×
register
Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

Αριθμός Πρωτοκόλλου: ΝΣΚ/179/2007

Θέμα:

Νομιμότητα ή μη συμβατικού όρου «ρήτρας» τεχνικών προδιαγραφών και συμβάσεως που θα συναφθεί μεταξύ Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως και επιχειρήσεως παροχής υπηρεσιών ταχυδρομείου.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
Η Διοίκηση δύναται νομίμως να περιλάβει στις τεχνικές προδιαγραφές και στη σύμβαση που θα συναφθεί μεταξύ του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως και της επιχειρήσεως παροχής υπηρεσιών ταχυδρομείου, που θα επιλεγεί για την αποστολή των δικαιολογητικών από τις υπηρεσίες παραλαβής στη Διεύθυνση Διαβατηρίων και του διαβατηρίου στον ενδιαφερόμενο, η παρακάτω ρήτρα «Σε περίπτωση απώλειας, καταστροφής ή μη έγκαιρης παράδοσης δικαιολογητικών και διαβατηρίων εκ μέρους της αναδόχου εταιρίας και εφόσον με δικαστική απόφαση καταδικαστεί το Δημόσιο να καταβάλει αποζημίωση στο ζημιωθέντα ιδιώτη (για υλική ζημία, διαφυγόντα κέρδη, κ.λπ.), η Αναθέτουσα Αρχή έχει δικαίωμα αναγωγής σε βάρος της αναδόχου εταιρίας κατά τις περί αστικής ευθύνης διατάξεις».


Τύπος: ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ Ν.Σ.Κ.

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ:

Ιστορικό Κωδικοποιήσεων

Σχετικά Έγγραφα

ΝΣΚ/492/2005

Προϋποθέσεις υπό τις οποίες πλοία που δρομολογήθηκαν με συμβάσεις αναθέσεως δημοσίας υπηρεσίας, κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, θεωρούνται ως εκτελούντα δρομολόγια αγόνων γραμμών.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
Τα πλοία που δρομολογήθηκαν για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένης δρομολογιακής γραμμής με συμβάσεις αναθέσεως δημοσίας υπηρεσίας, οι οποίες έχουν συναφθεί κατά τη διαδικασία της παρ.5 του άρθρου ογδόου του Ν 2932/2001 (μειοδοτικός διαγωνισμός), θα αντιμετωπίζονται ως εκτελούντα δρομολόγια «αγόνων γραμμών», όπου ο όρος αυτός απαντάται στην εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία για θέματα στελεχώσεώς τους, εφόσον στην προκήρυξη, στην κατακύρωση και στις μετέπειτα υπογραφείσες συμβάσεις περιελήφθη και ο συγκεκριμένος όρος.


ΣτΕ/1662/2009

Πρόστιμο λόγω παραβάσεως όρων απόφασης Αρχής Προστασίας Δεδομένων στην Ελληνική Αστυνομία για την χρησιμοποίηση υπ αυτής συστήματος κλειστού κυκλώματος τηλεοράσεως, εγκατεστημένου στο οδικό δίκτυο του Νομού Αττικής, με σκοπό την διαχείριση της κυκλοφορίας των οχημάτων -. Καθ' ύλην αρμόδιος Υπουργός για την αμφισβήτηση της νομιμότητας διοικητικής κυρώσεως επιβληθείσης εις βάρος του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως είναι ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως. Μετά δε την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 205/2007 (Α' 231/19.9.2007), με το οποίο προβλέφθηκε η συγχώνευση των Υπουργείων Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Δημοσίας Τάξεως στο Υπουργείο Εσωτερικών, στη σχετική δίκη παρίσταται αρμοδίως ο Υπουργός Εσωτερικών. Εξ άλλου, το, κατά το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 2472/1997 (Α' 50), πρόστιμο, κατά του οποίου δεν προβλέπεται η άσκηση προσφυγής ουσίας ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καταλείπει διοικητικής φύσεως συνέπειες και επομένως, η νομιμότητα επιβολής του ελέγχεται ακυρωτικά από το Συμβούλιο της Επικρατείας και υπό την εκδοχή ότι κατά της πράξεως αυτής θα μπορούσε το Δημόσιο να ασκήσει ανακοπή του άρθρου 217 του ν. 2717/1999 (Α' 97). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 2472/1997 προκύπτει ότι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα αποτελεί ανεξάρτητη διοικητική αρχή, τα μέλη της οποίας απολαύουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας, έχει δε χαρακτήρα συλλογικού διοικητικού οργάνου, το οποίο δεν υπόκειται μεν σε οποιονδήποτε διοικητικό έλεγχο, αλλά υπάγεται κατά κλάδο στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Οι αποφάσεις της Αρχής λαμβάνονται με πλειοψηφία τεσσάρων τουλάχιστον μελών της και με φανερή, κατ' αρχήν, ψηφοφορία, αποτελούν δε διοικητικές πράξεις. Τα σχετικά με τις συνεδριάσεις, τη λειτουργία, τις αποφάσεις της ως άνω Αρχής καθώς με το περιεχόμενο και τον τύπο των πράξεων αυτής ρυθμίζονται από τον ν. 2472/1997, τον κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντα υπ' αριθ 6/27.11.1997 Κανονισμό Λειτουργίας της Αρχής (Β' 1095) και ελλείψει ειδικών διατάξεων, από τον κυρωθέντα με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α' 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Κατά τον Ν. 2472/1997 η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα υποχρεούται να καταχωρεί στα πρακτικά της τις μειοψηφούσες γνώμες και επί φανερών ψηφοφοριών, τα ονόματα των μειοψηφούντων μελών της.


ΑΕΠΠ/348/2018

Με την Προδικαστική Προσφυγή, η αιτούσα ζητεί την ακύρωση της υπ’ αριθμ. 1677/08.03.2018 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του αναθέτοντος φορέα (ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΕΛΤΑ Α.Ε.), με την οποία εγκρίθηκε το Πρακτικό αξιολόγησης οικονομικών προσφορών και ανάδειξης προσωρινών αναδόχων για τον Διαγωνισμό με αντικείμενο την «Παροχή υπηρεσιών για τη μεταφορά των αποστολών – αντικειμένων της εταιρίας με χρήση φορτηγών δημοσίας χρήσης». Η προσφυγή επικαλείται πλημμέλειες στην αξιολόγηση, ισχυριζόμενη ότι η οικονομική προσφορά της αντιπάλου εταιρείας θα έπρεπε να είχε απορριφθεί λόγω υποβολής σε λάθος γραμμή του ΕΣΗΔΗΣ, παραβιάζοντας αρχές διαφάνειας και ισότητας. Το συνολικό προϋπολογιζόμενο ποσό της σύμβασης ανερχόταν σε 443.000,00€ πλέον ΦΠΑ.


ΔΕΚ/C-355/1998

Περίληψη 1 Στο πλαίσιο προσφυγής ασκουμένης βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης (νυν άρθρου 226 ΕΚ), η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιάζεται κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, οι δε μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. (βλ. σκέψη 22) 2 Ως παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της ελευθερίας εγκαταστάσεως, η προβλεπόμενη στο άρθρο 55, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης (νυν άρθρο 45, πρώτο εδάφιο, ΕΚ), εξαίρεση, σε συνδυασμό, ενδεχομένως, με το άρθρο 66 της Συνθήκης (νυν άρθρο 55 ΕΚ), πρέπει να περιορίζεται στις δραστηριότητες οι οποίες συνιστούν αυτές καθεαυτές, άμεση και συγκεκριμένη συμμετοχή στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας. Τούτο δεν ισχύει στην περίπτωση της δραστηριότητας των επιχειρήσεων φυλάξεως ή ασφαλείας και των εσωτερικών υπηρεσιών φυλάξεως. (βλ. σκέψεις 24-26) 3 Υποχρεώνοντας μια επιχείρηση φυλάξεως να έχει την έδρα εκμεταλλεύσεως στο εθνικό έδαφος, καθιστώντας έτσι αδύνατη την παροχή στο έδαφος αυτό υπηρεσιών από επιχειρήσεις εγκατεστημένες εντός άλλων κρατών μελών, ένα κράτος μέλος παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 59 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ). Μια τέτοια απαίτηση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από λόγους δημοσίας τάξεως και δημοσίας ασφαλείας. Συγκεκριμένα, η ευχέρεια των κρατών μελών να περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών για τους προαναφερθέντες λόγους δεν αποσκοπεί στον αποκλεισμό οικονομικών τομέων, όπως αυτός της ιδιωτικής ασφαλείας, από την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας, όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, αλλά αποβλέπει στην παροχή της δυνατότητας στα κράτη μέλη να απαγορεύουν την πρόσβαση ή τη διαμονή στο έδαφός τους σε πρόσωπα των οποίων η πρόσβαση ή η διαμονή στα εδάφη αυτά θα συνιστούσε, αυτή καθεαυτή, κίνδυνο για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία. (βλ. σκέψεις 27-29, 41 και διατακτ.) 4 Συνιστά περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων ένας κανόνας εθνικού δικαίου βάσει του οποίου τα διευθυντικά στελέχη και το προσωπικό των επιχειρήσεων φυλάξεως και των εσωτερικών υπηρεσιών φυλάξεως, εξαιρουμένου του προσωπικού που ασκεί καθήκοντα διοικητικά και υλικοτεχνικής υποστήριξης, πρέπει να διαμένουν στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο οι επιχειρήσεις αυτές είναι εγκατεστημένες. Η ως άνω προϋπόθεση περί διαμονής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη ελέγχου του παρελθόντος και της συμπεριφοράς των εν λόγω προσώπων. Συγκεκριμένα, η ανάγκη συλλογής των σχετικών στοιχείων μπορεί να ικανοποιηθεί με λιγότερο περιοριστικά της ελεύθερης κυκλοφορίας μέσα, ενδεχομένως με συνεργασία μεταξύ των αρχών των κρατών μελών. Επιπλέον, μπορούν να διενεργούνται έλεγχοι και να επιβάλλονται κυρώσεις κατά κάθε επιχειρήσεως εγκατεστημένης εντός κράτους μέλους, ανεξαρτήτως του τόπου διαμονής των διευθυντικών στελεχών της. (βλ. σκέψεις 31-34, 41 και διατακτ.) 5 Η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ως θεμελιώδης αρχή της Συνθήκης, μπορεί να περιοριστεί μόνον από ρυθμίσεις δικαιολογούμενες από το γενικό συμφέρον και εφαρμοζόμενες σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητα επί του εδάφους του κράτους μέλους που είναι αποδέκτης της παροχής, στον βαθμό που το συμφέρον αυτό δεν διασφαλίζεται από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται ο παρέχων τις υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος. (βλ. σκέψη 37) 6 Συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών ένας εθνικός κανόνας δικαίου βάσει του οποίου κάθε υπάλληλος επιχειρήσεως φυλάξεως ή εσωτερικής υπηρεσίας φυλάξεως πρέπει να είναι κάτοχος δελτίου ταυτότητας εκδοθέντος σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Συγκεκριμένα, οι διατυπώσεις που συνεπάγεται η κατοχή ενός τέτοιου δελτίου ταυτότητας μπορούν να καταστήσουν επαχθέστερη την παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών. Περαιτέρω, δεδομένου ότι ο παρέχων υπηρεσίες, ο οποίος μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος, πρέπει να είναι κάτοχος δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου, η απαίτηση προσθέτου εγγράφου ταυτότητας είναι δυσανάλογη σε σχέση με την ανάγκη διασφαλίσεως του προσδιορισμού της ταυτότητας των εν λόγω προσώπων. (βλ. σκέψεις 39-41 και διατακτ.)


ΝΣΚ/133/2016

Δυνατότητα αναδρομικού καταλογισμού τέλους χαρτοσήμου για καταρτισθείσες συμβάσεις παραχωρήσεως της χρήσεως επενδυτικών αγαθών και συναφή ζητήματα. 1. Η επιβολή τέλους χαρτοσήμου (και κοινωνικής εισφοράς υπέρ ΟΓΑ), ως και προσθέτου φόρου προστίμου, ειδικώς και μόνον για τις συμβάσεις χρησιδανείου, περί των οποίων η υπ’ αριθμ. 79/2014 γνωμοδότηση του ΝΣΚ, που έχουν συναφθεί πριν από την ημερομηνία εκδόσεως (27-10-2010) της υπ’ αριθμ. 3529/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικράτειας, δεν είναι επιτρεπτή για το προ της εκδόσεως αυτής χρονικό διάστημα, εφόσον η φορολογική διοίκηση ήθελε κρίνει ότι η μη καταβολή των ως άνω επιβαρύνσεων οφείλεται στο γεγονός ότι οι υπόχρεοι συμμορφώθηκαν καλοπίστως προς την υπ’ αριθμ. ΠΟΛ 1184/1995 εγκύκλιο, και ότι η αναδρομική αυτή επιβάρυνση θα μπορούσε, ενόψει των συντρεχουσών σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συνθηκών, να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την οικονομική σταθερότητα της επιχειρήσεως (πλειοψηφία). 2. Η μεταβολή των απόψεων της διοικήσεως, έστω και αν έχει ως έρεισμα την απόφαση του ΣτΕ ή και τη γνωμοδότηση ΝΣΚ, δεν παρέχει στην φορολογική αρχή δικαίωμα να προβεί, μέσω της διαδικασίας οποιουδήποτε επανελέγχου, στην επιβολή τελών χαρτοσήμου κλπ σε υποθέσεις που είχαν περαιωθεί με οποιονδήποτε τρόπο και σε οποιονδήποτε χρόνο, διότι η απόφαση του ΣτΕ και η γνωμοδότηση του ΝΣΚ δεν συγκροτούν συμπληρωματικά στοιχεία για την ανατροπή φορολογικών εγγραφών που οριστικοποιήθηκαν. Συνακολούθως προς ταύτα, και στα τρία σκέλη του τρίτου ερωτήματος αρμόζει αρνητική απάντηση (ομοφώνως).


ΔΕΚ/C-91/2008

1) Όταν τροποποιήσεις διατάξεων συμβάσεως για την παραχώρηση υπηρεσιών φέρουν ουσιωδώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνα που δικαιολόγησαν την αρχική ανάθεση της συμβάσεως παραχωρήσεως και υποδηλώνουν, κατά συνέπεια, τη βούληση των συμβαλλομένων να αναδιαπραγματευθούν τους ουσιώδεις όρους της συμβάσεως αυτής, θα πρέπει να λαμβάνεται, σύμφωνα με την εσωτερική έννομη τάξη του οικείου κράτους μέλους, κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου να αποκατασταθεί η διαφάνεια στη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης μιας νέας διαδικασίας αναθέσεως. Η νέα διαδικασία αναθέσεως θα πρέπει, ενδεχομένως, να οργανωθεί κατά τρόπο προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες της κρίσιμης παραχωρήσεως υπηρεσιών και να επιτρέπει σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη να έχουν πρόσβαση σε κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τη συγκεκριμένη παραχώρηση, πριν αυτή ανατεθεί. 2) Όταν παραχωρησιούχος επιχείρηση συνάπτει σύμβαση σχετικά με υπηρεσίες εμπίπτουσες στο πεδίο παραχωρήσεως που της ανατέθηκε από οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, δεν εφαρμόζονται η απορρέουσα από τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ υποχρέωση διαφάνειας καθώς και οι αρχές ίσης μεταχειρίσεως και απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, εφόσον η επιχείρηση αυτή: – ιδρύθηκε από τον οργανισμό αυτό τοπικής αυτοδιοίκησης με σκοπό τη διάθεση αποβλήτων και τον καθαρισμό των οδών, δραστηριοποιείται όμως επίσης στην ελεύθερη αγορά, – ανήκει κατά ποσοστό 51 % στον εν λόγω οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, οι σχετικές όμως με τη διαχείριση αποφάσεις μπορούν να λαμβάνονται μόνον με πλειοψηφία τριών τετάρτων της γενικής συνελεύσεως της επιχειρήσεως αυτής, – έχει μόνον το ένα τέταρτο των μελών του εποπτικού συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου αυτού, που διορίζονται από τον ίδιο ως άνω οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, και – πραγματοποιεί πλέον του ημίσεος του κύκλου εργασιών της από αμφοτεροβαρείς συμβάσεις με αντικείμενο τη διάθεση αποβλήτων και τον καθαρισμό των οδών εντός των διοικητικών ορίων του εν λόγω οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως, οι δε εργασίες χρηματοδοτούνται από τον οργανισμό αυτό με πόρους προερχόμενους από τα δημοτικά τέλη που καταβάλλουν οι πολίτες του. 3) Οι κατοχυρωμένες στα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, καθώς και η εξ αυτών απορρέουσα υποχρέωση διαφάνειας δεν επιβάλλουν στις δημόσιες αρχές να καταγγέλλουν σύμβαση, ούτε στα εθνικά δικαστήρια να λαμβάνουν μέτρα σε κάθε περίπτωση προβαλλόμενης αθετήσεως της υποχρεώσεως αυτής κατά τη διαδικασία παραχωρήσεως υπηρεσιών. Εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη να ρυθμίσει τα μέσα έννομης προστασίας προς προάσπιση των δικαιωμάτων που συνεπάγεται για τους πολίτες η εν λόγω υποχρέωση, κατά τέτοιο τρόπο ώστε τα μέσα αυτά να μην είναι λιγότερο ευνοϊκά από παρόμοιες διαδικασίες εσωτερικής έννομης τάξεως, ούτε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών. Η υποχρέωση διαφάνειας απορρέει άμεσα από τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, τα οποία παράγουν άμεσα αποτελέσματα στις εσωτερικές έννομες τάξεις των κρατών μελών και υπερέχουν κάθε αντίθετης διατάξεως του εθνικού δικαίου.


ΝΣΚ/429/2008

Τύχη κατατεθέντων παραβόλων συμμετοχής σε διαγωνισμό (του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης <Ε.Σ.Ρ.> και γενικότερα άλλων υπηρεσιών), σε περίπτωση μη πραγματοποιήσεως αυτού. Έναρξη χρόνου παραγραφής της αξιώσεως.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
α) Με την ακύρωση του προκηρυχθέντος διαγωνισμού του Ε.Σ.Ρ., θεωρείται το κατατεθέν υπό της επιδιώξασας να συμμετάσχει στη διαδικασία εταιρείας παράβολο, ως μη χρησιμοποιηθέν και, επομένως, γεννάται υποχρέωση του Δημοσίου προς επιστροφή του στην δικαιούχο, λόγω του ακυρωτικού αποτελέσματος και της επιβαλλομένης από το δίκαιο αποκαταστάσεως των πραγμάτων στη θέση προ της εκδόσεως της ακυρωθείσας πράξεως, αλλά και κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως καταβληθέν για αιτία επιγενομένως μη νόμιμη, αλλιώς αχρεώστητη, εν πάση δε περιπτώσει μη επακολουθήσασα (άρθρο 904 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 50 παρ.1 του ΠΔ 18/1989, 1 του Ν 3068/2002 και 105 παρ.1 του ΠΔ 16/1989). β) Το εκ της αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας εκπορευόμενο ακυρωτικό αποτέλεσμα κατέστησε, επιγενομένως, μη νόμιμη την είσπραξη του ποσού του κατατεθέντος παραβόλου και, εκ του λόγου τούτου η ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως αυτής αποτελεί την αφετηρία της τριετούς παραγραφής της παρ.2 του άρθρου 90 του Ν 2362/1995, σύμφωνα με το άρθρο 251 ΑΚ, καθόσον έκτοτε, κατέστη γεγεννημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη η σχετική αξίωση. γ) Τα καταβληθέντα σε Δ.Ο.Υ. ποσά παραβόλων, βάσει ειδικών διατάξεων, αρμοδιότητας άλλων δημοσίων υπηρεσιών και υπηρεσιών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εφόσον δεν υπάρχουν, αντιστοίχως, ειδικές διατάξεις προβλέπουσες τη μη επιστροφή τους, ούτε από το γενικότερο πνεύμα της οικείας νομοθεσίας προκύπτει η επιδοκιμασία της εννόμου τάξεως για διατήρηση του πλουτισμού, σε περίπτωση μη χρήσης τους, επιστρέφονται στους δικαιούχους από τις Δ.Ο.Υ. που τα εισέπραξαν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 ΑΚ και 105 παρ.1 του ΠΔ 16/1989. Για κάθε μια περίπτωση, θα πρέπει να ερευνάται από την υπηρεσία ο χρόνος ενάρξεως της παραγραφής της παρ.2 του άρθρου 90 του Ν 2362/1995, επί επιγενομένων λόγων, με βάση στοιχεία (δικαστικές αποφάσεις, δημόσια έγγραφα, όπως η πράξη της δημοσίας αρχής που βεβαιώνει την μη χρησιμοποίηση του παραβόλου και γενικώς έγγραφα που φέρουν βεβαία χρονολογία), που αποδεικνύουν πλήρως την αναίρεση, κατά νόμο, της αιτίας γενόμενης καταβολής, δια των παραβόλων, οποιουδήποτε χρηματικού ποσού.


ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.4/143/2018

Παροχής υπηρεσιών λογιστικής υποστήριξης: Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις σκέψεις που προηγήθηκαν και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η επίμαχη, από 1.2.2018 σύμβαση δεν συνιστά νόμιμη παράταση της Φ.011/1.6.2016 συμβάσεως, αλλά μη νόμιμη απευθείας ανάθεση ομοίων εργασιών για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (1.2.2018 έως 31.7.2018) σε σχέση με το χρονικό διάστημα που αφορούσε η Φ.011/1.6.2016 σύμβαση, αφού είχε εξαντληθεί ο χρόνος νόμιμης παράτασης αυτής σύμφωνα με την προαναφερθείσα Φ.11/21.3.2016 διακήρυξη, το Κλιμάκιο κρίνει ότι οι επίμαχες εργασίες λογιστικής υποστήριξης συνιστούν συνήθεις λογιστικές εργασίες, που εμπίπτουν στα καθήκοντα των υπαλλήλων του Τμήματος Οικονομικού της Διοικητικής – Οικονομικής Υπηρεσίας του Noσοκομείου. (..)Ειδικότερα, το ήδη υπηρετούν προσωπικό κλάδου ΠΕ και ΤΕ του Νοσοκομείου, που διαθέτει κατάλληλα προσόντα για την εκτέλεση των επίμαχων εργασιών λογιστικής υποστήριξης, καλύπτει το, κατά την οικεία νομοθεσία, απαιτούμενο για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών από τρίτο ιδιώτη, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η στελέχωση του Οικονομικού Τμήματος του Νοσοκομείου με άτομα που διαθέτουν τα κατάλληλα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα για την εκτέλεση του συνόλου των αρμοδιοτήτων του εν λόγω Τμήματος αποτελεί ευθύνη και υποχρέωση των αρμοδίων οργάνων του. Αλυσιτελώς, εξάλλου, προβάλλεται από το Νοσοκομείο ότι δεν υπηρετεί σε αυτό υπάλληλος που να κατέχει άδεια Λογιστή-Φοροτεχνικού Α΄ Τάξεως, καθώς επίσης και ότι οι υπάλληλοί του που κατέχουν τίτλους σπουδών σχολών οικονομικής κατευθύνσεως, δεν έχουν γνώσεις αναλυτικής λογιστικής. Τούτο, δε, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην σκέψη ΙΙ.Γ., κατά την έννοια των διατάξεων της παρ. 8 της Κ.Υ.Α. 62008/ΕΓΔΕΚΟ 1992/30.12.2008, ερμηνευομένων σε συνδυασμό με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως και της οικονομικότητας, δεν αρκεί μόνο η βεβαίωση του Νοσοκομείου ότι δεν υπηρετεί σε αυτό υπάλληλος με το ανωτέρω τυπικό προσόν, αφού το Νοσοκομείο έχει αυξημένη υποχρέωση να διερευνήσει με κάθε πρόσφορο τρόπο τη δυνατότητα καλύψεως των αναγκών του με ίδια μέσα. Στην προκειμένη, δε, περίπτωση, το Γενικό Νοσοκομείο ..... ..... «…»διαθέτει επαρκή αριθμό πτυχιούχων Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. Οικονομικής κατευθύνσεως, ήτοι υπαλλήλων που διαθέτουν τίτλους σπουδών όμοιους με αυτούς που απαιτούνται από τις κείμενες διατάξεις για τα άτομα που στελεχώνουν την ομάδα του αναδόχου, όταν οι σχετικές εργασίες ανατίθενται σε τρίτο ιδιώτη. Όφειλε, συνεπώς, το Νοσοκομείο να ενεργήσει με κάθε πρόσφορο μέσο για την θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση του προσωπικού του και για την απόκτηση από τους υπαλλήλους του των αναγκαίων προσόντων, ώστε η εκτέλεση του συνόλου των απαιτούμενων εργασιών λογιστικής υποστήριξης να γίνεται με ίδια μέσα. Εξάλλου, η θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση των εν λόγω υπαλλήλων, περιλαμβάνεται ρητώς μεταξύ των υποχρεώσεων του ιδιώτη τρίτου, στον οποίο ανατίθενται οι εργασίες αυτές, σύμφωνα με την παράγραφο 2δ΄ της Κ.Υ.Α. 62008/ΕΓΔΕΚΟ 1992/30.12.2008 (βλ. σχετ. και τους προαναφερόμενους όρους της Φ.011/1.6.2016 συμβάσεως). Δοθέντος, δε, ότι κατά τα γνωστά στο Κλιμάκιο (βλ. την 21/2014 Πράξη του Κλιμακίου τούτου, με την οποία κρίθηκε για τους ίδιους λόγους μη νόμιμη η δαπάνη, η οποία αφορούσε στην καταβολή στην φερόμενη ως δικαιούχο εταιρεία «…..» της αμοιβής της για την παροχή ομοίων υπηρεσιών κατά τo έτος 2011), οι εν λόγω εργασίες ανατίθενται συστηματικώς σε ιδιώτη ανάδοχο τουλάχιστον από το έτος 2011, ήδη, μετά την παρέλευση επτά (7) περίπου ετών, το προσωπικό του Νοσοκομείου θα μπορούσε πλέον να είναι σε θέση να εκτελεί τις εργασίες αυτές, χωρίς να είναι αναγκαία η προσφυγή σε τρίτο ανάδοχο. Άλλωστε, η υποχρέωση για την εφαρμογή του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου δεν είναι χρονικά πρόσφατη και, ως εκ τούτου, έκτακτη και δυνάμενη να δημιουργήσει αντικειμενική δυσχέρεια εξεύρεσης λύσης, αλλά εκκινεί προοδευτικά από το έτος 2003 (βλ. άρθρο 3 π.δ/τος 146/2003). Επομένως, το Νοσοκομείο όφειλε και μπορούσε να έχει επιτύχει, ήδη προ του έτους 2018, την επίλυση του σχετικού προβλήματος, λαμβάνοντας μέριμνα για την εκπαίδευση των υπαλλήλων του και την απόκτηση από αυτούς των αναγκαίων προσόντων για την εκτέλεση των ανατεθεισών υπηρεσιών. Περαιτέρω, δοθέντος ότι επαρκής αριθμός υπαλλήλων του Νοσοκομείου πληροί τις προϋποθέσεις για την απόκτηση της επαγγελματικής ταυτότητας Λογιστή – Φοροτεχνικού Β΄ τάξεως, δεν δικαιολογείται η μη συμμετοχή τους στην ομάδα έργου της αναδόχου εταιρείας, με αντίστοιχη περικοπή της αμοιβής της (βλ. σχετ. την παρ. 8 της Κ.Υ.Α. 62008/ΕΓΔΕΚΟ 1992/30.12.2008, σκ. ΙΙ.Β. και ΙΙ.Γ.). Κατόπιν τούτων, αλυσιτελώς προβάλλεται από το Νοσοκομείο ότι στο παρελθόν είχε προβεί σε ενέργειες για την πρόσληψη ενός υπαλλήλου που να κατέχει άδεια Λογιστή-Φοροτεχνικού Α΄ Τάξεως, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ως ειδικού επιστημονικού προσωπικού, καθώς τυχόν τέτοια προσπάθεια εκ μέρους του Νοσοκομείου, δεν αναιρεί την υποχρέωση του ιδίου και των υπαλλήλων του να προβούν στις προαναφερόμενες ενέργειες για την παροχή των επίμαχων υπηρεσιών λογιστικής υποστήριξης με ίδια μέσα. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος διαφωνίας της Επιτρόπου είναι βάσιμος. Τέλος, αβασίμως προβάλλεται από το Νοσοκομείο ότι η επίμαχη δαπάνη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της νομιμοποιητικής διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 4332/2015, όπως ισχύει, καθώς για την παροχή των επίμαχων υπηρεσιών έχει συναφθεί η από 1.2.2018 σύμβαση, ενώ υφίστανται και προηγούμενες συμβάσεις με όμοιο αντικείμενο (βλ. Ε.Σ. Πρ. IV Τμ. 91, 92, 93/2015 κ.α.). Επίσης, όπως βασίμως  επισημαίνεται από την Επίτροπο, η ανωτέρω δαπάνη δεν εμπίπτει ούτε και στο πεδίο εφαρμογής της νομιμοποιητικής διατάξεως του άρθρου 38 του ν. 4461/2017 (ΦΕΚ Α΄ 38), καθώς η διάταξη αυτή τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε περίπτωση που οι επίμαχες υπηρεσίες έχουν παρασχεθεί εντός του χρονικού διαστήματος από 1.1.2015 έως 28.3.2017 (ημερομηνία έναρξης της ισχύος του ν. 4461/2017, σύμφωνα με το άρθρο 110 του νόμου αυτού, βλ. Ελ.Συν. IV Tμ. Πρ. 38/2017), προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού οι επίμαχες υπηρεσίες παρασχέθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2018 έως 31.7.2018.