ΣτΕ/4676/2012
Τύπος: Δικαστικές Αποφάσεις
Αποζημίωση ζημιών από ανωτέρα βία(..) ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 85/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία, έγινε δεκτή προσφυγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, αναδόχου του έργου «Αξιοποίηση Κάμπου Ρίζιανης-Κορύτιανης Ν. ...», επί διαφοράς που ανέκυψε κατά την εκτέλεση του έργου αυτού, και ειδικότερα, από την απόρριψη ενστάσεως κι αιτήσεως θεραπείας κατά του πρωτοκόλλου διαπίστωσης ζημιών από ανωτέρα βία(..) Το Διοικητικό Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, έκανε δεκτό ότι η διάταξη του άρθρ. 4 παρ. 11 του ν. 1418/1984, ανεξαρτήτως του αν καταλαμβάνει και την περίπτωση της ασφάλειας του έργου λόγω βλαβών αυτού από ανωτέρα βία, πάντως, δεν έχει καταστεί ακόμα ενεργή, εξ αυτού δε συνάγεται ότι, κατά την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 1418/1984 και του π.δ. 609/1985, σε περίπτωση κατά την οποία προκληθούν στο έργο ή τις εγκαταστάσεις αυτού βλάβες από ανωτέρα βία, υπόχρεος για την αποζημίωση είναι ο κύριος του έργου και συνεπώς, όρος της εργολαβικής συμβάσεως σύμφωνα με τον οποίο, ο ανάδοχος υποχρεούται να προβεί σε κατάρτιση συμβάσεως με ασφαλιστική εταιρία για την κάλυψη του ως άνω κινδύνου καθώς και η κατάρτιση τέτοιας συμβάσεως, κατ’ αποδοχή του όρου αυτού, δεν μπορούν ν΄αντιταχθούν και να κατισχύσουν έναντι της ως άνω θεσπιζόμενης από τις διατάξεις του νόμου υποχρεώσεως του κυρίου του έργου προς αποζημίωση του αναδόχου σε περίπτωση επελεύσεως ζημιών στο έργο ή τις εγκαταστάσεις αυτού από την ως άνω αιτία. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, έκανε δεκτή την προσφυγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
5. Επειδή, κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλομένης δεν είναι, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, ορθή, διότι ανεξαρτήτως του ζητήματος αν η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 11 του Ν. 1418/89 δεν έχει εισέτι ενεργοποιηθεί λόγω της μη εκδόσεως του προβλεπομένου προεδρικού διατάγματος, η συμβατικώς αναληφθείσα υποχρέωση του αναδόχου να καταρτίσει ασφαλιστική σύμβαση για να καλυφθεί η περίπτωση ζημιών του έργου λόγω ανωτέρας βίας, είναι ισχυρή με αποτέλεσμα να δύναται να του αντιταχθεί σε περίπτωση ζημίας του έργου που προήλθε από γεγονός συνιστών ανωτέρα βία (ΣτΕ 3287/2003, 1368/2007), δεδομένου ότι δεν είναι πάντως επιτρεπτή η, εκ μέρους του, αμφισβήτηση της νομιμότητας όρου της συναφθείσης συμβάσεως (ΣτΕ 1667/2011 Ολομ.). Συνεπώς, πρέπει, για το λόγο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί, η δε υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, να παραπεμφθεί στο εκδόν αυτήν δικαστήριο προς περαιτέρω κρίση.(..)Διά ταύτα..(..) Δέχεται την υπό κρίση αίτηση..(..)Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 85/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων στο οποίο και αναπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΣΤΕ/1150/2006
Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η δαπάνη για διατήρηση σε ετοιμότητα των πλωτών μέσων της αναιρεσίβλητης, (ενός πλωτού γερανού – εκσκαφέα, ενός ρυμουλκού και δύο φορτηγίδων), κατά τα χρονικά διαστήματα από 8.6 έως 3.7.1994 και από 10.8 έως 31.8.1994 και για αμοιβές των μηχανικών της ..., κατά τα ίδια χρονικά διαστήματα και . ... κατά το χρονικό διάστημα από 8.6 έως 31.8.1994, δεν αποτελούν αξία εκτελεσθεισών εργασιών ή υλικών που προσκομίσθηκαν ή βρίσκονται στο στάδιο της παραγωγής ή προμήθειας ή αναπόσβεστου μέρους εγκαταστάσεων, η οποία και μόνο αποζημιώνεται επί διαλύσεως της συμβάσεως με υπαιτιότητα του κυρίου του έργου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 2 και 3 του ν. 1418/1984 και 50 του π.δ. 609/1985 και συνεπώς, είναι εσφαλμένη η κρίση του Διοικητικού Εφετείου, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη εδικαιούτο αποζημίωση για τις δαπάνες αυτές, κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος διότι οι παραπάνω δαπάνες προφανώς δεν συνιστούν αξία εκτελεσθεισών εργασιών ή υλικών ή εγκαταστάσεων και συνεπώς, δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις που προβλέπεται αποζημίωση του αναδόχου δημοσίου έργου επί διαλύσεως της συμβάσεως με υπαιτιότητα του κυρίου του έργου, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, διάφορο δε είναι το ζήτημα αν η αναιρεσίβλητη θα εδικαιούτο αποζημίωση για τις δαπάνες αυτές με βάση τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1418/1984, δεδομένου ότι δεν εξετάσθηκε από το δικάσαν δικαστήριο η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης αυτής. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα νόμιμη κρίση.
ΣτΕ/3106/2013
Αποζημίωση βλαβών από ανωτέρα βία. (..) ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 70/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή προσφυγή της αναιρεσείουσας κοινοπραξίας, αναδόχου του έργου «Αρδευτικά έργα πεδιάδας ...», επί διαφοράς που ανέκυψε κατά την εκτέλεση του έργου τούτου(..)Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αμφισβητείται η νομιμότητα της ανωτέρω κρίσεως του δικάσαντος δικαστηρίου. Και τούτο διότι, κατά την αναιρεσείουσα, είχε προβληθεί από αυτήν ισχυρισμός ότι στον μεν όρο 38.4.1.3 της Ε.Σ.Υ. προβλέπεται ότι ο ανάδοχος εκχωρεί στην αρμόδια Υπηρεσία του Δημοσίου τις απαιτήσεις της από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, στη δε παρ. 5 του ιδίου όρου της Ε.Σ.Υ., προβλέπεται ότι το Δημόσιο είναι συνασφαλιζόμενος και, άρα, υποχρεούται να αποζημιώσει τον ανάδοχο κατά το νόμο σε περίπτωση βλάβης από ανωτέρα βία και, στη συνέχεια να στραφεί κατά της ασφαλιστικής εταιρείας είτε ως συνασφαλιζόμενος είτε ως εκδοχέας της σχετικής απαίτησης, ο ισχυρισμός δε αυτός κατελείφθη αναπάντητος. Ο λόγος προβάλλεται βασίμως και η προσβαλλόμενη απόφαση είναι, κατά τούτο, αναιτιολόγητη, δεδομένου ότι το δικάσαν Εφετείο δεν εξέτασε, όπως όφειλε, εν όψει του ως άνω σχετικού ισχυρισμού της προσφυγής, αν κατά τους σχετικούς όρους της σύμβασης μεταξύ της αναδόχου και της ασφαλιστικής εταιρείας, η τελευταία υποχρεούτο να καταβάλει την αποζημίωση αναγωγικώς στο Δημόσιο ή ευθέως στην εργολήπτρια εταιρεία.(..)Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 70/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση προς νέα κρίση σύμφωνα με το αιτιολογικό.
ΣΤΕ/2598/2014
Δημόσια έργα:..Η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι για την καταβολή αποζημιώσεως στον ανάδοχο λόγω διαλύσεως της εργολαβίας χωρίς δική του υπαιτιότητα πρέπει προηγουμένως να έχει χωρήσει η τήρηση της διαδικασίας παραλαβής του έργου και ο καθορισμός της αποζημιώσεως με απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής, είναι ορθή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, ανεξαρτήτως αν στην προκειμένη περίπτωση, λόγω μη εκτελέσεως εργασιών και λόγω ελλείψεως υλικών και εγκαταστάσεων του αναδόχου, ήταν αναγκαία ή όχι η σύνταξη τελικής επιμετρήσεως. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ειδικότερα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι στην περίπτωση που η σύμβαση διαλύεται πριν αρχίσει η εκτέλεση των εργασιών κατασκευής του έργου, η διαδικασία παραλαβής παραλείπεται ως άνευ αντικειμένου και ο καθορισμός της αποζημιώσεως του αναδόχου διενεργείται απ’ ευθείας από την προϊσταμένη αρχή, η οποία είναι η μόνη που διαθέτει την αποφασιστική αρμοδιότητα επί του ζητήματος αυτού. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το άρθρο 50 του π.δ/τος 609/1985 είναι εφαρμοστέο μόνον στην περίπτωση που η διάλυση της συμβάσεως οφείλεται σε υπαιτιότητα του κυρίου του έργου ή του φορέα κατασκευής του και όχι στην περίπτωση που η σύμβαση διαλύεται με πρωτοβουλία απλώς του φορέα κατασκευής του έργου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η ανωτέρω διάταξη είναι εφαρμοστέα σε κάθε περίπτωση που η διάλυση της συμβάσεως δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του αναδόχου. Τέλος, προβάλλεται ότι η διάταξη του ανωτέρω άρθρου 50 του π.δ/τος 609/1985, ερμηνευόμενη ως έχουσα την έννοια ότι προς καθορισμό της καταβλητέας στον ανάδοχο αποζημιώσεως απαιτείται η προηγούμενη τήρηση της διαδικασίας παραλαβής και στην περίπτωση που η διάλυση συντελέσθηκε πριν καν ξεκινήσουν οι εργασίες εκτελέσεως του έργου, είναι ανίσχυρη ως εκδοθείσα καθ’ υπέρβαση της παρασχεθείσης με τον ν. 1418/1984 σχετικής εξουσιοδοτήσεως, δοθέντος ότι η παρ. 3 του άρθρου 9 του εν λόγω νόμου προσδιορίζει αναλυτικώς το περιεχόμενο και τον τρόπο υπολογισμού της ως άνω αποζημιώσεως, ώστε δεν υπήρχε ανάγκη περαιτέρω εξειδικεύσεως της θεσπιζομένης με την λόγω διάταξη ρυθμίσεως με κανονιστική πράξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η ανωτέρω διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 1418/1984 θεσπίζει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για τον καθορισμό της αποζημιώσεως του αναδόχου σε περίπτωση διαλύσεως της συμβάσεως χωρίς δική του υπαιτιότητα και δεν αποκλείει την θέσπιση της διαδικασίας για τον καθορισμό αυτής με προεδρικό διάταγμα κατ’ εξουσιοδότηση της διατάξεως του άρθρου 18 παρ. 2 του ίδιου νόμου.
ΕΣ/Τ4/93/2001
Συμπληρωματικές εργασίες που δεν περιλαμβάνοντο στο αρχικό αντικείμενο του έργου, ανατέθηκαν, με διαπραγμάτευση, στην ανάδοχο αυτού κοινοπραξία, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις (άρθρα 8 παρ. 1 του ν.1418/1984 και 8 παρ.3(δ) του π.δ/τος 23/1993), καθόσον δεν επρόκειτο για εργασίες που καταστάθηκαν αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων
ΝΣΚ/182/2004
Ανωτέρα βία. Πρόγραμμα διατήρησης σπάνιων φυλών αγροτικών ζώων. Επικαλούμενοι λόγοι υγείας παραγωγού, εκπρόθεσμα γνωστοποιηθέντες στην αρμόδια αρχή.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Στο πλαίσιο του προγράμματος διατήρησης σπάνιων φυλών αγροτικών ζώων, δεν αποτελεί ανωτέρα βία, ικανή να δικαιολογήσει την, χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια της αρμόδιας αρχής, πώληση ζώων των επιλεξίμων φυλών, η επικαλούμενη ανικανότητα του κατόχου της εκμετάλλευσης να ασκήσει το επάγγελμά του για μεγάλο χρονικό διάστημα για λόγους υγείας, οι οποίοι γνωστοποιήθηκαν εκπρόθεσμα στην αρμόδια αρχή, και σε κάθε περίπτωση δεν καθιστούσαν απολύτως αδύνατη την εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων.
ΣΤΕ/1230/2013
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ-ΕΓΓΡΑΦΗ ΕΝΤΟΛΗ-:Επειδή, η αναιρεσιβαλλομένη εδέχθη ότι κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 1418/84 ο περιορισμός στην αύξηση της δαπάνης του έργου μέχρι 50% του αρχικού προϋπολογισμού αναφέρεται στον κύριο του έργου, ο οποίος αποκλειστικώς εντός του ορίου αυτού δύναται να εγκρίνει ή να υποδεικνύει νέες πρόσθετες εργασίες στην δημοπρατηθείσα εργολαβία. Για τον ανάδοχο του έργου, ο οποίος θα κληθεί να εκτελέσει τις νέες ή πρόσθετες εργασίες, καθιερώνεται αντίστοιχος υποχρέωση εκτελέσεως των εργασιών αυτών, μόνο αν ευρίσκονται μέσα στο επιτρεπόμενο όριο αυξήσεως του αρχικού προϋπολογισμού. Συνεπώς, αν ο ανάδοχος του έργου εκτελέσει αναιτίως μετά από έγκριση η υπόδειξη του κυρίου του έργου, νέες ή πρόσθετες εργασίες καθ’ υπέρβαση του επιτρεπομένου ορίου της αρχικής δαπάνης του έργου, δικαιούται να εισπράξει το αντίστοιχο αντάλλαγμα βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
ΝΣΚ/377/2007
Διάλυση εργολαβικής συμβάσεως με υπαιτιότητα του κυρίου του έργου – Ματαίωση διάλυσης εργολαβικής συμβάσεως – Αποζημίωση αναδόχου.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Είναι νόμιμη η απαίτηση αναδόχου δημοσίου έργου να συμπεριληφθεί στο ποσό της αποζημίωσής του, στην περίπτωση ματαίωσης της διάλυσης της σχετικής σύμβασης κατ’ άρθρο 9 παρ.4 του Ν 1418/1984, και το επιπλέον κόστος, το οποίο θα προκύψει κατά την αγορά ηλεκτρικών καλωδίων λόγω της απρόβλεπτα μεγάλης αύξησης της τιμής τους, το οποίο δεν είναι δυνατόν να καλυφθεί από τις προβλεπόμενες αναθεωρήσεις στα αντίστοιχα άρθρα που περιλαμβάνονται στην συμβατική μελέτη του έργου. Η αποζημίωση του αναδόχου σε περίπτωση διάλυσης της εργολαβικής σύμβασης προβλέπεται ειδικώς στις διατάξεις των άρθρων 9 παρ.3 του Ν 1418/1984 (σε συνδυασμό με το άρθρο 700 Α.Κ. εδ.β’ και 50 του ΠΔ 609/1985.
ΣΤΕ/1198/2020
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ:Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του Δημοσίου προς εξόφληση του ένδικου λογαριασμού, μολονότι δέχθηκε ότι δεν προκύπτει η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης υποβολή βεβαιώσεων φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 10 του ν. 1418/1984, όπως αντικαταστάθηκαν με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2229/1994 και 39 παρ. 7 του ν. 2065/1992, κατά την έννοια των οποίων δεν πρέπει να αναγνωρίζεται υποχρέωση του κυρίου προς πληρωμή εγκριθέντος λογαριασμού, εφόσον αυτός δεν συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, δεδομένου ότι δεν γεννάται η εν λόγω υποχρέωση, όταν ο λογαριασμός δεν συνοδεύεται από βεβαιώσεις ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας. Για τη θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, προβάλλεται ότι με αυτόν τίθεται το νομικό ζήτημα «της ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων… και δη κατά πόσο στην περίπτωση μη συνυποβολής με λογαριασμό δημοσίου έργου βεβαιώσεως φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας αυτού, γεννάται υποχρέωση του κυρίου του έργου προς καταβολή ποσού λογαριασμού», και ότι επί του νομικού αυτού ζητήματος έχει διαμορφωθεί αντίθετη νομολογία με την 1505/2015 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και την 381/2017 ανέκκλητη (λόγω ποσού) απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας. Εξάλλου, με την 1505/2015 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας έγινε δεκτό ότι από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 10 του ν. 1418/1984, όπως αντικαταστάθηκαν με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2229/1994 και 39 παρ. 7 του ν. 2065/1992 «συνάγεται ότι δεν γεννάται υποχρέωση του κυρίου του έργου οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς πληρωμή υποβληθέντος λογαριασμού, όταν ο λογαριασμός αυτός δεν συνοδεύεται από βεβαίωση περί καταβολής των οφειλομένων από τον ανάδοχο ασφαλιστικών εισφορών…, καθώς και από βεβαίωση φορολογικής ενημερότητας του αναδόχου…. Στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται υπαιτιότητα του νομικού προσώπου εκ της μη πληρωμής του εν λόγω λογαριασμού …και δεν γεννάται υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας επί των καθυστερουμένων ποσών για όλο το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο διαρκεί η παράλειψη του αναδόχου να υποβάλει τις κατά τα ανωτέρω βεβαιώσεις …». Με τα δεδομένα αυτά δεν προκύπτει αντίθεση της απόφασης αυτής, την οποία επικαλείται το αναιρεσείον, προς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία περιλαμβάνει στη μείζονα σκέψη της, κατά λέξη, την ιδία ερμηνεία των αυτών ως άνω διατάξεων (άρθρο 5 παρ. 10 ν. 1418/1984 και άρθρο 39 παρ. 7 ν. 2065/1992), παραπέμποντας μάλιστα ρητώς στην εν λόγω απόφαση (ΣτΕ1505/2015). Δεν μπορεί δε να προκύψει αντίθεση, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 12 του ν.3900/2010, από το γεγονός ότι η προαναφερόμενη απόφαση (ΣτΕ1505/2015) δεν ανέτρεψε την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, με την οποία είχε απορριφθεί η εκεί κριθείσα αντίστοιχων απαιτήσεων αγωγή, ενώ με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή, με την προπαρατεθείσα (σκέψη 5) αιτιολογία, η απορριφθείσα αγωγή της αναιρεσίβλητης, διότι τα παραπάνω αφορούν σε ζητήματα αιτιολογίας και υπαγωγής και, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (σκέψη 3), δεν μπορεί να προκύψει αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς την απόφαση που επικαλείται το αναιρεσείον από ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της συγκεκριμένης υπόθεσης ή απλώς από την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου (βλ. ΣτΕ 1407/2016, 1050/2016, 50/2016, 3530/2015, 3033/2014, 3012/2013 κ.α.). Εξάλλου, το αναιρεσείον δεν προσκόμισε κατά την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου την ως άνω 381/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας. Κατά συνέπεια, ο ως άνω προβαλλόμενος ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΣΤΕ/4364/2014
Εκτέλεση έργου:..Επειδή, η ανωτέρω κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης δεν είναι νομίμως αιτιολογημένη, διότι ο ισχυρισμός που προέβαλε το αναιρεσείον με το από 19.6.2006 υπόμνημά του ενώπιον του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου, κατά τον οποίο ο υποβληθείς από την αναιρεσίβλητη 6ος λογαριασμός του έργου δεν συνοδευόταν από τις απαραίτητες, κατά το νόμο, για την πληρωμή του βεβαιώσεις περί ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας αυτής, δεν ήταν αλυσιτελής, όπως βασίμως προβάλλεται. Τούτο δε διότι σε περίπτωση που η αναιρεσίβλητη δεν είχε υποβάλει μαζί με τον 6ο λογαριασμό και τις ανωτέρω βεβαιώσεις, δεν θα υφίστατο υπαιτιότητα του Δημοσίου ως κυρίου του έργου για τη μη πληρωμή του και συνεπώς, δεν θα ήταν νόμιμη η από 21.6.2004 δήλωση της αναιρεσίβλητης περί διακοπής των εργασιών του έργου, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη 4.Επειδή, συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα νόμιμη κρίση.
ΝΣΚ/183/2004
Ανωτέρα βία. Πρόγραμμα διατήρησης αυτόχθονων σπάνιων φυλών αγροτικών ζώων. Θάνατος ζώου επιλέξιμης φυλής από μερική έμφραξη εντέρου.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Δεν αποτελεί ανωτέρα βία στο πλαίσιο του προγράμματος διατήρησης αυτόχθονων σπάνιων φυλών αγροτικών ζώων, κατ’ άρθρο 48 του Κανονισμού 2419/01, αλλά φυσικό περιστατικό κατ’ άρθρο 41 του αυτού Κανονισμού, η εμπρόθεσμη προς την αρμόδια αρχή γνωστοποίηση του οποίου μπορεί να απαλλάξει τον κάτοχο της εκμετάλλευσης από τις συνέπειες της μη διατήρησης ζώου επιλέξιμης φυλής κατά τον απαιτούμενο χρόνο, ο θάνατος ζώου επιλέξιμης φυλής που επήλθε από μερική έμφραξη εντέρου.