Δ17α/05/171/2005
Τύπος: ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ
ΘΕΜΑ : Εφαρμογή του Ν .3414/2005-Ασυμβίβαστες ιδιότητες επιχείρησης που αναλαμβάνει Δημ.Εργα-προσυμβατικός-έλεγχος,ελεγχος-διαφάνειας,δικαστική-προστασία-Εγκ.39
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
Δ17α/05/171/2005
Εφαρμογή του ν.3414/2005-δικαστική-προστασία έλεγχος-διαφάνειας προσυμβατικός-έλεγχος
Δ17α/05/171/2005
Διαδικασία ανάθεσης των δημόσιων συμβάσεων.Πιστοποιητικό διαφάνειας. Προσυμβατικός έλεγχος Ελεγκτικού Συνεδρίου-Εγκ 39
ΕΑΔΗΣΥ/1408/2025
Με την προδικαστική προσφυγή, η προσφεύγουσα αιτείται την ακύρωση της υπ' αριθμ. 22295/2024 διακήρυξης του Δήμου Αθηναίων που αφορά την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας δημοτικών κτιρίων, καθώς και οποιασδήποτε άλλης συναφούς πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής. Το αντικείμενο της σύμβασης περιλαμβάνει την παροχή εξειδικευμένων υπηρεσιών καθαριότητας σε κτιριακές εγκαταστάσεις του Δήμου, με στόχο την τήρηση των κανόνων υγιεινής και οργάνωσης των χώρων. Η προσφεύγουσα επικαλείται πλημμέλειες στους όρους της διακήρυξης που κατά την άποψή της περιορίζουν τον υγιή ανταγωνισμό, παραβιάζουν τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης των οικονομικών φορέων, και ζητά τη δικαστική προστασία του συμφέροντός της για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό υπό νόμιμες και δίκαιες προϋποθέσεις.
ΕΑΔΗΣΥ/1375/2025
Η προσφεύγουσα εταιρεία αιτείται την ακύρωση της υπ' αριθμ. 2/2024 διακήρυξης του Δήμου Αθηναίων για την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας, καθώς και την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης. Το αντικείμενο της σύμβασης αφορά την ανάθεση υπηρεσιών καθαρισμού κτιρίων, εγκαταστάσεων και κοινόχρηστων χώρων του Δήμου, με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία των δημοτικών υποδομών. Με την προσφυγή της, η εταιρεία ισχυρίζεται ότι έχουν παραβιαστεί οι αρχές της ίσης μεταχείρισης, της διαφάνειας και του ελεύθερου ανταγωνισμού, ζητώντας παράλληλα να διαπιστωθεί η μη νόμιμη σύνθεση των όρων της διακήρυξης, οι οποίοι περιορίζουν αθέμιτα τη δυνατότητα συμμετοχής της στη διαδικασία ανάθεσης, προβάλλοντας έντονα το αίτημα για προσωρινή δικαστική προστασία μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της διαφοράς.
ΕΣ/ΚΛ.ΣΤ/142/2019
Προμήθεια υγρών καυσίμων...Περαιτέρω, το Κλιμάκιο επισημαίνει ότι δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι δεν ασκήθηκαν προδικαστικές προσφυγές ως προς την τροποποίηση των τεχνικών προδιαγραφών της ομάδας Α.4 με το ανωτέρω .../24.5.2018 έγγραφο διευκρινίσεων ή ως προς την παράλειψη της αναθέτουσας αρχής να παρατείνει την προθεσμία υποβολής προσφορών, καθώς ο προσυμβατικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αποβλέποντας κατά κύριο λόγο στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος από τυχόν λάθη, παραλείψεις και πλημμέλειες των διοικητικών οργάνων κατά τη διαδικασία σύναψης των δημοσίων συμβάσεων, καθώς και στην εμπέδωση της διαφάνειας και της εμπιστοσύνης των διοικουμένων στις ενέργειες της δημόσιας διοίκησης, είναι πλήρης, καθολικός και αυτεπάγγελτος, εκτείνεται δε στο σύνολο της διαδικασίας, χωρίς να εξαρτάται από την αποδοχή ή μη των όρων της διακήρυξης ή των πράξεων των οργάνων των αναθετουσών αρχών από τους διαγωνιζομένους (βλ. Ε.Σ. Τμ. Μείζ. – Επτ. Συνθ. 6025, 5248/2015, VI Τμ. 1334/2018). Τέλος, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι οι αποκλεισθείσες εταιρείες ... Α.Β.Ε.Ε. και Δ. ... Α.Ε. απέσυραν τις προσφορές τους από τη διαδικασία του διαγωνισμού σε χρόνο προγενέστερο του νόμιμου (βλ. άρθρο 72 του ν. 4412/2016, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο), ενώ, αντιθέτως, η εταιρεία ... Α.Β.Ε.Ε. υπέβαλε την από 24.8.2018 παρέμβασή της ενώπιον της Α.Ε.Π.Π., επιδιώκοντας να μην αποκλεισθεί η τεχνική της προσφορά (βλ. E.Σ. VI Τμ. 19/2019).Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου σύμβασης για τις ομάδες Α.4 και Α.5 του επίμαχου διαγωνισμού
ΝΣΚ/58/2023
Ερωτάται, εάν η Επιτροπή Ανταγωνισμού ως ο «υπεύθυνος επεξεργασίας» σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 4 στoιχ. 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (ΓΚΠΔ), θα πρέπει στις αποφάσεις της, με τις οποίες επιβάλλει χρηματικές κυρώσεις σε βάρος φυσικών προσώπων και όχι επιχειρήσεων κατόπιν διαπίστωσης παράβασης των διατάξεων του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3959/2011, να δημοσιεύει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΕτΚ), τα στοιχεία των εν λόγω φυσικών προσώπων ή η δημοσίευση αυτή χωρίς την ανωνυμοποίηση ή ελαχιστοποίηση των στοιχείων τους, αντίκειται στις διατάξεις της ενωσιακής και της εθνικής νομοθεσίας που αφορούν στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.(...)Η Επιτροπή Ανταγωνισμού επιβάλλεται να δημοσιεύει, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 3959/2011, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τα στοιχεία των φυσικών προσώπων (π.χ. ονοματεπώνυμα), στα οποία επιβάλλει με ατομικού χαρακτήρα αποφάσεις της, χρηματικές κυρώσεις για παράβαση του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3959/2011. Και τούτο διότι, η δημοσίευση των στοιχείων αυτών, που συνιστούν «απλά προσωπικά δεδομένα», παρίσταται σύννομη και θεμιτή, κατά την έννοια των άρθρων 5 και 6 παράγραφοι 1 (περ. γ΄ και ε΄), 2 και 3 του ΓΚΠΔ, καθώς και του άρθρου 5 του ν. 4624/2019, ακόμη και χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά είναι συναφή, πρόσφορα και απολύτως αναγκαία για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον και κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στην εν λόγω εθνική Αρχή Ανταγωνισμού (άρθρο 23 παρ. 1 περ. ε του ΓΚΠΔ). Επιπλέον, είναι απαραίτητα για τη συμμόρφωση της εν λόγω Αρχής με έννομη υποχρέωσή της, η οποία συνίσταται στην από τις διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 1 του ν. 3959/2011, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 76 παρ. 3 περ. κ΄ και 78 παρ. 1 του ν. 4727/2020, υποχρέωση γνωστοποίησης του περιεχομένου των αποφάσεων αυτών με την ανάρτησή τους στο διαδίκτυο, με σκοπό την επίτευξη της μέγιστης δημοσιότητας της διοικητικής δράσης προς διασφάλιση της αρχής της διαφάνειας (κατά πλειοψηφία).
ΕλΣυν/Τμ.6/276/2011
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο ελέγχει υποχρεωτικά τη νομιμότητα των συμβάσεων έργου, που συνάπτει το Δημόσιο, τα ν.π.δ.δ. και οι δημόσιες επιχειρήσεις ή οργανισμοί, πριν από τη σύναψή τους, εφόσον η προϋπολογιζόμενη δαπάνη τους, μη συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000,00) ευρώ. Μάλιστα, ο ως άνω έλεγχος νομιμότητας επεκτείνεται, όπως έχει κριθεί, και στις συμπληρωματικές της κύριας (αρχικής) συμβάσεις ανεξαρτήτως ποσού (απόφαση VI Τμήμ. Ελ. Συν. 707/2010). Περαιτέρω, ο ως άνω ειδικός προληπτικός έλεγχος νομιμότητας, ο οποίος αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας σύναψης δημόσιων συμβάσεων, ασκείται κατά το στάδιο πριν από την υπογραφή τους και, κατά μείζονα λόγο, πριν από την εκτέλεση τους, αποσκοπεί δε, αφενός μεν στην εξασφάλιση της διαφάνειας και της αντικειμενικότητας στην ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων σημαντικού οικονομικού αντικειμένου, αφετέρου δε στην πρόληψη τυχόν παραλείψεων ή παραβάσεων της κείμενης νομοθεσίας και, συνεπώς, στην αποφυγή κατάρτισης μη νόμιμων συμβάσεων. Υπό την έννοια αυτή, ο προσυμβατικός έλεγχος νομιμότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου προϋποθέτει έργο «υπό εκτέλεση», έργο δηλαδή του οποίου οι εργασίες πρόκειται να εκτελεσθούν με βάση την ελεγχθείσα και κριθείσα ως νόμιμη σχετική διαδικασία που απολήγει στην υπογραφή της οικείας σύμβασης και όχι σύμβαση η οποία έχει ήδη εκτελεσθεί, έστω και μερικώς, καθώς στην περίπτωση αυτή ο έλεγχος θα ήταν κατασταλτικός και ως εκ τούτου αντίθετος στις θεσπίζουσες ως προσυμβατικό και προληπτικό τον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου προπαρατεθείσες διατάξεις, που σε καμμία περίπτωση δεν αποσκοπούν στην εκ των υστέρων «νομιμοποίηση» έργου που έχει ήδη εκτελεσθεί (Ε.Σ. 3726/2009). Υπό την αντίθετη, άλλωστε, εκδοχή θα στερούντο παντελώς ουσίας οι, κατά καιρούς, εισαχθείσες ειδικές ρυθμίσεις που έχουν επιτρέψει, όλως εξαιρετικώς και για λόγους υπερέχοντος δημοσίου συμφέροντος, την εκ των υστέρων διενέργεια του ελέγχου νομιμότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, συγκεκριμένων, πάντοτε, κατηγοριών δημοσίων συμβάσεων, οι οποίες συνήφθησαν και εκτελέσθηκαν χωρίς να έχουν υποβληθεί στον εν λόγω έλεγχο (βλ. άρθρο 39 παρ. 1 του ν. 2778/1999, ΦΕΚ 295 Α΄, άρθρο 3 του ν. 3060/2002, ΦΕΚ 242 Α΄, άρθρο 9 του ν. 3279/2004, ΦΕΚ 205 Α΄, άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 3335/2005, ΦΕΚ 95 Α΄). Κατ’ ακολουθίαν τούτων, σε περίπτωση που υποβληθεί στο Κλιμάκιο σύμβαση έργου, μη εμπίπτουσα στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, η οποία έχει ήδη εκτελεσθεί, έστω και μερικώς, υφίσταται παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας και το Κλιμάκιο στερείται πλέον της χρονικής αρμοδιότητας να προβεί στον έλεγχο και οφείλει να απόσχει αυτού (πρβλ. 3726/2009 κ.α.).
ΕΣ/ΤΜ.7(Κ.Π.Ε)150/2013
Εξόφληση του 1ου λογαριασμού του έργου «Βελτίωση Η/Μ εγκαταστάσεων Πνευματικού Κέντρου(...)Στο άρθρο 28 του Κώδικα Κατασκευής Δημοσίων Έργων, στο πεδίο εφαρμογής του οποίου εμπίπτουν και τα έργα των Δήμων σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 35 παρ.1 του ν. 4053/2012 (ΦΕΚ Α΄ 2012), συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 παρ.13 του ν. 4071/2012 (ΦΕΚ Α΄ 85) και ισχύει πλέον από 7.3.2012, ορίζεται ότι: «Η απευθείας ανάθεση ή διαγωνισμός μεταξύ περιορισμένου αριθμού προσκαλούμενων εργοληπτικών επιχειρήσεων, ως τρόπος επιλογής εργοληπτικής επιχείρησης για την κατασκευή δημόσιου έργου, αποτελεί εξαιρετική διαδικασία και επιτρέπεται μόνο: α) - β) Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 57 παράγραφος 1, 124 και 125. γ) -». Ακολούθως, στο άρθρο 125 του ίδιου Κώδικα, υπό τον τίτλο «Διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς δημοσίευση προκήρυξης», ορίζεται ότι: «Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να συνάπτουν τις δημόσιες συμβάσεις έργων προσφεύγοντας σε διαδικασία με διαπραγμάτευση, χωρίς να προηγείται δημοσίευση σχετικής προκήρυξης, στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) - β) εάν, για λόγους τεχνικούς, καλλιτεχνικούς ή σχετικούς με την προστασία αποκλειστικών δικαιωμάτων, η σύμβαση μπορεί να ανατεθεί μόνο σε συγκεκριμένο οικονομικό φορέα. γ)-». Από τις ως άνω διατάξεις συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Η προσφυγή στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης μεταξύ περιορισμένου αριθμού εργοληπτικών επιχειρήσεων, η οποία αποτελεί εξαιρετική διαδικασία επιλογής αναδόχου, καθόσον συνιστά παρέκκλιση από τις αρχές του ελεύθερου ανταγωνισμού, της διαφάνειας και της ισότητας μεταξύ των εργοληπτικών επιχειρήσεων, εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνον στις ειδικές περιπτώσεις που ρητώς προβλέπονται κατά τρόπο περιοριστικό, στις οικείες νομοθετικές διατάξεις (Ολομ.ΣτΕ 1351/1954, Α.Π. 116/1953, πράξη Ι Τμ. Ελ.Συν. 193/1991), οι οποίες, καθώς εισάγουν παρέκκλιση από τον κανόνα του ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού, είναι στενά ερμηνευτέες και το σχετικό βάρος απόδειξης φέρει όποιος τις επικαλείται. Περαιτέρω, επιλογή της ανωτέρω κλειστής διαδικασίας χωρίς δημοσίευση προκήρυξης χωρεί και στην περίπτωση όπου για λόγους τεχνικούς (όπως η κατοχή αποκλειστικών τεχνικών μέσων, γνώσεων ή μεθόδων) ή σχετιζόμενους με την προστασία δικαιωμάτων αποκλειστικότητας, οι συμβατικές εργασίες δύνανται να εκτελεσθούν μόνον από ορισμένο οικονομικό φορέα. Τούτο ειδικότερα σημαίνει ότι δεν αρκεί τα επίμαχα προϊόντα να προστατεύονται από δικαιώματα αποκλειστικότητας, αλλά πρέπει επιπλέον η κατασκευή ή η συναρμολόγησή τους στο έργο να είναι δυνατή μόνον από ορισμένο εργολήπτη (πρβλ. απόφαση ΔΕΚ της 3.5.1994 στην υπόθεση C-328/1992, απόφαση ΔΕΚ της 4.5.1995). Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να προσκομίζονται όλα τα αναγκαία στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται η μοναδικότητα του κατασκευαστή ή η καταλληλότητα συγκεκριμένου προϊόντος, οι τεχνικές προδιαγραφές του οποίου δεν υπόκεινται σε ανταγωνισμό στην αγορά, διαφορετικά η διαδικασία της απευθείας ανάθεσης δεν είναι νόμιμη (πρβλ. απόφαση Τμ. Μείζονος-Επταμελούς Σύνθεσης Ελ.Συν., αποφάσεις 3218, 3100/2012, 2378/2011, 2055/2010, 3334/2009 VI Τμ. Ελ.Συν., βλ. απόφαση 3015/2012 VI Τμ. Ελ.Συν.).
ΔΕΚ/C-213/2007
Περίληψη της αποφάσεως 1. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως των συμβάσεων δημοσίων έργων – Οδηγία 93/37 – Πεδίο εφαρμογής (Οδηγία 93/37 του Συμβουλίου) 2. Προδικαστικά ερωτήματα – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Όρια – Μη κρίσιμα ή υποθετικής φύσεως ερωτήματα υποβαλλόμενα υπό συνθήκες αποκλείουσες χρήσιμη απάντηση – Ερωτήματα άσχετα με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης (Άρθρο 234 ΕΚ) 3. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως των συμβάσεων δημοσίων έργων – Οδηγία 93/37 (Οδηγία 93/37 του Συμβουλίου, άρθρο 24, εδ.. 1) 4. Προδικαστικά ερωτήματα – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Όρια – Εξέταση της συμβατότητας του εθνικού δικαίου με το κοινοτικό δίκαιο (Άρθρο 234 ΕΚ) 5. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως των συμβάσεων δημοσίων έργων – Οδηγία 93/37 (Οδηγία 93/37 του Συμβουλίου) 1. Η οδηγία 93/37, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52, δεν εξαρτά την υπαγωγή των διαδικασιών ανάθεσης των συμβάσεων δημοσίων έργων στις διατάξεις της από καμία προϋπόθεση σχετική με την ιθαγένεια ή τον τόπο εγκατάστασης των υποβαλλόντων προσφορά. Πράγματι, κανένα στοιχείο της εν λόγω οδηγίας δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεών της, ειδικότερα δε των κοινών κανόνων συμμετοχής που προβλέπει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 24 της οδηγίας, εξαρτάται από το κατά πόσον υφίσταται ουσιαστική σχέση με την ελεύθερη κυκλοφορία μεταξύ κρατών μελών. (βλ. σκέψη 29) 2. Στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησόμενης δικαστικής απόφασης να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής απόφασης για την έκδοση της δικής του απόφασης όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβαλλόμενα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να απαντήσει Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου παρά μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ζητούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν. (βλ. σκέψεις 32-34) 3. Το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52, έχει την έννοια ότι απαριθμεί κατά τρόπο εξαντλητικό τους στηριζόμενους σε αντικειμενικές σκέψεις απτόμενες της επαγγελματικής ιδιότητας λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό εργολήπτη από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για την ανάθεση σύμβασης δημοσίων έργων. Ωστόσο, η οδηγία αυτή δεν κωλύει ένα κράτος μέλος να προβλέψει άλλα μέτρα αποκλεισμού αποσκοπούντα στη διασφάλιση της τήρησης των αρχών της ίσης μεταχείρισης των υποβαλλόντων προσφορά και της διαφάνειας, υπό τον όρον ότι τα μέτρα αυτά δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του στόχου αυτού μέτρου. (βλ. σκέψη 49, διατακτ. 1) 4. Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται, στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ, επί της συμβατότητας του εθνικού δικαίου με το κοινοτικό δίκαιο ούτε να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο. Αντιθέτως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνευτικά στοιχεία που θα επιτρέψουν στο εν λόγω δικαστήριο να εκτιμήσει τη συμβατότητα αυτή προκειμένου να εκδώσει απόφαση στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί. (βλ. σκέψη 51) 5. Το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει εθνικές διατάξεις οι οποίες, καίτοι επιδιώκουν τους θεμιτούς σκοπούς της ίσης μεταχείρισης των υποβαλλόντων προσφορά και της διαφάνειας στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων, καθιερώνουν αμάχητο τεκμήριο ασυμβιβάστου μεταξύ, αφενός, της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που ασκεί δραστηριότητα στον τομέα των μέσων ενημέρωσης και, αφετέρου, της ιδιότητας του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών. Με τον κοινοτικό συντονισμό των διαδικασιών σύναψης των δημοσίων συμβάσεων επιδιώκεται, μεταξύ άλλων, τόσο η αποσόβηση του κινδύνου να προτιμηθούν οι ημεδαποί υποβάλλοντες προσφορά κατά τη σύναψη μιας σύμβασης όσο και ο αποκλεισμός του ενδεχομένου μια δημόσια αναθέτουσα αρχή να καθορίσει τη στάση της βάσει εκτιμήσεων ξένων προς τη συγκεκριμένη σύμβαση. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να αναγνωριστεί στ
ΕΣ/ΤΜ.7/7/2017(σε συμβούλιο)
Αίτηση ανάκλησης της 350/2016 πράξης του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών (...)Με δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Τμήμα κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος να αποστεί από τα κριθέντα με την προσβαλλόμενη Πράξη του Κλιμακίου, στις ορθές σκέψεις και αναλυτικές αιτιολογίες της οποίας και παραπέμπει προς αποφυγή επαναλήψεων. Συγκεκριμένα αβασίμως οι αιτούσες εταιρίες προβάλλουν ότι η πλημμέλεια της μη υποβολής της σύμβασης σε προσυμβατικό έλεγχο είναι τυπική και δεν καταλείπει δυσμενείς συνέπειες προς το δημόσιο συμφέρον, καθόσον ο, και συνταγματικά κατοχυρωμένος, προσυμβατικός έλεγχος νομιμότητας των υπό σύναψη συμβάσεων συνιστά ουσιώδη τύπο της διαδικασίας δημοπράτησης ενός έργου, που αποσκοπεί στην εξασφάλιση της διαφάνειας και της αντικειμενικότητας στην ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων και στην τήρηση της κείμενης νομοθεσίας, ενώ το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείται προεχόντως με την τήρηση της νομιμότητας στις διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων έργων και όχι με την παραβίαση αυτής (βλ. Ε.Σ. Πρ. VII Tμ. 51/2015). Περαιτέρω, ομοίως, αβασίμως προβάλλεται ότι η διεξαγωγή της δημοπρασίας ήταν καθόλα νόμιμη και τυπική και έχει εγκριθεί από όλα τα αρμόδια όργανα, αφενός διότι η σύμβαση αυτή δεν ελέγχθηκε από τον αρμόδιο Επίτροπο και ως εκ τούτου δεν προέκυψε η νομιμότητά της, και αφετέρου διότι ο έλεγχος νομιμότητας των πράξεων των Ο.Τ.Α. και των δημοτικών νομικών προσώπων από τα αρμόδια όργανα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, στο πλαίσιο της ασκούμενης επ’ αυτών εποπτείας, δεν επηρεάζει το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την άσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου προληπτικού ελέγχου των δαπανών των Ο.Τ.Α. (βλ. Ε.Σ. Πράξεις VII Τμ. 39/2016 και Ι Τμ. 35/2013). Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί των αιτούντων ότι η συνεχιζόμενη άρνηση θεώρησης του σχετικού εντάλματος προκαλεί βλάβη στα συμφέροντα της Δ.Ε.Υ.Α.Τ., που αναμένει την είσπραξη ανταποδοτικών τελών από τη λειτουργία του έργου και οικονομική ζημία στην δεύτερη αιτούσα - ανάδοχο του έργου, που έχει εκτελέσει τμήμα αυτού καθώς και στα συμφέροντα των δημοτών της πόλης των ......, στους οποίους και θα αποδοθεί προς χρήση το έργο, δεν συνιστούν λόγους που πλήττουν την ορθότητα των όσων κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη Πράξη και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως απαραδέκτως προβαλλόμενοι (βλ. Ε.Σ. Πράξη VII Τμ. 25/2016). Τέλος ορθά έκρινε το Κλιμάκιο, ότι δεν χωρεί αναγνώριση συγγνωστής πλάνης της Δ.Ε.Υ.Α.Τ., ενόψει της ρητής νομοθετικής πρόβλεψης και σαφήνειας των σχετικών διατάξεων, από τις οποίες συνάγεται η αυτοδίκαιη ακυρότητα της μη υποβληθείσας στον προσυμβατικό έλεγχο νομιμότητας σύμβασης και συνεπώς, είναι απορριπτέος ο σχετικός ισχυρισμός της Δ.Ε.Υ.Α.Τ. ενώ ειδικά για τη δεύτερη αιτούσα, ο ισχυρισμός της ότι τα όργανα της Δ.Ε.Υ.Α.Τ. ενήργησαν χωρίς πρόθεση καταστρατήγησης των σχετικών διατάξεων αλλά από συγγνωστή πλάνη, είναι απαράδεκτος, διότι αυτή δεν νομιμοποιείται να τον προβάλλει. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω οι υπό κρίση αιτήσεις ανάκλησης πρέπει να απορριφθούν.Aπορίπτει τις αιτήσεις ανάκλησης