Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

ΥΠΕΚΑ/4834/2013

Τύπος: Έγγραφα

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ: 3669/2008, 36259/1757/ε103/2010, 4042/2012
ΘΕΜΑ: Διαχείριση περίσσειας υλικών εκσκαφών που προέρχονται από δημόσια έργα - Διευκρινίσεις επί των απαιτήσεων της ΚΥΑ 36259/1757/Ε103/2010 (ΦΕΚ 1312 Β)

Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)

Σχετικά Έγγραφα

Δ17α/02/137/2004

Διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή των νέων ρυθμίσεων για τα δημόσια έργα-ΕΓΚ 33

ΕΣ/ΤΜ.6/1043/2019

Αντιπλημμυρικά έργα..ζητείται η ανάκληση της 438/2019 Πράξης του Ε΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου...Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα παρατέθηκαν στις σκέψεις ΙΙ και ΙΙΙ της παρούσας, το Τμήμα άγεται στην κρίση ότι, κατά τα ορθώς κριθέντα από το Κλιμάκιο, δεν συντρέχουν στην κρινόμενη υπόθεση οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη σύναψη της επίμαχης συμπληρωματικής σύμβασης. Ειδικότερα: Η δαπάνη, που περιλαμβάνεται στην συμπληρωματική σύμβαση και αφορά στην πληρωμή της χρηματικής εισφοράς απόρριψης προϊόντων εκσκαφών σε διαχειριστή ΑΕΚΚ, μη νομίμως ορίσθηκε ότι θα πληρωθεί στην ανάδοχο απολογιστικά, δοθέντος ότι αυτή δεν αφορά σε εργασίες που είναι ιδιαίτερα δύσκολο να τιμολογηθούν, ούτε σε δοκιμαστικές εργασίες και έρευνες, ούτε συντρέχει περίπτωση αδυναμίας προσδιορισμού των ποσοτήτων και των προς εκτέλεση εργασιών, περιστάσεις δηλαδή που πρέπει, κατά νόμο, να συντρέχουν, προκειμένου να επιλεγεί η εφαρμογή του απολογιστικού συστήματος ή προκειμένου να ζητηθεί από τον ανάδοχο να εκτελέσει ορισμένες εργασίες απολογιστικώς (πρβλ. άρθρο 9 του Κώδικα Δημοσίων Έργων). Αντιθέτως, η εν λόγω δαπάνη αφορά σε κόστος (κόστος υποδοχής αποβλήτων εκσκαφής σε Σύστημα Συλλογικής Εναλλακτικής Διαχείρισης, Σ.Σ.Ε.Δ.), το οποίο είναι εκ των προτέρων γνωστό και δύναται ευχερώς να προσδιορισθεί καθ΄ύψος, αφού είναι επίσης ευχερώς προσδιορίσιμη και η ποσότητα των αποβλήτων (εκσκαφών) που θα παραχθούν κατά την εκτέλεση του έργου, έπρεπε δε να συνυπολογισθεί στην τιμή των εργασιών εκσκαφής στο οικείο άρθρο του Τιμολογίου του έργου. Άλλωστε, στην Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων των τευχών δημοπράτησης του έργου, που εγκρίθηκε τον Μάιο 2016, προβλέπεται ρητώς η υποχρέωση του αναδόχου να εξασφαλίσει “τους αναγκαίους χώρους για τη απόθεση προϊόντων ορυγμάτων, περισσευμάτων φυτικών γαιών, υπολειμμάτων κάθε είδους έργων, όπως οποιουδήποτε περισσεύματος υλικών” και διευκρινίζεται ότι η Υπηρεσία δεν θα αναγνωρίσει καταβολή αποζημίωσης σχετιζόμενη με τέτοια προβλήματα. Επιπλέον, η Κ.Υ.Α. 36259/1757/Ε103//2010 «Μέτρα, όροι και πρόγραμμα για την εναλλακτική διαχείριση των αποβλήτων από εκσκαφές, κατασκευές και κατεδαφίσεις (Α.Ε.Κ.Κ.)» (Β΄ 1312), η οποία εκδόθηκε κατ΄εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 17 του ν. 2939/2001 και καθόρισε τις ειδικότερες υποχρεώσεις των παραγωγών ή διαχειριστών αποβλήτων εκσκαφών, μεταξύ των οποίων τη συμμετοχή τους σε συλλογικά συστήματα εναλλακτικής διαχείρισης των αποβλήτων που παράγονται από τη δραστηριότητά τους (άρθρο 8 της Κ.Υ.Α.), ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο δημοπράτησης του έργου (2016) και επομένως έπρεπε να διαληφθεί πρόβλεψη στα τεύχη δημοπράτησης του έργου ως προς τα οριζόμενα σε αυτήν. Συνεπώς, και ενόψει του ότι δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ούτε προβάλλεται από την αιτούσα ότι η υποχρέωση συνεργασίας με εγκεκριμένο σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης (Α.Ε.Κ.Κ.) ανέκυψε μετά τη δημοπράτηση του αρχικού έργου, λόγω λ.χ. το πρώτον δημιουργίας Συλλογικού Συστήματος Εναλλακτικής Διαχείρισης (Σ.Σ.Ε.Δ.) Αποβλήτων Εκσκαφών, Κατασκευών και Κατεδαφίσεων (Α.Ε.Κ.Κ.) στην οικεία γεωγραφική περιφέρεια μετά τη δημοπράτηση του έργου, δεν συντρέχει ούτε η προϋπόθεση του απροβλέπτου, προκειμένου να συμπεριληφθεί νομίμως η εν λόγω δαπάνη στην ελεγχόμενη συμπληρωματική σύμβαση, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού, που προβάλλεται με την αίτηση, ότι η οριστική μελέτη του έργου εγκρίθηκε από την αναθέτουσα αρχή στις 31.3.2010, ενώ η προαναφερόμενη ΚΥΑ, που προέβλεψε τη σχετική υποχρέωση διαχείρισης των αποβλήτων, δημοσιεύθηκε στις 24.8.2010. Τέλος, σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των προαναφερόμενων πλημμελειών, που συνδέονται με το εξεταζόμενο κονδύλιο των απολογιστικών δαπανών για την πληρωμή χρηματικής εισφοράς απόρριψης προϊόντων εκσκαφών, αυτό, όπως ορθώς επίσης κρίθηκε από το Κλιμάκιο, συνυπολογίζεται για την εξαγωγή του ποσού της συνολικής αξίας της συμπληρωματικής σύμβασης και τη σύγκρισή της με την αξία της αρχικής σύμβασης, με συνέπεια η αξία της συμπληρωματικής σύμβασης, ανερχόμενη στο ποσό των 799.524,19 ευρώ (πλέον Φ.Π.Α.), να υπερβαίνει το ποσοστό του πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού της αρχικής σύμβασης του έργου (1.340.767,81 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α.), κατά παράβαση των οριζομένων στις διατάξεις του άρθρου 57 του Κώδικα Δημοσίων Έργων. Ο ισχυρισμός δε της αιτούσας ότι το εν λόγω κονδύλιο δεν συναθροίζεται με τα λοιπά κονδύλια της συμπληρωματικής σύμβασης, προκειμένου να εξαχθεί η συνολική αξία αυτής και να υπολογισθεί το ύψος αυτής σε σχέση με την αξία της αρχικής σύμβασης, διότι αφορά σε ένα “επιπλέον κόστος” και δεν αφορά σε “εκτέλεση εργασιών (υπερσυμβατικών και νέων)” είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο, διότι τέτοια εξαίρεση δεν προβλέπεται στο νόμο, περαιτέρω δε διότι το εν λόγω κονδύλιο (ανεξαρτήτως του ζητήματος που αφορά στον εσφαλμένο, κατά τα ανωτέρω, προσδιορισμό του τρόπου πληρωμής του) αφορά σε κόστος, που συνδέεται με την εκτέλεση καθεαυτή των εργασιών εκσκαφής του έργου, οι οποίες προβλέπονται και περιγράφονται στο Τιμολόγιο αυτού και δεν αφορά σε εργασίες πράγματι απολογιστικές (λ.χ. δαπάνες για εργασίες που καθίστανται αναγκαίες λόγω τυχαίως ανευρεθέντων αρχαιολογικών ευρημάτων), που ενδεχομένως κατά περίπτωση να δικαιολογούσαν την εξαίρεση της αξίας εκτέλεσής τους από το άθροισμα των εργασιών της συμπληρωματικής σύμβασης (πρβλ. Γνωμοδ. Ν.Σ.Κ. 109/1997)..(...)Δεν ανακαλεί την 438/2019 πράξη του Ε’ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.


ΕΣ/ΚΛ.Ε/438/2019

Αντιπλημμυρικά έργα......Εξάλλου, οι απολογιστικές εργασίες, όπως συνάγεται από το άρθρο 9 της Κωδικοποίησης Δημοσίων Έργων (ν.3669/2008) χαρακτηρίζονται ιδίως από το ότι είναι ιδιαίτερα δύσκολο να τιμολογηθούν ή συνίστανται σε δοκιμαστικές εργασίες και έρευνες, ήδη δε με τις νεότερες διατάξεις του ν.4412/2016 (άρθρα 154 και 126) στις απολογιστικές εργασίες ρητώς περιλαμβάνονται και οι αρχαιολογικές εργασίες. Λαμβανομένων υπόψη των εκτιθέμενων στην σκέψη 3 ανωτέρω, η επιβάρυνση λόγω της χρηματικής εισφοράς που συνδέεται με τη διαχείριση αποβλήτων (ΑΕΚΚ) δεν εμπίπτει σε καμία από τις ανωτέρω περιπτώσεις εργασιών που μπορούν νομίμως να χαρακτηριστούν απολογιστικές, συνεπώς έπρεπε να συνυπολογιστεί, σύμφωνα με το τιμολόγιο μελέτης, στο οικείο άρθρο εργασιών των ομάδων εργασιών του προϋπολογισμού. Επομένως, πέραν της εσφαλμένης κατάρτισης του προϋπολογισμού της συμπληρωματικής σύμβασης κατά το μέρος που αφορά το διαχωρισμό με τον ανωτέρω τρόπο της επιβάρυνσης για τη διαχείριση ΑΕΚΚ από τις οικείες εργασίες, το ποσό των απολογιστικών εργασιών μη νομίμως θεωρείται βάσει της αιτιολογικής έκθεσης που συνοδεύει τον 1ο ΑΠΕ, ως ποσό το οποίο δεν συνυπολογίζεται στο σύνολο της αξίας της συμπληρωματικής σύμβασης και εσφαλμένως περιορίζεται το ποσό της συμπληρωματικής σύμβασης κατά 283.591,80 ευρώ, σε 513.429,62 ευρώ, ώστε να εμφανίζεται υπολειπόμενο κατά ποσοστό του 50% της αρχικής σύμβασης, ενώ κατά τον ορθό υπολογισμό υπερβαίνει το ποσοστό αυτό, όπως ήδη ανωτέρω εκτίθεται. Εξάλλου, ο ισχυρισμός που περιέχεται στην αιτιολογική έκθεση ότι η δαπάνη των απολογιστικών δεν αντιστοιχεί σε εργασίες αλλά μόνο σε προσαύξηση δαπάνης, καθιστά το κονδύλιο των απολογιστικών εργασιών μη νόμιμο, διότι αυτό προβλέπεται όταν αποδίδεται αποκλειστικά στην εκτέλεση εργασιών και μάλιστα ιδιαίτερης φύσης και δεν επιτρέπεται να ενσωματώνει οποιοδήποτε άλλο οικονομικό βάρος, ιδίως αν αυτό εμφανίζεται ανεξάρτητο από την εκτέλεση εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, οι επιβαρύνσεις που οφείλονται στη διαχείριση αποβλήτων εκσκαφών (ανταποδοτικά τέλη, χρηματικές εισφορές, κ.λπ.) προβλέπονται από τις διατάξεις της ΚΥΑ 36259/1757/2010 (βλ. ιδίως άρθρο 8), που ισχύουν από πολλών ετών και πριν τη δημοπράτηση του έργου, επομένως δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ότι προέκυψαν κατά τρόπο απρόβλεπτο, ενώ και από τις διατάξεις των τευχών δημοπράτησης που παρατίθενται στη σκέψη 4 ανωτέρω («Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων» άρθρο 6, παρ. 6.1.1 και 6.6.1 περ. ζ και η, «Τιμολόγιο» παρ. 1.1.2), συνάγεται ότι γενικώς οι σχετικές επιβαρύνσεις και υποχρεώσεις περιλαμβάνονται στην τιμολόγηση των οικείων άρθρων εργασιών.

ΔΕΝ ΑΝΑΚΛΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣ/ΤΜ.6/1043/2019


ΕλΣυν/Τμ.6/463/2011

1)H επιλογή εργοληπτικής επιχείρησης για την κατασκευή δημόσιου έργου με διαγωνισμό μεταξύ περιορισμένου αριθμού προσκαλούμενων εργοληπτικών επιχειρήσεων αποτελεί εξαιρετική διαδικασία ανάθεσης εκτέλεσης δημοσίου έργου, που εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που ορίζονται ρητώς από το νόμο, και για το λόγο αυτό εφαρμόζεται μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες σε αυτόν (νόμο) περιπτώσεις, καθόσον συνιστά παρέκκλιση από τις αρχές της διαφάνειας, της ισότητας συμμετοχής σε διαδικασίες για την κατάρτιση δημοσίων συμβάσεων και του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ειδικότερα, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να προσφεύγει στην ως άνω εξαιρετική διαδικασία, μεταξύ άλλων, όταν πρόκειται για έργα που έχουν χαρακτηριστεί ως ειδικής φύσης. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται προηγούμενη απόφαση του φορέα κατασκευής του έργου, που εκδίδεται κατόπιν σχετικής γνωμοδότησης του τεχνικού συμβουλίου του φορέα κατασκευής του έργου ή, σε περίπτωση μη ύπαρξης τούτου, του φορέα που εποπτεύει τον φορέα κατασκευής. Στην απόφαση αυτή πρέπει να αιτιολογείται πλήρως ο χαρακτηρισμός του έργου ως ειδικής φύσης, ήτοι να προκύπτει, τόσο από την απόφαση όσο και από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την έκδοσή της, η συνδρομή εκείνων των ειδικών απαιτήσεων-ιδιαιτεροτήτων του έργου -όπως π.χ. η απαραίτητη ειδική τεχνογνωσία, οι απαιτούμενες ειδικές τεχνικές μέθοδοι κατασκευής, οι εξειδικευμένες εργασίες ή υψηλής τεχνολογίας εργασίες που από τη φύση τους μπορούν να εκτελεστούν μόνο από περιορισμένου αριθμού εργοληπτικές επιχειρήσεις που διαθέτουν την ανάλογη εμπειρία και τα αναγκαία μέσα, ο ειδικός τρόπος αντιμετώπισης των προβλημάτων που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση του έργου- που δικαιολογούν το χαρακτηρισμό του ως ειδικής φύσης, κατ’ αντιδιαστολή με τα συνήθη εκτελούμενα δημόσια έργα (Ε.Σ. 2051/2010). Περαιτέρω, ο αναθέτων φορέας οφείλει να αιτιολογήσει ότι στο πρόσωπο των καλούμενων εργοληπτών συντρέχουν λόγοι αποκλειστικότητας, οι οποίοι καθιστούν δυνατή την εκτέλεση των ειδικής, κατά τα ανωτέρω, φύσης εργασιών μόνο από αυτούς. 2). Με τη διακήρυξη του διαγωνισμού καθορίζεται το σύστημα υποβολής προσφορών των διαγωνιζομένων, μεταξύ αυτών που περιοριστικά απαριθμούνται στο άρθρο 4 του ν. 3669/2008. Η αναθέτουσα αρχή έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξει κάποιο από τα συστήματα ή και συνδυασμό αυτών υπό τις ειδικότερους περιορισμούς που τίθενται για κάθε ένα εξ αυτών. Σε ό,τι αφορά στο σύστημα που περιλαμβάνει την προσφορά ενιαίου ποσοστού έκπτωσης, αυτό δύναται να εφαρμοσθεί εφόσον συντρέχουν δύο σωρευτικώς απαιτούμενες προϋποθέσεις : α) η προμέτρηση των εργασιών του δημοπρατούμενου έργου είναι δύσκολη ή αδύνατη, γεγονός που δυνητικά συμβαίνει σε έργα συντηρήσεων, βελτιώσεων και ανακαινίσεων και β) ο προϋπολογισμός της Υπηρεσίας για το υπό εκτέλεση έργο δεν υπερβαίνει το όριο των 750.000 ευρώ, μέχρι του οποίου γίνονται δεκτές εργοληπτικές επιχειρήσεις πρώτης τάξεως του Μητρώου Εμπειρίας Εργοληπτικών Επιχειρήσεων. Εκ τούτων παρέπεται ότι το σύστημα του ενιαίου ποσοστού έκπτωσης επιφυλάσσεται μόνο για ειδικά έργα (όπου η προμέτρηση παρουσιάζει δυσχέρειες ή καθίσταται αδύνατη), μικρής προϋπολογιζόμενης αξίας, προκειμένου στα μεγάλα έργα να συντάσσονται ακριβείς κατά το δυνατόν προϋπολογισμοί, στηριζόμενοι σε αντίστοιχες μελέτες και να αποφεύγεται η υπερτιμολόγηση έργων και η μέσω αυτής παροχή δικαιώματος συμμετοχής σε εργοληπτικές επιχειρήσεις μεγαλύτερης τάξης. Ως εκ τούτου η (μη επιτρεπτή) επιλογή του συστήματος αυτού σε μεγάλα έργα, συνδεόμενη άμεσα με την παροχή δικαιώματος συμμετοχής σε εργοληπτικές επιχειρήσεις μεγαλύτερες της πρώτης τάξεως, συνιστά ουσιώδη νομική πλημμέλεια (Ε.Σ. 2708/2010) καθόσον προσβάλλει τις αρχές του ανταγωνισμού με την ειδικότερη μορφή της παραβίασης των κανόνων που διέπουν τη δυνατότητα συμμετοχής συγκεκριμένων εργοληπτικών επιχειρήσεων (μέχρι του ορίου της πρώτης τάξεως). Τέλος, με το νέο θεσμικό πλαίσιο (ν. 3669/2008), το οποίο τιτλοφορείται «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας κατασκευής δημόσιων έργων», η θέσπιση του συστήματος αυτού για έργα μέχρι του ορίου των 750.000 ευρώ (όπου γίνονται δεκτές εργοληπτικές επιχειρήσεις πρώτης τάξεως), καίτοι στο προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 6 Π.Δ/τος 609/1985 όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ/τος 218/1999) αναφέρονταν η τρίτη τάξη, ουδεμία ασκεί επιρροή, καθόσον πρόκειται περί νομοθετικών διατάξεων και επιλογών, οι οποίες θέτουν κανόνες δικαίου και όχι περί Προεδρικού Διατάγματος προκειμένου να δύναται να ερευνηθεί εάν οι νέες ρυθμίσεις κείνται εντός της οικείας εξουσιοδοτικής διατάξεως και της δεσμεύσεως που παράγεται από τον σκοπό της κωδικοποιήσεως. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι και υπό την ισχύ του π.δ/τος 609/1985, μετά την εφαρμογή του ν. 2940/2001, οι σχετικές διατάξεις ερμηνεύθηκαν ότι αφορούν σε μικρά έργα μέχρι του ποσού των 750.000 ευρώ, όπου δικαίωμα συμμετοχής έχουν εργοληπτικές επιχειρήσεις πρώτης τάξης (Πράξεις IV Τμήματος 8/2008, 141/2007, 89/2007). 3)Η παραλαβή και εξέταση των προσφορών σε ανοιχτή δημοπρασία δημοσίου έργου με προϋπολογισμό άνω του ανώτατου ορίο


ΕλΣυν.Τμ.6/6061/2015

Μίσθωση μηχανημάτων:Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας αποφάσεως, το Τμήμα άγεται στην κρίση ότι: A) Η επικαλούμενη από την αναθέτουσα αρχή διάταξη του άρθρου 79 του Κώδικα Κατασκευής Δημοσίων Έργων, περί αυτεπιστασίας, ουδεμία παρέχει δυνατότητα για τον χαρακτηρισμό της επίμαχης μισθώσεως ως δημοσίου έργου. Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου πρόκειται πράγματι να εκτελεστεί δημόσιο έργο και αυτό περιλαμβάνει εργασίες που εκτελούνται απολογιστικά, δηλαδή προϋποθέτει την κατάφαση περί του έργου και τη δυνατότητα εκτελέσεως ορισμένων εργασιών που είναι δύσκολο να τιμολογηθούν, απολογιστικά, σύμφωνα με το άρθρο 9, με προσφορά από τις συμμετέχουσες εργοληπτικές επιχειρήσεις ποσοστού 18% επί του συνόλου των δαπανών που πραγματοποιούνται για λογαριασμό του εργοδότη (προμήθεια υλικών, μισθωμάτων μηχανημάτων κ.λπ.)..(..)ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η επίμαχη μίσθωση προβλέπεται ως τύπος συμβάσεως (CPV) μεταξύ αυτών του Παραρτήματος Ι του π.δ. 60/2007 που αφορούν σε δημόσια έργα, εντούτοις, για τη μίσθωση του αναγκαίου εξοπλισμού για την εκτέλεση του ανωτέρω υποέργου με αυτεπιστασία, η αιτούσα έπρεπε να προσφύγει στη διαδικασία του ανοικτού διαγωνισμού επιλογής προμηθευτή και όχι αναδείξεως αναδόχου-εργολάβου δημοσίου έργου, διότι ανάδοχος είναι η ίδια, η οποία καλείται, δια της αρμόδιας τεχνικής υπηρεσίας της, να εκτελέσει το έργο.(..)Β) Ωστόσο, η αναδειχθείσα, με την προσβαλλόμενη πράξη, πλημμέλεια της μη δημοσίευσης της διακήρυξης στην Ε.Ε.Ε.Ε. δεν έπληξε, τελικά, ουσιωδώς τις αρχές της διαφάνειας και της ανάπτυξης ευρύτερου ανταγωνισμού, καθόσον στο διαγωνισμό, αναπτύχθηκε, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, επαρκής ανταγωνισμός, αφού προσήλθαν και κατέθεσαν προσφορές συνολικά δεκαεπτά (17) υποψήφιοι για τις πέντε ομάδες μηχανημάτων του διαγωνισμού, ενώ, τέλος, το συμφέρον της αναθέτουσας διασφαλίζεται επαρκώς, διότι, αφενός, οι ως άνω αναθέσεις έγιναν σε αναδόχους που προσέφεραν μηχανήματα σύμφωνα με τις ακριβείς τεχνικές προδιαγραφές της διακήρυξης και των συμβατικών τευχών, αφετέρου δε επετεύχθη το χαμηλότερο δυνατό συμβατικό τίμημα - περίπου 50% μειωμένο σε σχέση με την προϋπολογισθείσα δαπάνη - με τις άκρως ανταγωνιστικές οικονομικές προσφορές που υποβλήθηκαν κατά τη διαγωνιστική διαδικασία..). Συνεπώς, το Τμήμα κρίνει, σύμφωνα και με τα προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν κωλύεται η υπογραφή των ελεγχόμενων σχεδίων συμβάσεων κι, ως εκ τούτου, παρέλκει η εξέταση των λόγων περί συγγνωστής πλάνης και συνδρομής επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι, ούτως ή άλλως δεν οδηγούν αυτοτελώς, στην αποδοχή της νομιμότητας των συμβάσεων.      Για τους λόγους αυτούς....  Ανακαλεί την 11/2015 Πράξη της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό


ΕΣ/ΤΜ.ΜΕΙΖ-ΕΠΤΑΜ.ΣΥΝΘ/335/2018

ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ:ζητείται η αναθεώρηση της 2246/2017 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, απορριπτικής αίτησης της ήδη αιτούσας Περιφέρειας…., για ανάκληση της 367/2017 πράξης του Ε΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου​Με τα δεδομένα αυτά, το Τμήμα κρίνει ότι συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις σύναψης της επίμαχης συμπληρωματικής σύμβασης. Και τούτο, διότι : α) η ανάγκη χρήσης της μεθόδου «δονητικής διείσδυσης» πράγματι ανέκυψε σε μεταγενέστερο της αρχικής μελέτης στάδιο, οφειλόμενη σε περιστάσεις που δεν ήταν δυνατό να προβλεφθούν, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από 30.10.2017 έγγραφο της ΔΕΔΔΗΕ Βόλου. Επιπλέον, η  άρνηση πληροφόρησης σχετικά με το ακριβές σημείο διέλευσης του αγωγού της Π.Α., αποτελεί απρόβλεπτο γεγονός, διότι, ήταν μεν δυνατό η  Αναθέτουσα Αρχή να γνωρίζει ότι το δίκτυο αυτό έχει χαρακτηρισθεί απόρρητο και διέρχεται της περιοχής, δικαιολογουμένης, ως εκ τούτου, της μη παροχής στοιχείων κατά το στάδιο της σύνταξης της μελέτης και του διαγωνισμού, όπου η σχετική διακήρυξη λαμβάνει ευρεία δημοσιότητα, δεν μπορούσε, όμως, κατά την κοινή πείρα, η Αναθέτουσα Αρχή να προβλέψει, όπως βάσιμα προβάλλει η αιτούσα Περιφέρεια, και το γεγονός ότι κατά την εκτέλεση του έργου δεν θα παρέχονταν στον Ανάδοχο οι πληροφορίες σχετικά με την ακριβή διέλευση του δικτύου, οι οποίες μάλιστα, ενόψει του κινδύνου ατυχήματος λόγω ζημιάς στον αγωγό καυσίμων (εύφλεκτων υγρών), άπτονται της γενικότερης ασφάλειας της περιοχής και του έργου και κρίνονται απολύτως απαραίτητες για την εκτέλεσή του. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο 7645/31.10.2017 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας ....-...., η αύξηση του κυκλοφοριακού φόρτου της Π.Ε.Ο. Λάρισας – Βόλου, οφειλόμενη στην αύξηση του τέλους διοδίων της Νέας Εθνικής Οδού σε συνδυασμό με την οικονομική δυσχέρεια των πολιτών, ένεκα της οικονομικής κρίσης, αποτελεί απρόβλεπτη περίσταση που δεν επιτρέπει την εκτροπή της κυκλοφορίας σε μια λωρίδα, προκειμένου να εκτελεσθούν οι επίμαχες εργασίες κατά τον προβλεπόμενο στη μελέτη τρόπο. Τέλος, όπως βασίμως προβάλλεται, η πρόβλεψη της μελέτης για τη διενέργεια των έργων με τις τάφρους και τον ταμιευτήρα της λίμνης στεγνά, αφορούσε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εκτέλεσης των εργασιών, ήτοι έως το χειμώνα του 2011, κατά το οποίο πράγματι ούτε οι τάφροι χρησιμοποιήθηκαν, όπως προκύπτει από το προσκομισθέν φωτογραφικό υλικό και την από 29.7.2010 σύμβαση «Καθαρισμός τάφρων 7Τ- 2Τ και συμπληρωματικά έργα επαναδημιουργίας λίμνης Κάρλας» με χρόνο περαίωσης ενός έτους, ούτε η λίμνη υδροδοτήθηκε. Ωστόσο, η παράταση του αρχικώς προβλεφθέντος χρόνου περαίωσης των εργασιών λόγω έλλειψης χρηματοδότησης και η εφεξής χρήση των τάφρων για αρδευτικούς σκοπούς και για σκοπούς πλήρωσης του ταμιευτήρα της λίμνης, δεν ήταν δυνατό να προβλεφθούν κατά το χρόνο σύνταξης της μελέτης, η οποία, κατά την κοινή πείρα, εκπονείται βάσει δεδομένων που παραμένουν αμετάβλητα για συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα, β) κατά την κοινή πείρα τα φαινόμενα κλοπών υλικών από χαλκό σε εκτελούμενα δημόσια έργα έχουν πράγματι ενταθεί σημαντικά κατά τα τελευταία έτη, όπως βασίμως επικαλείται η αιτούσα, λαμβανομένου δε υπόψη τόσο της ιδιαίτερα μεγάλης έκτασης του επίμαχου έργου όσο και του γεγονότος ότι η περιοχή εκτέλεσής του ευρίσκεται εκτός του αστικού ιστού, η επαρκής φύλαξή του καθίσταται αδύνατη, με αποτέλεσμα την επέκταση των κρουσμάτων κλοπών των μεταλλικών καλυμμάτων και των διαρρήξεων των αντλιοστασίων. Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί, σύμφωνα με τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, κατά την εκπόνηση της μελέτης, η οποία, κατά το χρόνο σύνταξής της, υπήρξε ως προς τούτο πλήρης και ακριβής. Επομένως, τα εν λόγω απρόβλεπτα περιστατικά, τα οποία ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο της μελέτης και δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα της Αναθέτουσας Αρχής, κατέστησαν αναγκαίες τις προκείμενες συμπληρωματικές εργασίες, οι οποίες νομίμως, ως εκ τούτου, ανατέθηκαν με την ελεγχόμενη συμπληρωματική σύμβαση, γ) οι ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες, όπως βασίμως προβάλλεται, κρίνονται απολύτως απαραίτητες για την άρτια ολοκλήρωση της κατασκευής του έργου. Και τούτο, διότι, πέραν της ανάγκης αποτροπής των κρουσμάτων κλοπών υλικών, αν δεν συμπεριληφθούν στην επίμαχη συμπληρωτική σύμβαση, θα απαιτηθεί να επαναληφθούν οι ίδιες εργασίες, όπως εκσκαφές, παράλληλα κ.λπ., επιχώσεις από άλλο εργολάβο, με δυσμενείς συνέπειες για την ομαλή εξέλιξη της επίδικης εργολαβίας, η οποία έχει καθυστερήσει υπέρμετρα ενώ, αντιθέτως, με την εκτέλεση της υπό κρίση συμπληρωματικής σύμβασης, θα συνεχιστεί απρόσκοπτα, αφού χρηματοδοτείται από το ΕΣΠΑ 2014-2020 και, συγκεκριμένα, από το Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης. Ειδικότερα, ο διαχωρισμός της κατασκευής των συστημάτων παρακολούθησης από την κύρια σύμβαση θα δημιουργούσε μείζονα προβλήματα τεχνικής και οικονομικής φύσεως στην Αναθέτουσα Αρχή, καθόσον οι απαραίτητες ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες συνεπάγονται εκτεταμένες επεμβάσεις στις κτιριακές εγκαταστάσεις και τα δίκτυα του έργου, τα δε συστήματα παρακολούθησης αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των εν λόγω εγκαταστάσεων και ουσιαστικά ενσωματώνονται σε αυτές. Επομένως, είναι τεχνικά προσφορότερο και οικονομικότερο να λάβουν χώρα όταν το έργο είναι υπό κατασκευή και όχι μετά την ολοκλήρωσή του. Συνακολούθως, εφόσον η δημιουργία συστημάτων παρακολούθησης, διαχείρισης και ασφάλειας του έργου νομίμως ανατίθεται με την ελεγχόμενη συμπληρωματική σύμβαση, νομίμως εντάσσονται στη σύμβαση αυτή και οι συναφείς μελέτες για την κατασκευή κέντρου ελέγχου για την ενοποίηση των εν λόγω επιμέρους συστημάτων παρακολούθησης – ελέγχου, διότι η απρόσκοπτη λειτουργία ενός τόσο μεγάλου έργου απαιτεί τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων, προκειμένου να συλλειτουργήσουν όλες οι δομές με ασφάλεια. Τούτο δε μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με την κατασκευή του κέντρου ελέγχου για την ενοποίηση όλων των επιμέρους συστημάτων παρακολούθησης-ελέγχου, για τις ανάγκες τροφοδοσίας του ταμιευτήρα, της μεταφοράς του νερού από τη λίμνη στα αντλιοστάσια και της διανομής του στις ζώνες άρδευσης της περιοχής, τέλος, δ) εν προκειμένω, δεν νοείται η τυχόν κάλυψη της δαπάνης αύξησης των τιμών μετασχηματιστών, αεροφυλακίων και αντλητικών συγκροτημάτων από το κονδύλι των απροβλέπτων, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 250.633,73 ευρώ και αντιστοιχεί σε ποσοστό 9% του υπολοίπου φυσικού αντικειμένου κατασκευής του έργου, διότι η δαπάνη των απροβλέπτων των 250.633,73 ευρώ απαιτείται για να καλύψει τις ανάγκες ή και αυξομειώσεις που θα δημιουργηθούν μέχρι την ολοκλήρωση του έργου, σε αντίθετη δε περίπτωση, ήτοι της κάλυψης της ως άνω δαπάνης από τα απρόβλεπτα,  ακύρωνεται αυτός τούτος ο σκοπός του κονδυλίου των απροβλέπτων.Αναθεωρεί την 2246/2017 απόφαση του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.​Ανακαλεί την 367/2017 πράξη του Ε΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου&