×
register
Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

ΠΟΛ 1112/2008

Τύπος: ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ-ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ-ΠΟΛ

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ: 3649/2008
Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθρου 25 του ν.3649/2008 σχετικά με την έκπτωση των χορηγιών που παρέχονται στο Yπουργείο Εσωτερικών για τη διοργάνωση του 3ου Παγκόσμιου Φόρουμ για τη Μετανάστευση και την Ανάπτυξη.

Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)

Σχετικά Έγγραφα

ΕΣ/ΚΛΙΜΑΚΙΟ Ζ/174/2009

Οι συμβάσεις του άρθρου 25 του ν. 3649/2008 έχουν ένα ειδικό αντικείμενο, που συνίσταται στην υλοποίηση των υποχρεώσεων του Υπουργείου Εσωτερικών από την ανάληψη της Προεδρίας του 3ου Παγκόσμιου Φόρουμ για τη Μετανάστευση και την Ανάπτυξη (Global Forum on Migration and Development - GFMD). Η ως άνω κατηγορία συμβάσεων υπάγεται, κατ’ αρχάς, σε προληπτικό έλεγχο νομιμότητας από το Ελεγκτικό Συνέδριο, δεδομένου ότι από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 εδ. β΄ του ισχύοντος Συντάγματος θεσπίζεται, πλέον, γενική αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου για όλες τις συμβάσεις που συνάπτουν, μεταξύ άλλων, οι Ο.Τ.Α., ανεξάρτητα από το ιδιαίτερο αντικείμενό τους και την ειδικότερη κατηγορία στην οποία εντάσσονται. Πλην όμως, ο έλεγχος αυτός δεν δύναται να ενεργοποιηθεί πριν από την έκδοση του εκτελεστικού της διάταξης αυτής του Συντάγματος τυπικού νόμου, με τον οποίο ρητά θα υπάγεται για έλεγχο στο Ελεγκτικό Συνέδριο η συγκεκριμένη κατηγορία συμβάσεων (πρβλ. Πράξη Ζ΄ Κλιμακίου 140/2009). Εξάλλου, οι υπό κρίση συμβάσεις δεν υπάγονται σε όσα ρυθμίζονται στο άρθρο 2 του ν. 3060/2002 (ΦΕΚ 242 Α΄/11.10.2002), όπως αυτό ισχύει, το οποίο έχει μεν εκδοθεί μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος και την ισχύ του αναθεωρημένου άρθρου 98 παρ. 1 εδ. β΄ αυτού (17-4-2001), συνιστά δε ρύθμιση, με την οποία τροποποιείται υφιστάμενο και πριν από την αναθεώρηση του Συντάγματος νομοθετικό πλαίσιο, με το οποίο ανατέθηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο ο έλεγχος νομιμότητας συγκεκριμένων τριών κατηγοριών συμβάσεων και ορισμένου καθ’ ύψος οικονομικού αντικειμένου. Συνεπώς, το Κλιμάκιο πρέπει να απέχει από τον έλεγχο νομιμότητας των ως άνω σχεδίων συμβάσεων.


ΕΣ/Τμ.7/79/2009

Διοργάνωση Συνεδρίων. διοργάνωση του 1ου Παγκόσμιου Συνεδρίου Εδρών Νεοελληνικών Σπουδών, που διεξήχθη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών από 3 έως 5 Ιουλίου 2008, με αντικείμενο τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού στο εξωτερικό. Ως αιτιολογία για την άρνησή της η Επίτροπος προέβαλε ότι η εντελλόμενη δαπάνη είναι μη νόμιμη διότι: α) Η διοργάνωση του ανωτέρω Συνεδρίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντελεί στην καλύτερη εκπλήρωση των σκοπών του Π.Ο.Δ.Α. ή στην εξυπηρέτηση της λειτουργικής του δραστηριότητας, εκτός δε αυτού δεν εξυπηρετεί τοπικά συμφέροντα του Δήμου ..., , β) η ανάθεση της διοργάνωσης του Συνεδρίου έπρεπε, λόγω ποσού, να γίνει μετά από τη διενέργεια τακτικού διαγωνισμού και γ) δεν προσκομίζονται παραστατικά που θεωρούνται απαραίτητα για τον έλεγχο της δαπάνης, όπως αναλυτική μελέτη, ονομαστική κατάσταση προσκληθέντων, αριθμός συνέδρων, ταυτότητα των φιλοξενουμένων και συμμετεχόντων και η συμβολή αυτών στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού, πρόγραμμα συνεδρίου..Περαιτέρω, όμως, η εντελλόμενη δαπάνη είναι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη III, μη νόμιμη, καθόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες στο άρθρο 25 παρ. 1 εδάφ. β΄ του π.δ. 60/2007, το οποίο τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής λόγω του προϋπολογισμού της επίμαχης υπηρεσίας. Ειδικότερα, ο «σχεδιασμός» του προαναφερόμενου Συνεδρίου από την ανάδοχο εταιρεία δεν παρέχει σε αυτήν το οποιοδήποτε αποκλειστικό δικαίωμα που θα δικαιολογούσε απευθείας ανάθεση με βάση τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Και τούτο διότι δεν αποτελεί «έργο» κατά την έννοια του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας, καθόσον δεν χαρακτηρίζεται από το στοιχείο της πρωτοτυπίας, αφού είναι βέβαιο ότι οποιοσδήποτε φορέας που δραστηριοποιείται στον τομέα της εν λόγω εταιρείας (διοργάνωση συνεδρίων) θα έδινε, σε γενικές γραμμές, τις ίδιες λύσεις στα ζητήματα που ανακύπτουν κατά τη διοργάνωση του ίδιου Συνεδρίου..Κατά συνέπεια, η υποβληθείσα από την ανάδοχο εταιρεία «πρόταση παροχής υπηρεσιών για τη διοργάνωση του 1ου Παγκοσμίου Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών» αποτελεί, κατά την κρίση του Τμήματος, απλή υποβολή πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, η οποία δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προστασίας κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας ούτε παρέχει κανένα αποκλειστικό δικαίωμα στην ανωτέρω εταιρεία και ως εκ τούτου, μη νομίμως ο Π.Ο.Δ.Α. ανέθεσε απευθείας σε αυτήν την εκτέλεση των επίμαχων υπηρεσιών.Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το υπό κρίση χρηματικό ένταλμα δεν πρέπει να θεωρηθεί.


ΠΟΛ 1041/2006

Κοινοποίηση της αριθμ. 1751/9-2-2006 (ΦΕΚ 218/Β’/2006) Κοινής Απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών, σχετικά με την προσκόμιση από υπηκόους τρίτων χωρών άδειας διαμονής για άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας ή για ανάπτυξη επενδυτικής δραστηριότητας (άρθρα 24, 25 και 26 Ν. 3386/2005) κατά την υποβολή δήλωσης έναρξης/μεταβολής εργασιών καθώς και κατά τη θεώρηση βιβλίων και στοιχείων

ΕΣ/Τ7/78/2008

Ελ.Συν./Τμ.VII/78/2008.Σκοπός της σύναψης των προγραμματικών συμβάσεων μεταξύ των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών φορέων που αναφέρονται στις προεκτεθείσες διατάξεις είναι η ανάπτυξη της περιοχής στην οποία εκτελούνται τα έργα ή προγράμματα ή παρέχονται οι υπηρεσίες που αποτελούν το αντικείμενο της οικείας προγραμματικής σύμβασης. Ο αναπτυξιακός σκοπός της σύναψης των ανωτέρω συμβάσεων προκύπτει τόσο από τα αναφερόμενα στην εισηγητική έκθεση του ν.1416/1984, με τις διατάξεις του άρθρου 11 του οποίου προβλέφθηκε το πρώτον ο θεσμός των προγραμματικών συμβάσεων, στην οποία έκθεση αναφέρεται (σελίδα 4) ότι με τις συμβάσεις αυτές «εξασφαλίζεται η κοινωνική συναίνεση στην εφαρμογή συγκεκριμένων αναπτυξιακών προγραμμάτων, η οικονομική αποκέντρωση καθώς και η αξιοποίηση των τοπικών πόρων και του ανθρώπινου δυναμικού της περιοχής, όπου θα συγκεντρώνεται η αναπτυξιακή προσπάθεια» καθώς και από τα πρακτικά της ΝΣΤ συνεδρίασης της Βουλής της 9 Ιανουαρίου 1984, κατά την οποία συζητήθηκε το οικείο σχέδιο νόμου, στα οποία αναφέρεται (σελίδα 2807), ότι στόχος του θεσμού των προγραμματικών συμβάσεων είναι η ανάπτυξη μιας περιοχής. Αλλά και με τις ήδη ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 25 του ν.2738/1999, με τις οποίες αντικαταστάθηκε το άρθρο 35 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, στο οποίο είχαν κωδικοποιηθεί οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 11 του ν.1416/1984, υπενθυμίζεται ο αναπτυξιακός χαρακτήρας του θεσμού των προγραμματικών συμβάσεων, εφόσον στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρεται ότι η εφαρμογή των συμβάσεων αυτών στο δημόσιο τομέα «συνέβαλε στην εκτέλεση πλείστων έργων και προγραμμάτων ανάπτυξης, καθώς και στην παροχή υπηρεσιών που δεν θα μπορούσαν να προωθηθούν χωρίς την εφαρμογή του θεσμού αυτού». Συνεπώς, τόσο τα έργα και τα προγράμματα που εκτελούνται στο πλαίσιο σύναψης μιας προγραμματικής σύμβασης, όσο και οι υπηρεσίες που παρέχονται κατ΄ εφαρμογή της πρέπει να έχουν αναπτυξιακό χαρακτήρα (βλ. Πρακτικά 14ης Συν /9.5.2006 και Πράξη 304/2006 VII Τμ. Ελ. Συν.) και να μη μπορούν –όσον αφορά ειδικότερα τις υπηρεσίες- να παρασχεθούν με άλλο τρόπο εκτός της σύναψης της οικείας προγραμματικής σύμβασης (βλ. Πράξη 205/2007 VII Τμ. Ελ. Συν.). Για το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να εμπίπτουν οι ως άνω υπηρεσίες στα συνήθη καθήκοντα και αρμοδιότητες των υπηρεσιών του συμβαλλόμενου Δήμου, όπως αυτά περιγράφονται στις οικείες οργανικές διατάξεις, καθόσον η εκτέλεση τέτοιων υπηρεσιών στα πλαίσια προγραμματικής σύμβασης θα προκαλούσε αδικαιολόγητη οικονομική επιβάρυνση της υπηρεσίας και θα ήταν δυνατόν, επίσης, να οδηγήσει σε ανεπίτρεπτη, κατά το άρθρο 277 παρ. 8 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, επιχορήγηση της δημοτικής επιχείρησης (πρβλ. Πράξη 137/2007 VII Τμ. Ελ. Συν.), ενώ επιτρέπεται, στο πλαίσιο εκτέλεσης μιας τέτοιας σύμβασης, με αντικείμενο σύμφωνο με το νόμο, δηλαδή αναπτυξιακού χαρακτήρα, να απασχολείται προσωπικό ενός από τους συμμετέχοντες φορείς σε άλλο φορέα, εφόσον τούτο κρίνεται απαραίτητο για την εξυπηρέτηση των σκοπών της σύμβασης (βλ. Πράξεις 304/2006, πρβλ. 171/2007 VII Τμ. Ελ. Συν.).


ΕΣ/Τ7/171/2009

Σκοπός της σύναψης των προγραμματικών συμβάσεων μεταξύ των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών φορέων που αναφέρονται στις προεκτεθείσες διατάξεις είναι η ανάπτυξη της περιοχής στην οποία εκτελούνται τα έργα ή προγράμματα ή παρέχονται οι υπηρεσίες που αποτελούν το αντικείμενο της οικείας προγραμματικής σύμβασης. Ο αναπτυξιακός σκοπός της σύναψης των ανωτέρω συμβάσεων προκύπτει τόσο από τα αναφερόμενα στην εισηγητική έκθεση του ν. 1416/1984, με τις διατάξεις του άρθρου 11 του οποίου προβλέφθηκε το πρώτον ο θεσμός των προγραμματικών συμβάσεων, στην οποία έκθεση αναφέρεται (σελίδα 4) ότι με τις συμβάσεις αυτές «εξασφαλίζεται η κοινωνική συναίνεση στην εφαρμογή συγκεκριμένων αναπτυξιακών προγραμμάτων, η οικονομική αποκέντρωση καθώς και η αξιοποίηση των τοπικών πόρων και του ανθρώπινου δυναμικού της περιοχής, όπου θα συγκεντρώνεται η αναπτυξιακή προσπάθεια» καθώς και από τα πρακτικά της ΝΣΤ συνεδρίασης της Βουλής της 9 Ιανουαρίου 1984, κατά την οποία συζητήθηκε το οικείο σχέδιο νόμου, στα οποία αναφέρεται (σελίδα 2807), ότι στόχος του θεσμού των προγραμματικών συμβάσεων είναι η ανάπτυξη μιας περιοχής. Αλλά και με τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 2738/1999, με τις οποίες είχε αντικατασταθεί το άρθρο 35 του προϊσχύσαντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, στο οποίο είχαν κωδικοποιηθεί οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1416/1984 (το άρθρο 35 επαναλαμβάνεται στο άρθρο 225 του ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα με τροποποιήσεις μόνο αναφορικά με τα πρόσωπα που δύνανται να συνάψουν ή να συμμετέχουν σε προγραμματική σύμβαση, τη δυνατότητα ανάθεσης σε τρίτο της διαχείρισης, εκμετάλλευσης και συντήρησης των έργων της προγραμματικής σύμβασης καθώς και την περίπτωση που τα προβλεπόμενα στην προγραμματική σύμβαση έργα είναι πολιτιστικού χαρακτήρα), γινόταν υπενθύμιση του αναπτυξιακού χαρακτήρα του θεσμού των προγραμματικών συμβάσεων, εφόσον στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού αναφερόταν ότι η εφαρμογή των συμβάσεων αυτών στο δημόσιο τομέα «συνέβαλε στην εκτέλεση πλείστων έργων και προγραμμάτων ανάπτυξης, καθώς και στην παροχή υπηρεσιών που δεν θα μπορούσαν να προωθηθούν χωρίς την εφαρμογή του θεσμού αυτού». Συνεπώς, τόσο τα έργα και τα προγράμματα που εκτελούνται στο πλαίσιο σύναψης μιας προγραμματικής σύμβασης, όσο και οι υπηρεσίες που παρέχονται κατ΄ εφαρμογή της πρέπει να έχουν αναπτυξιακό χαρακτήρα (πρβλ. Πρακτικά 14ης Συν /9.5.2006 και Πράξη 304/2006 VII Τμ. Ελ.Συν.) και να μη μπορούν –όσον αφορά ειδικότερα τις υπηρεσίες- να παρασχεθούν με άλλο τρόπο εκτός της σύναψης της οικείας προγραμματικής σύμβασης (πρβλ. Πράξη 205/2007 VII Τμ. Ελ.Συν.). Για το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να εμπίπτουν οι ως άνω υπηρεσίες στα συνήθη καθήκοντα και αρμοδιότητες των υπηρεσιών του συμβαλλόμενου Δήμου, όπως αυτά περιγράφονται στο νόμο και στις οικείες οργανικές διατάξεις, καθόσον η εκτέλεση τέτοιων υπηρεσιών στα πλαίσια προγραμματικής σύμβασης θα προκαλούσε αδικαιολόγητη οικονομική επιβάρυνση της υπηρεσίας και θα ήταν δυνατόν, επίσης, να οδηγήσει σε χρηματοδότηση κοινωφελούς δημοτικής επιχείρησης κατά παράβαση του άρθρου 259 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (πρβλ. Πράξη 137/2007 VII Τμ. Ελ.Συν.), ενώ επιτρέπεται, στο πλαίσιο εκτέλεσης μιας τέτοιας σύμβασης, με αντικείμενο σύμφωνο με το νόμο, δηλαδή αναπτυξιακού χαρακτήρα, να απασχολείται προσωπικό ενός από τους συμμετέχοντες φορείς σε άλλο φορέα καθώς και η παραχώρηση της χρήσης ακινήτων, εγκαταστάσεων, μηχανημάτων και μέσων, εφόσον τούτο κρίνεται απαραίτητο για την εξυπηρέτηση των σκοπών της σύμβασης (πρβλ. Πράξεις 304/2006, πρβλ. 171/2007 VII Τμ. Ελ.Συν.).


ΕΣ/Τμ.7(ΚΠΕ)200/2013

Καταβολή αμοιβής έναντι εκτέλεσης: α) της 4805/24.4.2009 σύμβασης «Προετοιμασία και Υποστήριξη της υποβολής του φακέλου αίτησης του Δήμου ...... στο Πρόγραμμα Εξοικονομώ (Ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης και σχέδιο υλοποίησης) και β) της 4806/24.4.2009 σύμβασης «Επιστημονική Υποστήριξη στην εκτίμηση των απαιτούμενων Ενεργειακών δεδομένων που απαιτούνται κατά την συμπλήρωση των αντίστοιχων πεδίων και εντύπων των ΟΣΔ και ΣΧΥ του Δήμου ...... στο πλαίσιο του Προγράμματος “ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΩ”» αντιστοίχως (...)
 Ο ν. 3463/2006 «Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων» (ΦΕΚ Α΄ 114) ορίζει, στην παρ. 2 του άρθρου 209, ότι: «Η παροχή των κάθε είδους υπηρεσιών προς τους φορείς της προηγούμενης παραγράφου, πλην αυτών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3316/2005 (ΦΕΚ 42 Α΄), ρυθμίζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών», στην παρ.9 του ιδίου ως άνω άρθρου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ.13 του ν.3731/2008 «Αναδιοργάνωση της δημοτικής αστυνομίας και ρυθμίσεις λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών» (ΦΕΚ Α΄ 262/23.12.2008), ότι: «Οι Δήμοι (…) δύνανται να αναθέτουν απευθείας ή με συνοπτική διαδικασία (πρόχειρο διαγωνισμό) παροχή υπηρεσιών, που δεν υπάγονται στις διατάξεις του ν.3316/2005 (ΦΕΚ 42 Α΄), σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 83 του ν.2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α΄), ως προς τα επιτρεπτά χρηματικά όρια, όπως αυτά καθορίζονται με τις εκάστοτε εκδιδόμενες αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (…)» και, στο άρθρο 273 παρ.1, ότι: «Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος της παραγράφου 2 του άρθρου 209 οι κάθε είδους υπηρεσίες, εκτός από τις υπηρεσίες που παρέχονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3316/2005 (ΦΕΚ 42 Α΄), διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ/τος 28/1980 (ΦΕΚ 11 Α΄), με την επιφύλαξη των ειδικών ρυθμίσεων του π.δ/τος 346/1998 (ΦΕΚ 230 Α΄), ως ισχύει». Σύμφωνα δε με το άρθρο 70 παρ. 1 του π.δ. 28/1980 «Περί εκτελέσεως έργων και προμηθειών Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως» (ΦΕΚ Α΄ 11): «Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται γενικώς και κατ’ αναλογίαν και επί της εκτελέσεως (…), εργασιών (…) των δήμων (…)», ενώ στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 του ίδιου π.δ. ορίζεται ότι: «Η εκτέλεσις δημοτικών και κοινοτικών έργων και προμηθειών (…) ενεργείται επί τη βάσει (…) της συμβάσεως, συναπτομένης κατόπιν τακτικής δημοπρασίας, πλην των περιπτώσεων, όπου, κατά νόμον, δεν απαιτείται αύτη». Τέλος, κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 83 του ν. 2362/95 εκδόθηκε η 35130/739/9.8.2010 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Αύξηση και ορισμός σε ευρώ των χρηματικών ποσών του άρθρου 83 παρ. 1 του Ν. 2362/95» (ΦΕΚ Β΄ 1291/11.8.2010), στο άρθρο 1 της οποίας ορίζεται ότι: «1. Αναπροσαρμόζουμε τα ποσά για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων που αφορούν προμήθεια προϊόντων, παροχή υπηρεσιών ή εκτέλεση έργων ως ακολούθως: α) Με απευθείας ανάθεση μέχρι του ποσού των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ. β) Με συνοπτική διαδικασία (πρόχειρο διαγωνισμό) από του ποσού της προηγουμένης περίπτωσης μέχρι του ποσού των εξήντα χιλιάδων (60.000,00) ευρώ. γ) Με διενέργεια τακτικού διαγωνισμού άνω του ποσού των εξήντα χιλιάδων (60.000,00) ευρώ. 2. Οι περιορισμοί των ως άνω ποσών αναφέρονται σε σχέση με το ύψος της εγγεγραμμένης ετήσιας πίστωσης κατά Ειδικό Φορέα και Κ.Α.Ε. στον προϋπολογισμό κάθε φορέα και στα ποσά αυτά δεν συμπεριλαμβάνεται ο Φ.Π.Α. (…)». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι για την ανάθεση παροχής υπηρεσιών από Ο.Τ.Α., εφόσον ο προϋπολογισμός αυτών δεν εμπίπτει στα όρια εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (Οδηγία 2004/18/ΕΚ, που ισχύει από 1.2.2006 και ήδη π.δ. 60/2007), εφαρμόζονται, για τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί μετά την 1.1.2007, ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (άρθρο τέταρτο του ν. 3463/2006, ΦΕΚ Α΄ 114) και μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος, που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 209 του ως άνω νομοθετήματος, οι διατάξεις του π.δ. 28/1980, από τις οποίες προκύπτει ότι για την ανάθεση υπηρεσιών, στην έννοια των οποίων εμπίπτει και η εκτέλεση εργασιών, απαιτείται η διενέργεια δημόσιου ανοικτού μειοδοτικού διαγωνισμού, ώστε να καθίσταται δυνατή, με την προσέλευση μεγάλου ή έστω ικανού αριθμού μειοδοτών, η ανάπτυξη επαρκούς ανταγωνισμού και η διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων των Ο.Τ.Α. με την επιλογή της πλέον συμφέρουσας γι’ αυτούς προσφοράς. Κατ’ εξαίρεση, είναι δυνατή η απευθείας ανάθεση υπηρεσιών, όταν η συνολική δαπάνη αυτών δεν υπερβαίνει το ποσό των 20.000,00 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. (βλ. άρθρο 83 του ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της 35130/739/9.8.2010 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών). Προκειμένου δε να διαπιστωθεί το ποσό, στο οποίο ανέρχεται η δαπάνη παροχής συγκεκριμένων υπηρεσιών και, κατ’ επέκταση, η δυνατότητα απευθείας ανάθεσής τους, λαμβάνεται υπόψη η συνολική δαπάνη που απαιτείται για να καλυφθούν οι ανάγκες του δήμου σε υπηρεσίες στο σύνολό τους, οι οποίες, κατά τα διδάγ

ΕΣ/Τμ.7(ΚΠΕ)246/2013

Καταβολή αμοιβής για την εκτέλεση των εργασιών συλλογής δεδομένων για το γεωγραφικό πληροφοριακό σύστημα Δήμου(....). Ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 «Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων» (ΦΕΚ Α΄ 114) ορίζει, στην παράγραφο 2 του άρθρου 209, ότι: «Η παροχή των κάθε είδους υπηρεσιών προς τους φορείς της προηγούμενης παραγράφου (συμπεριλαμβάνονται και οι Δήμοι), πλην αυτών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3316/2005 (ΦΕΚ 42 Α΄), ρυθμίζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών», στην παράγραφο 9 του ιδίου ως άνω άρθρου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 13 του ν. 3731/2008 «Αναδιοργάνωση της δημοτικής αστυνομίας και ρυθμίσεις λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών» (ΦΕΚ Α΄ 263/23.12.2008), ότι: «Οι Δήμοι (…) δύνανται να αναθέτουν απευθείας ή με συνοπτική διαδικασία (πρόχειρο διαγωνισμό) παροχή υπηρεσιών, που δεν υπάγονται στις διατάξεις του ν. 3316/2005 (ΦΕΚ 42 Α΄), σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 83 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α΄), ως προς τα επιτρεπτά χρηματικά όρια, όπως αυτά καθορίζονται με τις εκάστοτε εκδιδόμενες αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Για την απευθείας ανάθεση απαιτείται απόφαση Δημάρχου (…), χωρίς προηγούμενη απόφαση του συμβουλίου. (…)» και στο άρθρο 273 παρ.1, ότι: «Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος της παραγράφου 2 του άρθρου 209 οι κάθε είδους υπηρεσίες, εκτός από τις υπηρεσίες που παρέχονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3316/2005 (ΦΕΚ 42 Α΄), διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ/τος 28/1980 (ΦΕΚ 11 Α΄), με την επιφύλαξη των ειδικών ρυθμίσεων του π.δ./τος 346/1998 (ΦΕΚ 230 Α΄), ως ισχύει». Σύμφωνα δε με το άρθρο 70 παρ. 1 του π.δ/τος 28/1980 «Περί εκτελέσεως έργων και προμηθειών Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως» (ΦΕΚ Α΄ 11) «Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται γενικώς και κατ’ αναλογίαν και επί της εκτελέσεως (…), εργασιών (…) των δήμων (…)», ενώ στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 του ίδιου π.δ/τος ορίζεται ότι: «Η εκτέλεσις δημοτικών και κοινοτικών έργων και προμηθειών (…) ενεργείται επί τη βάσει (…) της συμβάσεως, συναπτομένης κατόπιν τακτικής δημοπρασίας, πλην των περιπτώσεων, όπου, κατά νόμον, δεν απαιτείται αύτη» και στο άρθρο 12 παρ. 1, ότι: «Δεν επιτρέπεται η κατάτμησις έργων και προμηθειών…». Τέλος, κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 83 του ν. 2362/95 εκδόθηκε η ισχύουσα, κατά τον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρόνο, 35130/739/9.8.2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Αύξηση των χρηματικών ποσών του άρθρου 83 παρ. 1 του ν. 2362/95 για τη σύναψη συμβάσεων που αφορούν προμήθεια προϊόντων, παροχή υπηρεσιών ή εκτέλεση έργων» (ΦΕΚ Β΄ 1291/11.8.2010), στο άρθρο 1 της οποίας ορίζεται ότι: «1. Αναπροσαρμόζουμε τα ποσά για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων που αφορούν προμήθεια προϊόντων, παροχή υπηρεσιών ή εκτέλεση έργων ως ακολούθως: α) Με απευθείας ανάθεση μέχρι του ποσού των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ β) Με συνοπτική διαδικασία (πρόχειρο διαγωνισμό) από του ποσού της προηγουμένης περίπτωσης μέχρι του ποσού των εξήντα χιλιάδων (60.000,00) ευρώ. 2. (…) στα ποσά αυτά δεν συμπεριλαμβάνεται ο Φ.Π.Α.». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι για την ανάθεση εκτέλεσης εργασιών από Ο.Τ.Α., εφόσον ο προϋπολογισμός της σχετικής υπηρεσίας δεν εμπίπτει στα όρια εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (Οδηγία 2004/18/ΕΚ, που ισχύει από 1.2.2006 και ήδη π.δ. 60/2007), εφαρμόζονται, για τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί μετά την 1.1.2007, ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (άρθρο τέταρτο του ν. 3463/2006, ΦΕΚ Α΄ 114) και μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος, που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 209 του ως άνω νομοθετήματος, οι διατάξεις του π.δ/τος 28/1980, από τις οποίες προκύπτει ότι για την ανάθεση υπηρεσιών, στην έννοια των οποίων εμπίπτει και η εκτέλεση εργασιών, απαιτείται η διενέργεια δημόσιου ανοικτού μειοδοτικού διαγωνισμού, ώστε να καθίσταται δυνατή, με την προσέλευση μεγάλου ή έστω ικανού αριθμού μειοδοτών, η ανάπτυξη επαρκούς ανταγωνισμού και η διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων των Ο.Τ.Α. με την επιλογή της πλέον συμφέρουσας γι’ αυτούς προσφοράς. Κατ’ εξαίρεση, είναι δυνατή η απευθείας ανάθεση εργασιών με απόφαση του Δημάρχου, όταν η συνολική ετήσια δαπάνη αυτών δεν υπερβαίνει το ποσό των 20.000,00 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., όπως και η ανάθεση εργασιών με τη συνοπτική διαδικασία του πρόχειρου διαγωνισμού από το ποσό των 20.000,00 ευρώ μέχρι το ποσό των 60.000,00 ευρώ (βλ. άρθρο 83 του ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της 35130/739/2010 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών). Προκειμένου δε να διαπιστωθεί το ύψος του ποσού, στο οποίο ανέρχεται η δαπάνη εκτέλεσης συγκεκριμένων υπηρεσιών και, κατ’ επέκταση, η δυνατότητα απευθείας ανάθεσής τους, λαμβάνεται υπόψη η συνολική δαπάνη που απαιτείται για να καλυφθούν οι ανάγκες του δήμου σε εργασίες στο σύνολό τους, οι οποίες, κατά τα διδάγματα τ


ΕλΣυν.Τμ.7/29/2015

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ:Αίτηση ανάκλησης της  267/2014  πράξης του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών στο VII Τμήμα, (...) .Με δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν ανωτέρω δεκτά το Τμήμα κρίνει ότι: α) Η ως άνω σύμβαση δεν συνιστά γνήσια προγραμματική σύμβαση του άρθρου 100 του Ν. 3852/2010, καθόσον τα μέρη δεν εκκινούν από την ίδια αφετηρία συμφερόντων με σκοπό την από κοινού εκπλήρωση μίας δημόσιας υπηρεσίας. Και τούτο διότι,  όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, ο μεν Δήμος, η συμβολή του οποίου περιορίζεται αποκλειστικά  στην κάλυψη του κόστους για την παροχή των ανατεθεισών υπηρεσιών, βαρυνόμενος μόνο αυτός με το οικονομικό αντικείμενό της,   με τη σύναψή της  απέβλεψε στην υλοποίηση των ανατιθέμενων με αυτήν υπηρεσιών,  το δε  … στην καταβολή του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος. Προς τούτο προβλέπεται η καταβολή από το Δήμο των δαπανών και αμοιβών του αναδόχου στο ποσό των οποίων έχει συνυπολογισθεί Φόρος Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος προβλέπεται μόνον στις εξ επαχθούς αιτίας συμβάσεις παροχής υπηρεσιών. Προς επίρρωση δε της άποψης ότι δεν πρόκειται για προγραμματική σύμβαση, αλλά για απευθείας ανάθεση δημόσιας σύμβασης παροχής υπηρεσιών  χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων προσφυγής στην εξαιρετική αυτή διαδικασία  πρέπει να σημειωθεί ότι ο επιδιωκόμενος από τα συμβαλλόμενα μέρη σκοπός ολοκληρώνεται και εξαντλείται με τη σύναψη της ελεγχόμενης συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω η υπογραφή εκτελεστικών τοιούτων.  Συνεπώς, πρόκειται για δημόσια σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας για την παροχή εκ μέρους του αναδόχου ….., έναντι  συμβατικού ανταλλάγματος, συγκεκριμένων υπηρεσιών συμβούλου για την εκπόνηση του ΣΔΑΕ του Δήμου, ήτοι υπηρεσιών που είναι ανοικτές στον ανταγωνισμό και παρέχονται ελεύθερα στον ιδιωτικό τομέα από οποιονδήποτε δραστηριοποιούμενο στο σχετικό τομέα πάροχο, η σύναψη της οποίας κατά τα βασίμως κριθέντα με την προσβαλλόμενη πράξη  αντιβαίνει στις διατάξεις  των άρθρων 100 του ν.3852/2010, 209 παρ. 9, 10 του Κ.Δ.Κ.,  25 του π.δ.60/2007 και στις διατάξεις του  π.δ. 28/1980,  τα περί του αντιθέτου δε προβαλλόμενα από τον αιτούντα Δήμο είναι αβάσιμα και απορριπτέα. β) Σε κάθε περίπτωση ήτοι και υπό την εκδοχή ότι εν προκειμένω πρόκειται για γνήσια προγραμματική σύμβαση του άρθρου 100 του ν. 3852/2010,   το …που  σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν.3685/2008 (ΦΕΚ 148 Α΄) και το ιδρυτικό του π.δ/μα 271/1989 (ΦΕΚ 129 Α΄), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το π.δ/μα 13/1998 (ΦΕΚ 24 Α΄), αποτελεί Ε.Π.Ι., ήτοι αυτοτελές ν.π.ι.δ. που λειτουργεί  στο πλαίσιο του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου,  δεν μπορούσε να συμμετέχει στην ελεγχόμενη σύμβαση ως μοναδικός αντισυμβαλλόμενος του Δήμου, καθόσον δεν του αναγνωρίζεται από το νόμο    η δυνατότητα συμμετοχής του στις προγραμματικές συμβάσεις ως συνάπτοντα φορέα αλλά μόνο, κατά τη ρητή διάταξη του εδαφίου β της παρ. 1 του άρθρου 100 του ν. 3852/2010,  ως εκ τρίτου συμβαλλόμενο.  Εξάλλου, δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο έρεισμα για την σύναψη της ελεγχόμενης σύμβασης το εδ. α΄ της παρ. του ν. 3852/2010 που αφορά τη δυνατότητα σύναψης προγραμματικών συμβάσεων  με φορείς  του δημόσιου τομέα της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 καθόσον   με τη ρητή διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 3685/2008 τα Ε.Π.Ι. δεν ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως έχει οριοθετηθεί από τις κείμενες διατάξεις.  και, ως εκ τούτου, δεν αρκεί για την υπαγωγή τους η πρόβλεψη,   από τις διατάξεις της παρ. 4  του άρθρου 11 του ν. 3685/2008, για δυνητική χρηματοδότησή τους από το  Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμά­των και φορείς του δημόσιου τομέα (άρθρο 11 παρ. 4 εδ. α΄ και δ΄ του ν. 3685/2008, άρθρο 17 του ν. 2083/1992, άρθρο 10 π.δ. 271/1989, βλ. και ΝΣΚ 269/2011) τα περί του αντιθέτου δε προβαλλόμενα από τον αιτούντα Δήμο αλλά και το … με το από 7.7.2015 υπόμνημα – παρέμβασή του, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω,  δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο έρεισμα για την σύναψη της ελεγχόμενης σύμβασης το άρθρο 11 παρ. 4 περ. δ΄ εδ. α΄ του ς ν.3685/2008 (βλ. Ελ. Συν. Τμ. VII πράξη 181/2009), καθόσον η εν λόγω ειδική διάταξη, ισχύουσα παράλληλα με τις γενικές διατάξεις του εφαρμοζόμενου εν προκειμένω    άρθρου 100 του ν.3852/2010, παρέχει, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή  της με το άρθρο 32 παρ. 1 του ν.3794/2009 (ΦΕΚ 156 Α΄), στα Ε.Π.Ι. τη δυνατότητα σύναψης προγραμματικών συμβάσεων μόνο όταν αυτές αφορούν στη «βασική έρευνα στο γνωστικό αντικείμενό τους» ή στην «έρευνα που εξυπηρετεί την ανάπτυξη τομέων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα», περίπτωση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση αφού το αντικείμενο που ανατίθεται με την ως άνω σύμβαση δεν εμπίπτει στην έννοια του ερευνητικού έργου καθόσον ελλείπει ως προς αυτό, το στοιχείο της πρωτοτυπίας, αφού το παραδοτέο από τον ανάδοχο αποτέλεσμα δεν συνιστά πρωτότυπη εργασία, με την οποία προάγεται η επιστημονική γνώση σύμφωνα με διεθνώς αποδεκτές επιστημονικές μεθόδους ή θεωρίες, ή επεξεργασία νέων θεωριών, ικανών να γίνουν αποδεκτές από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα (βλ. άρθρο 2 ν. 1514/1985 που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο). Και τούτο διότι, οι ανατεθείσες με την ελεγχόμενη σύμβαση εργασίες,   όπως προκύπτει από το εκτεθέν στην προηγούμενη σκέψη περιεχόμενο τους,  αφορούν στην παραγωγή  ενός συνήθους τεχνικού αντικειμένου, με τη χρήση κεκτημένων γνώσεων και  δεν περιέχουν το στοιχείο της πρωτοτυπίας, όπως απαιτείται από τις διατάξεις του  άρθρου 2 ν. 1514/1985,  που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο,  για να χαρακτηρισθεί μία εργασία «ως ερευνητική