×
register
Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

ΝΣΚ/100/2006

Τύπος: Γνωμοδότησεις Ν.Σ.Κ.

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ:

Φορολογία Εισοδήματος. Συμπληρωματικό Φύλλο Ελέγχου.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
Είναι συμπληρωματικά στοιχεία αυτά που περιέρχονται στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο και μετά την οριστικοποίηση της εγγραφής (έκθεση άλλης Δ.Ο.Υ. ή στοιχεία τρίτων επιχειρήσεων ή και άλλα έγγραφα), όταν από αυτά αποδεικνύεται η εικονικότητα των τιμολογίων και στοιχείων, που ήταν μεν στη διάθεση του Οικονομικού Εφόρου πλην, όμως, δεν είχε εγερθεί υπόνοια για την εικονικότητά τους, κατά τη συμβιβαστική επίλυση, ούτε ήταν δυνατή χωρίς τις σχετικές διασταυρώσεις η ανακάλυψη της εικονικότητας.


Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)

Σχετικά Έγγραφα

ΕΣ/ΜΕΙΖ.ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/3/2023

ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΙ (...) καταλογίστηκε, ως Προϊσταμένη του Τμήματος Εμμέσων και Ειδικών Φόρων της ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, εις ολόκληρον, ως συνευθυνόμενη με τον …, υπάλληλο του εν λόγω Τμήματος, με το ποσό των 67.272,19 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ισόποσο έλλειμμα που φέρεται ότι προκάλεσε στην ως άνω ΔΟΥ κατά το έτος 1994.Κατά τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το δικάσαν Τμήμα, το ποσό του ελλείμματος που καταλογίστηκε σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας προέρχεται από την αχρεώστητη πέμπτη επιστροφή ΦΠΑ, κατά το έτος 1994, στην εταιρεία με την επωνυμία «… ΑΕ», ποσού 22.923.000 δραχμών, για αγορές επενδυτικών και εμπορεύσιμων αγαθών, οι οποίες, όπως προέκυψε μεταγενεστέρως, ήταν ανύπαρκτες και εικονικές και για τις οποίες δεν υποβλήθηκε το σύνολο των απαιτούμενων από τον νόμο δικαιολογητικών για την επιστροφή του ΦΠΑ.(...)Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι το δικάσαν Τμήμα όφειλε στο πλαίσιο της έρευνας των προβαλλόμενων λόγων έφεσης σχετικά με τη νομιμότητα του επιβληθέντος σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας καταλογισμού, να προβεί ειδικώς και σε έλεγχο, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, αν ο επιβληθείς καταλογισμός, τελεί σε εύλογη σχέση αναλογίας με τις κατά τα ανωτέρω κρίσιμες για τον προσδιορισμό του ύψους του παραμέτρους και είτε να διαλάβει ειδική κρίση για τον σεβασμό της αρχής αυτής, κατά την επιβολή του επίδικου καταλογισμού, είτε, στην αντίθετη περίπτωση, να προβεί σε επιμέτρηση του καταλογισθέντος ποσού στο αναγκαίο κατά την κρίση του μέτρο, λαμβάνοντας υπόψη πρόσφορα προς τούτο κριτήρια, όπως η βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης και οι συνέπειές της στη δημόσια διαχείριση, το εύρος της απόκλισης της συμπεριφοράς του υπαιτίου από τη δημοσιονομική νομιμότητα, ο βαθμός υπαιτιότητάς του και η επερχόμενη εξαιτίας του καταλογισμού βλάβη της περιουσίας του καταλογιζόμενου. Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε νόμιμος ο σε βάρος της καταλογισμός, χωρίς περαιτέρω έρευνα της τήρησης της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των περιουσιακών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας και της αποκατάστασης του προκληθέντος, μεταξύ άλλων, διά των πλημμελών ενεργειών της, ελλείμματος, πρέπει, κατά παραδοχή του κατ’ εκτίμηση εκτιμώμενου σχετικού λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος).(...)Υπό τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης το Δικαστήριο κρίνει ότι ο καταλογισμός σε βάρος της εκκαλούσας ποσού που υπερβαίνει το 10% του καταλογισθέντος ποσού ελλείμματος, διαρρηγνύει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ του σκοπού που επιδιώκεται με τον καταλογισμό και των περιουσιακών δικαιωμάτων της καταλογιζομένης. Τούτο δε ύστερα από στάθμιση: (α) της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης της αποδοθείσας στην εκκαλούσα δημοσιονομικής παράβασης, η οποία δεν προκύπτει ότι παρέλειψε εντελώς τον έλεγχο, αλλά μόνο ότι αρκέστηκε σε τυπικό έλεγχο της υποβληθείσας αίτησης χωρίς να διαγνώσει την ανάγκη μελέτης επέκτασής του και σε άλλα, πλην αυτών, στοιχεία, (β) του τρόπου συμμετοχής της στην παράνομη διαχειριστική διαδικασία και ιδίως του γεγονότος ότι για την παράνομη άσκηση του επίδικου δικαιώματος έκπτωσης το μεν προηγήθηκαν παράνομες και παραπλανητικές πράξεις τρίτων προσώπων που κατέστησαν δυσχερή την ανακάλυψη της απάτης, τα οποία μάλιστα ωφελήθηκαν από τα παρανόμως εκταμιευθέντα ποσά, το δε η ίδια δεν επέδειξε απατηλή συμπεριφορά ούτε πλήρη και κακόπιστη αδιαφορία κατά την άσκηση των καθηκόντων της, ούτε προκύπτει ότι αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος από αυτήν, γεγονός που ενισχύεται άλλωστε και από το ότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπάρχουσα στον φάκελο από 25.1.1995 έκθεση ελέγχου Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων της ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, μετά την ως άνω κρίσιμη πέμπτη επιστροφή του ΦΠΑ στην εταιρεία … ΑΕ με δικές της ενέργειες κινήθηκε η διενέργεια ελέγχου στα βιβλία και στοιχεία της εν λόγω επιχείρησης κατά τον οποίο διαπιστώθηκε η εικονικότητα των συναλλαγών της και καταλογίστηκαν σε βάρος της επιχείρησης αυτής τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά ΦΠΑ που αφορούσαν μεταξύ άλλων και την επίδικη αίτηση επιστροφής, (γ) του γεγονότος ότι η εκκαλούσα απηλλάγη με το 31/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης από το αδίκημα της απιστίας, (δ) του γεγονότος ότι, ναι μεν όσα εκτίθενται στις σκέψεις 14, 15 και 18 αποτελούν εγγενείς αρχές κάθε ελέγχου και συνεπώς η όλη ελεγκτική διαδικασία στη ΔΟΥ ΦΑΕ έπρεπε να είχε οργανωθεί βάσει αυτών, όμως, όπως προκύπτει από τη σχετική 5/0014/ΠΟΛ. 1089/18.4.1991 εγκύκλιο που διείπε τις εργασίες της ανωτέρω υπηρεσίας και που παρατίθεται στην αναιρεσιβαλλομένη (σκέψη ΙV. Α. αυτής), οι εν λόγω αρχές δεν αποτυπώνονταν σαφώς και πλήρως σε αυτήν, (ε) του ποσού του καταλογισμού, που ανέρχεται συνολικά σε 67.272,19 ευρώ και επιφέρει ιδιαίτερη βλάβη στην περιουσία της εκκαλούσας, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τα γνωστά στο Δικαστήριο από άλλες ενέργειές του, πέραν του επίμαχου καταλογισμού, η ανωτέρω βαρύνεται επιπλέον και με καταλογισμό συνολικού ποσού 1.214.409,41 ευρώ και (στ) του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από τη δημιουργία του ελλείμματος το έτος 1994 μέχρι τον καταλογισμό της, το έτος 2013. Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την 1456/2018 απόφαση του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Δέχεται εν μέρει την από  29.4.2013 (ΑΒΔ 138/2013) έφεση και τους από 18.9.2015 πρόσθετους λόγους έφεσης (ΑΒΔ 2635/2015). Μεταρρυθμίζει την ΕΜΠ 294/20.3.2013 καταλογιστική απόφαση των Οικονομικών Επιθεωρητών της Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλονίκης και Υπολοίπου Κεντρικής Μακεδονίας. Μειώνει το καταλογισθέν σε βάρος της ποσό σε 6.727,21 ευρώ.