ΕΑΑΔΗΣΥ/ΑΠΟΦΑΣΗ/3/2021

Τύπος: Αποφάσεις

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΑΤΑΞΕΙΣ: 4412/2016 , 3429/2005

Ερώτημα της Δ/νσης Προμηθειών του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών ΑΕ αναφορικά με την εφαρμογή του ν. 4412/2016 στη διαδικασία σύναψης σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών εσωτερικών ελεγκτών (άρθ. 4 παρ. 4 ν. 3429/2005)

Σχετικά Έγγραφα

ΜΑΔΚΑΕΣ 0002543 ΕΞ 2018

Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος για την ένταξη Εσωτερικών Ελεγκτών στο Μητρώο Εσωτερικών Ελεγκτών του Υπουργείου Οικονομικών της παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 3429/2005 .


89096/ΕΞ2020

Επικαιροποίηση του Μητρώου Εσωτερικών Ελεγκτών του Υπουργείου Οικονομικών του άρθρου 4 του ν. 3429/2005.


149405 ΕΞ 2020

Επικαιροποίηση του Μητρώου Εσωτερικών Ελεγκτών του Υπουργείου Οικονομικών του άρθρου 4 του ν. 3429/2005.


ΕΣ/ΚΠΕ.ΤΜ.1/154/2019

Καταβολή διαφοράς αποδοχών :Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Κλιμάκιο κρίνει ότι, όπως βασίμως προβάλλει ο Επίτροπος με τον πρώτο λόγο διαφωνίας, μη νομίμως αναγνωρίστηκε για τη μισθολογική εξέλιξη της φερόμενης ως δικαιούχου του ελεγχόμενου χρηματικού εντάλματος ως προϋπηρεσία της, αυτή που προσέφερε στην εταιρεία .... ΑΕ με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Τούτο διότι η εταιρεία .... ΑΕ δεν υπάγεται, όπως ορίζει το άρθρο 11 παρ. 4 του ν. 4354/2015, στους φορείς που, κατά την έναρξη ισχύος (1.1.2016) των μισθολογικών ρυθμίσεων των άρθρων 7 έως 34 του ίδιου νόμου, συγκαταλέγονται στην παρ. 1 του άρθρου 7 του ίδιου νόμου, ήτοι στις δημόσιες επιχειρήσεις του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3429/2005 (βλ. περ. ζ΄ της παρ. 1), δοθέντος ότι κατά τη σχετικώς χορηγηθείσα από την δικαιούχο του χρηματικού εντάλματος με αρ. πρωτ. 151/10961/359/18.7.2018 βεβαίωση του Προϊσταμένου του Τομέα Υποστήριξης και Ελέγχου Ανθρωπίνου Δυναμικού της ως άνω εταιρείας πρόκειται για δημόσια επιχείρηση, η οποία λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας και διέπεται από τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β΄ του ν. 3429/2005, όπως ρητά ορίζεται στο καταστατικό της, το δε προσωπικό της, εκ του λόγου αυτού, δεν έχει ενταχθεί σε μισθολογικά κλιμάκια του ν. 4354/2015. Ασχέτως, επομένως, του τι ίσχυε για την προαναφερόμενη εταιρεία, όταν εργαζόταν εκεί η προαναφερόμενη δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο ν . 4354/2015 για την αναγνώριση της εν λόγω προϋπηρεσίας. Περαιτέρω, κατά παραδοχή και του δεύτερου λόγου διαφωνίας, δεν αποδεικνύεται ότι ελήφθησαν υπόψη από το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο για τον υπολογισμό και συνακόλουθα την αναγνώριση προϋπηρεσίας της υπαλλήλου τα οριζόμενα στο άρθρο 11 παρ. 4 του ν. 4354/2015 (βλ. και την προαναφερόμενη 2/31029/ΔΕΠ/6.5.2016 εγκύκλιο), καθόσον στα επισυναπτόμενα στο ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα δικαιολογητικά, που κατέθεσε η ανωτέρω, δεν περιλαμβάνονται στοιχεία από τα οποία να προκύπτουν με πληρότητα τα στοιχεία της απασχόλησής της (όπως απόφαση πρόσληψης και απόλυσης, η ιδιότητα με την οποία υπηρέτησε, η σχέση και το ωράριο, πλήρες ή μειωμένο, εργασίας της), αντιθέτως δε από την υποβληθείσα με αρ. πρωτ. 21956/24.8.2016 βεβαίωση ασφάλισης του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ προκύπτει αναντιστοιχία μεταξύ του αναγνωρισθέντος χρόνου υπηρεσίας (οκτώ έτη και οκτώ μήνες) και του χρόνου ασφάλισης (707 ημέρες για το χρονικό διάστημα από 1.3.1979 έως 31.10.1987) της φερόμενης ως δικαιούχου για την εξαρτημένη εργασία που παρείχε στην εταιρεία ΕΛ.ΤΑ ΑΕ


ΕλΣυν/Ε Κλ/451/2016

Προγραμματικές συμβάσεις (...)Με τις διατάξεις του άρθρου 100 του ν.3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης» (ΦΕΚ 87 Α΄) θεσμοθετείται η συνεργασία, βάσει «προγραμματικής σύμβασης», μεταξύ δημοσίων φορέων και καθορίζεται, στην παράγραφο 2 του ανωτέρω άρθρου, το ελάχιστο αναγκαίο περιεχόμενο κάθε προγραμματικής σύμβασης, ούτως ώστε από αυτήν να παράγεται πραγματική και όχι κατ’ επίφαση δέσμευση των μερών και να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εκτέλεσή της. Σύμφωνα δε με το άρθρο 12 παρ. 4 και 6 του ν.4412/2016 «Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών (προσαρμογή στις Οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ)» (Α΄147/8.8.2016), οι ως άνω προγραμματικές συμβάσεις, όταν πράγματι αφορούν στη συνεργασία μεταξύ δημοσίων φορέων με σκοπό, δια της συνένωσης των μέσων που διαθέτει ο καθένας από αυτούς, την από κοινού εκτέλεση της δημόσιας αποστολής τους, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νόμου, που ρυθμίζει τις διαδικασίες ανάθεσης, σύναψης και εκτέλεσης των δημοσίων συμβάσεων.


ΕλΣυν/Κλ.6/103/2009

Από το συνδυασμό των άρθρων 42 παρ. 1-2, 46 παρ. 1-2,6, 51 παρ. 1 α, 2 του Π.Δ. 60/07 «Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ «περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών» …» (Α΄ 64) σε συνδυασμό και με τα άρθρα 8 και 20 του Π.Δ. 394/1996 «Κανονισμός Προμηθειών Δημοσίου» (Α΄ 266), συνάγεται ότι στο σύστημα των οδηγιών που αφορούν τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων ο έλεγχος της καταλληλότητας των διαγωνιζομένων και η ανάθεση της συμβάσεως αν και δεν αποκλείεται να πραγματοποιούνται ταυτόχρονα, αποτελούν δύο αυτοτελείς διαδικασίες και διέπονται από διαφορετικούς κανόνες. Ειδικότερα, ο έλεγχος της καταλληλότητας των προσφερόντων γίνεται από την αναθέτουσα αρχή σύμφωνα με τα κριτήρια οικονομικής, χρηματοδοτικής και τεχνικής ικανότητας (κριτήρια ποιοτικής επιλογής), για την αξιολόγηση των οποίων προσκομίζονται αντίστοιχα δικαιολογητικά. Αντίθετα, η ανάθεση βασίζεται είτε στη χαμηλότερη τιμή είτε στην πιο συμφέρουσα οικονομικά προσφορά. Στην τελευταία περίπτωση τα κριτήρια αξιολόγησης που μπορούν να γίνουν δεκτά από τις αναθέτουσες αρχές ποικίλουν, χωρίς να απαριθμούνται περιοριστικά στις ισχύουσες διατάξεις, επαφίεται δε στην αναθέτουσα αρχή να τα επιλέξει με τη διακήρυξη του διαγωνισμού. Η επιλογή αυτή, πάντως, δεν μπορεί να αναφέρεται παρά μόνο στα κριτήρια που αφορούν την εξακρίβωση της προσφοράς που είναι η πλέον συμφέρουσα οικονομικά. Συνεπώς, αποκλείονται ως κριτήρια αναθέσεως τα κριτήρια που δεν σκοπούν στον εντοπισμό της πλέον συμφέρουσας προσφοράς, αλλά συνδέονται με την εκτίμηση της καταλληλότητας των διαγωνιζομένων να εκτελέσουν τη σύμβαση. Κριτήρια όπως η εμπειρία των υποψηφίων από ανάλογες προμήθειες, ή από τη χρήση ομοίων προς τα υπό προμήθεια προϊόντων ή το πελατολόγιο αφορούν την καταλληλότητα των διαγωνιζομένων να εκτελέσουν τη σύμβαση, επομένως δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται ως κριτήρια αξιολόγησης της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής άποψης προσφοράς και αναθέσεως της συμβάσεως (ΔΕΚ, Απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2006, C 532/06, Λιανάκης ΑΕ κ.λπ., Απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, C- 315/2001, Gat, Πράξη 38/2009 VI Τμ., 26/2009 Στ΄ Κλ.).

Μη ανακλητέα με την ΕλΣυν.Τμ.4/2509/2009


ΔΕΚ/C-213/2007

Περίληψη της αποφάσεως 1.        Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως των συμβάσεων δημοσίων έργων – Οδηγία 93/37 – Πεδίο εφαρμογής (Οδηγία 93/37 του Συμβουλίου) 2.        Προδικαστικά ερωτήματα – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Όρια – Μη κρίσιμα ή υποθετικής φύσεως ερωτήματα υποβαλλόμενα υπό συνθήκες αποκλείουσες χρήσιμη απάντηση – Ερωτήματα άσχετα με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης (Άρθρο 234 ΕΚ) 3.        Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως των συμβάσεων δημοσίων έργων – Οδηγία 93/37 (Οδηγία 93/37 του Συμβουλίου, άρθρο 24, εδ.. 1) 4.        Προδικαστικά ερωτήματα – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Όρια – Εξέταση της συμβατότητας του εθνικού δικαίου με το κοινοτικό δίκαιο (Άρθρο 234 ΕΚ) 5.        Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως των συμβάσεων δημοσίων έργων – Οδηγία 93/37 (Οδηγία 93/37 του Συμβουλίου) 1.        Η οδηγία 93/37, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52, δεν εξαρτά την υπαγωγή των διαδικασιών ανάθεσης των συμβάσεων δημοσίων έργων στις διατάξεις της από καμία προϋπόθεση σχετική με την ιθαγένεια ή τον τόπο εγκατάστασης των υποβαλλόντων προσφορά. Πράγματι, κανένα στοιχείο της εν λόγω οδηγίας δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεών της, ειδικότερα δε των κοινών κανόνων συμμετοχής που προβλέπει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 24 της οδηγίας, εξαρτάται από το κατά πόσον υφίσταται ουσιαστική σχέση με την ελεύθερη κυκλοφορία μεταξύ κρατών μελών.  (βλ. σκέψη 29) 2.        Στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησόμενης δικαστικής απόφασης να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής απόφασης για την έκδοση της δικής του απόφασης όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβαλλόμενα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να απαντήσει  Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου παρά μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ζητούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν.  (βλ. σκέψεις 32-34) 3.        Το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52, έχει την έννοια ότι απαριθμεί κατά τρόπο εξαντλητικό τους στηριζόμενους σε αντικειμενικές σκέψεις απτόμενες της επαγγελματικής ιδιότητας λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό εργολήπτη από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για την ανάθεση σύμβασης δημοσίων έργων. Ωστόσο, η οδηγία αυτή δεν κωλύει ένα κράτος μέλος να προβλέψει άλλα μέτρα αποκλεισμού αποσκοπούντα στη διασφάλιση της τήρησης των αρχών της ίσης μεταχείρισης των υποβαλλόντων προσφορά και της διαφάνειας, υπό τον όρον ότι τα μέτρα αυτά δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του στόχου αυτού μέτρου.  (βλ. σκέψη 49, διατακτ. 1) 4.        Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται, στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ, επί της συμβατότητας του εθνικού δικαίου με το κοινοτικό δίκαιο ούτε να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο. Αντιθέτως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνευτικά στοιχεία που θα επιτρέψουν στο εν λόγω δικαστήριο να εκτιμήσει τη συμβατότητα αυτή προκειμένου να εκδώσει απόφαση στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί.  (βλ. σκέψη 51) 5.        Το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει εθνικές διατάξεις οι οποίες, καίτοι επιδιώκουν τους θεμιτούς σκοπούς της ίσης μεταχείρισης των υποβαλλόντων προσφορά και της διαφάνειας στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων, καθιερώνουν αμάχητο τεκμήριο ασυμβιβάστου μεταξύ, αφενός, της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που ασκεί δραστηριότητα στον τομέα των μέσων ενημέρωσης και, αφετέρου, της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών.  Με τον κοινοτικό συντονισμό των διαδικασιών σύναψης των δημοσίων συμβάσεων επιδιώκεται, μεταξύ άλλων, τόσο η αποσόβηση του κινδύνου να προτιμηθούν οι ημεδαποί υποβάλλοντες προσφορά κατά τη σύναψη μιας σύμβασης όσο και ο αποκλεισμός του ενδεχομένου μια δημόσια αναθέτουσα αρχή να καθορίσει τη στάση της βάσει εκτιμήσεων ξένων προς τη συγκεκριμένη σύμβαση. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να αναγνωριστεί στ