ΕΣ/ΟΛΟΜ/17Α/2009
Τύπος: ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΛΕΓΚ.ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
Οι διατάξεις του άρθρου 36 του Ν. 3763/2009 κατά το μέρος που με αυτές νομιμοποιούνται προμήθειες υλικών οστεοσύνθεσης που διενεργήθηκαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2955/2001 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων παραβιάζουν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν σε προηγούμενες σκέψεις, τις γενικές αρχές της ίσης μεταχείρισης και της υποχρέωσης διαφάνειας της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και επομένως δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην εσωτερική έννομη τάξη
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΕΣ/ΤΜ.4/67/2010
Προμήθεια υλικών οστεσύνθεσης-ΚΑΤΑΤΜΗΣΗ: Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη II, το Τμήμα κρίνει ότι οι εντελλόμενες δαπάνες δεν είναι νόμιμες, αφού μη νομίμως διενεργήθηκαν οι ως άνω προμήθειες με τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης (απευθείας ανάθεσης), αφού αφορούν σε είδη όμοια ή ομοειδή μεταξύ τους (υλικά οστεοσύνθεσης), η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ για έτη 2007 και 2008. Εξάλλου, τόσο οι διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.2955/2001 και των κατ΄ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, κατ΄ εφαρμογή των οποίων διενεργήθηκαν οι ελεγχόμενες προμήθειες, όσο και αυτές του άρθρου 36 του ν.3763/2009, με τις οποίες νομιμοποιούνται οι εν λόγω προμήθειες υλικών οστεοσύνθεσης δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην εσωτερική έννομη τάξη, αφού παραβιάζουν τις γενικές αρχές της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας, που απορρέουν από την Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα.
ΕΣ/ΤΜ.4/53/2010
ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ:..Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, το Τμήμα κρίνει ότι οι επίμαχες προμήθειες μη νομίμως ανατέθηκαν με τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης (επιμέρους απευθείας αναθέσεων), καθώς αφορούν είδη όμοια ή ομοειδή (διεγέρτες νεύρων διαφόρων τύπων), η συνολική αξία των οποίων, σε ετήσια βάση (οικονομικό έτος 2008), υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. (820.826,30 ευρώ), δεν συνέτρεχαν λόγοι επείγοντες, οφειλόμενοι σε απρόβλεπτες περιστάσεις, που να καθιστούσαν αδύνατη την τήρηση των προθεσμιών διενέργειας σχετικού ανοικτού διαγωνισμού, ούτε λόγοι τεχνικοί, που να επιβάλλουν την προμήθεια των επίμαχων ειδών αποκλειστικά από τη συγκεκριμένη προμηθεύτρια εταιρεία, ενώ οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 2955/2001, όπως ίσχυε, και των κατ’ εξουσιοδότησή του εκδοθεισών κυα, κατ’ επίκληση των οποίων ανατέθηκαν οι επίμαχες προμήθειες με τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 36 του ν. 3763/2009, με τις οποίες νομιμοποιούνται οι κατ’ εφαρμογή τους ανατεθείσες προμήθειες, είναι ανίσχυρες. Οι επικαλούμενοι δε από το Νοσοκομείο λόγοι, που κατά τους ισχυρισμούς του καθιστούν νόμιμη την απευθείας ανάθεση των επίμαχων προμηθειών στη συγκεκριμένη προμηθεύτρια εταιρεία (αξιοπιστία και ειδικότητα των επίμαχων ειδών και των μεθόδων χρήσης τους από την προμηθεύτρια εταιρεία για την εκτέλεση συγκεκριμένων ιατρικών επεμβάσεων), δεν συνιστούν νόμιμους λόγους προσφυγής στην εξαιρετική αυτή διαδικασία, καθώς ούτε αποδεικνύουν τη μοναδικότητα (αποκλειστική τεχνική καταλληλότητα) των επίμαχων ειδών ή την αποκλειστικότητα του δικαιώματος κατασκευής και προμήθειάς τους ή μόνο της προμήθειάς τους από τη συγκεκριμένη προμηθεύτρια εταιρεία, ούτε απρόβλεπτες περιστάσεις, ήτοι αιφνίδια ή εξαιρετικά πραγματικά γεγονότα που να καθιστούσαν αδύνατη την τήρηση των προθεσμιών διενέργειας σχετικού διαγωνισμού, αποτελούν, και ως εκ τούτου είναι αβάσιμοι. Επομένως, ο λόγος διαφωνίας είναι νόμω βάσιμος, οι ισχυρισμοί του Νοσοκομείου απορριπτέοι, ως ουσία αβάσιμοι, οι εντελλόμενες δαπάνες μη νόμιμες και τα ελεγχόμενα χρηματικά εντάλματα μη θεωρητέα.
ΔΕΚ/C-382/2008
Περίληψη της αποφάσεως 1. Μεταφορές – Αεροπορικές μεταφορές – Έννοια – Εμπορική αεροπορική μεταφορά επιβατών με αερόστατο θερμού αέρος (Άρθρα 12 ΕΚ, 49 ΕΚ, 51 § 1, ΕΚ και 80 § 2, ΕΚ) 2. Κοινοτικό δίκαιο – Αρχές – Ίση μεταχείριση – Διάκριση λόγω ιθαγενείας – Απαγορεύεται (Άρθρο 12 ΕΚ) 3. Κοινοτικό δίκαιο – Αρχές – Ίση μεταχείριση – Διάκριση λόγω ιθαγενείας – Απαγορεύεται (Άρθρο 12 ΕΚ) 1. Η εμπορική αεροπορική μεταφορά επιβατών με αερόστατο θερμού αέρος εμπίπτει στον τομέα των μεταφορών και, ειδικότερα, στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών, τον οποίο αφορά το άρθρο 80, παράγραφος 2, ΕΚ. Καίτοι βάσει του εν λόγω άρθρου 80, παράγραφος 2, ΕΚ, εφόσον ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει αποφασίσει άλλως, οι θαλάσσιες και οι αεροπορικές μεταφορές εξαιρούνται από τους κανόνες του κεφαλαίου V του τρίτου μέρους της Συνθήκης που αφορούν την κοινή πολιτική μεταφορών, εντούτοις οι μεταφορές αυτές, όπως οι λοιποί τρόποι μεταφοράς, εξακολουθούν να υπόκεινται στους γενικούς κανόνες της Συνθήκης. Παρά ταύτα, όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 1, ΕΚ, το άρθρο 49 ΕΚ δεν έχει αυτό καθ’ εαυτό εφαρμογή στον τομέα της αεροπλοΐας. Αντιθέτως, η εμπορική αεροπορική μεταφορά επιβατών με αερόστατο θερμού αέρος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης και επομένως υπόκειται σε γενικό κανόνα της τελευταίας όπως το άρθρο 12 ΕΚ. Συγκεκριμένα, ο κοινοτικός νομοθέτης έχει θεσπίσει διάφορα μέτρα βάσει του άρθρου 80, παράγραφος 2, ΕΚ, τα οποία δύνανται να αφορούν μια τέτοια αεροπορική μεταφορά. Όσον αφορά τον κανονισμό 2407/92 περί της εκδόσεως αδειών των αερομεταφορέων, από τις δύο πρώτες αιτιολογικές σκέψεις του προκύπτει ότι ο σκοπός που το Συμβούλιο επεδίωκε με την έκδοση του εν λόγω κανονισμού ήταν να εφαρμοστεί, από τις 31 Δεκεμβρίου 1992, μια πολιτική αεροπορικών μεταφορών ώστε να πραγματωθεί σταδιακώς η εσωτερική αγορά, η οποία συνεπάγεται έναν χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα εντός του οποίου διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων. Πάντως, ο ευρύς αυτός σκοπός a priori καταλαμβάνει και μια εμπορική αεροπορική μεταφορά επιβατών με αερόστατο θερμού αέρος. (βλ. σκέψεις 19, 21-23, 26-27, 29) 2. Το άρθρο 12 ΕΚ αποκλείει ρύθμιση κράτους μέλους η οποία, για την οργάνωση πτήσεων με αερόστατο εντός αυτού του κράτους μέλους και με την απειλή διοικητικών κυρώσεων σε περίπτωση μη τηρήσεως της ρυθμίσεως αυτής, απαιτεί από πρόσωπο, το οποίο κατοικεί ή είναι εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος και διαθέτει σε αυτό το δεύτερο κράτος μέλος άδεια οργανώσεως εμπορικών πτήσεων με αερόστατο, να έχει κατοικία ή έδρα στο πρώτο κράτος μέλος. Συγκεκριμένα, αφενός, το κριτήριο διαφοροποιήσεως που στηρίζεται στην κατοικία καταλήγει, στην πράξη, στο ίδιο αποτέλεσμα με τις διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, εφόσον δημιουργεί τον κίνδυνο να αποβεί εις βάρος κυρίως των υπηκόων άλλων κρατών μελών, στο μέτρο που οι μη κάτοικοι ημεδαπής είναι το συνηθέστερο αλλοδαποί. Αφετέρου, το κριτήριο διαφοροποιήσεως που στηρίζεται στον τόπο της έδρας, κατ’ αρχήν, δημιουργεί διακρίσεις λόγω ιθαγενείας. (βλ. σκέψεις 34, 37, 44 και διατακτ.) 3. Το άρθρο 12 ΕΚ αποκλείει ρύθμιση κράτους μέλους η οποία, για την οργάνωση πτήσεων με αερόστατο εντός αυτού του κράτους μέλους και με την απειλή διοικητικών κυρώσεων σε περίπτωση μη τηρήσεως της ρυθμίσεως αυτής, επιβάλλει σε πρόσωπο, το οποίο κατοικεί ή είναι εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος και διαθέτει σε αυτό το δεύτερο κράτος μέλος άδεια οργανώσεως εμπορικών πτήσεων με αερόστατο, υποχρέωση αποκτήσεως νέας άδειας χωρίς να λαμβάνεται δεόντως υπόψη το γεγονός ότι οι προϋποθέσεις αδειοδοτήσεως είναι στην ουσία ίδιες με εκείνες βάσει των οποίων του έχει ήδη χορηγηθεί άδεια στο δεύτερο κράτος μέλος. Συγκεκριμένα, μια τέτοια ρύθμιση εισάγει κριτήριο διαφοροποιήσεως το οποίο στην πράξη καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα με κριτήριο στηριζόμενο στην ιθαγένεια, επειδή στην πράξη η υποχρέωση που επιβάλλεται από την ρύθμιση αυτή αφορά κυρίως υπηκόους άλλων κρατών μελών ή εταιρίες που εδρεύουν σε άλλα κράτη μέλη. Ασφαλώς, το συμφέρον προστασίας της ζωής και της υγείας των μεταφερομένων προσώπων και το συμφέρον ασφάλειας της αεροπλοΐας συνιστούν αναντίρρητα θεμιτούς σκοπούς. Παρά ταύτα, το γεγονός ότι κράτος μέλος επιβάλλει σε ένα πρόσωπο υποχρέωση αποκτήσεως νέας άδειας, χωρίς να λαμβάνεται δεόντως υπόψη το γεγονός ότι οι προϋποθέσεις αδειοδοτήσεως είναι στην ουσία ίδιες με εκείνες βάσει των οποίων του έχει ήδη χορηγηθεί άδεια σε άλλο κράτος μέλος, δεν είναι αναλογικό με τους θεμιτούς σκοπούς που επιδιώκονται. Συγκεκριμένα, εφόσον στην ουσία είναι ίδιες οι προϋποθέσεις χορηγήσεως, εντός των δύο κρατών μελών, των αδειών μεταφοράς, πρέπει να θεωρηθεί ότι τα προαναφερθέντα έννομα συμφέροντα έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά τη χορήγηση της πρώτης άδειας εντός του άλλου κράτους μέλους. (βλ. σκέψεις 38-39, 42, 44 και διατακτ.)