ΕΣ/ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜ/172/2019
Τύπος: Νομολογία Ελεγκ. Συνεδρίου
Έλλειμμα στη διαχείριση Δήμου από δικηγορική αμοιβή:..επιδιώκεται η αναίρεση της 3940/2014 απόφασης του VIΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.Με δεδομένα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι : Α) Ο λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και πλημμελούς εφαρμογής των διατάξεων του ν.δ/τος 3026/1954 και του π.δ/τος 410/1995, υπό την ειδικότερη αιτίαση ότι το δικάσαν Τμήμα, μη νομίμως δέχθηκε ότι η δικηγορική αμοιβή της αιτούσας μειώθηκε συννόμως με την …/2000 απόφαση του Εφετείου …, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι, το Τμήμα, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων διατάξεων, έκρινε ότι η αμοιβή της αναιρεσείουσας έπρεπε να καθοριστεί στο ύψος που ορίστηκε δεσμευτικά από το αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο …) κατά την εκδίκαση της ενώπιόν του υποβληθείσας διαφοράς. Περαιτέρω, σύμφωνα και όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 5 της παρούσας, αν και η αιτούσα εξαντλείται μόνο σε απλή επίκληση των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και του, κυρωθέντος μαζί με την ανωτέρω σύμβαση, άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, χωρίς καμία σαφή έκθεση των πραγματικών περιστατικών που αντιστοιχούν προς τις προϋποθέσεις θεμελίωσης της επικαλούμενης παραβίασης των εκ των διατάξεων αυτών προστατευόμενων δικαιωμάτων της, ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλομένη, ότι η καταβολή μίας μόνο αμοιβής και ειδικότερα αυτής που προσδιορίστηκε με την εφετειακή απόφαση, τόσο για τη διαδικασία του προσωρινού όσο και για τη διαδικασία του οριστικού καθορισμού της αποζημίωσης, καθόσον οι δύο αυτές διαδικασίες αφορούν τη διερεύνηση μίας και της αυτής διαφοράς, δεν αντίκειται στις ως άνω διατάξεις, διότι, σε κάθε περίπτωση, με βάση το ισχύον δίκαιο, δεν παραβιάζεται το δικαίωμά της σε έγκαιρη, ουσιαστική, αδιάβλητη και υπό διαδικαστικές εγγυήσεις δίκη, ενώ πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο, για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης, δεν υπήρχε νόμιμη προσδοκία να ικανοποιηθεί δικαστικά το επικαλούμενο δικαίωμά της για καταβολή σ’ αυτήν, για τις ίδιες παρεχόμενες υπηρεσίες διπλής αμοιβής, απορριπτομένων, ως αβασίμων, των σχετικών ισχυρισμών της. Εξάλλου, όπως έγινε δεκτό και στη σκέψη 5 της παρούσας, η αμοιβή που καθόρισε το Εφετείο … με την …/2000 απόφασή του ήταν και η μόνη δεσμευτική για τον εντολέα Δήμο, ελλείψει ειδικότερης προηγούμενης συμφωνίας των μερών. Β) Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις σκέψεις 6 και 7 της παρούσας, ορθώς το Τμήμα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 3274/2004 και 29 παρ. 8 του ν. 3448/2006 καθώς και του άρθρου 105 του ν. 4129/2013 Κ.Ν.Ελ.Συν., δοθέντος ότι, αφενός μεν η πληρωμή από δήμο αμοιβής δικηγόρου καθ’ υπέρβαση είτε των νομίμων ορίων του Κώδικα περί Δικηγόρων είτε της καθορισθείσας, από το αρμόδιο δικαστήριο, αμοιβής, ελλείψει μάλιστα προηγούμενης ειδικής συμφωνίας, δεν προβλέπεται, ως είδος δαπάνης, που δύναται να νομιμοποιηθεί σύμφωνα τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 3274/2004 και 29 παρ. 8 του ν. 3448/2006, αφετέρου δε οι διατάξεις του άρθρου 105 του ν. 4129/2013 Κ.Ν.Ελ.Συν. είναι, λόγω του ειδικού χαρακτήρα τους, στενώς ερμηνευτέες. Εξάλλου, η περιοριστική ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της τελευταία ρύθμιση, χωρίς τη συμπερίληψη και των αχρεωστήτως λαβόντων, δεν έρχεται σε αντίθεση, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αιτούσα, με την αρχή της ισότητας. Τούτο διότι, η καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας αποτελεί νομικό κανόνα, ο οποίος δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη και επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων που τελούν κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες, αποκλείοντας τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση είτε με τη μορφή χαριστικού μέτρου ή προνομίου, που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με την μορφή επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση καταστάσεων, που τελούν κάτω από διαφορετικές συνθήκες ή, αντίθετα, την διαφορετική μεταχείριση των ίδιων ή παρόμοιων καταστάσεων (βλ. Ε.Σ. ΟΛ. 2654, 1984/2013 κ.ά.). Εν προκειμένω, με τις διατάξεις του άρθρου 105 του ν. 4129/2013 Κ.Ν.Ελ.Συν. ρυθμίζονται ζητήματα της δημοσιονομικής ευθύνης των προσώπων (αιρετών οργάνων ή υπαλλήλων της οικονομικής διαχείρισής τους) που διενεργούν τη χρηματική διαχείριση των δήμων και αποκτούν έτσι την ιδιότητα του υπολόγου αυτής και την εντεύθεν ανωτέρω ειδική ευθύνη προς αναπλήρωση του διαπιστωθέντος στη διαχείρισή τους ελλείμματος, τα πρόσωπα δε αυτά δεν βρίσκονται σε ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες αλλά αποτελούν διαφορετική κατηγορία από τα πρόσωπα, όπως η αναιρεσείουσα, στα οποία διενεργήθηκε από τους υπολόγους αχρεώστητη πληρωμή και αποκτούν έτσι την ιδιότητα του αχρεωστήτως λαβόντος και την εντεύθεν ευθύνη επιστροφής των χρημάτων που έλαβαν αχρεωστήτως. Επομένως, δεν προκύπτει παραβίαση της αρχής της ισότητας, με τη μορφή της δυσμενούς διάκρισης, διότι η εφαρμογή της αρχής της ισότητας προϋποθέτει, όπως προεκτέθηκε, όμοιες συνθήκες, η προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω και, συνεπώς, αβασίμως προβάλλεται ο σχετικός ισχυρισμός. Γ) Ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι αδυνατεί να επιστρέψει το καταλογισθέν σε βάρος της ποσό πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, καθόσον προτείνεται με το υπόμνημα, το πρώτον, κατ’ αναίρεση, είναι δε σε κάθε περίπτωση αλυσιτελής καθόσον, αν ήθελε θεωρηθεί ότι η αιτούσα ισχυρίζεται ότι ο επίδικος καταλογισμός αντίκειται στην αρχή της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης, ως εκ της ιδιότητάς της, ως δικηγόρου, δεν μπορεί να θεωρηθεί καλόπιστη κατά την είσπραξη του ένδικου ποσού, προϋπόθεση που πρέπει να συντρέχει σωρευτικά με την οικονομική αδυναμία, προκειμένου το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε παραδοχή του σχετικού λόγου (βλ. Ε.Σ. ΟΛ. 746, 747/2017 κ.ά.). Κατ’ ακολουθίαν αυτών, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες που προβάλλονται με την ένδικη αίτηση, ορθώς δε ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διέπουσες την έννομη σχέση διατάξεις. Συνεπώς, η εν λόγω αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταπέσει το κατατεθέν παράβολο υπέρ του Δημοσίου
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΕΣ/ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/801/2025
Η απόφαση αφορά την απόρριψη αίτησης αναίρεσης πρώην μόνιμου υπαλλήλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Στον αναιρεσείοντα είχε καταλογιστεί το ποσό των 39.181,94 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε σε αποδοχές που έλαβε αχρεωστήτως κατά τη διάρκεια διετούς εκπαιδευτικής άδειας για μεταπτυχιακό στη Σεούλ (2.3.2010 έως 1.3.2012). Ο καταλογισμός έγινε διότι ο υπάλληλος παραιτήθηκε λόγω συνταξιοδότησης και δεν συμπλήρωσε το απαιτούμενο τριπλάσιο χρονικό διάστημα παραμονής στην υπηρεσία (άρθρο 58 παρ. 7 του ν. 3528/2007). Το Ελεγκτικό Συνέδριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του, κρίνοντας ότι η διαφορετική μεταχείριση από τους εκπαιδευτικούς δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας και ότι η παραίτηση ήταν οικειοθελής, μη δημιουργώντας ζητήματα προστατευόμενης εμπιστοσύνης.
ΑΠ/ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/31/2007
Η διετής παραγραφή που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/75, έχει θεσπισθεί από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, δε δημιουργεί άνιση δυσμενή μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων και επομένως δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας του συντάγματος. Ούτε αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ αφού αυτή δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, ούτε είναι αντίθετη στις διατάξεις του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ
ΑΕΠΠ/767/2019
Με την προδικαστική προσφυγή, η αιτούσα επιχείρηση ζητά την ακύρωση της απόφασης της αναθέτουσας αρχής που αναδίκασε την παρεμβαίνουσα επιχείρηση ως προσωρινή ανάδοχο για το δρομολόγιο με α/α 45 ('18-03-12-16'). Το αντικείμενο της σύμβασης αφορά υπηρεσίες μεταφοράς μαθητών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην Περιφερειακή Ενότητα [...] για τα σχολικά έτη 2018-19 (υπόλοιπο) και 2019-20, με συνολική προϋπολογιζόμενη αξία €658.170,56 χωρίς ΦΠΑ. Η αιτούσα διαμαρτύρεται για παραβίαση διαδικασιακών κανόνων, ιδίως για τη μη υποβολή χρονοδιαγράμματος εκτέλεσης δρομολογίων από την παρεμβαίνουσα και την άνιση μεταχείριση, προσβάλλοντας τις αρχές διαφάνειας και ισότητας.
ΝΣΚ/159/2012
Συμβατότητα του Ν. 3566/2007 «περί οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών» με το δίκαιο της Ε.Ε. σχετικά με τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των διπλωματικών υπαλλήλων – Υποχρέωση ή μη της Διοίκησης περί εφαρμογής της Οδηγίας ΕΕ 2000/78 για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την απαγόρευση των διακρίσεων.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Εν όψει της φύσεως της Οδηγίας 2000/78, ως γενικού πλαισίου αρχών για την μη διακριτική μεταχείριση, και εν όψει της κατά συνέπεια αναγκαίας κρίσεως εάν διάταξη, όπως η κρίσιμη, συνιστά ή όχι διακριτική μεταχείριση, μόνον η επίκληση της Οδηγίας αυτής δεν αρκεί ώστε η διοίκηση να μην εφαρμόσει κείμενη διάταξη του Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών, ως ισχύει, που αφορά την ηλικία συνταξιοδότησης των διπλωματικών υπαλλήλων. (ομοφ.)
Μ.Πρωτ.Θεσσ/26534/2012
Oι διατάξεις της ΠΥΣ 6/28.02.2012, με τις οποίες εισάγονται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη πρωτογενείς κανόνες δικαίου, εκδόθηκαν από τη διοίκηση κατά παράβαση των άρθρων 26 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος και για το λόγο αυτό είναι μη εφαρμοστέες. Εξάλλου, οι διατάξεις της ΠΥΣ 6/2012 εισάγουν αδικαιολόγητα δυσμενή μεταχείριση σε βάρος των νεοπροσληφθέντων εργατοτεχνιτών έναντι των εργατοτεχνιτών που προσλήφθηκαν σε προγενέστερο χρονικό διάστημα από αυτούς και παραβιάζουν κατάφωρα την αρχή της ισότητας στις εργασιακές σχέσεις. Κρίθηκε επίσης ότι η απεργία των εργαζομένων στο Μετρό Θεσσαλονίκης δεν είναι καταχρηστική. Δεν αποδείχθηκε ότι έχει χαρακτήρα διαρκείας σε δυσανάλογο βαθμό με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ούτε βέβαια μπορεί να συνιστά τέτοιου είδους κατάχρηση η απεργιακή κινητοποίηση κάποιων ημερών, ενόψει του μείζονος θέματος των αμοιβών που συνιστούν πλέον εκμετάλλευση του εργαζομένου και θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση του και με άμεσο συλλογικό ενδιαφέρον και αλληλεγγύης
ΣΤΕ/11/2007
Xορήγηση σύνταξης γήρατος:Επειδή, νομίμως κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 1276/1982 δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω στην πέμπτη σκέψη, και συνεπώς ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται άνιση μεταχείριση των ασφαλισμένων του εν λόγω Ταμείου σε σχέση με εκείνους του ..., η νομοθεσία του οποίου δεν έχει αντίστοιχους περιορισμούς ως προς την αντιστοιχία αποδοχών και συντάξεως, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η τήρηση της αρχής της ισότητας μεταξύ ασφαλισμένων σε διαφορετικούς ασφαλιστικούς φορείς ελέγχεται, όπως ήδη εκτέθηκε, μόνο ως προς την εξασφάλιση του ελαχίστου ορίου ασφαλιστικής προστασίας, πέραν του οποίου είναι ανεκτή η διαφοροποίηση του ύψους των χορηγούμενων παροχών. Στην προκειμένη δε περίπτωση, η διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 1276/1982 προβλέπει ρητώς ότι η χορηγούμενη στους ασφαλισμένους του πιο πάνω Ταμείου σύνταξη δεν μπορεί να είναι κατώτερη από την κατώτατη σύνταξη του
ΣτΕ/ΤΜ.ΣΤ/1872/2024
Η απόφαση 1872/2024 του Συμβουλίου της Επικρατείας επιλύει προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης σχετικά με τη συνταγματικότητα της διάταξης του άρθρου 26 παρ. 2 του ν. 4354/2015. Η διάταξη αυτή προέβλεπε διετή αναστολή (1.1.2016 – 31.12.2017) της μισθολογικής εξέλιξης των δημοσίων υπαλλήλων, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών υπαλλήλων. Οι ενάγοντες δικαστικοί υπάλληλοι ζητούσαν αποζημίωση για διαφορά αποδοχών, ισχυριζόμενοι ότι η διατήρηση της αναστολής σε αυτούς, ενώ καταργήθηκε αναδρομικά για τους δικαστικούς λειτουργούς και το κύριο προσωπικό του Ν.Σ.Κ., παραβιάζει την αρχή της ισότητας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δικαστικοί υπάλληλοι δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες με τους δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι χαίρουν συνταγματικής εγγύησης για ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση λόγω της ανεξαρτησίας του λειτουργήματός τους. Επομένως, η επίμαχη διάταξη κρίθηκε συνταγματική, καθώς η αναστολή ήταν πρόσκαιρη και δικαιολογείται από λόγους δημοσιονομικής προσαρμογής.
ΝΣΚ/107/2006
Άσκηση διοικητικής εποπτείας στο Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας (Κ.Ε.Θ.Ι.).(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
Το αρμόδιο όργανο για την άσκηση ελέγχου και εποπτείας της λειτουργίας του Κέντρου Ερευνών για Θέματα Ισότητας (Κ.Ε.Θ.Ι.) είναι η Γενική Γραμματέας Ισότητας του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α., το δε νομικό πλαίσιο της άσκησής τους είναι αυτό το οποίο ορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν 1835/1989, ως ισχύει και των κανονιστικών πράξεων που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότησή του.
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ(Δ΄ ΔΙΑΚΟΠΩΝ)/1243/2021
Παροχή υπηρεσιών καθαριότητας των κτιριακών εγκαταστάσεων: ζητείται η ανάκληση της 272/2021 Πράξης του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Με την προσφυγή και την παρέμβαση προβάλλεται ότι, οι διαπιστωθείσες με την προσβαλλόμενη πράξη πλημμέλειες δεν είναι ουσιώδεις, δεδομένου ότι κατά των σχετικών όρων και προβλέψεων της διακήρυξης, δεν υποβλήθηκαν ενστάσεις και προσφυγές, ούτε εξαιτίας τους επλήγη η αντικειμενική ακεραιότητα της διαγωνιστικής διαδικασίας. Ο λόγος αυτός ανάκλησης είναι απορριπτέος ως αβασιμος δεδομένου ότι οι προαναφερόμενες πλημμέλειες της διαγωνιστικής διαδικασίας, πλήττουν, για τους ειδικότερους λόγους που προαναφέρθηκαν, την αντικειμενική ακεραιότητα της διαγωνιστικής διαδικασίας, και ιδίως τις αρχές της διαφάνειας, της ισότητας των μερών και του υγιούς ανταγωνισμού. Η μη υποβολή ενστάσεων και προσφυγών κατά των κρίσιμων όρων της διακήρυξης, δεν συνιστά αυτοτελώς λόγο που καθιστά τις εν λόγω πλημμέλειες μη ουσιώδεις, λόγω της φύσης του ασκούμενου από το Ελεγκτικό Συνέδριο, ελέγχου νομιμότητας της διαγωνιστικής διαδικασίας, που αποβλέπει στη θεραπεία της αντικειμενικής ακεραιότητας των διαγωνιστικών διαδικασιών. Αυτό έχει ως συνέπεια να διατυπώνεται αρνητική κρίση ως προς την υπογραφή ελεγχόμενου σχεδίου σύμβασης, σε κάθε περίπτωση που διαπιστώνονται πλημμέλειες που πλήττουν τις αρχές της διαφάνειας, της ισότητας των μερών και του υγιούς ανταγωνισμού, επί των οποίων στηρίζεται το σύνολο της οικείας νομοθεσίας, ανεξαρτήτως της υποβολής διοικητικών ή δικαστικών προσφυγών από τους ενδιαφερόμενους.Δεν ανακαλεί την 272/2021 Πράξη του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
ΣτΕ/ΤΜ.Ε/1467/2024
Η αίτηση ακύρωσης υποβλήθηκε από κυνηγετικό σωματείο κατά της απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών, η οποία καθόριζε τις λεπτομέρειες για την αποστολή δείγματος γενετικού υλικού (DNA) των ζώων συντροφιάς, συμπεριλαμβανομένων των κυνηγετικών σκύλων, στο Εργαστήριο Φύλαξης και Ανάλυσης Γενετικού Υλικού Ζώων Συντροφιάς (ΕΦΑΓΥΖΣ). Το σωματείο υποστήριξε ότι η προβλεπόμενη κύρωση της αφαίρεσης της άδειας κυνηγιού για δύο έτη, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την υποχρέωση στείρωσης ή αποστολής DNA, ήταν αντίθετη στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας, καθώς αποτελούσε δυσμενέστερη μεταχείριση σε σχέση με τους λοιπούς ιδιοκτήτες ζώων. Το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση, κρίνοντας ότι ο σκοπός του νόμου 4830/2021 (ευζωία ζώων και έλεγχος αδέσποτων) είναι συνταγματικός και ότι οι αυστηρότερες κυρώσεις στους κυνηγούς δικαιολογούνται λόγω της αυξημένης ευθύνης τους και της ιδιάζουσας νομοθεσίας που τους διέπει.