγείας, ώστε να επιτευχθεί η βέλτιστη χρηματοοικονομική διαχείριση τους, με την εισαγωγή και υλοποίηση ισχυρότερων μηχανισμών ελέγχου των δαπανών, μέσω της παρακολούθησης σημαντικών δραστηριοτήτων, όπως προμήθειες, διαδικασίες κοστολόγησης και τιμολόγησης προϊόντων και υπηρεσιών. Ένας από τους δύο βασικούς πυλώνες του εν λόγω συστήματος εσωτερικού ελέγχου είναι ο Εσωτερικός Ελεγκτής, ο οποίος διενεργεί στην πράξη τον εσωτερικό έλεγχο συντάσσοντας σχετικές εκθέσεις και ο οποίος απολαμβάνει πλήρους ανεξαρτησίας κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Οι λεπτομέρειες που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία του συστήματος εσωτερικού ελέγχου, καθώς επίσης και τα καθήκοντα του Εσωτερικού Ελεγκτή προβλέπονται, σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 4025/2011 από τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας των μονάδων υγείας, η σύνταξη του οποίου ανατίθεται με τις ίδιες διατάξεις στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Συγκεκριμένα, με τις διατάξεις αυτές προβλέφθηκε η υποχρέωση του εν λόγω Υπουργείου να συντάξει εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση του νόμου, Ενιαίο Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας των μονάδων υγείας, σε θέματα διοικητικά, διαχειριστικά και λογιστικά με σκοπό να ρυθμιστούν συνολικά και ενιαία τα διοικητικά, διαχειριστικά και λογιστικά θέματα των Μονάδων Υγείας. Συνεπώς, όπως ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη, το θεσμοθετούμενο με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4025/2011 σύστημα εσωτερικού ελέγχου αποσκοπεί στην παρακολούθηση της τήρησης ακριβώς αυτού του Εσωτερικού Κανονισμού και συνεπώς, η έκδοσή του αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την λειτουργία του συστήματος του εσωτερικού ελέγχου και συνακολούθως για την ανάθεση των οικείων υπηρεσιών σε ιδιώτη εσωτερικό ελεγκτή. Περαιτέρω, η ρητή και σαφής νομοθετική επιλογή να ανατεθεί αποκλειστικά στο ως άνω Υπουργείο η αρμοδιότητα για την έκδοση του Κανονισμού αυτού δικαιολογείται από την επιδίωξη του νομοθέτη να υπάρξει ενιαία ρύθμιση σε κεντρικό επίπεδο των διοικητικών, διαχειριστικών και λογιστικών θεμάτων των Μονάδων Υγείας για την αναμόρφωση του Τομέα Υγείας σε εθνικό επίπεδο, με συνέπεια να μην είναι επιτρεπτή η υποκατάσταση του Υπουργείου Υγείας στην άσκηση της ως άνω αποκλειστικής αρμοδιότητάς του προς έκδοση Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας των Μονάδων Υγείας από άλλα διοικητικά όργανα, η δε παρέκκλιση από την ως άνω ρύθμιση δεν δύναται να δικαιολογηθεί ούτε από την καθυστέρηση άσκησης της σχετικής αρμοδιότητας εκ μέρους του Υπουργείου (πρβλ. Ελ.Συν. IV Tμ.  32/2015). Επίσης, η έκδοση από το Υπουργείο Υγείας των ΓΠΔΥ5γ/οικ129854/22.11.2011, 94064/1.10.2012 και οικ.53560/5.6.2013 εγκυκλίων (βλ. σκ. ΙV), στις οποίες αναφέρονται αναλυτικώς τα καθήκοντα των εσωτερικών ελεγκτών και προσδιορίζεται το περιεχόμενο των συμβάσεων που καλούνται τα Νοσοκομεία να συνάψουν για την ανάθεση των οικείων υπηρεσιών, δεν δύναται θεωρηθεί ως συμμόρφωση της Διοίκησης προς την υποχρέωση έκδοσης Ενιαίου Εσωτερικού Κανονισμού σύμφωνα με τη ρητή επιταγή του άρθρου 25 του ν. 4025/2011, ούτε να αναπληρώσει την παράλειψη έκδοσης του εν λόγω Εσωτερικού Κανονισμού, αφενός μεν διότι ο νομοθέτης επιβάλλει τη ρύθμιση των ανωτέρω ζητημάτων με υπουργική απόφαση, οι δε εγκύκλιοι δεν αποτελούν δεσμευτικούς κανόνες δικαίου (ΣτΕ 2787, 2077, 922/2017, 2884, 2877/2016, 4243/2014, ΔΕφΠειρ. 111/2019, ΔΕφΑθ 7/2019 κ.α.), αφετέρου δε διότι αυτές δεν έχουν το περιεχόμενο που σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ν. 4025/2011 απαιτείται να έχει ο Ενιαίος Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας, ήτοι τη ρύθμιση όλων των διοικητικών, διαχειριστικών και λογιστικών θεμάτων των Μονάδων Υγείας. Κατόπιν τούτων, όσον αφορά την ελεγχόμενη δαπάνη, δεν ήταν νόμιμη η ανάθεση των επίμαχων υπηρεσιών εσωτερικού ελέγχου στη φερόμενη ως δικαιούχο, δοθέντος ότι δεν είχε ακόμη εκδοθεί απόφαση του Υπουργού Υγείας σχετικώς με τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας των Μονάδων Υγείας, η έλλειψη δε αυτή δεν δύναται να αναπληρωθεί από τις στερούμενες δεσμευτικότητας εγκυκλίους του Υπουργείου Υγείας, οι οποίες περιορίζονται στη διατύπωση αποσπασματικών οδηγιών για διάφορα ζητήματα, αλλά ούτε και από τον εγκριθέντα από το Διοικητικό Συμβούλιο του αιτούντος Εσωτερικό Κανονισμό, που συντάχθηκε από την 5η Υ.ΠΕ., λόγω αναρμοδιότητας του εν λόγω οργάνου. Συναφώς, δε, το Τμήμα επισημαίνει ότι έχουν παρέλθει ήδη οκτώ (8) περίπου έτη από την δημοσίευση του ν. 4025/2011 και εν τούτοις δεν έχει εισέτι εκδοθεί ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας των Μονάδων Υγείας, εκ της παραλείψεως δε αυτής αναφύονται ζητήματα, όπως το κρινόμενο, ως προς τον εσωτερικό έλεγχο των μονάδων Υγείας, τα οποία δεν δύναται πλέον να θεραπευθούν με τις κατά διαστήματα εκδοθείσες εγκυκλίους του Υπουργείου Υγείας. Εντούτοις, όμως, το Τμήμα, συνεκτιμώντας ότι με την ΓΠΔΥ5γ/οικ129854/22.11.2011 εγκύκλιο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, τα Νοσοκομεία κλήθηκαν να εφαρμόσουν την προαναφερόμενη διάταξη του ν. 4025/2011 το ταχύτερο δυνατό και ότι στην εγκύκλιο αυτήν παρατίθενται - έως την έκδοση από το Υπουργείο Υγείας του «Εσωτερικού Κανονισμού» - αναλυτικά οι υποχρεώσεις του εσωτερικού ελεγκτή και οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης, εν συνεχεία δε, τα έτη 2012 και 2013, επακολούθησαν και νέες, ομοίου περιεχομένου εγκύκλιοι στις οποίες επαναλαμβανόταν η επιτακτική υποχρέωση των Νοσοκομείων να προβούν σε ανάθεση των υπηρεσιών εσωτερικού ελέγχου, κρίνει ότι τα αρμόδια όργανα του αιτούντος ενήργησαν χωρίς πρόθεση καταστρατήγησης των οικείων διατάξεων, αλλά σε συμμόρφωση προς τις σαφείς οδηγίες που τους απηύθυναν οι εποπτεύουσες αυτά αρχές.Δέχεται την αίτηση.​