ΕΣ/ΟΛΟΜ/3/2005
Τύπος: Νομολογία Ελεγκ. Συνεδρίου
Στην έννοια «των ακαθάριστων μηνιαίων αποδοχών» των άρθρων 14 του ν. 2703/1999 και 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999 περιλαμβάνονται και οι πρόσθετες μηνιαίες αμοιβές των οικείων υπαλλήλων από συμμετοχή τους σε συμβούλια ή επιτροπές και β) κατά την ερμηνεία του όρου «ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές» των προαναφερομένων άρθρων δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2303/1995.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΝΣΚ/18/2024
Ερωτάται: α) Πώς διαμορφώνεται η υπηρεσιακή κατάσταση των μελών Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.) των Α.Ε.Ι. ως προς το όριο των πρόσθετων αμοιβών από τη συμμετοχή τους σε έργα/προγράμματα των Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλίων Έρευνας (Ε.Λ.Κ.Ε) των Α.Ε.Ι., τα οποία χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από διεθνείς ή ιδιωτικούς πόρους και, συγκεκριμένα, εάν οι εν λόγω αμοιβές υπάγονται στο όριο αμοιβών του άρθρου 104 παρ. 2 του Συντάγματος. β) Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πρόσθετες αυτές αμοιβές εξαιρούνται από το όριο αποδοχών της παραγράφου 1 του άρθρου 28 του ν. 4354/2015, σύμφωνα με το άρθρο 246 παρ. 3 του ν. 4957/2022, αν αυτές υπόκεινται σε κάποιο άλλο όριο αμοιβών, όπως το ύψος αμοιβής του Προέδρου του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 14 του ν. 2703/1999, όπως αυτό ερμηνεύεται από το άρθρο 34 παρ. 4 του ν. 2768/1999 ή το όριο πρόσθετων αμοιβών κατά το άρθρο 15 του ν. 2703/1999.(..) α) Οι πρόσθετες αποδοχές - αμοιβές των μελών Ε.Ε.Π. και Ε.ΔΙ.Π. των Α.Ε.Ι. από τη συμμετοχή τους σε έργα/προγράμματα (ερευνητικά, αναπτυξιακά και εκπαιδευτικά) των Ε.Λ.Κ.Ε. του Α.Ε.Ι. στο οποίο υπηρετούν ή άλλου Α.Ε.Ι., που χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από διεθνείς ή ιδιωτικούς πόρους, δεν υπόκεινται στο προβλεπόμενο από τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 104 παρ.2 ανώτατο όριο αμοιβών (ομόφωνα). β) Οι πρόσθετες αυτές αποδοχές εξαιρούνται από το ανώτατο όριο του άρθρου 28 του ν. 4354/2015, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 246 του ν. 4957/2022, όπως η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού τροποποιήθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 30 του ν.5029/2023, οι οποίες δεν επιτρέπουν την εφαρμογή προγενέστερων διατάξεων που όριζαν διαφορετικά ή έθεταν άλλο όριο αμοιβών (ομόφωνα).
ΕΣ/ΚΛ.ΤΜ.4/15/2018
Καταβολή μισθωμάτων.(....) Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Κλιμάκιο κρίνει ότι η εντελλόμενη δαπάνη δεν είναι νόμιμη. Τούτο, δε, διότι, μετά τη λήξη της μισθωτικής σχέσεως μεταξύ των μερών, την 1.1.2015, δεν τηρήθηκαν από τα αρμόδια όργανα του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. οι προδιαληφθείσες ειδικές διατάξεις της νομοθεσίας που διέπει τις μισθώσεις του εν λόγω Ιδρύματος, οι οποίες, για μεν τη σύναψη νέας μισθώσεως επιβάλλουν τη διενέργεια διαγωνισμού, για δε την παράταση υφισταμένης μισθώσεως απαιτούν την έκδοση αιτιολογημένης αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος, με την οποία να διαπιστώνεται η συνδρομή των προαναφερομένων ειδικών προς τούτο προϋποθέσεων, ήτοι επείγουσες ή εξαιρετικές περιπτώσεις ή διενέργεια διαγωνισμού ο οποίος απέβη άκαρπος ή κρίθηκε ασύμφορος (βλ. σκ. ΙΙ.Β και ΙΙΙ.A.). (...). Κατόπιν τούτων και δοθέντος ότι, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 601 και 611 του Αστικού Κώδικα, που προβλέπουν την καταβολή αποζημιώσεως χρήσεως και την καταβολή μισθωμάτων λόγω σιωπηρής αναμισθώσεως, αντιστοίχως, δεν δύνανται να τύχουν εφαρμογής στις μισθώσεις που συνάπτουν το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και τα Ν.Π.Δ.Δ., το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. αρχικώς, και εν συνεχεία ο Ε.Φ.Κ.Α. δεν μπορούσαν να συνεχίζουν ακώλυτα τη χρήση του μισθίου, ενώ η χρήση αυτή δεν δύναται να παράσχει νόμιμο έρεισμα για την πληρωμή της επίμαχης δαπάνης. (...)Περαιτέρω όμως και δεδομένου ότι: 1) Η σύσταση του Ε.Φ.Κ.Α., ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., με την αυτοδίκαιη ένταξη των υφισταμένων φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως σε αυτόν, δημιούργησε ανακατατάξεις και επέφερε μεταβολές στις στεγαστικές ανάγκες των Υπηρεσιών του εν λόγω Φορέα, καθώς αυτές έπρεπε πλέον να καθοριστούν βάσει του υπηρετούντος ανθρώπινου δυναμικού στο σύνολο των Υπηρεσιών αυτού.....το Κλιμάκιο κρίνει, κατά πλειοψηφία, ότι τα αρμόδια όργανα του I.K.A.-E.T.A.M. και ακολούθως του ΕΦ.Κ.Α. ενήργησαν χωρίς πρόθεση καταστρατηγήσεως των οικείων διατάξεων, αλλά επειδή συγγνωστώς υπέλαβαν ότι μπορούσαν να ενεργήσουν όπως ενήργησαν.
Δ.ΠΡΩΤ.ΑΘ/489/2020
Υπεβάλλουσα μείωση σε μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους..Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011, 188 του ν. 4261/2014 και 14 του ν. 4350/2015 είναι από τη φύση της στενά ερμηνευτέες, καθώς εισάγουν απόκλιση από το πάγιο καθεστώς αμοιβής των υπαλλήλων (πρβλ. ΣτΕ 2515/2014). Περαιτέρω, η διαφοροποίηση των εναγόντων από τις ανωτέρω κατηγορίες υπαλλήλων με κριτήριο τον χρόνο διορισμού τους δεν συνιστά έκδηλη υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται από τη συνταγματική αρχή της ισότητας, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού τους ως αβάσιμου, καθώς ο χρόνος έκδοσης της οικείας πράξης διορισμού, από την οποία εξαρτάται η εφαρμογή ή όχι της ως άνω διάταξης (της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011), αποτελεί κριτήριο αρκούντως αντικειμενικό και όχι τυχαίο και συμπτωματικό (πρβλ. ΣτΕ 719/2016, 600/2015, 4733/2014, 3/2012, 725/2009, 1284/1999), το οποίο δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση των διοριζόμενων μετά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου υπαλλήλων. Επιπλέον, η διαφορετική αυτή μισθολογική μεταχείριση επιβλήθηκε προεχόντως για λόγους δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή λόγω της ανάγκης δημοσιονομικής προσαρμογής και εξορθολογισμού της μισθοδοτικής δαπάνης του Δημοσίου και προκειμένου αυτό να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις του «Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στήριξης», χωρίς να αποκλείεται η επαναξιολόγηση κατά την εκτίμηση του νομοθέτη των ανωτέρω επιταγών και η χορήγηση στο μέλλον της σχετικής προσωπικής διαφοράς, όπως άλλωστε προβλέφθηκε τελικά με τις διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 4569/2018, για ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων του εναγόμενου, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες. Κατόπιν αυτών, δεν δύναται να τύχουν αναλογικής εφαρμογής στην κρινόμενη περίπτωση, κατ επίκληση των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας, οι διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011, ούτε των άρθρων 188 του ν. 4261/2014 και 14 του ν. 4350/2015. Επομένως, από τη μη καταβολή των αιτούμενων από τους ενάγοντες ποσών, που αντιστοιχούν στην υπερβάλλουσα μείωση του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011, για το χρονικό διάστημα από την 1η.9.2016 έως την 1η.9.2018, δεν συντρέχει παρανομία των οργάνων του εναγόμενου και δεν στοιχειοθετείται ευθύνη αυτού προς αποζημίωση, κατ άρθρο 105 Εισ.ΝΑΚ, απορριπτόμενης ως αβάσιμης της κρινόμενης αγωγής ως προς την κύρια βάση αυτής. Ούτε, εξάλλου, θεμελιώνεται ευθύνη του εναγόμενου με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον δεν συντρέχει η προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας για τη μη καταβολή των αιτούμενων ποσών, προϋπόθεση αναγκαία κατά το άρθρο 904 του Α.Κ., απορριπτόμενης ως αβάσιμης της υπό κρίση αγωγής και ως προς την επικουρική βάση αυτής (βλ. Σ.τ.Ε. 1891/2015, 933/2014). Εξάλλου, η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής, ουσιαστικά, φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αποζημιωτικής αγωγής, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αποζημιωτική αγωγή και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικά) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής (πρβλ. ΣτΕ 651/2018, 4102/2015, 528/2014), προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω.
ΕΣ/ΤΜ.7/23/2015
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ:Αίτηση ανάκληση της 266/2014 πράξης του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών στο Τμήμα (..)Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Τμήμα άγεται στην κρίση ότι: Α) Η ελεγχόμενη σύμβαση δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της προγραμματικής συμφωνίας του άρθρου 100 του Ν. 3852/2010, διότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν συμπράττουν ισόρροπα εκκινώντας από κοινή αφετηρία, με σκοπό την εκτέλεση κοινά εξυπηρετούμενου δημόσιου σκοπού, αλλά επιδιώκουν την ικανοποίηση όλως διακριτών και αντίθετων συμφερόντων, καθόσον ο Δήμος......, λειτουργώντας ως αναθέτουσα αρχή (στο συμβατικό κείμενο αναφέρεται ως «εργοδότης», ο οποίος, βάσει των άρθρων 5 και 8, έχει την επίβλεψη του έργου και διατηρεί το δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων και διορθώσεων στα παραδοτέα κάθε φάσης) αποσκοπεί στην παραλαβή των επιμέρους παραδοτέων κάθε φάσης της στατικής μελέτης των σχολικών κτιρίων (που συνολικά αποτελούν τη μελέτη φέρουσας κατασκευής των σχολικών κτιρίων), το δε ...... επέχει θέση κοινού αντισυμβαλλομένου (στο συμβατικό κείμενο αναφέρεται ως «ανάδοχος») που ελέγχεται ως προς την προσήκουσα εκπλήρωση της σύμβασης και σκοπεί στην απόληψη (δια του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας) του καθορισμένου συμβατικού ανταλλάγματος που περιλαμβάνει, όχι μόνον τα λειτουργικά έξοδα για την προσήκουσα εκπλήρωση της σύμβασης, αλλά και αμοιβή των προσώπων που θα απασχοληθούν με την εκπόνηση της μελέτης. Ειδικότερα, η συμβολή του Δήμου περιορίζεται, κατά κύριο λόγο, στην καταβολή της δαπάνης για την εκτέλεση του συμβατικού αντικειμένου, η δε συλλογή και παράδοση στο Ε.Μ.Π. των διαθέσιμων στοιχείων και σχεδίων που αφορούν στα σχολικά κτίρια, ανάγεται σε προαπαιτούμενη ενέργεια για την εκπόνηση οιασδήποτε μελέτης (κάθε εργοδότης παραδίδει στον ανάδοχο τα ήδη υπάρχοντα στοιχεία για την κτιριολογική δομή των κτιρίων) και δεν συνιστά συμβολή στην εκτέλεση του συμβατικού αντικειμένου (δηλαδή στην πραγματοποίηση αυτής καθεαυτής της στατικής μελέτης), το δε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα υποχρεούται, έναντι καταβολής ανταλλάγματος - «αμοιβής» (που καλύπτει συνολικά τα λειτουργικά έξοδα και τις αμοιβές του προσωπικού), ύψους 130.000,00 ευρώ χωρίς Φ.Π.Α., στην εκτέλεση από τα μέλη ερευνητικής ομάδας υπηρεσιακής του μονάδας (του Εργαστηρίου Αντισεισμικής Τεχνολογίας) του συμβατικού αντικειμένου. Χαρακτηριστικό τού ότι η προβλεφθείσα μονομερής περιουσιακή μετακίνηση από το Δήμο στο ...... δεν περιορίζεται στην κάλυψη λειτουργικών εξόδων, αποτελεί το γεγονός ότι στο άρθρο 7 καθορίζεται το συμβατικό αντάλλαγμα που καλύπτει «το συνολικό ύψος των δαπανών και αμοιβών του “αναδόχου”», ενώ στο άρθρο 10 υπάρχει πρόβλεψη για την τύχη της «αμοιβής» του αναδόχου σε περίπτωση μονομερούς λύσης της σύμβασης εκ μέρους του Δήμου. Β) Δοθέντων των ως άνω χαρακτηριστικών, η κρινόμενη σύμβαση, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, δεν αποτελεί γνήσια προγραμματική σύμβαση, αλλά κοινή εξ επαχθούς αιτίας δημόσια σύμβαση, η φύση της οποίας δεν αναιρείται από το γεγονός ότι αντισυμβαλλόμενος του Δήμου είναι ένα ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, δηλαδή φορέας που δεν ασκεί κατά κύριο λόγο κερδοσκοπική δραστηριότητα, δεν διαθέτει οργανωτική δομή επιχείρησης, δεν δραστηριοποιείται σε τακτική βάση στην αγορά και αποτελεί ο ίδιος αναθέτουσα αρχή. Σύμφωνα δε με το τεχνικό της αντικείμενο, η σύμβαση αυτή αφορά στην εκπόνηση μελέτης φέρουσας κατασκευής κτιριακού έργου, καθόσον αντικείμενο αυτής αποτελεί, η αποτίμηση της στατικής επάρκειας συγκεκριμένων σχολικών κτιρίων του Δήμου με βάση τις απαιτήσεις του νέου Κανονισμού Επεμβάσεων, καθώς και η, σύμφωνα με το αποτέλεσμα της αποτίμησης αυτής, πρόταση για τη λήψη μέτρων και τη διενέργεια των απαραίτητων για την ασφαλή λειτουργία τους επεμβάσεων. Για την ανάθεση της ως άνω μελέτης έπρεπε να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 3316/2005, οι οποίες καθιερώνουν ως κανόνα τη διενέργεια ανοικτού διαγωνισμού, στον οποίο η δυνατότητα συμμετοχής του ως άνω εκπαιδευτικού ιδρύματος δεν θα μπορούσε να αποκλεισθεί. Προσφυγή στην εξαιρετική διαδικασία της απευθείας ανάθεσης θα μπορούσε να είναι νόμιμη μόνον εφόσον συνέτρεχε μία τουλάχιστον από τις εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 10 του ως άνω Νόμου, για τις οποίες δεν προβάλλονται λόγοι στην αίτηση ανακλήσεως ούτε υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν τη συνδρομή τους στη συγκεκριμένη υπόθεση. Αντιθέτως, η Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου...... (η συνδρομή της οποίας ζητήθηκε από το Δήμαρχο για την εκπόνηση της ως άνω μελέτης), αφού εξέθεσε την πραγματική αδυναμία εκτέλεσης αυτού του έργου, πρότεινε την ανάθεσή της «… είτε σε ιδιώτη μελετητή με εμπειρία στις αντίστοιχες μελέτες είτε σε κάποιο Πανεπιστημιακό Ίδρυμα που διαθέτει εξειδικευμένο προσωπικό αλλά και την απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή», αποδεχόμενη ότι, ως εκ του αντικειμένου της, είναι δυνατόν να ανατεθεί σε οποιονδήποτε διαθέτει εμπειρία, υποδομή κ.λπ., καθόσον τα στοιχεία αυτά μπορεί να αξιολογηθούν στο πλαίσιο διαγωνιστικής διαδικασίας που θα διενεργείτο κατά τις διατάξεις του Ν. 3316/2005 και Γ) Αντικείμενο της ελεγχόμενης σύμβασης δεν είναι η εκπόνηση ερευνητικού προγράμματος, όπως αβασίμως υποστηρίζεται από το Δήμο, διότι βασικό στοιχείο αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1514/1985, είναι η πρωτοτυπία, δηλαδή η εισαγωγή και αξιοποίηση του νέου με τη μορφή της παραγωγής επιστημονικής γνώσης ή της επεξεργασίας νέων θεωριών και όχι, ως εν προκειμένω, ο έστω και με νέες τεχνικές μεθόδους (οι οποίες πάντως δεν αναλύονται ούτε εξειδικεύονται εν προκειμένω) συνδυασμός κεκτημένων γνώσεων για την ανάπτυξη μίας μελέτης (έστω και σημαντικής), η οποία είναι δεκτική δυνητικά άπειρων μελλοντικών εφαρμογών. Στην προκειμένη περίπτωση οι νέες μέθοδοι που επικαλείται (χωρίς να αποδεικνύει) η αναθέτουσα αρχή σκοπούν στην αντιμετώπιση ενός μεμονωμένου ζητήματος με συγκεκριμένο αντικείμενο, αυτό του ελέγχου της στατικής επάρκειας των σχολικών κτιρίων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του νέου Κανονισμού Επεμβάσεων, ώστε τα κτίρια να δύνανται να ενταχθούν στο προστατευτικό πεδίο του Ν. 4014/2011, ο οποίος προβλέπει τη ρύθμιση των αυθαίρετων κατασκευών ή χρήσεων που έχουν ανεγερθεί πριν από τις 28.7.2011. Ως ήδη δε παρατηρήθηκε