Ο.3014/2026
Τύπος: ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ-ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ-ΠΟΛ
Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων 11, 15, 16, 17, 18, 19, 20 και 22 του ν. 5293/2026 «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη» (Φ.Ε.Κ. Α’ 57/07.04.2026
ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΡΕΧΟΝΤΟΣ ΕΓΓΡΑΦΟΥ : 1Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΔΙΔΑΔ/Φ.69/282/οικ.8587/2026
Ν.5293/2026 – Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη (Α’ 57) - Ψηφιακή ενημέρωση για ωράρια δημοσίων φορέων ΑΔΑ: Ρ6ΓΨ46ΜΤΛ6-5ΨΤ
Ν.5293/2026
Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη.
ΣτΠ/22090/2026
Σχέδιο νόμου του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και Υπουργού Επικρατείας με τίτλο: «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη»
ΔΕφΑθ/1646/2021
Παροχή υπηρεσιών Φύλαξης στις εγκαταστάσεις του ... Αθηνών (....) στο ... και στην ... για ένα (1) έτος»(....)Η προαναφερόμενη ειδικότερη κρίση της προσβαλλόμενης, η οποία αφορά στον τρόπο υπολογισμού του κόστους αντικατάστασης τακτικού υπαλλήλου, που αποτελεί την αιτιολογία για την μη αποδοχή της προσφοράς της αιτούσας, λόγω σφάλματος που επηρεάζει το ελάχιστο εργατικό κόστος, δεν είναι νόμιμη. Και τούτο διότι από ειδικότερη διάταξη της διακήρυξης (με ρήτρα αποκλεισμού της προσφοράς) και των παραρτημάτων αυτής, καθώς και της παρατεθείσας εργατικής νομοθεσίας, δεν προβλέπει ρητώς τον τρόπο και τη βάση με την οποία θα πρέπει να υπολογισθεί το ιδιαίτερο αυτό κόστος άδειας αντικαταστάτη, ούτε και με πιο τρόπο θα πρέπει τα επιμέρους αυτά στοιχεία να εμφανισθούν κατά την υποβολή της προσφοράς. Συνεπώς, η διαφορετική αποτύπωση επιμέρους στοιχείων του εργατικού κόστους και ειδικότερα, του υπολογισμού της κανονικής αδείας αντικαταστάτη, εκ μέρους της αιτούσας δεν αποτελεί ουσιώδες σφάλμα στη διαμόρφωση της οικείας οικονομικής προσφοράς και δεν επηρεάζει καταλυτικά την ορθότητα της προσφοράς της, ώστε να καταστήσει αυτήν απαράδεκτη και απορριπτέα λόγω μη κάλυψης των ελαχίστων ορίων εργατικού κόστους, όπως αορίστως και αντιφατικώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν αναφέρει ρητώς τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας και της διακήρυξης, που παραβιάσθηκαν, κατά τον βάσιμο ισχυρισμό της αιτούσας. Εξάλλου, η βάση υπολογισμού των ημερών αδείας εκ μέρους της αιτούσας είναι οι 22 ημέρες, υπολογισμό που δέχεται η προσβαλλόμενη .... Επομένως, δεν παραβιάζονται ούτε οι αρχές της τυπικότητας, της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας, όπως εσφαλμένα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακυρώνει την 1530/2020 απόφαση της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (Α.Ε.Π.Π.), κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό.
ΔΕΚ/C-503/2004
Περίληψη της αποφάσεως 1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνεται η παράβαση — Μη τήρηση της υποχρεώσεως εκτελέσεως αποφάσεως — Χρηματοοικονομικές κυρώσεις (Άρθρο 228 § 2 EΚ) 2. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων — Οδηγία 89/665 (Άρθρο 226 EΚ και 228 EΚ• οδηγία 89/665 του Συμβουλίου, άρθρο 3) 3. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων — Οδηγία 89/665 (Άρθρο 226 EΚ και 228 EΚ• οδηγία 89/665 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 6, εδ. 2) 4. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημοσίων συμβάσεων — Οδηγία 92/50 (Άρθρο 226 EΚ• οδηγία 92/50 του Συμβουλίου) 5. Κράτη μέλη — Υποχρεώσεις — Παράβαση — Δικαιολογητικός λόγος αντλούμενος από την εσωτερική έννομη τάξη — Δεν επιτρέπεται (Άρθρο 226 EΚ) 1. Στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, η προσφυγή δεν είναι απαράδεκτη διότι η Επιτροπή δεν ζητεί πλέον την επιβολή χρηματικής ποινής. Πράγματι, εφόσον το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφασίζει την επιβολή χρηματοοικονομικής κυρώσεως, μη προταθείσας από την Επιτροπή, η προσφυγή δεν καθίσταται απαράδεκτη για το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή θεωρεί, σε κάποιο στάδιο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, ότι δεν τίθεται πλέον ζήτημα επιβολής χρηματικής ποινής. (βλ. σκέψεις 21-22) 2. Η ιδιαίτερη διαδικασία του άρθρου 3 της οδηγίας 89/665, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, δυνάμει της οποίας η Επιτροπή μπορεί να παρεμβαίνει σε κράτος μέλος εφόσον θεωρήσει ότι έχει διαπραχθεί σαφής και κατάφωρη παράβαση των κοινοτικών διατάξεων περί συμβάσεων του δημοσίου, αποτελεί προληπτικό μέτρο το οποίο δεν μπορεί ούτε να παρεκκλίνει από τις εκ του άρθρου 226 ΕΚ και 228 ΕΚ αρμοδιότητες της Επιτροπής ούτε να τις υποκαταστήσει. (βλ. σκέψη 23) 3. Μολονότι η διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 89/665, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρούν τα αποτελέσματα συμβάσεων συναφθεισών κατά παράβαση οδηγιών στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και προστατεύει, με τον τρόπο αυτό, τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των αντισυμβαλλομένων, δεν μπορεί όμως να έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η έναντι τρίτων συμπεριφορά της αναθέτουσας αρχής είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο ύστερα από τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων. Ωστόσο, μολονότι η διάταξη αυτή δεν επηρεάζει την εφαρμογή του άρθρου 226 ΕΚ, δεν επηρεάζει ούτε την εφαρμογή του άρθρου 228 ΕΚ, ειδάλλως συρρικνώνεται το περιεχόμενο των διατάξεων της Συνθήκης περί δημιουργίας της εσωτερικής αγοράς. Περαιτέρω, η διάταξη αυτή αφορά, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή της, την αποκατάσταση την οποία ο θιγείς από παράβαση διαπραχθείσα εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής μπορεί να επιτύχει από την αρχή αυτή. Ωστόσο, λόγω της εξειδίκευσής της, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διέπει και τη σχέση μεταξύ ενός κράτους μέλους και της Κοινότητας, σχέση η οποία εμπίπτει στο πλαίσιο των άρθρων 226 ΕΚ και 228 ΕΚ. (βλ. σκέψεις 33-35) 4. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι, σε περίπτωση λύσης της συναφθείσας κατά παράβαση της οδηγίας 92/50 σύμβασης, οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η αρχή pacta sunt servanda καθώς και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας μπορούν να αντιταχθούν στην αναθέτουσα αρχή από τον αντισυμβαλλόμενό της, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να τα επικαλεστεί για να δικαιολογήσει τη μη εκτέλεση αποφάσεως διαπιστώνουσας παράβαση βάσει του άρθρου 226 ΕΚ και, ως εκ τούτου, να απεκδύεται της ευθύνης που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο. (βλ. σκέψη 36) 5. Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο. (βλ. σκέψη 38)
ΔΕΚ/C-225/1998
Περίληψη 1. Σκοπός των κανόνων δημοσιότητας που προβλέπονται στην οδηγία 93/37, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, στους οποίους περιλαμβάνεται η δημοσίευση της προκηρύξεως προκαταρκτικής ενημερώσεως, είναι να ενημερωθούν εγκαίρως όλοι οι δυνάμει προσφέροντες σε κοινοτικό επίπεδο ως προς τα κύρια σημεία μιας συμβάσεως, προκειμένου να μπορέσουν να υποβάλουν την προσφορά τους εμπροθέσμως. Ο σκοπός αυτός υποδηλώνει ότι ο υποχρεωτικός ή όχι χαρακτήρας της προκηρύξεως προκαταρκτικής ενημερώσεως πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας σχετικά με τις προθεσμίες παραλαβής των προσφορών που υπέβαλαν οι προσφέροντες. Συναφώς, τα άρθρα 12, παράγραφος 1, και 13, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/37, που καθορίζουν, γενικώς, σε 52 ημέρες για τις ανοικτές διαδικασίες και 40 ημέρες για τις κλειστές, αντιστοίχως, τις συνήθεις προθεσμίες παραλαβής των προσφορών, ουδόλως αναφέρονται στην προηγούμενη δημοσίευση προκηρύξεως προκαταρκτικής ενημερώσεως. Αντιθέτως, τα άρθρα 12, παράγραφος 2, και 13, παράγραφος 4, της οδηγίας 93/37, που παρέχουν στις αναθέτουσες αρχές τη δυνατότητα να μειώσουν τις προθεσμίες που προβλέπονται στα άρθρα 12, παράγραφος 1, και 13, παράγραφος 3, συνδέουν ρητώς τη δυνατότητα αυτή με την προηγούμενη δημοσίευση προκηρύξεως προκαταρκτικής ενημερώσεως. Επομένως, η δημοσίευση προκηρύξεως προκαταρκτικής ενημερώσεως είναι υποχρεωτική μόνον εφόσον οι αναθέτουσες αρχές κάνουν χρήση της ευχέρειας που τους παρέχεται να μειώσουν τις προθεσμίες παραλαβής των προσφορών. ( βλ. σκέψεις 35-38 ) 2. Σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, τα κριτήρια βάσει των οποίων οι αναθέτουσες αρχές αναθέτουν τα δημόσια έργα είναι είτε αποκλειστικά η χαμηλότερη τιμή είτε, αν η ανάθεση γίνεται στον υποβάλλοντα την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, διάφορα κριτήρια ανάλογα με το αντικείμενο της οικείας συμβάσεως, όπως η τιμή, η προθεσμία εκτελέσεως, τα έξοδα λειτουργίας, η αποδοτικότητα, η τεχνική αξία. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι αναθέτουσες αρχές υποχρεούνται να αναφέρουν τα κριτήρια αυτά, είτε στην προκήρυξη είτε στη συγγραφή υποχρεώσεων. όντως, η διάταξη αυτή δεν στερεί εντελώς από τις αναθέτουσες αρχές τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν ως κριτήριο έναν όρο που συνδέεται με την καταπολέμηση της ανεργίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο όρος αυτός τηρεί όλες τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου και, κυρίως, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όπως αυτή απορρέει από τις διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με το δικαίωμα εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Επιπλέον, ακόμη και αν το κριτήριο αυτό δεν είναι αφεαυτού ασυμβίβαστο προς την οδηγία 93/37, πρέπει κατά την εφαρμογή του να τηρούνται όλοι οι διαδικαστικοί κανόνες της οδηγίας αυτής και ιδίως οι κανόνες δημοσιότητας που περιέχονται σ' αυτήν. Επομένως, ένα κριτήριο αναθέσεως που συνδέεται με την καταπολέμηση της ανεργίας πρέπει να μνημονεύεται ρητώς στην προκήρυξη του διαγωνισμού, ώστε να είναι οι εργολήπτες σε θέση να πληροφορηθούν την ύπαρξη της προϋποθέσεως αυτής. ( βλ. σκέψεις 49-51, 73 ) 3. παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 22, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, το κράτος μέλος το οποίο, στην προκήρυξη του διαγωνισμού, περιορίζει σε πέντε τον αριθμό των υποψηφίων που μπορούν να υποβάλουν προσφορές για τις επίμαχες συμβάσεις. Καίτοι είναι αληθές ότι το άρθρο 22, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 δεν ορίζει ελάχιστο αριθμό υποψηφίων τους οποίους οι αναθέτουσες αρχές υποχρεούνται να προσκαλέσουν όταν δεν επιλέγουν τον καθορισμό ορίου που προβλέπει η διάταξη αυτή, πάντως, ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε ότι, στο πλαίσιο κλειστής διαδικασίας και όταν οι αναθέτουσες αρχές προβλέπουν ένα όριο, αριθμός υποψηφίων μικρότερος του πέντε δεν αρκεί για την εξασφάλιση συνθηκών πραγματικού ανταγωνισμού. Τούτο πρέπει να ισχύει κατά μείζονα λόγο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αναθέτουσες αρχές επιλέγουν να προσκαλέσουν τον ανώτατο αριθμό υποψηφίων. Επομένως, ο αριθμός των επιχειρήσεων που μία αναθέτουσα αρχή σκοπεύει να προσκαλέσει για να υποβάλουν προσφορές στο πλαίσιο κλειστής διαδικασίας δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να είναι μικρότερος του πέντε. ( βλ. σκέψεις 59-63 ) 4. παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 59 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ) καθώς και από την οδηγία 71/305, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων, το κράτος μέλος που, στις προκηρύξεις διαγωνισμών, χρησιμοποιεί, όσον αφορά τη μέθοδο προσδιορισμού των τμημάτων του έργου, παραπομπές στις κατατάξεις εθνικών επαγγελματικών οργανώσεων και, άλλωστε, απαιτεί από τον καταρτίζοντα κατασκευαστικά σχέδια, ως ελάχιστη προϋπόθεση συμμετοχής, δικαιολογητικό εγγραφής στον σύλλογο αρχιτεκτόνων. πράγματι, στο μέτρο που ο καθορισμός των τμημάτων του έργου με παραπομπή σε κατατάξεις εθνικών επαγγελματικών οργ
ΔΕΚ/C-355/1998
Περίληψη 1 Στο πλαίσιο προσφυγής ασκουμένης βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης (νυν άρθρου 226 ΕΚ), η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιάζεται κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, οι δε μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. (βλ. σκέψη 22) 2 Ως παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της ελευθερίας εγκαταστάσεως, η προβλεπόμενη στο άρθρο 55, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης (νυν άρθρο 45, πρώτο εδάφιο, ΕΚ), εξαίρεση, σε συνδυασμό, ενδεχομένως, με το άρθρο 66 της Συνθήκης (νυν άρθρο 55 ΕΚ), πρέπει να περιορίζεται στις δραστηριότητες οι οποίες συνιστούν αυτές καθεαυτές, άμεση και συγκεκριμένη συμμετοχή στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας. Τούτο δεν ισχύει στην περίπτωση της δραστηριότητας των επιχειρήσεων φυλάξεως ή ασφαλείας και των εσωτερικών υπηρεσιών φυλάξεως. (βλ. σκέψεις 24-26) 3 Υποχρεώνοντας μια επιχείρηση φυλάξεως να έχει την έδρα εκμεταλλεύσεως στο εθνικό έδαφος, καθιστώντας έτσι αδύνατη την παροχή στο έδαφος αυτό υπηρεσιών από επιχειρήσεις εγκατεστημένες εντός άλλων κρατών μελών, ένα κράτος μέλος παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 59 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ). Μια τέτοια απαίτηση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από λόγους δημοσίας τάξεως και δημοσίας ασφαλείας. Συγκεκριμένα, η ευχέρεια των κρατών μελών να περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών για τους προαναφερθέντες λόγους δεν αποσκοπεί στον αποκλεισμό οικονομικών τομέων, όπως αυτός της ιδιωτικής ασφαλείας, από την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας, όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, αλλά αποβλέπει στην παροχή της δυνατότητας στα κράτη μέλη να απαγορεύουν την πρόσβαση ή τη διαμονή στο έδαφός τους σε πρόσωπα των οποίων η πρόσβαση ή η διαμονή στα εδάφη αυτά θα συνιστούσε, αυτή καθεαυτή, κίνδυνο για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία. (βλ. σκέψεις 27-29, 41 και διατακτ.) 4 Συνιστά περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων ένας κανόνας εθνικού δικαίου βάσει του οποίου τα διευθυντικά στελέχη και το προσωπικό των επιχειρήσεων φυλάξεως και των εσωτερικών υπηρεσιών φυλάξεως, εξαιρουμένου του προσωπικού που ασκεί καθήκοντα διοικητικά και υλικοτεχνικής υποστήριξης, πρέπει να διαμένουν στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο οι επιχειρήσεις αυτές είναι εγκατεστημένες. Η ως άνω προϋπόθεση περί διαμονής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη ελέγχου του παρελθόντος και της συμπεριφοράς των εν λόγω προσώπων. Συγκεκριμένα, η ανάγκη συλλογής των σχετικών στοιχείων μπορεί να ικανοποιηθεί με λιγότερο περιοριστικά της ελεύθερης κυκλοφορίας μέσα, ενδεχομένως με συνεργασία μεταξύ των αρχών των κρατών μελών. Επιπλέον, μπορούν να διενεργούνται έλεγχοι και να επιβάλλονται κυρώσεις κατά κάθε επιχειρήσεως εγκατεστημένης εντός κράτους μέλους, ανεξαρτήτως του τόπου διαμονής των διευθυντικών στελεχών της. (βλ. σκέψεις 31-34, 41 και διατακτ.) 5 Η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ως θεμελιώδης αρχή της Συνθήκης, μπορεί να περιοριστεί μόνον από ρυθμίσεις δικαιολογούμενες από το γενικό συμφέρον και εφαρμοζόμενες σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητα επί του εδάφους του κράτους μέλους που είναι αποδέκτης της παροχής, στον βαθμό που το συμφέρον αυτό δεν διασφαλίζεται από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται ο παρέχων τις υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος. (βλ. σκέψη 37) 6 Συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών ένας εθνικός κανόνας δικαίου βάσει του οποίου κάθε υπάλληλος επιχειρήσεως φυλάξεως ή εσωτερικής υπηρεσίας φυλάξεως πρέπει να είναι κάτοχος δελτίου ταυτότητας εκδοθέντος σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Συγκεκριμένα, οι διατυπώσεις που συνεπάγεται η κατοχή ενός τέτοιου δελτίου ταυτότητας μπορούν να καταστήσουν επαχθέστερη την παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών. Περαιτέρω, δεδομένου ότι ο παρέχων υπηρεσίες, ο οποίος μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος, πρέπει να είναι κάτοχος δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου, η απαίτηση προσθέτου εγγράφου ταυτότητας είναι δυσανάλογη σε σχέση με την ανάγκη διασφαλίσεως του προσδιορισμού της ταυτότητας των εν λόγω προσώπων. (βλ. σκέψεις 39-41 και διατακτ.)
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/1162/2023
ΣΥΜΦΩΝΙΑ-ΠΛΑΙΣΙΟ-ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΉΣ ΙΣΤΟΡΊΑΣ ΤΟΥ e-ΕΦΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΉΡΙΞΗΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΉΜΑΤΟΣ ΑΠΟΝΟΜΉΣ ΣΎΝΤΑΞΗΣ.(...)Ζητειται η ανάκληση της 311/2023 πράξη του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου (...) Με δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά ανωτέρω στις σκέψεις 4-7, το Δικαστήριο κρίνει, κατά παραδοχή ως βάσιμων των προβαλλόμενων λόγων, ότι κατά πλάνη περί το νόμο και τα πράγματα το Κλιμάκιο εξέφερε τις διαλαμβανόμενες ανωτέρω στη σκέψη 22 κρίσεις του. Και τούτο, διότι τόσο η επιλογή του συγκεκριμένου τρόπου ανάθεσης των εκτελεστικών συμβάσεων της ελεγχόμενης συμφωνίας-πλαίσιο όσο και η επιλογή της αναθέτουσας αρχής να μην υποδιαιρεθεί το αντικείμενο αυτής σε περισσότερα τμήματα παρίσταται σύννομη, καθόσον κείται εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας, αιτιολογείται δε επαρκώς, τόσο στη Διακήρυξη όσο και στο προαναφερθέν απαντητικό έγγραφο, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων του αντικειμένου της ως ενιαίου λειτουργικού συνόλου που χρήζει ταχείας διεκπεραίωσης, η προσήκουσα εκτέλεση της οποίας διασφαλίζεται με την ταυτόχρονη παροχή αυτής από τους πλείονες επιλεγέντες φορείς, κατά σειρά προτεραιότητας αναλόγως της κατάταξης αυτών ενόψει της υποβληθείσας από έκαστο αυτών προσφοράς, αποσοβώντας τον κίνδυνο αποτυχίας λόγω τυχόν υπερφόρτωσης ενός μεμονωμένου φορέα και εξάντλησης των πόρων του, ενόψει μάλιστα και της πρόβλεψης με τη διακήρυξη ως ασφαλιστικής δικλείδας συγκεκριμένου ανώτατου ορίου επιτρεπτής απόκλισης από την χαμηλότερη τιμή, ούτως ώστε η δημοσιονομική επιβάρυνση να είναι απολύτως ελεγχόμενη. Περαιτέρω, ως εκ του είδους και της συμπληρωματικότητας των ζητούμενων υπηρεσιών, όμοιων για όλο το εύρος του αντικειμένου της σύμβασης που προορίζεται να αποτελέσει ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο, αυτές ενέχουν διαλειτουργικό χαρακτήρα και σε επίπεδο συντονισμού της άρτιας και προσήκουσας εκτέλεσης της σύμβασης, ενδεχόμενη δε υποδιαίρεση των ανωτέρω και ανάθεση των αντιστοίχων επιμέρους τμημάτων σε περισσότερους αναδόχους θα μπορούσε να θέσει σε διακινδύνευση την απρόσκοπτη υλοποίηση και έγκαιρη ολοκλήρωση του έργου. Επιπροσθέτως, η μη υποδιαίρεση του αντικειμένου δεν συνιστά εν προκειμένω παράβαση της αρχής της οικονομικότητας, καθόσον η υποβολή προσφορών για το σύνολο του αντικειμένου εξαλείφει τον κίνδυνο τμηματικώς άγονου διαγωνισμού, εξασφαλίζει την υποβολή πραγματικά ανταγωνιστικών προσφορών και επιτυγχάνει οικονομία κλίμακας, αφού οι υποψήφιοι αποβλέπουν στην παροχή του συνόλου των υπηρεσιών. Εξάλλου, η επιδίωξη της ενίσχυσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων δεν είναι δυνατόν να υπέρκειται του σκοπού δημοσίου συμφέροντος του υπό ανάθεση έργου (ΕλΣυν Ολ. 1646/2020), που εξυπηρετείται ορθολογικότερα και οικονομικότερα με την ταχεία, ενιαία και με κεντρικό συντονισμό εκτέλεση των υπό ανάθεση υπηρεσιών, όπως κατ΄ορθή χρήση της διακριτικής της ευχέρειας και με σαφή και επαρκή αιτιολογία έκρινε η αναθέτουσα αρχή.Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το Δικαστήριο συνεκδικάζει τις υπό κρίση προσφυγές ανάκλησης και κρίνει ότι αυτές, καθώς και οι υπέρ αυτών ασκηθείσες παρεμβάσεις, πρέπει να γίνουν δεκτές, να ανακληθεί η 311/2023 πράξη του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/1384/2023
Παρεμβάσεις Αστικής Αναζωογόνησης για την Οικονομική Ανασυγκρότηση τοπικών εμπορικών οδών (...)Mε αυτά τα πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά ανωτέρω στη σκέψη 14, η κρίση του Κλιμακίου στην προσβαλλόμενη Πράξη ότι η μη υπέρβαση των ανώτατων επιτρεπτών ορίων ανεκτέλεστου υπολοίπου εργολαβικών συμβάσεων ήταν δυνατό να συναχθεί από την έκδοση ενημερότητας πτυχίου στο όνομα των αποκλεισθεισών εταιρειών είναι αβάσιμη, όπως βασίμως υποστηρίζουν ο προσφύγων Δήμος με την προσφυγή του και η ανάδοχος ..με την παρέμβασή της. Τούτο, πρώτον, διότι η ενημερότητα πτυχίου δεν επαρκεί, λόγω της ετήσιας διάρκειάς της, για τη βεβαίωση του ύψους του διαρκώς κυμαινόμενου κατά τη διάρκεια του έτους ύψους του ανεκτέλεστου υπολοίπου των υπό εκτέλεση συμβάσεων. Δεύτερον, διότι το προπαρατεθέν, διέπον τον διαγωνισμό εθνικό και ενωσιακό νομοθετικό πλαίσιο, δεν εμποδίζει τον αναθέτοντα φορέα να θεσπίσει, τόσο για τους καταταγέντες στο Μ.Ε.Ε.Π. σύμφωνα με τις εθνικές ρυθμίσεις, όσο και για τους εγκεκριμένους σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εργολήπτες, το κριτήριο της μη υπέρβασης ενός ορίου ανεκτέλεστου υπολοίπου εργολαβικών συμβάσεων που εκτελούν παραλλήλως, ώστε να αποφευχθεί η δέσμευσή τους πέραν των δυνατοτήτων τους και να διασφαλιστεί, η ακίνδυνη, από αυτή την άποψη, ανάληψη της εκτέλεσης του υπό δημοπράτηση έργου. Τρίτον, διότι η πρόβλεψη και διατύπωση του άρθρου 23 της διακήρυξης του κρινόμενου διαγωνισμού, περί υποχρεωτικής προαποδεικτικής συμπλήρωσης του ανεκτέλεστου υπολοίπου των ήδη εκτελούμενων συμβάσεων στο πεδίο «Λοιπές οικονομικές ή χρηματοοικονομικές απαιτήσεις» της Ενότητας Β «Οικονομική και Χρηματοοικονομική επάρκεια» του Μέρους ΙV του Ε.Ε.Ε.Σ., ήταν σαφής για τον επιμελή διαγωνιζόμενο, ουδεμία διευκρινιστική ερώτηση ετέθη ως προς την ορθή συμπλήρωση του πεδίου από τους υποψήφιους φορείς, αλλά και οι συμμετέχουσες στη διαγωνιστική διαδικασία, οι οποίες εκβλήθηκαν από αυτή λόγω της μη συμπλήρωσης του συνολικού ποσού του ανεκτέλεστου στο εν λόγω πεδίο, δεν αμφισβήτησαν την εκβολή τους με προδικαστική προσφυγή. Εφόσον δε, όπως προκύπτει από την προηγηθείσα ανάπτυξη, η παράλειψη αναγραφής του συγκεκριμένου ανεκτέλεστου υπολοίπου εργολαβικών συμβάσεων δεν είναι δυνατό να καλυφθεί δι’ αναφοράς ή παραπομπής στην ενημερότητα πτυχίου των αποκλεισθέντων οικονομικών φορέων, ούτε μπορούσε να αναπληρωθεί από τη γενική δήλωσή τους περί μη υπέρβασης του ανώτατου ορίου ανεκτελέστου υπολοίπου, είναι απορριπτέα και η συνακόλουθη κρίση του Κλιμακίου ότι η παράλειψη αυτή ήταν επιδεκτική αποσαφήνισης ή συμπλήρωσης στο προαποδεικτικό στάδιο του Ε.Ε.Ε.Σ δυνάμει του άρθρου 102 του ν. 4412/2016, όπως ισχύει. Κατά συνέπεια είναι απορριπτέα η ως άνω υποστηριζόμενη άποψη ότι όφειλε η αναθέτουσα να την καλέσει να συμπληρώσει την ελλιπή της δήλωση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 102 του ν. 4412/2016, το μεν διότι τούτο ερείδεται στην προαναφερθείσα πλάνη περί το περιεχόμενο του όρου 22.Γ της διακήρυξης, το δε διότι δεν υπέβαλε πλήρες και σύμφωνο με τη διακήρυξη Ε.Ε.Ε.Σ., το οποίο αποτελεί ουσιώδες δικαιολογητικό συμμετοχής.Κατ’ ακολουθία των προεκτεθέντων, η ένδικη προσφυγή του Δήμου Θεσσαλονίκης και η υπέρ αυτής ασκηθείσα παρέμβαση της αναδόχου ..πρέπει να γίνουν δεκτές, η προσβαλλόμενη με αυτή, 465/2023 Πράξη του Ε΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου πρέπει να ανακληθεί, απορριπτομένης συνακολούθως και της υπέρ της διατήρησης του κύρους της παρέμβασης της Ένωσης οικονομικών φορέων με την επωνυμία «..Α.Ε.- Α.Τ.Ε.» και των μελών αυτής.
ΔΕΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣ/Γ΄ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/377/2024
ΕΣ/ΤΜ.6/24/2013
Έλεγχος νομιμότητας σχεδίων σύμβασης..επιδιώκεται η ανάκληση της 387/2012 Πράξης του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου..Επομένως, η υπό κρίση αίτηση ανάκλησης ασκήθηκε εκπροθέσμως, και για το λόγο αυτό, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Είναι δε απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 21 του π.δ/τος 774/1980, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 77 παρ. 4 του ν. 4055/2012, η προθεσμία για την υποβολή της αίτησης ανάκλησης κατά πράξης του αρμοδίου για τον έλεγχο σύμβασης Κλιμακίου είναι τριάντα ημερών, καθόσον η εν λόγω προθεσμία αφορά σε αιτήσεις ανάκλησης των πράξεων ή των πρακτικών των Κλιμακίων προληπτικού ελέγχου δαπανών. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα γίνονται δεκτά στη II σκέψη της παρούσας, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος ο προβαλλόμενος ισχυρισμός ότι η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση της αίτησης για την ανάκληση πράξης του Κλιμακίου άρχεται αφ' ότου αυτή κοινοποιηθεί στον έχοντα έννομο συμφέρον τρίτο. Επίσης, για τον ίδιο ως άνω λόγο, ήτοι ότι η προθεσμία εκκινεί από την κοινοποίηση της σχετικής πράξης στον φορέα, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος και ο ισχυρισμός ότι η δεκαπενθήμερη προθεσμία ουδέποτε αφετηριάσθηκε, καθόσον η κοινοποίηση της πληττόμενης πράξης προς τους αιτούντες από την …. δεν έλαβε χώρα με τον προσήκοντα τρόπο, ήτοι με τηλεομοιοτυπία (fax), αλλά με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (mail). Πρέπει άλλωστε να ληφθεί υπόψη ότι ο προσυμβατικός έλεγχος νομιμότητας από το Ελεγκτικό Συνέδριο διενεργείται σε ένα αυστηρά προκαθορισμένο πλαίσιο, το οποίο διέπεται από σύντομες προθεσμίες τόσο ενώπιον του Κλιμακίου όσο και του Τμήματος. Επομένως, κάθε τρίτος έχων έννομο συμφέρον όφειλε να παρακολουθεί τα στάδια διενέργειάς του και την εξέλιξή του και ο ίδιος να επιδεικνύει το προσήκον ενδιαφέρον και επιμέλεια, ώστε να λαμβάνει εγκαίρως γνώση της πράξης του Κλιμακίου, προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω στο πρόσωπο των αιτούντων. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτούντες, όπως ρητά συνομολογούν, έλαβαν γνώση της προσβαλλόμενης πράξης στις 12.9.2012 και, επομένως, μεσολάβησε επαρκής χρόνος (12 ημέρες) μέχρι τη λήξη της προθεσμίας (Δευτέρα 24.9.2012) για την άσκηση της αίτησης ανάκλησης. Τέλος, απορριπτέοι τυγχάνουν οι ισχυρισμοί περί παραβιάσεως του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο και παροχής έννομης προστασίας (άρ. 20 παρ. 1 και 2 Συντ., 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ), διότι αποκλείεται τέτοια παραβίαση στην περίπτωση που ο ίδιος ο έχων έννομο συμφέρον αμελεί και δεν καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια για την ενημέρωσή του, όπως επιβάλλεται, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, όχι μόνο από τις ειδικές περιστάσεις του ελέγχου αλλά και από τις προπαραθείσες διατάξεις που τον διέπουν και ρυθμίζουν με σαφήνεια την προθεσμία και τις προϋποθέσεις για την άσκηση αίτησης ανάκλησης. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η εξεταζόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε εκπροθέσμως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί και η από 5.10.2012 παρέμβαση υπέρ αυτής. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η κατάπτωση του καταβληθέντος από τους αιτούντες παραβόλου υπέρ του Δημοσίου (άρθρο 56 παρ. 4 του π.δ/τος 774/1980, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 3659/2008, Φ.Ε.Κ. Α΄ 77), καθώς και να απορριφθεί το αίτημα της .... για επιδίκαση δικαστικής δαπάνης, καθώς δεν προβλέπεται η επιδίκαση δικαστικής εξόδων στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας (βλ. VI Τμ. Ε.Σ. αποφ. 3301/2011, πράξεις 136/2008, 179/2007, 110, 83/2006).Απορρίπτει την αίτηση ανάκλησης και την υπέρ αυτής ασκηθείσα παρέμβαση κατά της 387/2012 Πράξης του Ζ΄ Κλιμακίου.