ΕΣ/ΚΠΕ Τμ.1/65/2014
Τύπος: Νομολογία Ελεγκ. Συνεδρίου
Μη νόμιμη η καταβολή αμοιβής από Δήμο σε δικηγόρο για την παράστασή του, ενώπιον του Πρωτοδικείου, στο πλαίσιο εκδίκασης αγωγής, καθόσον: α) δεν προηγήθηκε απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου, με την οποία να καθοριστεί ειδική αμοιβή υψηλότερη της νόμιμης για τον χειρισμό της υπόθεσης, ενώ το έγγραφο συμφωνητικό μεταξύ του Δημάρχου και του δικηγόρου, δεν παράγει έννομες συνέπειες, οπότε εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες από τον ν. 3919/2011 «νόμιμες αμοιβές» και β) δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω δικηγόρος κατέθεσε προτάσεις κατά τη συζήτηση της αγωγής.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.1/62/2016
Αμοιβές δικηγόρων.(..) Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις προηγούμενες σκέψεις, το Κλιμάκιο κρίνει ότι η αμοιβή της φερόμενης ως δικαιούχου δικηγόρου για την εκπροσώπηση του εναγόμενου Δήμου ... ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου ... (..) νομίμως καθορίστηκε στο ποσό των 6.039,06 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., καθόσον η αμοιβή αυτή, η οποία είναι προϊόν συμφωνίας που καταρτίστηκε ύστερα από την από 2.3.2015 έγγραφη οικονομική προσφορά της δικηγόρου .... και την ../4.3.2015 απόφαση (θέμα 23ο) της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου ..., δεν υπερβαίνει τα εύλογα όρια, δεδομένου ότι, όπως ορθώς έχει υπολογιστεί με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, είναι σύμφωνη με τις οριζόμενες στον Κώδικα Δικηγόρων ως νόμιμες αμοιβές. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι η Οικονομική Επιτροπή ανέθεσε το χειρισμό της συγκεκριμένης υπόθεσης στη φερόμενη ως δικαιούχο δικηγόρο με την αιτιολογία ότι στο Δήμο δεν έχει προσληφθεί δικηγόρος με μηνιαία αντιμισθία, καθώς και το γεγονός ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή δεν είναι υψηλότερη της προβλεπόμενης στον Κώδικα Δικηγόρων νόμιμης αμοιβής, το Κλιμάκιο κρίνει ότι δεν ήταν απαραίτητη στην προκειμένη περίπτωση αιτιολογημένη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου για τον καθορισμό του ύψους της αμοιβής.
ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.1/34/2018
Αμοιβή δικηγόρου.Με τα δεδομένα αυτά, το Κλιμάκιο κρίνει ότι η εντελλόμενη δαπάνη είναι νόμιμη, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου λόγου διαφωνίας της Επιτρόπου. Και τούτο, διότι η εντολή εκπροσώπησης που έλαβε ο δικηγόρος ... από το Δήμο ..., με τις οικείες αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων του, εκ του νόμου θεωρείται ως εντολή απευθυνόμενη προς τη δικηγορική εταιρεία με την επωνυμία «...» και διακριτικό τίτλο «...», της οποίας είναι εταίρος ο δικηγόρος αυτός. Συνεπώς, ορθώς ως φερόμενη δικαιούχος του ελεγχόμενου χρηματικού εντάλματος ορίζεται η ανωτέρω δικηγορική εταιρεία, από την οποία εκδίδεται και το σχετικό παραστατικό (τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών) της εντελλόμενης δαπάνης. Εξάλλου, απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης τυγχάνει ο ισχυρισμός της Επιτρόπου περί παραβίασης του άρθρου 11 του π.δ. 81/2005 «Δικηγορικές Εταιρίες» (Α΄ 120), που απαγορεύει την άσκηση ατομικής δικηγορίας σε εταίρους δικηγορικής εταιρείας, δεδομένου ότι ο ανωτέρω δικηγόρος δεν ανέλαβε υπόθεση για δικό του λογαριασμό προβαίνοντας σε πράξεις αντίθετες προς τα συμφέροντα της δικηγορικής εταιρείας, στην οποία συμμετέχει. Αντιθέτως, στο οικείο συμφωνητικό εργολαβίας δίκης που συνήψε ο εν λόγω δικηγόρος με το Δήμο ... τέθηκε η σφραγίδα και της ως άνω δικηγορικής εταιρείας, η οποία εξέδωσε, στην συνέχεια, το σχετικό παραστατικό πληρωμής της δικηγορικής αμοιβής.
ΕλΣυν(Τμ.1(ΚΠΕ)/315/2014
Αμοιβή δικηγόρου Μετά δε την έναρξη ισχύος του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), με τον οποίο καθιερώθηκε, κατά τα ανωτέρω, σύστημα συμβατικής ελευθερίας, το ποσό της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου επιτρέπεται να ορίζεται τόσο ανώτερο, όσο και κατώτερο από τις αναφερόμενες στον Κώδικα αυτό αμοιβές (βλ. αιτιολογική έκθεση του Κώδικα, πρβλ. Κλ. Ι Τμ. 65/2014 επί των μεταβατικών διατάξεων του ν. 3919/2011). Περαιτέρω, ναι μεν ο προσδιορισμός της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δημοτικού συμβουλίου, πλην όμως η άσκηση της ευχέρειας αυτής ελέγχεται ως προς την υπέρβαση των άκρων ορίων της, δηλαδή ως προς την υπέρβαση του εύλογου, βάσει των ειδικών περιστάσεων, μέτρου της δαπάνης (βλ. πρ. Ι Τμ. Ε.Σ. 132/2012, 163/2010). (….) Τέλος, προϋπόθεση για την καταβολή της δικηγορικής αμοιβής είναι η προηγούμενη εκτέλεση από τον δικηγόρο των σχετικών εργασιών, γεγονός που αποδεικνύεται με την προσκόμιση των δικαιολογητικών εκκαθάρισης της δαπάνης (βλ. πρ. Ι Τμ. Ε.Σ. 132/2012). Η εκτέλεση δε αυτή μπορεί να αποδεικνύεται με κάθε πρόσφορο δικαιολογητικό, όπως δικαστικές αποφάσεις, πρακτικά δικαστηρίων, γραμμάτια προείσπραξης, κατατεθείσες προτάσεις κλπ. (πρβλ. πρ. Ι Τμ. Ε.Σ. 179/2012, 144/2011).
ΕΣ/Τμ.1/48/2014
Αμοιβή δικηγόρου.Η απόφαση για την ανάθεση της εντολής απαιτείται να διαλαμβάνει πλήρη και ειδική αιτιολογία με την οποία να καταδεικνύεται τόσο η αδυναμία του δικηγόρου που υπηρετεί στο δήμο με έμμισθη εντολή να χειριστεί την ανατιθέμενη υπόθεση, όσο και η ιδιαίτερη σοβαρότητα και δυσκολία της, το είδος των ειδικών γνώσεων που απαιτεί και επιβάλλουν τον χειρισμό της από δικηγόρο με εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία την οποία δεν διαθέτει ο υπηρετών νομικός σύμβουλος, αλλά, αντίθετα διαθέτει ο εντολοδόχος δικηγόρος, επιπλέον δε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης που την καθιστούν ιδιαίτερα σημαντική για τα συμφέροντα του δήμου (Ζ΄ Κλιμ. 48/2014, (ΕΣ Ι Τμ. πρ. 236/2010, 196/2009, 185/2011, 98/2012). Εξάλλου, στην περίπτωση αυτή η αμοιβή του εντολοδόχου δικηγόρου δύναται να καθορίζεται κατά παρέκκλιση των νομίμων αμοιβών που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία πρέπει ομοίως να προηγείται της εντολής (Κ.Π.Ε.Δ. στο Ι Τμ. 250/2013). Όμως, ναι μεν η αμοιβή του εντολοδόχου δικηγόρου εναπόκειται εν προκειμένω στη διακριτική ευχέρεια του ανωτέρω οργάνου, πλην, η άσκηση αυτής ελέγχεται από το Δικαστήριο τούτο ως προς την υπέρβαση των άκρων ορίων της, δηλαδή ως προς την υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου της δαπάνης, το οποίο κρίνεται αναλόγως των ειδικών περιστάσεων, και επιβάλλει την επιλογή όχι απλώς των πρόσφορων αλλά των απολύτως αναγκαίων μέσων για την θεραπεία της λειτουργικής ανάγκης του οικείου φορέα (πρβλ. Ι Τμ. 15/2012, IV Τμ. 71/2012, 235, 167, 85/2010, 162, 147, 39/2009). Τούτο δε, ενόψει και των αρχών της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως και της οικονομικότητος, που ήδη έχουν αποτυπωθεί νομοθετικά (άρθρο 1 του Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού, ν. 2362/1995, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 του ν. 3871/2010), ως μερικότερων εκδηλώσεων του δημοσίου συμφέροντος, που διέπει τη δράση και λειτουργία των υπηρεσιών των Ο.Τ.Α., οι οποίες επιβάλλουν την εκπλήρωση των εκ του νόμου ανατιθέμενων αρμοδιοτήτων με την κατά το δυνατόν ηπιότερη επιβάρυνση του προϋπολογισμού τους για την εξασφάλιση της δημοσιονομικής βιωσιμότητος (πρβλ. Ελ. Συν, πρ. Ι Τμ. 45/2011, 206/1999, 56/1995, 638/1988, πρ. IV Τμ. 50/2005, 74/2004, 86, 94, 106, 209/2003, 19, 21, 70, 105, 124/2002 κ.α.).
ΕΣ/ΚΠΕ.ΤΜ.1/204/2017
ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΑΜΟΙΒΗΣ ΓΙΑ ΠΑΡΟΧΗ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ:..Με δεδομένα τα ανωτέρω, το Κλιμάκιο άγεται στην κρίση ότι η εντελλόμενη με τα ελεγχόμενα χρηματικά εντάλματα δαπάνη δεν είναι νόμιμη. Ειδικότερα, δεν είναι νομίμως εκκαθαρισμένη, καθόσον ελλείψει οποιασδήποτε απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου σχετικά με τον προσδιορισμό της δικηγορικής αμοιβής, δεν υφίσταται έγκυρη σύμβαση παροχής δικηγορικών υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος διαφωνίας παρίσταται βάσιμος, αν και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, δεδομένου ότι κατά τα εκτιθέμενα στις προηγούμενες σκέψεις, οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων σχετικά με τις κατ’ αποκοπή αμοιβές τυγχάνουν εφαρμογής ελλείψει συμφωνίας, όχι σε περίπτωση που η σχετική συμφωνία, στην οποία φέρεται να συμβάλλεται Δήμος, δεν έχει συμφωνηθεί εγκύρως. Ομοίως βάσιμος παρίσταται και ο δεύτερος λόγος διαφωνίας, δεδομένου ότι με τα εκτιθέμενα στις οικείες αποφάσεις της Οικονομικής Επιτροπής σχετικά με τη σοβαρότητα και τη σπουδαιότητα των υποθέσεων, την ιδιαίτερη σημασία τους για τα συμφέροντα του Δήμου και τις απαιτούμενες ειδικές γνώσεις για την αντιμετώπισή τους, επαναλαμβάνονται οι νομοθετικοί ορισμοί, χωρίς, ωστόσο, εξειδίκευση των ανωτέρω αόριστων εννοιών, ώστε από τις συντρέχουσες περιστάσεις να τεκμηριωθεί η ανάγκη ανάθεσης των υποθέσεων κατ’ εξαίρεση της υπηρετούσας με πάγια έμμισθη εντολή στο Δήμο δικηγόρου. Ακόμα δε και ως προς την τελευταία γίνεται αόριστη επίκληση του φόρτου εργασίας της από τις υποθέσεις και θέματα που έπρεπε να χειρίζεται, χωρίς αναφορά περαιτέρω συγκεκριμένων στοιχείων σχετικά με τις εργασίες που όφειλε να διεκπεραιώσει κατά το κρίσιμο διάστημα, το οποίο εκκίνησε από την κοινοποίηση των προσφυγών στο Δήμο, το αργότερο δε από την έκδοση της από 21.11.2016 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής, με την οποία αποφασίστηκε το πρώτον η ανάθεση των υποθέσεων κατά ειδική εντολή, εκτάθηκε δε μέχρι την εκδίκαση των υποθέσεων κατά το Μάρτιο έτους 2017, διάστημα το οποίο κρίνεται επαρκές για το χειρισμό των υποθέσεων αυτών, οι οποίες, ανεξάρτητα από τον αριθμό τους, είχαν ενιαίο αντικείμενο, είτε σε επίπεδο επίτευξης συμβιβασμού είτε σε επίπεδο οριοθετημένης από τους λόγους των προσφυγών αντιδικίας. Επομένως, η απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής, με την οποία αποφασίστηκε η ανάθεση των υποθέσεων κατ’ εξαίρεση της υπηρετούσας με μηνιαία αντιμισθία δικηγόρου παρίσταται πλημμελώς αιτιολογημένη, συνακόλουθα στερείται αιτιολογίας και η περαιτέρω ανάθεσή τους σε δεύτερο δικηγόρο, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με το δεύτερο λόγο άρνησης θεώρησης του χρηματικού εντάλματος 52/17. Το γεγονός ότι ο ογκώδης φάκελος για την προετοιμασία των υποθέσεων παραδόθηκε μία εβδομάδα πριν από τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, κατά τα προβαλλόμενα με το 17490/21.6.2017 έγγραφο του Δημάρχου, αβασίμως προβάλλεται, διότι είχε προηγηθεί τουλάχιστον μία δικάσιμος, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση των υποθέσεων, ενώ η σχετική απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής είχε ληφθεί από τις 21.11.2016, επομένως, ενέπιπτε στο πεδίο δράσης και αναγόταν στη σφαίρα ευθύνης των συμβαλλομένων να οργανώσουν εγκαίρως τον εσωτερικό χειρισμό των υποθέσεων και την προετοιμασία τους. Ο ισχυρισμός ότι η δικηγορική αμοιβή που εντέλλεται με το χρηματικό ένταλμα 52/17, δεν αντιστοιχεί σε πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση του Δήμου, προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι ελλείψει απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου σχετικά με το ύψος της αμοιβής, και, ως εκ τούτου νόμιμης απόφασης ανάθεσης των υποθέσεων, μη νομίμως καταβάλλεται οποιαδήποτε δαπάνη με αιτιολογία αμοιβές νομικών για τις ως άνω υποθέσεις, πέραν δε τούτου, το ποσό που εντέλλεται ως αμοιβή σε δεύτερο δικηγόρο δεν ευρίσκει ευθέως έρεισμα ούτε καν στο οικείο συμφωνητικό, βάσει των ποσών κατά υπόθεση που αναφέρονται στο τελευταίο, διότι, λαμβανομένων υπόψη των τιμολογίων παροχής υπηρεσιών και του συνόλου των γραμματίων προκαταβολής δεν καθίσταται δυνατή η τεκμηρίωση της δαπάνης, αντίθετα προκαλείται ασάφεια όσον αφορά την ταυτότητα και τον αριθμό των υποθέσεων για τις οποίες οι ως άνω δικηγόροι παραστάθηκαν και για τις οποίες ακριβώς κατατέθηκαν υπομνήματα ή και προσθήκη - αντίκρουση. Ο ισχυρισμός ότι η δικηγορική αμοιβή θα ήταν ίδια ανεξάρτητα από τον αριθμό των δικηγόρων, παρίσταται παντελώς υποθετικός, ως εκ τούτου απορριπτέος ως αβάσιμος, ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός σχετικά με τα ποσά των δικηγορικών αμοιβών επί υποθέσεων αποτιμητών σε χρήμα, ελλείψει απόφασης του αποκλειστικά αρμόδιου Δημοτικού Συμβουλίου. Οι ισχυρισμοί σχετικά με τη χρονοχρέωση, προβάλλονται αλυσιτελώς ελλείψει της κρίσιμης απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, αλλά και αναποδείκτως, δεδομένου ότι από κανένα έγγραφο ούτε από την πρόταση των δικηγόρων προκύπτει τέτοιος υπολογισμός. Τέλος, δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της δαπάνης, οι ισχυρισμοί σχετικά με τη δυνατότητα των ίδιων ως άνω δικηγόρων να επιδιώξουν ενδίκως την επιδίκαση της αμοιβής που δικαιούνται, προκαλώντας πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση στο Δήμο.
ΕΣ/ΤΜ.1/259/2010
Καταβολή αμοιβής για νομικές υπηρεσίες:..Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι η ανάθεση, στον φερόμενο ως δικαιούχο εντολοδόχο δικηγόρο, της εντολής σύνταξης των γνωμοδοτήσεων, στις οποίες αφορά η εντελλόμενη με το επίμαχο χρηματικό ένταλμα δικηγορική αμοιβή, δεν είναι νόμιμη για τους ως άνω βασίμως προβαλλόμενους, από τον διαφωνούντα Επίτροπο, λόγους και, επομένως, η δικηγορική αυτή αμοιβή δεν έχει το χαρακτήρα λειτουργικής δαπάνης και δεν μπορεί να βαρύνει τις πιστώσεις του προϋπολογισμού του Νοσοκομείου. Σε κάθε δε περίπτωση, και να ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι η ανωτέρω ανάθεση είναι νόμιμη, πράγμα που όπως αναφέρθηκε δεν συμβαίνει, και πάλιν η εκκαθάριση της εντελλόμενης δικηγορικής αμοιβής είναι μη νόμιμη, γιατί έγινε καθ’ υπέρβαση των, μόνων υποχρεωτικών για το Νοσοκομείο, αφού δεν έχει καθοριστεί υψηλότερη αμοιβή πριν την εκτέλεση της σχετικής εντολής, προβλεπόμενων, εκ του νόμου, ελάχιστων ορίων των αμοιβών των δικηγόρων. Συγκεκριμένα και σχετικά με την επάλληλη αυτή σκέψη αναφέρονται τα εξής: Όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. 110/2009, 205/2007, 252, 182, 107/2006, 204/2005, 74/2003, 252/2000 πράξεις του Τμήματος τούτου), η ελάχιστη δικηγορική αμοιβή για τη σύνταξη γνωμοδοτήσεων, ελλείψει σχετικής ρύθμισης στη, μνημονευθείσα στην προηγούμενη σκέψη, κοινή υπουργική απόφαση περί "προσδιορισμού των ελάχιστων αμοιβών των Δικηγόρων", καθόσον η συγκεκριμένη νομική υπηρεσία δεν υπάγεται στην έννοια της, προβλεπόμενης στην ανωτέρω υπουργική απόφαση, περίπτωσης «παροχής συμβουλών στους εντολείς των δικηγόρων», καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 158 του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 3026/1954 (ΦΕΚ 235 Α΄), Κώδικα περί Δικηγόρων, που ορίζει ότι «Δι’ έγγραφον γνωμοδότησιν επί νομικού ή πραγματικού ζητήματος, εγγράφως επί τούτω υποβαλλομένου, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δραχμαί 100.». Επομένως, ο φερόμενος ως δικαιούχος δικηγόρος, σε κάθε περίπτωση, θα δικαιούνταν ως αμοιβή το ποσό των 41,09 ευρώ για κάθε γνωμοδότηση (δηλαδή, 100 μεταλλικές δραχμές 140 μονάδες, όπως η ισοτιμία αυτή έχει καθοριστεί με την 12398/9.2.1989 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ΦΕΚ 131 Β΄, = 14.000 δραχμές ή 41,085 ευρώ) και συνολικά το ποσό των 575,26 ευρώ (41,09 ευρώ 14 γνωμοδοτήσεις) κι όχι το, επιπλέον τούτου, εντελλόμενο ποσό των 868,00 ευρώ. Εν όψει όλων των ανωτέρω, η εντελλόμενη με το επίμαχο χρηματικό ένταλμα δικηγορική αμοιβή δεν είναι νόμιμη και, ως εκ τούτου, το χρηματικό αυτό ένταλμα δεν πρέπει να θεωρηθεί.