×
register
Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

Αριθμός Πρωτοκόλλου: ΕΣ/ΟΛΟΜ/32/2000

Θέμα:

Η Διακήρυξη πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνει μεταξύ άλλων ως ελάχιστο ουσιώδες στοιχείο αυτής την ακριβή ποσότητα του προς προμήθεια αγαθού και αν το είδος αυτό αναλύεται σε περισσότερες κατηγορίες ή κάθε κατηγορία αναλύεται σε περισσότερες υποκατηγορίες διαφορετικών μεταξύ τους προϊόντων, που αποτελούν όμως το τελικό τιμολογήσιμο προϊόν, πρέπει να προσδιορίζεται η ποσότητα των αγαθών κάθε κατηγορίας ή υποκατηγορίας μέχρι το τελικό τιμολογήσιμο προϊόν.


Τύπος: ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΛΕΓΚ.ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ: εσ/ολομ/32/2000

Ιστορικό Κωδικοποιήσεων

Σχετικά Έγγραφα

ΣτΕ/396/2011

6. Επειδή, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το σύστημα της χαμηλότερης προσφοράς προϋποθέτει, λογικώς, προσφερόμενα είδη τα οποία είναι από άποψη τεχνικών χαρακτηριστικών, ιδιοτήτων και ποιότητας κατ’ αρχήν ισοδύναμα και τα οποία, ως εκ τούτου, διαφοροποιούνται ουσιαστικά μόνον ως προς την προσφερόμενη τιμή. Στην περίπτωση αυτή, η χρησιμοποίηση από τη Διοίκηση ως κριτηρίου επιλογής μόνο της χαμηλότερης τιμής έχει την έννοια της επιλογής του φθηνότερου μεταξύ των προσφερόμενων παρεμφερών προϊόντων, ευνοεί τον ανταγωνισμό, λόγω του ότι επιτρέπει την συμμετοχή περισσότερων προμηθευτών, αποβαίνει δε επωφελής για τη Διοίκηση, εφ’ όσον οδηγεί αναγκαίως σε συμπίεση των τιμών εκ μέρους των υποψήφιων προμηθευτών, αφού κριτήριο κατακυρώσεως είναι η χαμηλότερη τιμή προσφοράς. Αντιθέτως, το σύστημα της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς προσιδιάζει σε διαγωνισμούς όπου τα προσφερόμενα είδη διαφοροποιούνται κατά το μάλλον ή ήττον ουσιωδώς από απόψεως ποιότητας και τιμής, για το λόγο δε αυτόν, προκειμένου να ευρεθεί η πλέον συμφέρουσα προσφορά, δικαιολογείται η στάθμιση κατά την αξιολόγηση των τεχνικών προσφορών και ποιοτικών κριτηρίων (βλ. ΣτΕ 2183/2004 επταμ., ΕΑ 114/2008-βλ. και απόφ. ΔΕΚ της 17.9.2002, C-513/99, Concordia Bus Finland , Συλλογή 2002, σ. I-7213,σκ.59, 61-63). Στην περίπτωση αυτή, οι τεχνικές προδιαγραφές των ιατροτεχνολογικών προϊόντων πρέπει να προσδιορίζουν με σαφήνεια το υπό προμήθεια προϊόν, η δε διοίκηση έχει ευρεία ευχέρεια να επιλέξει είτε προϊόν τεχνικώς αποδεκτό σε χαμηλή τιμή, είτε προϊόν τεχνικώς εξελιγμένο σε λογική τιμή, αφού ο προσφέρων το τελευταίο, για να έχει πιθανότητες να αναδειχθεί προμηθευτής, θα υποχρεωθεί να συμπιέσει την τιμή της προσφοράς. (...)8. Επειδή, οι ανωτέρω όροι της διακηρύξεως, στο βαθμό που προβλέπουν ως κριτήριο κατακυρώσεως τη χαμηλότερη τιμή ανά κατηγορία προϊόντων, η οποία μπορεί να καλύπτει μία ή και περισσότερες υποκατηγορίες, υπό την έννοια ότι αρκεί, για το παραδεκτό της προσφοράς, η πλήρωση έστω και ενός από τα «Τεχνικά Χαρακτηριστικά» που ταυτίζονται με τις εν λόγω υποκατηγορίες, θα προκρίνεται δε, μεταξύ ισοτίμων ανά κατηγορία οικονομικών προσφορών, εκείνη που θα καλύπτει μεγαλύτερο αριθμό υποκατηγοριών, δεν θεσπίζουν κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ένα κριτήριο αξιολογήσεως των προσφορών. Και τούτο, διότι, σε περιπτώσεις ταυτιζομένων σε σχέση με την προσφερομένη τιμή οικονομικών προσφορών, οι οποίες καλύπτουν τις αυτές μεν κατηγορίες αλλά διαφορετικές, από άποψη ποιοτική ή και ποσοτική, υποκατηγορίες, όπως επιτρέπεται από τη διακήρυξη, οι ανωτέρω όροι είναι δυνατόν να καταλήγουν, για την ανάδειξη μειοδότη, σε σύγκριση ανόμοιων και, συνακολούθως, εξ ορισμού μη συγκρίσιμων ως προς τα καλυπτόμενα τεχνικά χαρακτηριστικά προσφορών και να καθιστούν, ως εκ τούτου, αδύνατη την επί ίσοις όροις αξιολόγησή τους (πρβλ. ΕΑ 76/2011). Επομένως, ο σχετικός λόγος, με τον οποίο επαναλαμβάνεται αντίστοιχη αιτίαση προβληθείσα με την προδικαστική προσφυγή και μη απαντηθείσα, άλλωστε, από την αναθέτουσα αρχή, πιθανολογείται σοβαρώς ως βάσιμος.


ΕΣ/Τ7/183/2009

Ειδικά δε στην περίπτωση, κατά την οποία πρόκειται για μελέτη που ανατίθεται σ’ ένα και τελικό στάδιο, χωρίς τη μεσολάβηση ενδιάμεσου σταδίου (π.χ προμελέτης), ως συμβατική αμοιβή, που αποτελεί τη βάση προϋπολογισμού της τελικώς καταβληθησόμενης αμοιβής του μελετητή, νοείται εκείνη που προκύπτει από τον προϋπολογισμό που υποβάλλεται για πρώτη φορά στην αρμόδια υπηρεσία του εργοδότη και που αφορά τον ακριβή προσδιορισμό του συμβατικού αντικειμένου (βλ. και την ΔΕ6678/1.9.1981 γνωμοδότηση της αρμόδιας Γνωμοδοτικής Επιτροπής Μελετών άρθρ. 5 ν. 716/1977 και Πρακτικά VII Τμ. 1ης Συν./8.1.2008, Πρ. 279/2008). Τέλος, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι συγκριτικός πίνακας συντάσσεται και για κάθε αναπροσαρμογή της αμοιβής της μελέτης, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 παράγραφος 7 του ν. 716/1977 (ΦΕΚ Α΄ 295), στον οποίο εμφανίζονται οι αυξομοιώσεις των ποσοτήτων των εργασιών και προσδιορίζεται η αξία αυτών, χωρίς να απαιτείται να συμπεριληφθούν σε συμπληρωματική σύμβαση. Η υποβολή του εν λόγω συγκριτικού πίνακα στην αρμόδια υπηρεσία του εργοδότη το πρώτον, στα πλαίσια σύμβασης με αντικείμενο την εκπόνηση πολεοδομικής μελέτης σε ένα και τελικό στάδιο, χωρίς την υποβολή προμελέτης, και η έγκρισή του από αυτήν προσδιορίζει τη συμβατική αμοιβή, η οποία δύναται να διαφέρει από την προεκτιμώμενη και επί της οποίας θα υπολογιστεί και η τελικώς καταβληθησόμενη στο μελετητή αμοιβή, κατά τα προαναφερθέντα.


ΝΣΚ/131/2004

Εγγύηση καλής εκτέλεσης του έργου της δωρεάν διανομής φέτας ΠΟΠ στους απόρους της χώρας. Κατάπτωση ποσοστού εγγυήσεως – έννοια δειγματισθείσας παρτίδας.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
Με τις διατάξεις του άρθρου 11 Γ της ΚΥΑ 491/278351/12-8-02 «Καθορισμός λεπτομερειών μέτρου δωρεάν διανομής τυριού φέτας στους απόρους της χώρας βάσει προγράμματος Ε.Κ. για το έτος 2002» προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση διαπίστωσης, βάσει των αναλύσεων του Γεν. Χημείου του Κράτους ότι το προϊόν παρεκκλίνει των προβλεπομένων από την εθνική νομοθεσία προδιαγραφών ως προϊόντος ΠΟΠ, καταπίπτει ποσοστό της εγγύησης του αναδόχου ίσο με το τριπλάσιο του ποσοστού που αντιπροσωπεύει η δειγματισθείσα παρτίδα σε σχέση με τη συνολική ποσότητα της προσφοράς του αναδόχου και περαιτέρω ότι για τις ανάγκες εφαρμογής του παρόντος εδαφίου ως «….παρτίδα» θεωρείται η συνολική ποσότητα προϊόντος η οποία, κατά περίπτωση, περιέχεται είτε σε ολόκληρο το ελεγχόμενο τυροκομείο είτε …σε κάθε φορτηγό ψυγείο μεταφοράς. Από την ερμηνεία των ως άνω διατάξεων σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ.1 του Καν. 2220/85 κατά το οποίο «η εγγύηση καταπίπτει στο σύνολό της, όσον αφορά την ποσότητα για την οποία έχει τηρηθεί μια από τις πρωτογενείς απαιτήσεις» συνάγεται ότι, στην υπό κρίση περίπτωση κατά την οποία δειγματισθείσα παρτίδα για την οποία διαπιστώθηκε παρέκκλιση από τις προδιαγραφές φέτας ΠΟΠ δεν ήταν η, κατά την έννοια του άρθρου 11 της ΚΥΑ, «παρτίδα» των 17.765 κιλών φέτας που βρισκόταν στο φορτηγό, αλλά μέρος αυτής (5.221 κιλά), η αρμόδια υπηρεσία πρέπει να προβεί στην κατάπτωση ποσοστού εγγυήσεως, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 11 Γ της ως άνω ΚΥΑ, θεωρώντας όμως ως δειγματισθείσα παρτίδα (στην υπό κρίση περίπτωση) την ποσότητα των 5.221 κιλών φέτας.


ΕΣ/Τμ.ΜΕΣ/35/2013

Συμφωνία πλαίσιο.Η διακήρυξη του ελεγχόμενου διαγωνισμού, καθώς και η δημοσιευθείσα περίληψή της είναι νομικώς πλημμελείς, καθόσον δεν αναγράφεται σ’ αυτές η μέγιστη αξία του συνόλου των επιμέρους συμβάσεων που ενδέχεται να συναφθούν για την κάλυψη των αναγκών υλοποίησης των επιμορφωτικών προγραμμάτων κατά τη συνολική διάρκεια της συμφωνίας-πλαισίου, όπως ορθώς έκρινε το VI Τμήμα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Εξαιτίας δε των εν λόγω ουσιωδών πλημμελειών, καθίσταται μη νόμιμη η οικεία διαγωνιστική διαδικασία στο σύνολό της. Η αδυναμία, άλλωστε, της οικονομικής προσέγγισης του δημοπρατηθέντος αντικειμένου είναι ολοσχερής, αφού η αναθέτουσα αρχή δεν προσδιορίζει ούτε τη μέγιστη, ενόψει της ιδιαίτερης φύσης της σχετικής συμφωνίας, ποσότητα των ζητούμενων υπηρεσιών, ήτοι τον μέγιστο αριθμό των προγραμμάτων που πρόκειται να υλοποιηθούν, καθώς και τον μέγιστο αριθμό των εν δυνάμει εισηγητών και υπαλλήλων που θα λάβουν μέρος στα επιμορφωτικά προγράμματα, ώστε ο υποψήφιος να γνωρίζει εκ των προτέρων, αν όχι την ακριβή, τουλάχιστον τη μέγιστη ποσότητα υπηρεσιών, και μάλιστα για κάθε κατηγορία υπηρεσιών, την οποία θα κληθεί ενδεχομένως να προσφέρει στο πλαίσιο των εκτελεστικών συμβάσεων, που θα ακολουθήσουν κατά τη διάρκεια ισχύος της συμφωνίας (βλ. Παράρτημα VII Α του π.δ/τος 60/2007 -Πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στις προκηρύξεις δημοσίων συμβάσεων- Προκήρυξη διαγωνισμού, περίπτωση


ΕΣ/ΚΛ.ΤΜ.7/20/2018

Συντήρηση και επισκευή κτιριακών εγκαταστάσεων του δημοτικού αθλητικού κέντρου. (...)Στο άρθρο 53 του ν. 4412/2016 «Δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (…)» (Α΄ 147), ο οποίος εφαρμόζεται και για τις συμβάσεις που συνάπτουν τα δημοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθρο 2 παρ. 1 υποπαρ. 1 περ. α΄ του ν. 4412/2016), ορίζεται ότι «1. (…) 2. Τα έγγραφα της σύμβασης (…) περιέχουν ιδίως (…) ε) ακριβή περιγραφή του φυσικού αντικειμένου της σύμβασης (…) ια (…) την ποσότητα και την περιγραφή των (…) υπηρεσιών (…)». Κατά τη διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη σύμφωνα με την αρχή της οικονομικότητας (άρθρο 33 περ. α΄ υποπερ. αα΄ του ν. 4270/2014, Α΄ 143) που επιβάλλει οι δημόσιες συμβάσεις να ανατίθενται με τη μικρότερη δυνατή επιβάρυνση του προϋπολογισμού του αναθέτοντα φορέα, για τη νόμιμη ανάθεση παροχής υπηρεσιών από δήμο ή ν.π.δ.δ. δήμου απαιτείται να προκύπτουν από τα έγγραφα της σύμβασης το είδος, η ποσότητα και ο τρόπος υπολογισμού της προϋπολογιζόμενης δαπάνης των ανατιθέμενων υπηρεσιών. Η εν λόγω υποχρέωση υφίσταται ανεξάρτητα από το αν η παροχή των υπηρεσιών ανατίθεται απευθείας ή κατόπιν ανοικτού ή πρόχειρου διαγωνισμού και η έλλειψη των ως άνω στοιχείων καθιστά τη σχετική διαδικασία και τις οικείες δαπάνες μη νόμιμες (ΕΣ ΚΠΕΔ VII Τμ. 23/2017, 289/2017).(...)Με δεδομένα αυτά η εντελλόμενη δαπάνη είναι νόμιμη, διότι υποβλήθηκε εντέλει αναλυτική τεχνική περιγραφή με τις ποσότητες των συμβατικών εργασιών και τιμή μονάδας για κάθε εργασία και, επομένως προκύπτει και ο τρόπος υπολογισμού της προϋπολογιζόμενης δαπάνης αυτών.


ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/1723/2023

Προμήθεια με τίτλο «Ολιστικό σύστημα παρακολούθησης πηγών υδροληψίας ΔΕΥΑ ...» (...)Κατόπιν των ως άνω παρατιθέμενων το Δικαστήριο κρίνει ότι από τα στοιχεία του φακέλου και όσα προσκομίσθηκαν από την προσφεύγουσα τεκμηριώνεται επαρκώς, κατά τρόπο σαφή και αναλυτικά και λεπτομερώς προσδιορισμένο, η διαμόρφωση της προϋπολογιζόμενης δαπάνης της ελεγχόμενης προμήθειας παριστάμενης ως εσφαλμένης της σχετικής κρίσης της προσβαλλομένης. Ειδικότερα: i) Ο μη προσδιορισμός της τιμής μονάδας του επιμέρους εξοπλισμού κάθε είδους Τοπικού Σταθμού Ελέγχου δεν κρίνεται αναγκαίος και καθοριστικός για την τεκμηρίωση της προϋπολογιζόμενης δαπάνης της συγκεκριμένης ελεγχόμενης προμήθειας, δεδομένου ότι, λόγω της πολυπλοκότητας και της φύσης της ελεγχόμενης σύμβασης, που αποσκοπεί στο τελικό διαλειτουργικό αποτέλεσμα της ψηφιακής διαχείρισης των υδατικών πόρων του δικτύου ύδρευσης, μέσω της προσφοράς μιας εξατομικευμένης τεχνικής λύσης, η οποία θα συνδυάζει μια σειρά από 139 υποσυστήματα (Τοπικούς Σταθμούς Ελέγχου) που θα παραδοθούν διασυνδεδεμένα, προκειμένου να μπορούν να λειτουργούν ως ένα ενιαίο σύστημα και τα οποία προσδιορίζονται ιδιαιτέρως εκτενώς στην τεχνική περιγραφή και τις τεχνικές προδιαγραφές της διακήρυξης, είναι θεμιτό να δίδεται η δυνατότητα να προταθούν από τους οικονομικούς φορείς διάφορες λύσεις, εντός του πλαισίου της συνολικής προϋπολογιζόμενης δαπάνης, ως προς την επιλογή και τη διάταξη των επιμέρους στοιχείων των τμημάτων των υποσυστημάτων. Ενδεχόμενη δε τιμολόγηση κάθε υπό προμήθεια αγαθού που περιλαμβάνεται στον εξοπλισμό κάθε είδους Τοπικού Σταθμού Ελέγχου θα περιόριζε την ελευθερία διαμόρφωσης της προσφοράς των διαγωνιζομένων για την επίτευξη της οικονομικότερης και αποδοτικότερης εφαρμογής του ολοκληρωμένου αυτού συστήματος και συνακόλουθα τον ανταγωνισμό.(...)Ενόψει των ως άνω το Δικαστήριο κρίνει, κατ΄αρχάς, ότι η εκάστοτε επιλογή δείκτη τιμών που ο αναθέτων φορέας προτίθεται να χρησιμοποιήσει κατά την αναπροσαρμογή της τιμής των όλως εξειδικευμένων βιομηχανικών προϊόντων της υπό ανάθεση σύμβασης, εφόσον παραστεί τέτοια ανάγκη, αποτελεί τεχνική κρίση, στον έλεγχο της οποίας δεν μπορεί να υπεισέλθει το παρόν Δικαστήριο, πολλώ δε μάλλον να υποδείξει, όπως ανακριβώς αναφέρεται στο υποβληθέν από 8.12.2023 ενημερωτικό σημείωμα της ΔΕΥΑΚ. Περαιτέρω, κρίνει ότι η ρήτρα αναπροσαρμογής τιμής που τέθηκε στο άρθρο 9 του τελευταίου υποβληθέντος ηλεκτρονικά προς έλεγχο νέου σχεδίου σύμβασης συνιστά σαφή, ακριβή και κατηγορηματική ρήτρα αναθεώρησης, όπως επιτάσσει η παρ. 1 περ. α΄ του άρθρου 337 του ν. 4412/2016, καθόσον ο Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής που εν τέλει επέλεξε ο αναθέτων φορέας για τον υπολογισμό της αναπροσαρμογής της τιμής των ειδών της σύμβασης και δη η τιμή αυτού που αφορά ειδικά τα υπό προμήθεια είδη των ομάδων Α1 και Α2, τα οποία ενέταξε στον κωδικό 26 κατά PRODCOM του δείκτη αυτού, καθιστά σαφές ότι η τυχόν συντελούμενη κατά το χρόνο παράδοσης αναπροσαρμογή τιμής, θα αφορά στη συγκεκριμένη κατηγορία ειδών. Ανακαλεί την 442/2023 Πράξη του ΣΤ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Αποφαίνεται ότι δεν κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου της ελεγχόμενης σύμβασης ..., υπό τους όρους που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της παρούσας


ΝΣΚ/588/2008

Δικαιώματα προαιρέσεως στο δίκαιο των προμηθειών και προσδιορισμός ποσότητας των υπό προμήθεια ειδών, τόσο στην διακήρυξη του διαγωνισμού προμηθειών, όσο στην κατακυρωτική απόφαση και στην σύμβαση.Α) Το δικαίωμα προαιρέσεως του άρθρου 21 του Π.Δ/τος 118/2007, το οποίο, προκειμένου να ασκηθεί, πρέπει να προβλέπεται στην διακήρυξη του διαγωνισμού διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα δικαιώματα προαιρέσεως, κατά τον χρόνο ασκήσεώς του, καθόσον τούτο δύναται να ασκηθεί μόνο κατά την κατακύρωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού και όχι μεταγενεστέρως, ενώ τα υπόλοιπα δικαιώματα προαιρέσεως τα οποία πρέπει να προβλέπονται τόσο στη διακήρυξη, όσο στην κατακυρωτική απόφαση και την σύμβαση που ακολουθεί, δύνανται να ασκηθούν κατά την διάρκεια ή μετά την λήξη της συμβάσεως προμηθείας, αναλόγως της συμφωνίας (σύμφωνο προαιρέσεως) και εντός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος.  Β) Σύμφωνα με τις διατάξεις των Π.Δ/των 60/2007 και 118/2007, αλλά και κατά τα γενόμενα, παγίως, δεκτά από την νομολογία του Σ.τ.Ε. και του Ε.Σ., οι αναθέτουσες αρχές οφείλουν να προσδιορίζουν, επακριβώς, τόσο στην διακήρυξη του διαγωνισμού προμηθείας, όσο στην κατακυρωτική απόφαση  και την σύμβαση, τις ποσότητες των υπό προμήθεια ειδών, στις περιπτώσεις δε που τα ανωτέρω είδη υποδιαιρούνται σε διάφορες υποκατηγορίες, τότε θα πρέπει να προσδιορίζουν τις ποσότητες κάθε υποκατηγορίας, τουλάχιστον, κατά προσέγγιση.  Γ) Εάν προβλεφθεί στην διακήρυξη δικαίωμα προαιρέσεως, το οποίο θα ασκηθεί μετά την κατακύρωση, δηλαδή είτε κατά την διάρκεια εκτελέσεως της συμβάσεως είτε μετά την λήξη αυτής, τούτο είναι μεν κατά νόμο επιτρεπτό, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις και την νομολογία του Σ.τ.Ε. και του Ε.Σ.,  πλην όμως, δεν δύναται να υπερβεί ως προς την επαύξηση της ποσότητας των υπό προμήθεια ειδών, τα προβλεπόμενα ανώτερα ποσοστά του άρθρου 21 του Π.Δ/τος 118/2007.  Δ) Η ανωτέρω υποχρέωση των αναθετουσών αρχών να προσδιορίζουν, επακριβώς, τις ποσότητες των υπό προμήθεια ειδών στην διακήρυξη του διαγωνισμού, την κατακυρωτική απόφαση και την σύμβαση, δεν αναιρείται

ΕλΣυν.Κλ.Τμ.7/40/2018

ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ:Με τα δεδομένα αυτά και ειδικότερα την επισκόπηση των συμβατικών κειμένων και τις τεχνικές μελέτες των ανατεθεισών υπηρεσιών, δεν προκύπτει επικάλυψη εργασιών και ως εκ τούτου καταβολή διπλής αμοιβής στην ανάδοχο εταιρεία. Τούτο δε διότι η κάθε μία εκ των συμβάσεων κατατείνει σε διαφορετικό αποτέλεσμα και συγκεκριμένα η μεν πρώτη στη συντήρηση ειδικών μηχανογραφημένων εφαρμογών, σε εξειδικευμένες μηχανογραφικές υπηρεσίες και στην εκπαίδευση των χρηστών σε σχέση με τον χειρισμό των εφαρμογών, η δε δεύτερη στη λογιστική υποστήριξη της …. και συγκεκριμένα στην τήρηση του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου. Εξάλλου, η μία αποτελεί προϋπόθεση της άλλης, δεδομένου ότι για να πραγματοποιηθεί η λογιστική υποστήριξη απαιτείται να υπάρχει η απαιτούμενη από τη νομοθεσία μηχανογραφική εφαρμογή. Περαιτέρω, αβασίμως προβάλλεται ότι στο συμβατικό κείμενο της 746/15.9.2017 σύμβασης για τις υπηρεσίες συντήρησης-υποστήριξης μηχανογραφημένων εφαρμογών λογισμικού δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια το είδος και η ποσότητα των προς εκτέλεση εργασιών και δεν αναλύεται ο τρόπος υπολογισμού του τιμήματος, διότι στην 628/2017 μελέτη, που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της σύμβασης, όπως και στην 145/21.8.2017 οικονομική προσφορά της αναδόχου, περιλαμβάνεται προϋπολογισμός όπου προσδιορίζονται και αναλύονται οι ποσότητες των παρεχόμενων υπηρεσιών, η τιμή μονάδος ανά ώρα εργασίας και το κόστος των αδειών χρήσης, ώστε να τεκμηριώνεται τόσο ο αρχικός προϋπολογισμός όσο και το συμφωνηθέν τίμημα. (..)Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, οι εντελλόμενες δαπάνες είναι νόμιμες και τα επίμαχα χρηματικά εντάλματα θα μπορούσαν να πληρωθούν αν δεν είχε λήξει το οικονομικό έτος τις πιστώσεις του οποίου βαρύνουν.


ΕΣ/Τμ.6/23/2012

Ανάληψη υποχρέωσης.Το άρθρο 3 του π.δ.113/2010 ορίζει στο εδάφιο γ΄ ότι: «η απόφαση ανάληψης υποχρέωσης πρέπει να περιλαμβάνει τη συνολική επιβάρυνση του προϋπολογισμού, καθώς και την κατανομή αυτής κατ’ έτος σε περίπτωση τμηματικής πραγματοποίησης που εκτείνεται σε περισσότερα του ενός οικονομικά έτη». Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι στην απόφαση ανάληψης υποχρέωσης αναγράφεται το συνολικό ποσό με το οποίο επιβαρύνεται ο προϋπολογισμός, στην περίπτωση, όμως, που η επιβάρυνση αυτή εκτείνεται σε περισσότερα του ενός οικονομικά έτη η αναγραφόμενη στην απόφαση ανάληψης υποχρέωσης συνολική δαπάνη πρέπει επιπλέον να κατανέμεται κατ’ έτος και να αναφέρονται τα επιμέρους ποσά που θα βαρύνουν τους προϋπολογισμούς των περισσοτέρων οικονομικών ετών, στον προϋπολογισμό δε κάθε έτους αποτυπώνεται μόνο το ποσό της επιβάρυνσης που αφορά το συγκεκριμένο έτος, με εγγραφή ισόποσης πίστωσης στον οικείο κωδικό αριθμό εξόδου (ΚΑΕ) του προϋπολογισμού. Εργασίες συντήρησης.O κατ΄ αποκοπή επιμερισμός του συνόλου των εργασιών της ελεγχόμενης υπηρεσίας σε τεμάχια χρονικής διάρκειας συντήρησης, χωρίς οι εργασίες αυτές να ομαδοποιούνται με βάση το αντικείμενό τους και χωρίς να καθορίζεται ούτε η ποσότητα, έστω κατά προσέγγιση, ούτε η συνολική δαπάνη ή η τιμή μονάδας κάθε επιμέρους ομάδας εργασιών στη σχετική διακήρυξη (163/2011), στην κατακυρωτική απόφαση και στο σχέδιο συμβάσεως, συνιστά ουσιώδη πλημμέλεια της ελεγχόμενης διαδικασίας και του σχεδίου συμβάσεως. Και τούτο διότι ο μη προσδιορισμός των προαναφερόμενων ουσιωδών στοιχείων στη διακήρυξη, στην κατακυρωτική απόφαση και στη σύμβαση καθιστά αυτές ασαφείς και ως εκ τούτου μη νόμιμες, ενώ περαιτέρω η οφειλόμενη στους ως άνω λόγους ασάφεια της διακήρυξης καθιστά επιπλέον αδύνατο τον έλεγχο του υπολογισμού της προϋπολογιζόμενης δαπάνης. Ενόψει δε της δυνατότητας μη απορρόφησης της συνολικής ποσότητας των εργασιών (άρθρο 3 του σχεδίου συμβάσεως), η ομαδοποίηση των εργασιών με βάση το αντικείμενό τους και ο καθορισμός της ποσότητας, έστω κατά προσέγγιση, καθώς και της συνολικής δαπάνης ή της τιμής μονάδας των εργασιών κάθε επιμέρους κατηγορίας και υποκατηγορίας κρίνονται απαραίτητα επιπροσθέτως προκειμένου να καταστεί δυνατός ο υπολογισμός του ακριβούς ύψους της αμοιβής του αναδόχου για τις εκτελεσθείσες από αυτόν εργασίες και κατ’ επέκταση και ο έλεγχος της νομιμότητας της διάθεσης του δημόσιου χρήματος, ο οποίος καθίσταται αδύνατος με τη ακολουθηθείσα πρακτική του κατ΄ αποκοπή επιμερισμού του συνόλου των εργασιών της ελεγχόμενης υπηρεσίας σε τεμάχια μηνιαίας ή ετήσιας συντήρησης.

ΕΣ/ΤΜ.6/3492/2012

Παροχή υπηρεσιών  ειδικού συμβούλου υποστήριξης :ζητείται η ανάκληση της 3/2012 πράξης της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου (...) όσον αφορά τη νομιμότητα ανάθεσης των υπηρεσιών της ενότητας Α σε τρίτο σύμβουλο, κατ’ ουσία ο Δήμος δεν αντικρούει τον προβαλλόμενο από την Επίτροπο διακωλυτικό λόγο υπογραφής της σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο οι επίμαχες υπηρεσίες μη νομίμως ανατίθενται σε εξωτερικό συνεργάτη αφού  αντίστοιχες συμβουλευτικές υπηρεσίες έχουν ήδη ανατεθεί από το Δήμο κατά το παρελθόν  (βλ. Πράξη VII Τμ. 316/2011).  Και τούτο διότι ο ίδιος ο Δήμος συνομολογεί ρητά ότι η πρόσληψη του αρχικού συμβούλου έγινε για «το ίδιο αντικείμενο» (σελ. 25 δικογράφου κρινόμενης αίτησης) ενώ  ο  ισχυρισμός  πως  η  πρώτη  σύμβαση έχει ήδη περαιωθεί  δεν   ανατρέπει την επιμέρους  κρίση της Επιτρόπου ότι με την αρχική ανάθεση  υπάρχει πλέον στον Δήμο ουσιώδης εκπαίδευση και τεχνογνωσία που  καθιστά μη νόμιμη την ελεγχόμενη διαδικασία.  Σε κάθε περίπτωση,  το γεγονός  ότι οι συγκεκριμένες υπηρεσίες έχουν ήδη καταστεί άνευ αντικειμένου και δεν πρόκειται να ανατεθούν στο πλαίσιο εκτέλεσης της παρούσας σύμβασης, όπως ρητά αποδέχεται ο Δήμος ......, δεν αίρει τον προβαλλόμενο από την Επίτροπο διακωλυτικό λόγο υπογραφής της σύμβασης αλλά τουναντίον  καθιστά πλημμελή την ελεγχόμενη διαγωνιστική διαδικασία στο σύνολό της, διότι παρόλο που  επιφυλάσσεται  ρητά  στη διακήρυξη   η δυνατότητα της αναθέτουσας αρχής  να εξαντλήσει το συνολικό ύψος της σύμβασης και από μία μόνο ενότητα υπηρεσιών, η απλή δυνατότητα ανάθεσης των υπηρεσιών αυτών  έχει ήδη συνεκτιμηθεί από τους ενδιαφερόμενους τόσο κατά το στάδιο εκδήλωσης ενδιαφέροντος συμμετοχής στο διαγωνισμό όσο και κατά τη διαμόρφωση της προσφοράς, με συνέπεια η κατ’ ουσία απάλειψη  των υπηρεσιών αυτών από την επίμαχη διακήρυξη να αλλοιώνει ουσιωδώς το αντικείμενο του ελεγχόμενου διαγωνισμού.  Τέλος,  επισημαίνεται ότι η ανάθεση συναφών υπηρεσιών παροχής τεχνικού συμβούλου σε εξωτερικό συνεργάτη  που επικαλείται η Επίτροπος και δεν αντικρούει ο Δήμος  προκηρύχθηκε κατά τα κοινώς γνωστά στο Δικαστήριο (βλ. Πράξη VII Τμ. 316/2011) με την 126/1.6.2010 απόφαση της Δημαρχικής Επιτροπής ......  σε χρόνο πολύ προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της διακήρυξης του ελεγχόμενου διαγωνισμού.  Ενόψει των ανωτέρω παρίσταται αλυσιτελής ο έλεγχος  νομιμότητας ανάθεσης των λοιπών ενοτήτων, καθόσον, όπως ήδη εκτέθηκε, πρόκειται για ένα ενιαίο διαγωνισμό και οι υπηρεσίες της ενότητας Α έχει συνεκτιμηθεί από τους ενδιαφερόμενους για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό και την υποβολή προσφοράς.   Β) Όσον αφορά τη νομιμότητα του αντικείμενου της ελεγχόμενης σύμβασης,   με τα τεύχη της διακήρυξης του ελεγχόμενου διαγωνισμού δεν  καθορίζεται  η ποσότητα,  η  τιμή μονάδος και η επιμέρους προϋπολογισθείσα δαπάνη για κάθε μία από τις επτά ενότητες  υπηρεσιών Ειδικού Συμβούλου που ζητούνται,  αν και τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται στο ελάχιστο ουσιώδες περιεχόμενο διακήρυξης ανοικτού διαγωνισμού, αλλά τιμολογούνται αορίστως ανθρωποώρες απασχόλησης για οκτώ κατηγορίες προσωπικού (τεύχος Ε’)  χωρίς  αυτές να  συσχετίζονται με συγκεκριμένα είδη (ενότητες) εργασιών. Πέραν τούτου, το δικαίωμα που επιφυλάσσει η διακήρυξη στη δημοτική αρχή να εξαντλήσει το συνολικό ύψος του ποσού της σύμβασης που θα υπογραφεί με τον Σύμβουλο ακόμα και από μία μόνο κατηγορία προσωπικού και όχι σύμφωνα με τις επιμέρους ποσότητες  που  καθορίζονται  στον προϋπολογισμό της μελέτης (τεύχος Ε’), καθιστά επίσης αόριστη την επιμέρους προϋπολογισθείσα δαπάνη κάθε κατηγορίας προσωπικού,  καθόσον η δαπάνη αυτή, έστω και αν καθορίζεται ως  ενδεικτική στη διακήρυξη, αποτελεί βάση για την υποβολή οικονομικής προσφοράς εκ μέρους των διαγωνιζομένων (βλ. και υποδείγματα εντύπων προσφοράς στο Παράρτημα ΙΙΙ της διακήρυξης) και δεν επιτρέπεται να ανατρέπεται ουσιωδώς  κατά την εκτέλεση της σύμβασης (πρβλ. Πράξη VII Τμ. 391/2009). Οι ανωτέρω ελλείψεις και ασάφειες καθιστούν προδήλως αόριστο και το φυσικό αντικείμενο της ελεγχόμενης διακήρυξης, αφού δεν είναι καθορισμένες, έστω και ενδεικτικά, οι επιμέρους ποσότητες των ζητούμενων εργασιών και  τελικά  είναι άγνωστο ποιες ακριβώς υπηρεσίες θα εκτελεστούν, από ποια κατηγορία προσωπικού και σε τι  ύψος. Συνέπεια της ανωτέρω αναφερόμενης αοριστίας είναι το γεγονός, ότι με την κατακύρωση του διαγωνισμού δεν είναι καθορισμένο πλήρως το συμβατικό αντικείμενο του αναδόχου αλλά   προβλέπεται κατά την εκτέλεση της σύμβασης στάδιο διαπραγμάτευσης μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και του αναδόχου όσον αφορά τις ακριβείς ποσότητες εργασιών και τα είδη του προσωπικού που απαιτείται για την παραγωγή κάθε παραδοτέου αντικειμένου.    Ως εκ τούτου,  το γεγονός ότι  με την επίμαχη διακήρυξη καθορίζονται οι επιμέρους ενότητες εργασιών και διευκρινίζεται ρητά ήδη κατά το στάδιο της διαγωνιστικής διαδικασίας  ότι όλες ή ορισμένες από αυτές  θα εκτελεστούν από μία ή περισσότερες  προβλεπόμενες  κατηγορίες προσωπικού με μόνο περιορισμό την μη υπέρβαση του συνολικού οικονομικού αντικειμένου της σύμβασης,  ουδόλως καθιστά ορισμένο το φυσικό και οικονομικό αντικείμενο της επίμαχης διακήρυξης, και συνακόλουθα της κατακυρωτικής απόφασης και του   σχεδίου σύμβασης  που ερείδονται στους όρους της διακήρυξης αυτής, όπως αβασίμως προβάλλεται. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του αιτούντος Δήμου, ότι η  υπό κρίση σύμβαση   δεν προσιδιάζει  με σύμβαση  προμήθειας αγαθών,  στην οποία   απαιτείται να αναγράφεται η ποσότητα κάθε επιμέρους κατηγορίας ειδών, είναι  αβάσιμος, διότι η αναφορά της ζητούμενης ποσότητας εντάσσεται στο ελάχιστο απαιτούμενο περιεχόμενο διακήρυξης παροχής υπηρεσιών (βλ. Παράρτημα VII Α οδηγίας 2004/18/ΕΚ και π.δ. 60/2007, VI Tμ. 23, 800/2012, 141/2008 κ.α.) και στην προκειμένη περίπτωση από το γεγονός ότι στον προϋπολογισμό της  μελέτης προβλέπονται συγκεκριμένες ποσότητες παροχής υπηρεσιών συμβούλου για κάθε μία επιμέρους κατηγορία προσωπικού συνάγεται ότι δεν είναι πάντως αντικειμενικά απολύτως αδύνατος ο καθορισμός έστω και ενδεικτικά, των αντίστοιχων ποσοτήτων για κάθε ενότητα ζητούμενων υπηρεσιών. Τέλος, ενόψει των ως άνω κριθέντων ουσιωδών πλημμελειών της διακήρυξης ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί συγγνωστής πλάνης είναι απορριπτέος.Απορρίπτει την αίτηση  ανάκλησης