ΔΕΔ/Αθ/142/2024
Τύπος: Έγγραφα
Η απόφαση αφορά την απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής που υπέβαλε ένας επιτηδευματίας κατά της πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου και των ταμειακών βεβαιώσεων οφειλών. Ο προσφεύγων ισχυριζόταν ότι δεν έπρεπε να του επιβληθεί τέλος επιτηδεύματος αφού δεν ασκούσε δραστηριότητα και είχε καταστραφεί οικονομικά, ενώ ζητούσε τη διαγραφή των οφειλών. Το Ελεγκτικό Συνέδριο απέρριψε τον ισχυρισμό για το τέλος επιτηδεύματος, καθώς ο κύριος ΚΑΔ της δραστηριότητάς του δεν περιλαμβανόταν στις εξαιρούμενες κατηγορίες. Επίσης, κήρυξε απαράδεκτη την προσφυγή κατά των ταμειακών βεβαιώσεων, καθώς αυτή ανήκει στο στάδιο της διοικητικής εκτέλεσης και προσβάλλεται με ανακοπή.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΔΕΔ/Θεσ/182/2025
Η απόφαση αφορά την απόρριψη ενδικοφανούς προσφυγής κατά της πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2023 της Δ.Ο.Υ. Ξάνθης, η οποία κατέληξε σε χρεωστικό ποσό 400,00€ (τέλος επιτηδεύματος). Ο προσφεύγων ισχυριζόταν ότι η φορολογική αρχή λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη ποσό 648,00€ παρακρατούμενων φόρων από επιχειρηματική δραστηριότητα. Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) απέρριψε τον ισχυρισμό ως αβάσιμο, καθώς η ανάλυση της εκκαθάρισης απέδειξε ότι το ποσό των 648,00€ λήφθηκε υπόψη στον συνολικό υπολογισμό του παρακρατηθέντος φόρου. Επίσης, η ΔΕΔ επεσήμανε στον προσφεύγοντα ότι είχε επιλέξει εσφαλμένα την κατηγορία προέλευσης του φόρου αλλοδαπής (για μερίσματα από τη Βουλγαρία) και ότι έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τροποποιητική δήλωση για τη διόρθωση αυτής της επιλογής έως το τέλος του 2029. Κατόπιν αυτών, η ενδικοφανής προσφυγή απορρίφθηκε.
ΕΣ/ΤΜ.ΜΕΙΖ.-ΕΠΤΑΜ.ΣΥΝΘ/7424/2015
Κατασκευή ιδιωτικών συνδέσεων στα δίκτυα αποχετεύσεως.. ζητείται η αναθεώρηση της 6068/2015 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Υπό τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Τμήμα άγεται στην κρίση ότι, όπως ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του VI Τμήματος, ο δεύτερος αιτών Δήμος ..., ο οποίος συμμετέχει στην υπό έλεγχο δανειακή σύμβαση, ως εγγυητής υπέρ της πρώτης αιτούσας ... αναλαμβάνοντας έναντι της δανείστριας Τράπεζας ..., πλην άλλων, την κύρια συμβατική υποχρέωση καταβολής του ποσού του δανείου, δεν έχει την απαιτούμενη κατ’ άρθρο 264 παράγραφος 1 β΄ του ν. 3852/2010 και την κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα υ.α. 43093/30.7.2010 πιστοληπτική επάρκεια προκειμένου να συμμετέχει ως συμβαλλόμενο μέρος στην επίμαχη δανειακή σύμβαση, αφού, όπως προκύπτει από την από 18.3.2015 βεβαίωση της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών του Δήμου ..., το συνολικό του χρέος ύψους 4.333.451,96 υπερβαίνει το ποσοστό του 60% επί του αριθμητικού μέσου των συνολικών εσόδων των ετών 2011, 2012 και 2013, σύμφωνα με τους εγκεκριμένους ισολογισμούς των αντίστοιχων ετών που ανέρχεται στο ποσό των 5.196.138,97 ευρώ. Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος λόγος αναθεώρησης ότι η οφειλή προς το Δημόσιο ύψους 2.503.789,33 ευρώ, έχει διαγραφεί μετά την ακύρωση των σχετικών ταμειακών βεβαιώσεων που είχαν εκδοθεί από την οικεία Δ.Ο.Υ. σε βάρος του Δήμου ... με την 60/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...., με συνέπεια το συνολικό χρέος του Δήμου να αναδιαμορφώνεται αναδρομικώς, ως εκ του ακυρωτικού αποτελέσματος της εν λόγω απόφασης, από το ποσό των 4.333.451,96 ευρώ σε αυτό των 1.829.662,63 ευρώ, που δεν υπερβαίνει το 60% επί του αριθμητικού μέσου των συνολικών εσόδων των ετών 2011, 2012 και 2013, ύψους 5.196.138,97, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι, όπως εκτέθηκε σε προηγούμενη νομική σκέψη, η πιστοληπτική ικανότητα του οικείου Ο.Τ.Α. αποδεικνύεται κατά νόμο αποκλειστικώς από τις εγγραφές των τριών τελευταίων εγκεκριμένων ισολογισμών, ήτοι των ετών 2011, 2012 και 2013, όπως ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλομένη, χωρίς να ασκούν κατ’ αρχήν επιρροή τυχόν οψιγενή γεγονότα που αφορούν στις απαιτήσεις ή στις υποχρεώσεις του οικείου Ο.Τ.Α., στον βαθμό που δεν έχουν αποτυπωθεί λογιστικώς στους εν λόγω λογαριασμούς. Αντίθετη εκδοχή θα διατάρασσε την ασφάλεια, την ακρίβεια και την πληρότητα των λογιστικών εγγράφων, αφού θα προϋπέθετε τον εκάστοτε έλεγχο της αντιστοίχισης των μεγεθών προς οψιγενείς περιστάσεις (ανατροπές εσόδων – εξάλειψη υποχρεώσεων) και, ως εκ τούτου, θα καθιστούσε πρακτικώς ανέφικτο τον έλεγχο της πιστοληπτικής επάρκειας των μετεχόντων σε δανειακές συμβάσεις Δήμων, κατά παρέκκλιση τόσο του σκοπού του άρθρου 264 του ν. 3852/2010 όσο και των οριζομένων στην κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα υ.α. 43093/30.7.2010. Σε κάθε δε περίπτωση, ούτε από τα στοιχεία που προσκομίζονται στοιχειοθετείται απόσβεση της επίμαχης υποχρέωσης του δεύτερου αιτούντος έναντι του Δημοσίου, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αιτούντες. Και τούτο, διότι με την 60/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... - η οποία δεν προκύπτει ότι έχει καταστεί τελεσίδικη με δύναμη δεδικασμένου δεσμευτικού για το Ελεγκτικό Συνέδριο ως προς τις κύριες και παρεμπίπτουσες κρίσεις της επί της οφειλής (βλ. άρθρο 321 επ. ΚΠολΔ, άρθρο 28 παράγραφος 3 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο και Πρακτικά Ολομ. 16ης Γεν. Συν. της 19.9.2012) - ακυρώθηκαν μεν οι ταμειακές βεβαιώσεις, που φέρονται να αφορούν σε δανειακές υποχρεώσεις του δεύτερου αιτούντος, ως καθολικού διαδόχου των τέως Κοινοτήτων ... και ..., πλην η ακύρωση αυτών έγινε για λόγους τυπικούς και συγκεκριμένα λόγω της αοριστίας των ταμειακών αυτών βεβαιώσεων και όχι για λόγους ουσίας, ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία της σχετικής οφειλής, η οποία δεν κρίθηκε ούτε καν ως παρεμπίπτον ζήτημα. Συνεπώς, με την απόφαση αυτή δεν έχει μεταβληθεί, ούτε και οψιγενώς, το σύνολο των υποχρεώσεων του δεύτερου αιτούντος, όπως αυτό είχε αποτυπωθεί στους τρεις τελευταίους εγκεκριμένους ισολογισμούς του, αφού, κατ’ αρχήν και στο βαθμό που δεν προβάλλονται ειδικότεροι ισχυρισμοί των αιτούντων ως προς τις ακριβείς νομικές και πραγματικές περιστάσεις γένεσης της συγκεκριμένης οφειλής, η ακύρωση του εν στενή εννοία τίτλου δεν σημαίνει και εξάλειψη της επίμαχης υποχρέωσης, ως μεγέθους καθοριστικού για τον δείκτη πιστοληπτικής επάρκειας του δεύτερου αιτούντος, κατά την έννοια του άρθρου 264 του ν. 3852/2010 και της οικείας υ.α.. Περαιτέρω, όπως ορθώς δέχθηκε το VI Τμήμα με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αλυσιτελώς προβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση ότι στον προϋπολογισμό του έτους 2015 δεν έχει εγγραφεί η σχετική οφειλή λόγω της 83/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... περί αναστολής πληρωμής του χρέους μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπόθεσης. Και τούτο, διότι αφενός κρίσιμες για την απόδειξη της πιστοληπτικής επάρκειας παρίστανται οι λογιστικές εγγραφές των βραχυχρόνιων και μακροχρόνιων υποχρεώσεων των τριών τελευταίων εγκεκριμένων ισολογισμών και όχι εκείνες του τρέχοντος προϋπολογισμού, ενώ η εκδοθείσα απόφαση περί αναστολής εκτέλεσης των σχετικών ταμειακών βεβαιώσεων, ήδη απεκδυθείσα των ανασταλτικών εννόμων συνεπειών της, λόγω της έκδοσης της ανωτέρω οριστικής απόφασης επί της διαφοράς, δεν συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, και λόγο εξάλειψης της επίμαχης υποχρέωσης του δεύτερου αιτούντος. Εξ άλλου, ο ισχυρισμός των αιτούντων περί παραγραφής των επίμαχων οφειλών έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον προβάλλεται το πρώτον με το υπόμνημα (βλ. ΕΣ αποφ. VI Tμ. 2311, 1957/2014 κ.ά.). Ανεξαρτήτως αυτού, ο ισχυρισμός αυτός, για τον οποίον μάλιστα ουδεμία κρίση διέλαβε η προμνησθείσα 60/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής, καθόσον λόγοι αναγόμενοι στην ουσία της οφειλής δεν δύνανται, κατά τα προεκτεθέντα, να αλλοιώσουν τις λογιστικές εγγραφές των τριών τελευταίων εγκεκριμένων ισολογισμών, ενώ σε κάθε περίπτωση προβάλλεται και αορίστως, δοθέντος ότι ούτε οι αιτούντες εξειδικεύουν, ούτε από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ο χρόνος έναρξης της παραγραφής και τα τυχόν διακοπτικά αυτής γεγονότα που μεσολάβησαν (βλ. ΑΠ 7/2015). Κατ’ ακολουθία αυτών, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αιτούσα Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης ....
ΕΣ/ΚΠΕ.ΤΜ.4/43/2019
Παροχή υπηρεσιών οικονομικής – διοικητικής διαχειρίσεως:..Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Κλιμάκιο κρίνει ότι, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από την Επίτροπο με τον προμνησθέντα λόγο διαφωνίας, οι επίμαχες συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και όχι συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή συμβάσεις έργου. Ειδικότερα, όσον αφορά τη σύμβαση του …, από τα προπαρατεθέντα άρθρα της συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ αυτού και του Πράσινου Ταμείου συνάγεται ότι αυτός, ενεργώντας ως Οικονομικός Διαχειριστής και μέλος της ομάδας του έργου που είχε αναλάβει το Ταμείο ως Συνδικαιούχος του Προγράμματος LIFE RE-WEEE, ασκούσε τα καθήκοντά του υπό τις οδηγίες και εντολές του Συντονιστή του έργου, ο οποίος είχε την εξουσία να θέτει τις γενικές και ειδικές παραμέτρους για την ποιοτική και ποσοτική εκτέλεση του έργου αυτού, ενώ παράλληλα υπέκειτο στον έλεγχο και την εποπτεία αυτού σχετικώς με την προσήκουσα και εμπρόθεσμη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι η επίμαχη σύμβαση ήταν σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι εξαρτημένης εργασίας. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται σε αυτήν ότι ο φερόμενος ως δικαιούχος μπορούσε να προσέρχεται στον χώρο εργασίας του και να αναχωρεί από αυτόν στον κατά την κρίση του αναγκαίο χρόνο για τη διεκπεραίωση των ανατεθέντων καθηκόντων του, ούτε επίσης προκύπτει ότι αυτός, κατά τη διάρκεια της επίμαχης συμβάσεως, μπορούσε να εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας, παρέχοντας υπηρεσίες και σε άλλους εργοδότες. Επιπλέον, δεν προκύπτει ότι είχε τη δυνατότητα να επιλέγει ο ίδιος τους βασικούς όρους της απασχολήσεώς του, χωρίς να ελέγχεται από τον εργοδότη του ως προς τον τόπο, τον τρόπο και ακόμη και εν μέρει τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Αντιθέτως, από το γεγονός ότι υπήρχε καθοδήγηση, έλεγχος και εποπτεία του Ταμείου στον φερόμενο ως δικαιούχο, μέσω ιεραρχικά ανωτέρων οργάνων του (Συντονιστή του Έργου), καθώς επίσης και από τη φύση και την πολλαπλότητα των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, όπως αυτά εκτίθενται αναλυτικώς ανωτέρω (σκ. IV.B), τα οποία προϋποθέτουν πλήρη απασχόληση και συνεχή παρουσία στον τόπο εργασίας του, προκύπτει ότι τα μέρη με τη συναφθείσα σύμβαση απέβλεψαν στην αποκλειστική και συνεχή απασχόληση του φερόμενου ως δικαιούχου, υπό την καθοδήγηση και την εποπτεία του Συντονιστή του Έργου. Εξάλλου, σύμφωνα τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω (σκέψη II.B), ουδεμία επιρροή ασκεί ο τρόπος πληρωμής του φερόμενου ως δικαιούχου, ότι δηλαδή δεν πληρωνόταν με μηνιαίο μισθό, ούτε η μη ασφάλισή της στο ΙΚΑ και η παράλειψη χορήγησης σ’ αυτήν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, καθόσον τα ανωτέρω δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια χαρακτηρισμού της απασχολήσεώς του ως συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Κατόπιν τούτων, η σχέση που συνέδεε τον φερόμενο ως δικαιούχο με το Ταμείο ήταν αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και όχι της συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Τα ανωτέρω, δε, ισχύουν και όσον αφορά την σύμβαση της …, καθώς, οι προδιαληφθέντες όροι της συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ αυτής και του Ταμείου είναι ταυτόσημοι με αυτούς που περιλαμβάνονται στην σύμβαση του ... Επιπροσθέτως, ανεξαρτήτως του ότι η σύμβαση της φερόμενης ως δικαιούχου φέρει τον τίτλο «Σύμβαση ανάθεσης έργου», δοθέντος ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην σκέψη II.B., ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι δεσμευτικός για το Κλιμάκιο, το Κλιμάκιο επισημαίνει ότι η σύμβαση αυτή δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως έργου. Τούτο δε, διότι από τους προπαρατεθέντες όρους της εν λόγω συμβάσεως προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν στην εργασία της φερόμενης ως δικαιούχου και όχι στην επίτευξη ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος και επιπλέον διότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει το στοιχείο της εξαρτήσεως από το Ταμείο, χωρίς να καταλείπεται στην φερόμενη ως δικαιούχο ελευθερία επιλογής ως προς τον τρόπο και το χρόνο εκπληρώσεως των συμβατικών της υποχρεώσεων. Κατόπιν των ανωτέρω και δοθέντος ότι οι συναφθείσες μεταξύ των φερομένων ως δικαιούχων και του .. Ταμείου συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με δυνατότητα ανανεώσεως αυτών (όπως οι εν λόγω συμβάσεις όριζαν κατά τον χρόνο συνάψεώς τους και πριν την τροποποίησή τους τον Οκτώβριο του 2018), βασίμως προβάλλεται από την Επίτροπο ότι πριν από τη σύναψή τους έπρεπε να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις που προβλέπονται στις προμνησθείσες διατάξεις των άρθρων 21 του ν. 2190/1994, 1 παρ. 9 του ν. 4038/2012 και 4 παρ. 2 της ΠΥΣ 33/2006 (βλ. σκ. ΙΙΙ.A, B, Γ), ήτοι κοινοποίηση των ανακοινώσεων για πρόσληψη στο Α.Σ.Ε.Π. για έγκριση, ανάρτηση αυτών και δημοσίευση περιλήψεώς τους στον τύπο, αποστολή των πινάκων κατατάξεως στο Α.Σ.Ε.Π. για τη διενέργεια ελέγχου νομιμότητας και την παροχή δυνατότητας υποβολής ενστάσεων ενώπιον του Α.Σ.Ε.Π. από τους υποψηφίους, δημοσίευση των πράξεων προσλήψεων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δοθέντος ότι κατά τη σύναψή τους προβλεπόταν η δυνατότητα ανανεώσεως αυτών και ενημέρωση της Επιτροπής του άρθρου 2 παρ. 1 της ΠΥΣ και της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Επομένως, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από το .. Ταμείο είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Τέλος, αβασίμως το Ταμείο επικαλείται τη διάταξη του άρθρου 30 του ν.4314/2014, η οποία φορά συμβάσεις μισθώσεως έργου σε συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα, καθώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εν προκειμένω δεν πρόκειται για συμβάσεις έργου.