ΕΣ/ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/2020/2020
Τύπος: ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΛΕΓΚ.ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ-ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ:Για να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων που αφορούν στην αντίθεση των άρθρων 4 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 4, 7, 8, 13, 14 και 15 του ν. 4387/2016 περί υπαγωγής των δημοσίων υπαλλήλων και στρατιωτικών στην ασφάλιση του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) και υπολογισμού των συνταξιοδοτικών αποδοχών τους, σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις(...)Η Ολομέλεια θεωρεί ότι, υπό την επιφύλαξη των αναφερόμενων στη σκέψη 91, η συνταγματικότητα του συνταξιοδοτικού καθεστώτος των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων που καθορίζεται στον ν. 4387/2016 όπως τροποποιήθηκε, πρέπει να κριθεί χωρίς σύγκριση με το καθεστώς ετέρων συνταξιοδοτουμένων. Αν το νέο αυτό καθεστώς, αυτοτελώς εξεταζόμενο, ανταποκρίνεται στις ειδικές απαιτήσεις του Συντάγματος όπως προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, ήτοι οικοδομείται επί της ιδέας της θεσμικής εγγύησης, διαρρυθμίζοντας τη σύνταξη των ανωτέρω ως συνέχεια του μισθού τους με τήρηση της εύλογης αναλογίας, με το Δημόσιο συγχρόνως, ανεξαρτήτως των οποιωνδήποτε τεχνικής φύσεως ρυθμίσεων, να παραμένει βαρυνόμενο με την υποχρέωση καταβολής της σύνταξης αυτής, τότε το εν λόγω καθεστώς, ακόμη και αν καταλήγει να παρέχει ομοίου επιπέδου συντάξεις με αυτές άλλων καθεστώτων, δεν εγείρει προβλήματα συνταγματικότητας.(...)το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι με τις ρυθμίσεις του ν. 4670/2020 που αναφέρονται στις σκέψεις αυτές, στις οποίες, ως εκ των επεξηγήσεων που τις συνοδεύουν, πρέπει να αποδοθεί γνησίως ερμηνευτικός χαρακτήρας προσδίδων σε αυτές αναδρομικότητα, ο νομοθέτης επιχείρησε να ευθυγραμμίσει τις ρυθμίσεις του ν. 4387/2016 στις εκ του Συντάγματος ιδιαίτερες απαιτήσεις, ως αυτές αποτυπώνονται ιδίως στη συναφή νομολογία του Δικαστηρίου, αναφορικά με το ιδιαίτερο συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων λειτουργών, υπαλλήλων και στρατιωτικών (σκέψεις 42, 43, 52, 72, 75, 78, 82 της παρούσας). Εν όψει τούτων και υπό την επιφύλαξη όσων εκτίθενται στη συνέχεια, η Ολομέλεια θεωρεί δεδομένο ότι και στην ισχύουσα πλέον νομοθεσία αναγνωρίζεται η ύπαρξη ειδικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος της ανωτέρω κατηγορίας συνταξιούχων, ότι το καθεστώς αυτό εντάσσεται στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης για λόγους βιωσιμότητας του συστήματος και λογιστικής διαχείρισης και ότι η σύνταξη που καταβάλλεται στους ανωτέρω είναι συνέχεια του μισθού τους και όχι αναπλήρωση των αποδοχών ενεργείας.(...)Με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά, η Ολομέλεια, έχοντας ανωτέρω εκθέσει το σύνολο των κανόνων που διέπουν τα επίδικα ζητήματα, κρίνει, ότι δεν πρέπει αυτή να δώσει τη συγκεκριμένη λύση στην έφεση που παραπέμφθηκε ενώπιόν της, αλλά πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Τμήμα προκειμένου αυτό προς οριστική εκδίκαση της εφέσεως, αφού διαπιστώσει, πρώτον, το ύψος των αποδοχών ενέργειας της εκκαλούσας κατά τον χρόνο της συνταξιοδότησής της, δεύτερον, τη σύνταξη που κανονίσθηκε σε αυτήν, και, τρίτον, το εύρος της απόστασης μεταξύ μισθού ενέργειας και σύνταξης ως αριθμητικό ποσοστό, να κρίνει στη συνέχεια, σεβόμενο την αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών, ήτοι ασκώντας οριακό έλεγχο, αν καταδήλως, εν όψει του συνόλου των αντικειμενικών δεδομένων που επιτρέπεται να σταθμισθούν σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά, η αναλογία μισθού ενέργειας και σύνταξης δεν κρίνεται εύλογη.(...)Το Δικαστήριο αποφαίνεται: (i) Επί του ερωτήματος αν η ίδρυση Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και η ανάληψη από αυτόν σύμφωνα με τον ν. 4387/2016, όπως τροποποιήθηκε, της υποχρέωσης καταβολής των συντάξεων στους δημοσίους λειτουργούς και υπαλλήλους παραβιάζει το Σύνταγμα, η κρίση του Δικαστηρίου είναι, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 138 έως 141 της παρούσας, ότι δεν υφίσταται ζήτημα αντισυνταγματικότητας των σχετικών ρυθμίσεων. (ii) Επί του ερωτήματος αν με τον τρόπο χρηματοδότησης, ορισμού και υπολογισμού των συντάξεων των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, όπως ορίσθηκαν στον ν. 4387/2016 όπως τροποποιήθηκε, παραβιάζεται το Σύνταγμα ή υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες, η κρίση του Δικαστηρίου είναι ότι, εφόσον η σύνταξη που προκύπτει ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εύλογης αναλογίας όπως προσδιορίσθηκε στις σκέψεις 145 έως 152 της παρούσας, δεν τίθεται ζήτημα αντίθεσης των οικείων νομοθετικών ρυθμίσεων στο Σύνταγμα ή σε υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.7/28/2018
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ:Με τα ανωτέρω δεδομένα η εντελλόμενη με το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα πληρωμής δαπάνη δεν είναι νόμιμη, ως στερούμενη νομίμου ερείσματος, καθόσον δεν προβλέπεται από τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία της Δ.Ε.Υ.Α.Χ. η δυνατότητα επιστροφής ποσών που παρακρατήθηκαν νόμιμα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το ισχύον ασφαλιστικό καθεστώς, από τις αποδοχές της φερόμενης ως δικαιούχου, ως ασφαλιστικές εισφορές εργαζο-μένου. Έρεισμα δε της επιστροφής των ως άνω παρακρατούμενων ποσών δεν μπορεί να αποτελέσει το άρθρο 361 του Α.Κ., που αναφέρεται σε ενοχή από σύμβαση, καθόσον η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών ρυθμίζεται από τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 4387/2016. Αντίθετη εκδοχή σύμφωνα με την οποία η Δ.Ε.Υ.Α.Χ. δύναται να αναλαμβάνει την καταβολή και της εισφοράς που βαρύνει τον εργαζόμενο θα είχε ως συνέπεια την αναγνώριση δυνατότητας μονομερούς επιλογής μισθολογικών παραμέτρων εκ μέρους της, κατά παρέκκλιση του αναγκαστικού επίσης συστήματος προσδιορισμού των αποδοχών που τη διέπει (πρβλ. ΚΠΕΔ Ι Τμ. 248/2013), καθόσον η εκ μέρους της ανάληψη της υποχρέωσης καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών που κατά νόμο βαρύνουν τον εργαζόμενο θα συνιστούσε συγκεκαλυμμένη προσαύξηση μισθού. Ήδη δε από 1.1.2016 (άρθρο 35 ν. 4354/2015) οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στις Δ.Ε.Υ.Α. υπήχθησαν στο μισθολογικό καθεστώς του ν. 4354/ 2015, ο οποίος προβλέπει κατά τρόπο εξαντλητικό τις μισθολογικές παροχές που τους καταβάλλονται.
ΝΣΚ/20/2020
Τρόπος υπολογισμού ανταποδοτικής σύνταξης κατά τις διατάξεις του ν. 4387/2016 ως προς τον προσδιορισμό α) των συντάξιμων αποδοχών ασφαλισμένων διεπομένων από τον ν. 3163/1955 και το άρθρο 11 του ν.δ. 4277/1962, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν.δ. 4579/1966 και β) της προσαύξησης του άρθρου 30 του ν. 4387/2016.Επί του πρώτου ερωτήματος ομόφωνα: Συντάξιμες αποδοχές του τακτικού προσωπικού των ήδη ενταχθέντων στον ΕΦΚΑ φορέων κοινωνικής ασφάλισης καθώς και του αντίστοιχου προσωπικού των ν.π.δ.δ. που υπήχθησαν για πρώτη φορά στην ασφάλιση του ΙΚΑ μέχρι 31-12-1992, θεωρούνται πάντοτε οι καθοριζόμενες για τους δημοσίους υπαλλήλους και υποκείμενες σε κράτηση για σύνταξη αποδοχές εξόδου από την υπηρεσία τους, όταν το προσωπικό αυτό επιλέγει τη συνταξιοδότησή του με το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων. Ο υπολογισμός της ανταποδοτικής σύνταξης, στα πλαίσια των προβλέψεων της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του ν. 4387/2016, της εν λόγω κατηγορίας υπαλλήλων, γίνεται και πάλι με τις θεωρούμενες ως συντάξιμες αποδοχές τους κατά την περί δημοσίων υπαλλήλων νομοθεσία. Επί του δευτέρου ερωτήματος, σύμφωνα με τις διαμορφωθείσες δύο ισοψηφήσασες γνώμες: Α. Σύμφωνα με την πρώτη ισοψηφήσασα γνώμη δεν είναι επιτρεπτό, σχετικά με τον κατ’ άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4387/2016 τρόπο υπολογισμού της ανταποδοτικής σύνταξης των υπαλλήλων που συνταξιοδοτούνται με το κοινό καθεστώς, το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης για κάθε έτος που έχει καταβληθεί επιπλέον εισφορά να υπολογίζεται με ετήσιο συντελεστή αναπλήρωσης 0,075% για κάθε μια ποσοστιαία μονάδα (1%) επιπλέον εισφοράς, επί του συνόλου των αποδοχών για τις οποίες θα καταβάλλονταν εισφορές κλάδου σύνταξης εάν οι υπάλληλοι ήσαν κοινοί ασφαλισμένοι, αλλά θα πρέπει να υπολογίζεται επί των αποδοχών για τις οποίες καταβλήθηκε η επιπλέον εισφορά, ήτοι αυτών του «δημοσιοϋπαλληλικού» καθεστώτος. Β. Σύμφωνα με τη δεύτερη ισοψηφήσασα γνώμη, ο υπολογισμός της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 του άρθρου 30 του ν. 4387/2016 ανταποδοτικής σύνταξης του τακτικού προσωπικού των ήδη ενταχθέντων στον ΕΦΚΑ φορέων κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και του αντίστοιχου προσωπικού των ν.π.δ.δ. που υπήχθησαν για πρώτη φορά στην ασφάλιση του ΙΚΑ μέχρι 31-12-1992 και επέλεξαν να συνταξιοδοτηθούν κατά τη συνταξιοδοτική νομοθεσία του κοινού καθεστώτος, γίνεται πάντοτε με τις καθοριζόμενες για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα αποδοχές. Επειδή επί του δευτέρου ερωτήματος σημειώθηκε ισοψηφία, η υπόθεση ως προς το δεύτερο ερώτημα παραπέμφθηκε στην αρμόδια Τακτική Ολομέλεια του ΝΣΚ.
Φ11321/59554/2170/2016
Εισφορές κατηγοριών αυτοαπασχολούμενων και ελευθέρων επαγγελματιών, οι οποίοι με το προγενέστερο του ν. 4387/2016 καθεστώς υπάγονταν στην ασφάλιση άλλων Φορέων Κύριας Ασφάλισης, πλην ΟΑΕΕ και ΕΤΑΑ
Φ.80000/οικ29336/1164/2016
Παροχή οδηγιών για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 29 του ν.4387/2016 (ΦΕΚ 85, Α΄) "Προσωρινή σύνταξη" (ΑΔΑ:ΨΘΠΞ465Θ1Ω-Ρ6Δ)
ΝΣΚ/88/2023
Ερωτάται: 1) Εάν οι πάσχοντες από κληρονομική σιδηροβλαστική αναιμία υπάγονται ή όχι στις διατάξεις του ν. 612/1977, οι οποίες προβλέπουν τη θεμελίωση δικαιώματος συνταξιοδότησης με 4050 ημέρες εργασίας ή 15 έτη ασφάλισης και 2) εάν δύναται να χορηγηθεί η βασική σύνταξη του πρώην Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ), όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 4169/1961, στους συνταξιοδοτούμενους από τον Οργανισμό που λαμβάνουν την κύρια σύνταξη του πρώην ΟΓΑ του ν.2458/1997 με βάση τις διατάξεις του ν. 612/1977, οι οποίες προβλέπουν τη θεμελίωση δικαιώματος συνταξιοδότησης με 4.050 ημέρες εργασίας ή 15 έτη ασφάλισης, άνευ ορίου ηλικίας.(...)1) Οι πάσχοντες από κληρονομική σιδηροβλαστική αναιμία δεν υπάγονται στις συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του ν. 2227/1994 και κατ’ επέκταση στο ειδικό και ευεργετικό καθεστώς συνταξιοδότησης του ν. 612/1997 (ομόφωνα). 2) Η χορηγούμενη, στα πλαίσια του άρθρου 99 του ν. 4387/2016, προνοιακή «βασική» σύνταξη γήρατος στους ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ, που αναφέρεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 4169/1961 και καταβάλλεται στους ασφαλισμένους του Οργανισμού αυτού παράλληλα με την ανταποδοτική σύνταξη, που δικαιούνται αυτοί να λάβουν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 12 του ν. 2458/1997, δεν δύναται να καταβληθεί στους συνταξιοδοτούμενους λόγω γήρατος με βάση τις διατάξεις του ν. 612/1977 ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ, χωρίς τη συμπλήρωση του απαιτούμενου ορίου ηλικίας των 67 ετών (ομόφωνα).
ΝΣΚ/123/2023
Κράτηση για σύνταξη που επιβάλλεται στην, προβλεπόμενη από το άρθρο 1 του ν. 565/1977, μηνιαία χορηγία του Προέδρου της Δημοκρατίας (Π.τ.Δ.). Αν η εν λόγω κράτηση ευρίσκει ή όχι έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 59 παρ. 1 του π.δ/τος 169/2007 ή του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 4387/2016.(...)Η κράτηση για σύνταξη που επιβάλλεται στην, προβλεπόμενη από το άρθρο 1 του ν. 565/1977, μηνιαία χορηγία του Προέδρου της Δημοκρατίας, δεν ευρίσκει έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 59 παρ. 1 και 8 του π.δ. 169/2007 ούτε στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 4387/2016 (κατά πλειοψηφία). Παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του ΝΣΚ, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 56/2023 γνωμοδότησης του Γ΄ Τμήματος ΝΣΚ.
ΔΙΕΙΣΦΜΜ/174/350794/2017
Εισφορές Κατηγοριών Ελευθέρων Επαγγελματιών – Αυτοαπασχολούμενων οι οποίοι, με το προγενέστερο του Ν.4387/2016 καθεστώς, υπάγονταν στην ασφάλιση Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης πλην ΟΑΕΕ – ΕΤΑΑ.(ΑΔΑ:ΩΘ7Ξ465ΧΠΙ-ΒΜΩ) (ΕΓΚ/11/2017)
17675/2023
Σύνταξη λόγω αναπηρίας από κοινή νόσο – Προσθήκη άρθρου 11Α στον ν. 4387/2016. Γνωστοποίηση των διατάξεων του άρθ. 26 του ν. 4997/2022.». ΑΔΑ:ΩΧΚΞ46ΜΑΠΣ-ΔΑ5 ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 3/2023
ΝΣΚ/91/2020
Τρόπος υπολογισμού ανταποδοτικής σύνταξης κατά τις διατάξεις του ν. 4387/2016 ως προς τον προσδιορισμό της προσαύξησης του άρθρου 30 του ως άνω νόμου.(…) Σχετικά με τον κατ’ άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4387/2016 τρόπο υπολογισμού της ανταποδοτικής σύνταξης των υπαλλήλων που συνταξιοδοτούνται με το κοινό καθεστώς, δεν είναι επιτρεπτό το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης για κάθε έτος που έχει καταβληθεί επιπλέον εισφορά να υπολογίζεται με ετήσιο συντελεστή αναπλήρωσης 0,075% για κάθε μια ποσοστιαία μονάδα (1%) επιπλέον εισφοράς επί του συνόλου των αποδοχών για τις οποίες θα καταβάλλονταν εισφορές κλάδου σύνταξης, εάν οι υπάλληλοι ήταν κοινοί ασφαλισμένοι, αλλά θα πρέπει να υπολογίζεται επί των αποδοχών για τις οποίες καταβλήθηκε η επιπλέον εισφορά, δηλαδή αυτών του «δημοσιοϋπαλληλικού» καθεστώτος (κατά πλειοψηφία). Η παρούσα γνωμοδότηση εκδόθηκε κατόπιν παραπομπής του 2ου ερωτήματος της υπ’ αριθ. 20/2020 γνωμοδότησης του ΣΤ΄ Τμήματος στην Β΄ Τακτική Ολομέλεια του ΝΣΚ.
ΕΣ/ΚΠΕ.ΤΜ.7/38/2019
Καταβολή χρηματικού βοηθήματος:..Με δεδομένα αυτά η εντελλόμενη δαπάνη δεν είναι νόμιμη, διότι το ως άνω χρηματικό βοήθημα συνιστά συγκεκαλυμμένη προσαύξηση μισθού των εργαζομένων των Δ.Ε.Υ.Α. και η διάταξη που το θεσπίζει έχει καταργηθεί από 1.1.2013, οπότε και οι υπάλληλοι αυτοί υπήχθησαν στο μισθολογικό καθεστώς του ν. 4024/2011 και στη συνέχεια από 1.1.2016 σε εκείνο του ν. 4354/2015. Αμφότεροι οι εν λόγω μισθολογικοί νόμοι προβλέπουν κατά τρόπο εξαντλητικό τις μισθολογικές παροχές που καταβάλλονται στους υπαλλήλους αυτών των επιχειρήσεων, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται το εν λόγω χρηματικό βοήθημα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η εντελλόμενη δαπάνη δεν είναι νόμιμη και το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα δεν πρέπει να θεωρηθεί.