×
register
Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

Αριθμός Πρωτοκόλλου: ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.1/237/2013

Θέμα:

Χορήγηση επιδόματος:(...) Με βάση το ιστορικό της συγκεκριμένης υπόθεσης πρέπει καταρχάς να γίνει δεκτό ότι μετά την έκδοση της πράξης της Επιτροπής, ο έλεγχος νομιμότητας της οποίας ανήκει στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου (άρθρο 1 παρ. 7 α.ν. 599/1968, ΣτΕ 276/2001 εν συμβουλίω, πρβλ. ΣτΕ 61, 62/1980, 2900/2012), το Ε.Μ.Π., ως υπηρεσιακή διοίκηση δεσμευόμενη όσον αφορά στην αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας από την κρίση της Επιτροπής, δεν μπορούσε νομίμως να συνυπολογίσει το επίμαχο χρονικό διάστημα για τον καθορισμό του Ε.Χ.Υ. Ακόμα, με την Ε.Σ. 1079/2006 κρίθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσονται από τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 περ. μη΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, οπότε και ήταν προσμετρητέα η ως άνω προϋπηρεσία για τον καθορισμό του Ε.Χ.Υ., σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη ΙΙΑ της παρούσας. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω η απορρέουσα από την προσμέτρηση της επίμαχης προϋπηρεσίας από 28.12.1995 για τον καθορισμό του Ε.Χ.Υ αξίωση, η οποία, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών κρατήσεων, αντιστοιχεί στην εντελλόμενη με το επίμαχο χρηματικό ένταλμα δαπάνη, κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη μετά την μεταρρύθμιση της 191/23.10.1998 πράξη της Επιτροπής του άρθρου 4 του α.ν. 599/1968, οπότε και ήρθη ο νομικός λόγος που εμπόδιζε την έγερση σχετικής αγωγής, κατά συνέπεια και την έναρξη της παραγραφής (πρβλ. Ε.Σ. 1784/2012, σκέψη 7, ως προς το διαπλαστικό χαρακτήρα της διαφοράς, ΑΠ 161/1993, ΔΕφΑθ 1345/2011), η οποία, άλλωστε, σε κάθε περίπτωση διεκόπη με την άσκηση της από 7.12.1999 έφεσης. Εξάλλου, ανεξαρτήτως του αν η καταβολή της διαφοράς μεταξύ του Ε.Χ.Υ. που έλαβε από το χρόνο διορισμού  έως 6.10.2007 και του Ε.Χ.Υ. που θα ελάμβανε αν δεν είχε εκδοθεί η παράνομη πράξη της Επιτροπής εντάσσεται στο πλαίσιο αποκατάστασης της υπηρεσιακής νομιμότητας, υπό την ειδικότερη μορφή της μισθολογικής αποκατάστασης (πρβλ. ΣτΕ 148, 352/2005, 1227/2010, 3467/2013), το γεγονός ότι μετά την έκδοση της Ε.Σ.1079/2006 δεν απαιτείτο για τη θεμελίωση της αξίωσης η έκδοση διοικητικής πράξεως από τα αρμόδια όργανα του Ε.Μ.Π., περί αναγνώρισης της επίμαχης προϋπηρεσίας, αφού αυτή (θεμελίωση της αξίωσης) τελούσε σε συνάρτηση με τα δικαστικώς κριθέντα (πρβλ. ΣτΕ 3290/2013), άγει στο συμπέρασμα ότι στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 48 του ν.δ/τος 496/1974. Δοθέντος δε ότι δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ο χρόνος κοινοποίησης της Ε.Σ. 1079/2006 στον δικαιούχο του εντάλματος, η διετής παραγραφή άρχισε από το τέλος του έτους δημοσίευσης της απόφασης (πρβλ. Τριμ.Διοικ.Πρωτ.Θεσ. 5041/1996, Δ.Δίκη 1998, 134). Υπό την διττή δε εκδοχή ότι η από 3275/21.2.2007 αίτηση είναι το μεν σαφής και ορισμένη (πρβλ. Τριμ.Διοικ.Πρωτ.Θεσ. 1096/1995, ΕφΑθ8564/1993, ΝοΒ 1994, 435), το δε ότι αφορά όχι μόνο στην υποχρέωση της διοίκησης να συνυπολογίσει για το μέλλον την ως άνω προϋπηρεσία για τον καθορισμό του Ε.Χ.Υ., αλλά, συνιστά ταυτόχρονα και αίτηση πληρωμής της διαφοράς Ε.Χ.Υ. από 28.12.1995 και εντεύθεν, κατά την έννοια του άρθρου 51 περ. β΄ του ν.δ/τος 496/1974, που κατά πλάσμα δικαίου θεωρείται ότι ασκήθηκε την 1.1.2008, μετά την υποβολή της αίτησης αυτής ανεστάλη η έναρξη παραγραφής της επίμαχης αξίωσης για ένα εξάμηνο. Με βάση τις ως άνω παραδοχές και σε συνδυασμό με το ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει αφενός ότι ο φερόμενος ως δικαιούχος του εντάλματος παραπεμποδίστηκε ή αποθαρρύνθηκε, με οποιονδήποτε τρόπο, να προσφύγει δικαστικά για την ικανοποίηση της επίμαχης αξίωσης εντός διετίας από τη γέννηση αυτής, αφετέρου άλλο διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, η επίμαχη αξίωση υπέπεσε σε παραγραφή εντός του έτους 2010 και ως εκ τούτου η εντελλόμενη με το 605, οικονομικού έτους 2013, χρηματικό ένταλμα πληρωμής του Ε.Μ.Π. δαπάνη είναι μη νόμιμη. Εξάλλου, οι προβαλλόμενοι με το έγγραφο επανυποβολής λόγοι περί θεώρησης του επίμαχου χρηματικού εντάλματος, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, άλλως, λόγω συγγνωστής πλάνης των αρμοδίων οργάνων του Ε.Μ.Π. είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω το 605, οικονομικού έτους 2013, χρηματικό ένταλμα πληρωμής του .... δεν πρέπει να θεωρηθεί.Μη ανακληθείσα από την Πράξη Ι Τμ. 54/2014


Τύπος: ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΛΕΓΚ.ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ: 496/1974, 1517/1985

Ιστορικό Κωδικοποιήσεων

Σχετικά Έγγραφα

ΕΣ/ΤΜ.1/54/2014

Χορήγηση επιδόματος:ζητείται παραδεκτώς η ανάκληση της 237/2014 Πράξης του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών στο I Τμήμα (...)Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη ΙΙ Β της παρούσας, με νόμιμη αιτιολογία το Κλιμάκιο, με την προσβαλλόμενη Πράξη του, έκρινε ότι δεν είναι νόμιμη η καταβολή της επίμαχης διαφοράς χρονοεπιδόματος στον ανωτέρω καθηγητή, καθόσον πράγματι η αξίωσή του παραγράφηκε εντός του έτους 2010, όλες δε οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αιτούντος πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του αιτούντος νομικού προσώπου ότι, για την καταβολή της διαφοράς του επίμαχου επιδόματος χρόνου υπηρεσίας ήταν αναγκαία η έκδοση σχετικής διοικητική πράξης και ότι, συνεπώς, εν προκειμένω, πρόκειται για αξίωση της παρ. 1 του άρθρου 48 του ν.δ/τος 496/1974, που υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, η οποία διεκόπη με την έκδοση των 9323 και 9327/22.4.2013 πράξεων του Πρύτανη, με τις οποίες ανακλήθηκαν παλαιότερες πράξεις του ίδιου και ότι έκτοτε τρέχει νέα πενταετής παραγραφή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο, διότι όπως ορθά έκρινε το Κλιμάκιο, η επίμαχη αξίωση του φερόμενου ως δικαιούχου υπόκειται, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ/τος 496/1974, αφού για τη θεμελίωση της αξίωσης αυτής, η οποία ήταν απόρροια των κριθέντων με την απόφαση Ε.Σ. 1079/2006, δεν απαιτείτο η έκδοση διοικητικής πράξης από τα αρμόδια όργανα του αιτούντος και ο ίδιος είχε ευθεία αγωγή για την καταβολή της διαφοράς επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, για το χρονικό διάστημα από 28.12.1995 έως 5.10.2007, θεμελιούμενη ευθέως στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 του ν. 1517/1985 και 13 παρ. 2 του ν. 2530/1997. Εξάλλου, η ανωτέρω διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 48 του ν.δ/τος 496/1974 δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, δεδομένου δε ότι στο συγκεκριμένο αυτό ζήτημα το Σύνταγμα δεν έχει στενότερη έννοια από την Ε.Σ.Δ.Α. (ΣτΕ 292, 2403/2013, 461, 1819/2012), είναι απορριπτέος ο προβαλλόμενος ισχυρισμός κατά το μέρος που αναφέρεται σε παράβαση της εν λόγω Σύμβασης. Περαιτέρω, το αιτούν ισχυρίζεται ότι ο φερόμενος ως δικαιούχος παρεμποδίστηκε και αποθαρρύνθηκε να προβεί στη δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεών του από λόγους ανωτέρας βίας. Ειδικότερα, το αιτούν ισχυρίζεται ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες του Ιδρύματος, τελούσαν σε συγγνωστή νομική πλάνη ως προς το ποιες διατάξεις ήταν εφαρμοστέες και ποιες ήταν οι δέουσες ενέργειες, στις οποίες έπρεπε να προβούν, για τον καθορισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, με προσμέτρηση της επίμαχης προϋπηρεσίας του φερόμενου ως δικαιούχου καθηγητή, αλλά και σε πλάνη περί τα πράγματα ως προς τον ορθό υπολογισμό των δικαιούμενων ποσών, με συνέπεια ο ανωτέρω να μην είναι σε θέση να προσφύγει δικαστικώς για την ικανοποίηση της επίμαχης αξίωσής του, ύψους 15.010,95 ευρώ. Τα ανωτέρω, όμως, επικαλούμενα γεγονότα δεν συνιστούν, και αληθή υποτιθέμενα, λόγους ανωτέρας βίας, κατά την έννοια του άρθρου 50 του ν.δ/τος 496/1974, δηλαδή γεγονότα απρόβλεπτα και αδύνατο να αποτραπούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας, συνεπώς δεν επέφεραν την αναστολή της παραγραφής, αφού ο φερόμενος ως δικαιούχος μπορούσε, επιμελώς φερόμενος, να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο ζητώντας εμπροθέσμως την ικανοποίηση της αξίωσής του.Απορρίπτει την αίτηση.        


ΕΣ/ΚΠΕ.ΤΜ.1/271/2019

Επιδότηση νοσηλεύτριας...Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, το Κλιμάκιο κρίνει ότι η σχετική αξίωση της … δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον η αξίωση αυτή γεννήθηκε στις 24.11.2008, με την υποβολή με την αίτησή της προς το Νοσοκομείο όλων των δικαιολογητικών για την επιδότηση αγοράς κατοικίας που προβλέπει η σχετική νομοθεσία. Η δε πενταετής παραγραφή της αξίωσης αυτής, η οποία άρχισε στις 31.12.2008 (τέλος του οικονομικού έτους), διεκόπη, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την υποβολή της από 26.11.2012 πρώτης ως άνω αίτησής της προς τον Προϊστάμενο της Οικονομικής Υπηρεσίας του Νοσοκομείου, με την παρέλευση εξαμήνου από την άσκηση της οποίας (26.5.2013) άρχισε νέα πενταετής παραγραφή, η οποία διεκόπη εκ νέου με την άσκηση αγωγής εκ μέρους της εντός του έτους 2014, επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί απόφαση τελεσίδικη ή καταργητική της δίκης (βλ. περ. α’ και β’ του άρθρο 51 του ν.δ/τος 496/1974).Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η εντελλόμενη με το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα πληρωμής δαπάνη είναι νόμιμη και κανονική και, συνεπώς, αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί, εάν δεν είχε λήξει το οικονομικό έτος, τις πιστώσεις του οποίου βαρύνει.


ΕλΣυν.Κλ.Τμ.1/50/2018

Κάλυψη εξόδων μετάβασης και διαμονής-διατροφής συνοδού ασφαλισμένου:..Με τα δεδομένα αυτά, μη νομίμως ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ προέβη στην έκδοση τακτικού χρηματικού εντάλματος πληρωμής για την προκαταβολή της εντελλόμενης δαπάνης, καθόσον, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, η έκδοση τακτικού χρηματικού εντάλματος πληρωμής προϋποθέτει απαίτηση εκκαθαρισμένη, ήτοι απαίτηση αποδεικνυόμενη, ως προς την ύπαρξη και την έκτασή της, από πλήρη και νόμιμα παραστατικά στοιχεία. Εν προκειμένω, κατά το χρόνο έκδοσης του ελεγχόμενου χρηματικού εντάλματος, η σχετική απαίτηση του φερόμενου ως δικαιούχου δεν ήταν εκκαθαρισμένη, κατά την προεκτεθείσα έννοια, και, επομένως, δεν υπήρχε εκ του νόμου δυνατότητα να εκδοθεί τακτικό χρηματικό ένταλμα πληρωμής, θα μπορούσε δε ο προαναφερθείς Οργανισμός, επιτρεπτώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 του ν.δ/τος 496/1974, να προβεί στην προκαταβολή της επίμαχης δαπάνης, με την έκδοση χρηματικού εντάλματος προπληρωμής, στο όνομα του ως άνω φερόμενου ως δικαιούχου-ασφαλισμένου του (πρβλ. Ε.Σ. Ι Τμ. πρ. 98/2010, VII Τμ. πρ. 98/2010, 27, 373/2009).Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η εντελλόμενη, με το ελεγχόμενο τακτικό χρηματικό ένταλμα πληρωμής -ήτοι βάσει μη νόμιμου τίτλου πληρωμής- δαπάνη, είναι μη νόμιμη και, ως εκ τούτου, αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί.


ΕΣ/ΠΡΑΚΤΙΚΑ/Τ4/3η/2009

Διοικητικό Εφετείο Πειραιά.Επιδίκαση τόκων που οφείλονται σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 2842/2000, ήτοι με βάση υπολογισμού το εκάστοτε καθοριζόμενο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επιτόκιο υπερημερίας.Η ισχύς του δεδικασμένου, στα πλαίσια του ασκούμενου από το Ελεγκτικό Συνέδριο ελέγχου, είναι αποτέλεσμα της διαγνωστικής διαδικασίας για το νόμω και ουσία βάσιμο της απαίτησης που προηγείται δια της σχετικής δικαστικής απόφασης. Δοθέντος, περαιτέρω, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 197 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (πρβλ. τα άρθρα 321 επομ. Κ.Πολ.Δικ), με την ισχύ του δεδικασμένου περιβάλλεται η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου περί του παραδεκτού και της υπόστασης ή όχι του ουσιαστικού δικαιώματος, που κατέστη αντικείμενο της δίκης με την υποβολή αίτησης παροχής εννόμου προστασίας ως προς αυτό, η έκταση του δεδικασμένου και της συναφούς δέσμευσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου προσδιορίζονται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε στο δικαστήριο, καλύπτει δε και τη διάταξη για την εκπλήρωση της παροχής, όπως αυτή περιγράφεται στην απόφαση, ως προς το χρόνο, τον τόπο και τους λοιπούς όρους της εκπλήρωσής της (βλ. την 101/2006 Πράξη VII Τμ. Ελ. Συν.).


ΕλΣυν/Τμ.4/201/2011

Από τις παραπάνω διατάξεις (άρθρο 53 του ν.δ/τος 496/1974) συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την εγκυρότητα της σχετικής κατάσχεσης χρηματικής απαίτησης είναι το κατασχετήριο έγγραφο, επί ποινή ακυρότητας της κατάσχεσης, να κοινοποιείται σωρευτικώς ως εξής: α) στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ε.Ο.Τ., ως μόνο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο του Ε.Ο.Τ., όντας κύριος διατάκτης και αποφασίζον όργανο για τη διάθεση των πιστώσεων του προϋπολογισμού του Ε.Ο.Τ. (βλ. άρθρο 6 ν. 3878/2010 «Ρυθμίσεις θεμάτων Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού», Φ.Ε.Κ. Α΄ 161 και άρθρο 12 ν.δ/τος 496/1974), β) στην Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Ε.Ο.Τ. αρμόδια υπηρεσία αυτού για την πληρωμή και για την εκκαθάριση και εντολή πληρωμής της δαπάνης (βλ. άρθρο 12 π.δ/τος 343/2001 «Οργανισμός Διάρθρωσης Υπηρεσιών του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ)» - Φ.Ε.Κ. Α΄ 231) και γ) στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) που υπάγεται φορολογικά ο καθ’ ου η κατάσχεση (πρβλ. Πράξη IV Τμήματος 76/2008, Εφετείο Λαμίας 10, 56/2010, 212/2009, Εφετείο Αθηνών 5494/2008 και Α.Π. 480/2006). Β. Το π.δ. 503/85 «Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας και Εισαγωγικός του Νόμος» (Φ.Ε.Κ. Α΄ 182) ορίζει στο άρθρο 983 ότι: «1. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου που πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 118, και α) ακριβή περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης βάσει των οποίων γίνεται η κατάσχεση, β) το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση, γ) επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση, δ) διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του ίδιου ειρηνοδικείου ή στην έδρα του πρωτοδικείου της κατοικίας του τρίτου, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου της κατοικίας του τρίτου. (…)» και στο άρθρο 118 ότι: «Τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν: 1) το δικαστήριο ή το δικαστή (…) και 5) τη χρονολογία (…)». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το κατασχετήριο έγγραφο πρέπει να φέρει το προβλεπόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 118 και 983 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναγκαίο περιεχόμενο. Η χρονολόγηση, όμως, του κατασχετηρίου εγγράφου δεν είναι ουσιώδες στοιχείο. Τούτο δε διότι κρίσιμος δεν είναι ο χρόνος της σύνταξης του κατασχετηρίου εγγράφου, αλλά εκείνος της επίδοσής του. Ως εκ τούτου, η έλλειψη χρονολογίας σύνταξης του κατασχετηρίου εγγράφου μπορεί να αναπληρωθεί από την χρονολογία της έκθεσης επίδοσης του αχρονολόγητου κατασχετηρίου εγγράφου, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ακυρότητα ούτε οποιοδήποτε άλλο ελάττωμα της επιβληθείσας κατάσχεσης (πρβλ. ΑΠ 198/1994).


ΕΣ/ΤΜ.6/39/2008

Κατά συνέπεια, στον ως άνω προληπτικό έλεγχο νομιμότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπάγονται οι συμβάσεις εκείνες που δεν έχουν ακόμη συναφθεί, των οποίων η προϋπολογισθείσα δαπάνη υπερβαίνει το εκάστοτε προβλεπόμενο από την ισχύουσα νομοθεσία χρηματικό όριο υπαγωγής στον εν λόγω έλεγχο και στον έλεγχο αυτό δεν υπόκεινται τροποποιήσεις όρων σύμβασης υποβληθείσας στο προσυμβατικό έλεγχο, όταν οι τροποποιήσεις αυτές λαμβάνουν χώρα μετά τη σύναψη και κατά το στάδιο εκτέλεσης της τροποποιούμενης σύμβασης (πρβλ. Πράξη 261/2007 VI Τμ. Ε.Σ.) και δεν προκαλούν αύξηση του οικονομικού της αντικειμένου τέτοια που να υπερβαίνει το εκάστοτε θεσπιζόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις χρηματικό όριο υπαγωγής στον προσυμβατικό έλεγχο (πρβλ. Πράξη 48/2003 VI Τμ. Ε.Σ.).


ΕΣ/Τ7/250/2009

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι τα Ν.Π.Δ.Δ, στα οποία περιλαμβάνονται και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, υποχρεούνται να συμμορφώνονται στις εκτελεστές αποφάσεις των δικαστηρίων. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που η απαίτηση πιστωτή Ο.Τ.Α. στηρίζεται σε τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου και ο Ο.Τ.Α., σε συμμόρφωση στην απόφαση αυτή, την εκτελεί εκούσια, ενταλματοποιώντας την σχετική δαπάνη για να εξοφλήσει την απαίτηση αυτή, το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά τον ενεργούμενο απ’ αυτό έλεγχο της ως άνω δαπάνης υποχρεούται, αφού διαπιστώσει ότι υφίσταται τυπικά ο επικαλούμενος εκτελεστός τίτλος, να προβεί στη θεώρηση του σχετικού χρηματικού εντάλματος, καθόσον ο εκτελεστός αυτός τίτλος αποτελεί νόμιμο και επαρκές δικαιολογητικό. (πρβλ. Πρακτικά 7ης/19.3.2003 Γενικής Συνεδρίασης Ολομέλειας Ελ.Συν. Θέμα Α΄, βλ. Πράξη VΙΙ Τμήματος 203/2007, Πράξη Ι Τμήματος 142/2006).


ΕλΣυν/Τμ.4/2384/2007

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7, 9 παρ. 1 και 2 και 11 του ν.δ/τος 496/1974 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» συνάγεται, πλην άλλων, ότι για τη νόμιμη διενέργεια δαπανών σε βάρος του προϋπολογισμού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου απαιτείται να έχει προβλεφθεί η δαπάνη και να υφίσταται σχετική πίστωση στο νομίμως εγκεκριμένο προϋπολογισμό. Σε περίπτωση που τέτοια πίστωση δεν υπάρχει ή έχει εξαντληθεί, οι δαπάνες μπορούν να καλυφθούν είτε μετά από αναμόρφωση του προϋπολογισμού είτε με χρήση των πιστώσεων του τακτικού ή έκτακτου αποθεματικού αυτού. ΄Αλλως, αν δηλαδή διενεργηθούν δαπάνες χωρίς την ύπαρξη πιστώσεως, δημιουργείται ισόποσο έλλειμμα στη διαχείριση του νομικού προσώπου (πρβλ. αποφ. ΙV Τμ ΕΣ 1517, 1519/2000), το οποίο καταλογίζεται σε βάρος των υπολόγων οργάνων της οικείας διαχείρισης, που με υπαίτιες ενέργειές τους προκάλεσαν το σχετικό έλλειμμα.


ΕΣ/ΚΠΕ.ΤΜ.4/108/2019

Εξόφληση ενοικίων:..Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Κλιμάκιο κρίνει ότι η εντελλόμενη δαπάνη στερείται οποιουδήποτε νομίμου ερείσματος, διότι δεν προβλέπεται από το νόμο, δεν στηρίζεται σε νομίμως συναφθείσα σύμβαση ούτε έχει κριθεί με δικαστική απόφαση με δύναμη δεδικασμένου, ενώ και τα ανωτέρω μνημονευόμενα παραστατικά λειτουργικών δαπανών δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε νομίμως εκκαθαρισμένη απαίτηση αντίστοιχη προς την εντελλόμενη δαπάνη και τα λοιπά έγγραφα, κατά συνέπεια οι πρώτος και τρίτος λόγοι άρνησης θεώρησης του χρηματικού εντάλματος, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους, κρίνονται βάσιμοι. Ειδικότερα, ως προς τον πρώτο λόγο διαφωνίας, η διαγωνιστική διαδικασία που διενεργήθηκε κατά το έτος 2006 αφορούσε στη σύναψη μίσθωσης του ακινήτου μέχρι τις 16.3.2011, έκτοτε ουδέποτε διενεργήθηκε διαγωνισμός για τη σύναψη αντίστοιχης μισθωτικής σχέσης με το ίδιο μίσθιο ακίνητο για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. Η αποζημίωση χρήσης για την καθυστερημένη παράδοση του μισθίου σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 34 του π.δ. 715/1979, μπορούσε να καταβληθεί μόνο για διάστημα, όχι μεγαλύτερο από δύο μήνες, μετά τις 16.3.2011, δηλαδή για τη χρήση του ακινήτου έως 16.5.2011, στο οποίο προφανώς η εντελλόμενη δαπάνη δεν ανάγεται. Επιπροσθέτως, μετά τη λήξη στις 16.3.2011 της μισθωτικής σχέσης μεταξύ του ... και της εκμισθώτριας του ακινήτου, δυνατότητα παράτασης της διάρκειάς της δεν υφίστατο, διότι δεν είχε συνομολογηθεί εξαρχής. Άλλωστε, η αρχική σύμβαση, είχε συναφθεί κατόπιν διαγωνισμού πριν από την ισχύ των διατάξεων του ν. 3518/2006 για διάστημα πενταετίας, που εξαντλούσε τη νομοθετικά θεσπιζόμενη ανώτατη επιτρεπτή χρονική διάρκεια των μισθώσεων ακινήτων για τις ανάγκες των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Ακόμα, η σιωπηρή αναμίσθωση του ακινήτου ρητώς απαγορευόταν από τις ισχύουσες διατάξεις. Τέλος, ουδέποτε η Διοικούσα Επιτροπή του … έλαβε την απαιτούμενη ειδικά αιτιολογημένη απόφαση απευθείας συμφωνίας για τη μίσθωση του ακινήτου, χωρίς τη διενέργεια διαγωνισμού, παράλληλα δε, ούτε προκύπτει ότι συνέτρεχαν επείγουσες και εξαιρετικές συνθήκες που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τέτοια απευθείας συμφωνία κατά παράκαμψη της διαγωνιστικής διαδικασίας, ακόμα δε και σε αυτή την περίπτωση η οικεία σύμβαση, δεν θα μπορούσε να καλύπτει τη χρήση του ακινήτου έως και το έτος 2016, το οποίο η εντελλόμενη δαπάνη αφορά, διότι δεν μπορούσε να έχει διάρκεια μεγαλύτερη των τριών ετών, αρχής γενομένης από τη λήξη της μισθωτικής σχέσης κατά το έτος 2011. Με δεδομένο ότι δεν τηρήθηκαν από τα αρμόδια όργανα του … οι προδιαληφθείσες ειδικές διατάξεις της νομοθεσίας που διέπει τις μισθώσεις των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες, για μεν τη σύναψη μίσθωσης ακινήτου επιβάλλουν τη διενέργεια διαγωνισμού, κατ’ εξαίρεση δε και υπό προϋποθέσεις και περιστάσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω, την απευθείας συμφωνία, ενώ ρητώς δεν επιτρέπουν ούτε την παράταση υφισταμένης μίσθωσης ούτε τη σιωπηρή αναμίσθωση, η εντελλόμενη δαπάνη είναι μη νόμιμη (πρβλ. Πράξεις IV Τμ. Κλιμ. Προλ. Ελ. Δαπ. στο IV Τμ. 15/2018). Τέλος, η συμφωνία «διακανονισμού» που επιτεύχθηκε κατά το έτος 2018, δεν έχει οποιοδήποτε νομοθετικό έρεισμα (πρβλ. άρθρο 15 «Ρύθμιση θεμάτων Εμπορικών Μισθώσεων» παρ. 1-10 ν. 4013/2011, Α 204). Περαιτέρω, η ίδια συμφωνία εκτιμώμενη ως σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους ή και ειδικά ως εξώδικος συμβιβασμός (Πράξεις IV Τμ. 47, 54, 59/2017, 7/2019), για τη νομιμότητά της προϋποθέτει προηγούμενη έγκυρη συμβατική σχέση, ωστόσο, εν προκειμένω, στηρίζεται σε ανύπαρκτη υποκείμενη αιτία, δεδομένου ότι δεν προκύπτει μίσθωση του ακινήτου για το κρίσιμο διάστημα, νομίμως συναφθείσα, επί έριδας ή αβεβαιότητας της οποίας επήλθε ο εν λόγω συμβιβασμός. Τέλος, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι τα μέρη απέβλεψαν στην αφηρημένη (αναιτιώδη) υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, τέτοια συμφωνία αντίκειται στην αρχή της νομίμου δράσεως της Διοικήσεως. Επομένως, η εντελλόμενη δαπάνη που ενσωματώνει αποζημίωση χρήσης ακινήτου και λειτουργικών δαπανών για τα κατά περίπτωση αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, δεν θεμελιώνεται νομίμως στην προαναφερόμενη από 13.1.2018 συμφωνία, υπό οποιαδήποτε εκδοχή ως προς το αντικείμενο της ως σύμβασης.Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η εντελλόμενη δαπάνη είναι μη νόμιμη και το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα δεν πρέπει να θεωρηθεί.


ΝΣΚ/39/2017

Χρόνος παραγραφής αξίωσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά τραπεζικού ιδρύματος, από εγγυητική επιστολή αορίστου χρόνου.Η αξίωση του Δημοσίου από τραπεζική εγγυητική επιστολή αόριστης διάρκειας που εξέδωσε η Τράπεζα Κ. υπέρ του πράκτορα κρατικών λαχείων Μ.Κ., παραγράφεται μετά εικοσαετία από το τέλος του έτους κατά το οποίο λαμβάνει χώρα η ταμειακή βεβαίωση της αξίωσης το Δημοσίου (ομοφ.)