υπόθεση C-15/2000
Τύπος: Δικαστικές Αποφάσεις
«Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) - Απόφαση της διευθύνουσας επιτροπής - Προσφυγή ακυρώσεως - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Αρθρο 237 ΕΚ - Προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων - Ευρωπαϊκή υπηρεσία καταπολέμησης της απάτης (OLAF) - Κανονισμοί (ΕΚ) 1073/1999 και (Ευρατόμ) 1074/1999 - Εφαρμογή στην ΕΤΕπ - Ενστάσεις ελλείψεως νομιμότητας - Αυτονομία της ΕΤΕπ - Νομικές βάσεις - Αρθρα 280 ΕΚ και 203 ΕΑ - Αναλογικότητα - Αιτιολογία»
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΟΜ) αριθ. 883/2013
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΟΜ) αριθ. 883/2013 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 11ης Σεπτεμβρίου 2013 σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου
ΝΣΚ/114/2012
Χορήγηση ή μη απόρρητων φορολογικών στοιχείων από το Σ.Δ.Ο.Ε. στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Aπάτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (OLAF), στα πλαίσια διενεργούμενης από αυτή εσωτερικής έρευνας.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
Στα πλαίσια διενεργούμενης εσωτερικής έρευνας από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (OLAF), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 εδάφιο πρώτο των Κανονισμού αριθμ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Κανονισμού (ΕΥΡΑΤΟΜ) αριθμ. 1074/1999 του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 1999, δεν επιτρέπεται η χορήγηση σ’ αυτήν από το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.), ελλείψει σχετικής πρόβλεψης στο εθνικό δίκαιο της Ελλάδος, η χορήγηση απόρρητων φορολογικών στοιχείων, που τηρούνται από τη φορολογική αρχή και δημιουργούν ή προσδιορίζουν τη φορολογική ενοχή της Ε.Μ. και του συζύγου της στα πλαίσια της άμεσης φορολογίας , εκτός από τα στοιχεία που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 85 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, για τα οποία επιτρέπεται να χορηγηθεί βεβαίωση σε οποιοδήποτε αποδεικνύει έννομο συμφέρον, κατόπιν αιτήσεώς του (παρ. 4 του άρθρου 85 του Κ.Φ.Ε.). (ομοφ.)
Η Εθνική Στρατηγική κατά της απάτης στις Διαρθρωτικές Δράσεις (επικαιροποίηση Μάρτιος 2017)
Η Ελληνική Εθνική Στρατηγική κατά της Απάτης στις Διαρθρωτικές Δράσεις εκπονήθηκε και υποβλήθηκε στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) το 2014. Αναπόσπαστο μέρος της αποτελεί ένα αναλυτικό Σχέδιο Δράσης, το οποίο περιλαμβάνει συγκεκριμένες ενέργειες, υπευθυνότητες, χρονοδιαγράμματα και δείκτες επίτευξης. O χρονικός ορίζοντας που είχε τεθεί για την ισχύ της Στρατηγικής ήταν δύο έτη. Το παρόν κείμενο αφορά στην επισκόπηση της Στρατηγικής και στην επικαιροποίηση συγκεκριμένων στοιχείων της.
υπόθεση C-349/2017
«Προδικαστική παραπομπή – Κρατικές ενισχύσεις – Κανονισμός (ΕΚ) 800/2008 (Γενικός κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία) – Άρθρο 8, παράγραφος 2 – Ενισχύσεις που έχουν χαρακτήρα κινήτρου – Έννοια της “έναρξης εργασιών για το σχέδιο” – Αρμοδιότητες των εθνικών αρχών – Παράνομη ενίσχυση – Μη έκδοση αποφάσεως από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή από εθνικό δικαστήριο – Υποχρέωση των εθνικών αρχών να προβαίνουν με δική τους πρωτοβουλία σε ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως – Νομική βάση – Άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης περί προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Απόφαση της αρμόδιας εθνικής αρχής για τη χορήγηση ενισχύσεως δυνάμει του κανονισμού 800/2008 – Γνώση των περιστάσεων που αποκλείουν την επιλεξιμότητα της αιτήσεως ενισχύσεως – Δημιουργία δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Έλλειψη – Παραγραφή – Ενισχύσεις συγχρηματοδοτούμενες από διαρθρωτικό ταμείο – Εφαρμοστέα ρύθμιση – Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 – Εθνική ρύθμιση – Τόκοι – Υποχρέωση απαιτήσεως τόκων – Νομική βάση – Άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ – Εφαρμοστέα ρύθμιση – Εθνική ρύθμιση – Αρχή της αποτελεσματικότητας»
ΝΣΚ/32/2021
Σε ποιες ενέργειες οφείλει να προβεί το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Γ.Π.Α.) μετά τη γνωστοποίηση από το Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών (Πάντειο Πανεπιστήμιο) και τη με αριθμό 6/2020 έκθεση ελέγχου της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, ότι το από 6.7.1998 πιστοποιητικό παρακολούθησης του Μεταπτυχιακού Κύκλου Σπουδών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων, Β΄ Ευρωπαϊκή Έδρα JeanMonnet, με τίτλο «Ευρωπαϊκή Ένωση και Αναπτυσσόμενες Χώρες», με το οποίο χορηγήθηκε στη Σ.Π., υπάλληλο του Γ.Π.Α., το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών και το οποίο έχει ληφθεί υπόψη για τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξή της, δεν αποτελεί Μεταπτυχιακό Δίπλωμα σε επίπεδο Masters(...)1. α) Η ανάκληση από το όργανο που την εξέδωσε, ως μη σύννομης, της με αριθμό 2/16.7.2009 απόφασης (πρακτικού) του υπηρεσιακού συμβουλίου του Γ.Π.Α., η οποία εκδόθηκε χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις, είναι υποχρεωτική και δεν ανήκει στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης. Συνακόλουθα, καθίστανται υποχρεωτικά ανακλητέες, από το όργανο που τις εξέδωσε, και όλες οι διοικητικές πράξεις, οι οποίες εκδόθηκαν στη συνέχεια και αφορούσαν τόσο στη χορήγηση του επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών όσο και στη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη της Σ.Π., στο μέτρο που για την υπηρεσιακή αυτή μεταβολή λήφθηκε υπόψη η κατοχή από την υπάλληλο του Πιστοποιητικού Παρακολούθησης ως μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, καθόσον ελλείπει το νόμιμο έρεισμα αυτών, συντρεχούσης, δε, περιπτώσεως, πρέπει να ακολουθήσει τυχόν επανακατάταξη της υπαλλήλου στο σωστό μισθολογικό κλιμάκιο. Για τη νομική θεμελίωση της ανάκλησης, η οποία νομίμως ενεργείται πέραν της πενταετίας, απαιτείται ειδική αιτιολόγηση της Διοίκησης με επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντος ή δόλιας συμπεριφοράς της υπαλλήλου. β) Η ανάκληση, ως μη σύννομων, των ανωτέρω διοικητικών πράξεων, η οποία νομίμως διενεργείται χωρίς χρονικό περιορισμό για λόγους δημοσίου συμφέροντος, εξεταζομένου, επιπλέον, από τη Διοίκηση της ύπαρξης τυχόν δόλου εκ μέρους της υπαλλήλου, θα ανατρέξει στο χρόνο έκδοσής τους, οπότε θεωρείται νομικώς, ότι αυτές δεν εκδόθηκαν ποτέ και οι αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές αναζητούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 24 παρ. 3 του ν. 4354/2015 και 96 του ν. 4270/2014 (κατά πλειοψηφία). 2. Κλήση της υπαλλήλου σε προηγούμενη ακρόαση δεν απαιτείται, καταρχάς, καθόσον η έκδοση των δυσμενών για την ίδια ανακλητικών πράξεων οφείλεται σε γεγονός αντικειμενικό, και τούτο διότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις ούτε για την έκδοση της πράξης χορήγησης επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών στη Σ.Π., ούτε για τη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξη και εξέλιξή της. Εφόσον, όμως, η Διοίκηση εξετάσει τη συνδρομή τυχόν λόγων δόλιας συμπεριφοράς εκ μέρους της υπαλλήλου, λόγων, δηλαδή, που συνδέονται προς υποκειμενική συμπεριφορά της, πρέπει να τηρηθεί η διαδικασία της προηγούμενης ακρόασης αυτής, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 20 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 6 του ν. 2690/1999, καθόσον η προηγούμενη ακρόασή της συνιστά ουσιώδη τύπο της διαδικασίας έκδοσης των ανακλητικών πράξεων και επιπλέον μπορεί να επιδράσει στη διαμόρφωση της κρίσης της Διοίκησης (ομόφωνα).
ΣΤΕ/808/2006
Εκκαθάριση και εξυγίανση επιχειρήσεων:..Πρέπει δε να θεωρηθεί ότι τα πρόσωπα αυτά τελούσαν σε καλή πίστη, δεδομένου ότι ι) το Συμβούλιο της Επικρατείας, με επανειλημμένες αποφάσεις του (βλ. ΣτΕ 1093/4-1987, 1398/89 κ.α.) είχε απορρίψει λόγους ακυρώσεως ότι η αύξηση, κατά τον ν. 1386/1983, με υπουργικές αποφάσεις, του μετοχικού κεφαλαίου εταιρειών υπαχθεισών στον νόμο αυτόν αντιβαίνει στο Σύνταγμα, ii) δεν είχε γίνει χρήση της ευχέρειας, που είχε δώσει το άρθρο 54 του ν. 2000/1991 για την επαναφορά της αρχικής κεφαλαιακής συνθέσεως των εταιρειών αυτών και iii) οι υπουργικές αυτές αποφάσεις δεν είχαν, μέχρι την δημοσίευση του ν. 2685/1999, ακυρωθεί με δικαστικές αποφάσεις ή ανακληθεί ή καταργηθεί από την Διοίκηση. Επιτακτικό, κατά τ΄ ανωτέρω, λόγο δημοσίου συμφέροντος συνιστά, επίσης, και η ανάγκη να διατηρηθούν και να επαυξηθούν τα θετικά ως προς την διάσωση και εξυγίανση προβληματικών επιχειρήσεων αποτελέσματα – όπου αυτά υπήρξαν – που προέκυψαν από την εφαρμογή των ληφθέντων κατά τον ν. 1386/1983 θεσμικών και πρακτικών μέτρων, ιδίως δε από την διοίκηση και διαχείριση αυτών των εταιρειών από τον ... και από την χρηματοδοτική ενίσχυσή τους, είτε υπό την μορφή καθαρών εισροών, είτε υπό την μορφή αυξήσεως κεφαλαίου με ή χωρίς κεφαλαιοποίηση οφειλών προς Τράπεζες του δημοσίου τομέα. Ενισχυτικό της καλής πίστεως των παραπάνω προσώπων (νέων μετόχων και συναλλαγέντων τρίτων) είναι το γεγονός ότι η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με την απόφασή της από 7.10.1987, που μνημονεύεται στην προαναφερθείσα εισηγητική έκθεση, δεν προέβαλε «αντιρρήσεις για την εφαρμογή» του ν. 1386/1983 από την άποψη του συμβατού των διατάξεών του προς τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ (περί κρατικών ενισχύσεων). Ανεξαρτήτως δε της συνδρομής επιτακτικού κατά τ΄ ανωτέρω δημοσίου συμφέροντος, πρέπει να συνεκτιμηθούν και τα εξής: Κατά το εξεταζόμενο μέρος της, η επίμαχη διάταξη ούτε συγκεκριμένες, προσδιοριζόμενες σε αυτήν, περιπτώσεις αφορά, ούτε κυρώνει αναδρομικά εκτελεστές διοικητικές πράξεις, ούτε νομιμοποιεί την επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων τους, ούτε, εφαρμοζόμενη, οδηγεί σε θετική για το διάδικο Δημόσιο έκβαση των εκκρεμών διοικητικών διαφορών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Αντιθέτως, η διάταξη αυτή καταλαμβάνει μια ολόκληρη, έστω ολιγάριθμη, κατηγορία υπουργικών πράξεων και ρυθμίζει τις έννομες συνέπειες της ενδεχόμενης δικαστικώς διαπιστουμένης παρανομίας τους, περιορίζοντας τις συνέπειες αυτές στην γένεση αντιστοίχων αξιώσεων προς αποζημίωση. Υπό τα δεδομένα, συνεπώς, αυτά, θεωρούμενα στο σύνολό τους, η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 2685/1999 είναι, καθ΄ όσον αφορά τις διοικητικές διαφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και είναι, ως εκ τούτου, απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση. (..)Επειδή, λόγω της σπουδαιότητας των ζητημάτων του συμβατού των διατάξεων του άρθρου 28 του ν. 2685/1999 προς το Σύνταγμα, το κοινοτικό δίκαιο και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Τμήμα κρίνει ότι τα ζητήματα αυτά πρέπει να παραπεμφθούν στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδάφιο β΄ του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) και ορίζει Εισηγητή προς ανάπτυξη της γνώμης του Τμήματος τον Σύμβουλο Δ. Πετρούλια.
ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.1/229/2019
ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΕΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ:Με τα δεδομένα αυτά και με βάση τα προσκομισθέντα στοιχεία, το Κλιμάκιο κρίνει ότι η Ε.Ψ.Ε.Π. πράγματι δεν μπορεί να ενταχθεί σε κάποια από τις κατηγορίες νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν. 4354/2015. Και τούτο, διότι δεν ανήκει στο Κράτος ή σε ΟΤΑ υπό την έννοια της επίτευξης δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής της, κριτήρια που, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Έτσι, αν και μπορεί να θεωρηθεί ότι η Ε.Ψ.Ε.Π. επιδιώκει κοινωφελή σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας, και επιπλέον τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας, εντούτοις δεν ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθόσον τα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου ορίζονται από τη Γενική Συνέλευση των μελών της, η πλειοψηφία των οποίων είναι ιδιώτες. Εξάλλου, ούτε στην δεύτερη κατηγορία της περίπτωση στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 μπορεί η Ε.Ψ.Ε.Π. να ενταχθεί των τακτικά επιχορηγούμενων, σε ποσοστό τουλάχιστον του 50% του ετήσιου προϋπολογισμού της, από τον κρατικό προϋπολογισμό νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκόμισε η Ε.Ψ.Ε.Π., στα οποία παρατίθενται τα συνολικά έσοδά της, ανά πηγή χρηματοδότησης, κατά τα κρίσιμα έτη 2013, 2014 και 2015, εφόσον κατά τα έτη αυτά διανύθηκε η προς αναγνώριση προϋπηρεσία (πρβλ. ΝΣΚ Γνωμ. 95/2019) της φερόμενης ως δικαιούχου υπαλλήλου, προκύπτει ότι σε κανένα από τα έτη αυτά η επιχορήγηση του Υπουργείου Υγείας προς την Ε.Ψ.Ε.Π. (πρόκειται για την προβλεπόμενη στην παράγραφο 5 του άρθρου 13 του ν. 2617/1999, σε συνδυασμό με την περίπτωση α΄ του άρθρου 28 του ν. 2519/1997) δεν ανήλθε σε ποσοστό τουλάχιστον 50% των ετήσιων εσόδων της. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τους προσκομισθέντες πίνακες εσόδων, η επιχορήγηση από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας προς την Ε.Ψ.Ε.Π. ανήλθε, κατά το έτος 2013, σε 822.162,00 ευρώ, έναντι συνολικών εσόδων της Ε.Ψ.Ε.Π. 2.960.221,11 ευρώ, κατά το έτος 2014, σε 616.549,42 ευρώ, έναντι συνολικών εσόδων 1.931.736,92 ευρώ, και κατά το έτος 2015, σε 511.569,24 ευρώ, έναντι συνολικών εσόδων 1.687.839,02 ευρώ (το 50% των εσόδων αυτών ανέρχεται σε 1.480.110,55 ευρώ για το έτος 2013, 965.868,46 ευρώ για το έτος 2014 και 842.919,51 ευρώ για το έτος 2015). Εξάλλου, δεν είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη τα ποσά που καταβλήθηκαν κατά τα ίδια έτη στην Ε.Ψ.Ε.Π. από τα ασφαλιστικά ταμεία (ΕΟΠΥΥ, ΟΓΑ, ΙΚΑ) ως ειδικό ενοποιημένο νοσήλιο, εφόσον η εν λόγω πληρωμή δεν συνιστά τακτική επιχορήγηση, αλλά αντίτιμο για την παροχή υπηρεσιών υγείας προς τους ασφαλισμένους των ταμείων αυτών, βάσει συμβάσεων που συνάπτει η Ε.Ψ.Ε.Π., ως Μ.Ψ.Υ., με τα εν λόγω ταμεία. Ομοίως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη το ποσό που καταβάλλεται από εθνικούς πόρους στο πλαίσιο συγχρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση προγραμμάτων, εφόσον και στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται περί τακτικής επιχορήγησης, αλλά περί χρηματοδότησης για την υλοποίηση συγκεκριμένων προγραμμάτων. Ούτε, τέλος, από το 29005/26.3.2013 έγγραφο του Υπουργείου Υγείας προκύπτει ότι η Ε.Ψ.Ε.Π. χρηματοδοτείται τακτικά, σε ποσοστό άνω του 50% του προϋπολογισμού της, από τον ετήσιο προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας, μολονότι αυτή περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεκτών του, διότι από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι εντάσσονται στις ρυθμίσεις του Δεύτερου Κεφαλαίου του ν. 4024/2011 οι εργαζόμενοι στις Μ.Ψ.Υ. που ανήκουν σε Ν.Π.Ι.Δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, εφόσον, δηλαδή υπό την προϋπόθεση, ότι επιχορηγούνται τακτικά και σε ποσοστό άνω του 50% από τον προϋπολογισμό του Υπουργού Υγείας και όχι σε κάθε περίπτωση. Εν κατακλείδι, εφόσον από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν προκύπτει ότι κατά τα κρίσιμα έτη 2013, 2014 και 2015 η κρατική επιχορήγηση της Ε.Ψ.Ε.Π. υπολειπόταν του 50% των ετήσιων εσόδων της, δεν πρόκειται για Ν.Π.Ι.Δ. της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν. 4354/2015 και δεν μπορεί να αναγνωριστεί η διανυθείσα σε αυτή προϋπηρεσία της φερόμενης ως δικαιούχου του ελεγχόμενου χρηματικού εντάλματος. Ως εκ τούτου είναι μη νόμιμη η κατάταξή της σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και η λήψη αναδρομικών αποδοχών, ενόψει και του γεγονότος ότι ο λοιπός χρόνος προϋπηρεσίας που της αναγνωρίστηκε στο ΚΑΠΗ….., διάρκειας 2 μηνών, δεν επαρκεί για τη λήψη επόμενου μισθολογικού κλιμακίου.