×
register
Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

ΓΝΩΜΗ/Δ-ΕΑΔΗΣΥ/120/2018

Τύπος: Έγγραφα

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ:

Η Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.) παρέχει σύμφωνη γνώμη για την προσφυγή του Γραφείου Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης (Γ.Ε.Δ.Δ.) στη διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 2 περ. γ' του ν. 4412/2016. Η ανάθεση αφορά την προσαρμογή της διαδικτυακής εφαρμογής ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ για την ηλεκτρονική υποβολή δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, με προϋπολογισμένη δαπάνη €140.000 (χωρίς ΦΠΑ). Η απόφαση βασίζεται στην ύπαρξη κατεπείγουσας ανάγκης λόγω της έκδοσης του ν. 4571/2018, ο οποίος επέφερε σημαντικές αλλαγές στο πλαίσιο υποβολής των δηλώσεων και απαιτεί άμεσες τεχνικές προσαρμογές. Η Αρχή κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εξαιρετικής διαδικασίας, καθώς οι αλλαγές ήταν απρόβλεπτες και δεν οφείλονται σε ευθύνη της αναθέτουσας αρχής.


Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)

Σχετικά Έγγραφα

ΝΣΚ/89/2020

1) Αν επιτρέπεται ο έλεγχος δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης πέραν της πενταετίας, στις περιπτώσεις που η εντολή ελέγχου εκδόθηκε μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4571/2018 και εκτείνεται σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της δήλωσης, 2) αν επιτρέπεται ο έλεγχος δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης πέραν της πενταετίας, στις περιπτώσεις που η εντολή ελέγχου εκδόθηκε πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4571/2018 και εκτείνεται σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της δήλωσης και 3) αν διαφοροποιείται η απάντηση στις περιπτώσεις που άλλη Αρχή, η οποία διενεργεί προκαταρκτική εξέταση κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας για ποινική διερεύνηση αδικημάτων, έχει αιτηθεί στην πρώην Γενική Επιθεωρήτρια Δημόσιας Διοίκησης, ήδη Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, έλεγχο δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, λόγω αρμοδιότητας, βάσει των διατάξεων του ν. 3213/2003.(...)Επί του 1ου και 2ου υποερωτήματος: Δεν επιτρέπεται ο έλεγχος δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης υπόχρεου για χρόνο μεγαλύτερο της πενταετίας από το τέλος του έτους υποβολής της δήλωσης, ανεξαρτήτως αν οι σχετικές εντολές ελέγχου έχουν εκδοθεί πριν ή μετά την ισχύ του ν. 4571/2018, με την επιφύλαξη της συνδρομής της εξαιρετικής περίπτωσης του νόμου. Περαιτέρω, η Διοίκηση υποχρεούται να ανακαλέσει τις σχετικές εντολές ελέγχου κατά το μέρος που το ελεγχόμενο χρονικό διάστημα εκτείνεται πέραν της πενταετίας (ομόφωνα). Επί του 3ου υποερωτήματος: Η απάντηση δεν διαφοροποιείται στις περιπτώσεις που η εντολή ελέγχου δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης εκδόθηκε κατόπιν αιτήματος άλλης Υπηρεσίας, η οποία διενεργεί προκαταρκτική εξέταση κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας (ομόφωνα).


ΑΕΠΠ/227/2021

Η προσφεύγουσα εταιρεία ζητά την ακύρωση της διακήρυξης με αριθμό πρωτ. [omitted] του Οργανισμού Πληρωμών & Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων, επικαλούμενη σημαντικές ασάφειες στους όρους της. Το αντικείμενο της σύμβασης αφορά: (1) Συντήρηση και υποστήριξη λειτουργίας πληροφοριακών συστημάτων (ΠΣ) του 2006-2020 και ανάπτυξη νέων ΠΣ για το 2021, και (2) Συντήρηση της υποδομής Internet Data Center (IDC), Disaster Recovery Site (DRS) και Business Continuity Plan (BCP), καθώς και πληροφορικής υποδομής για υποβολή Δηλώσεων. Επιπλέον, η προσφεύγουσα εντόπισε προβλήματα στην διαδικασία και τα κριτήρια του διαγωνισμού.


ΑΕΠΠ/907/2020

Με την προδικαστική προσφυγή, ο προσφεύγων ζητά την ακύρωση της απόφασης 157/2020 της Οικονομικής Επιτροπής της αναθέτουσας αρχής, η οποία απέρριψε τα δικαιολογητικά κατακύρωσης του, όρισε την κατάπτωση της εγγυητικής συμμετοχής και όρισε ως προσωρινό ανάδοχο τον 2ο μειοδότη. Το αντικείμενο της σύμβασης αφορά τη ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΟΔΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΗΜΟΥ (χωρίς αναγραφή συγκεκριμένου δήμου), με εκτιμώμενη αξία (χωρίς ΦΠΑ) 483.870,97 ευρώ. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η απόρριψη των δικαιολογητικών του οφείλεται σε παραδρομή και προβλήματα λόγω της πανδημίας, ενώ η αναθέτουσα επικαλείται σημαντικές ελλείψεις στα δικαιολογητικά, όπως μη έγκαιρη υποβολή φορολογικών και ασφαλιστικών ενημεροτήτων, καθώς και έλλειψη υποχρεωτικών δηλώσεων.


ΕΣ/Α΄ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/508/2024

Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 1584/2018 οριστικής απόφασης του V Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά μερική παραδοχή της από 14.7.2015 αίτησης του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, καταλογίστηκε ο αναιρεσείων με το ποσό των 469.521,46 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε περιουσιακό όφελος που αυτός φέρεται ότι απέκτησε αδικαιολόγητα κατά τα έτη 1999 έως 2001, 2003 και 2005 έως 2008, για τα οποία υπείχε υποχρέωση υποβολής δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί πόθεν έσχες νόμων, αφού έφερε διαδοχικά τις υπαγόμενες κατά τον κρίσιμο χρόνο στις ανωτέρω διατάξεις ιδιότητες του ελεγκτή Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (Π.Ε.Κ.) από 1.1.1999 έως 31.8.2005, του Προϊσταμένου Τμήματος της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων (Ε.Δ.Ε.Υ.) από 1.9.2005 έως 31.3.2007 και του Οικονομικού Επιθεωρητή από 1.4.2007 έως 30.6.2007 και από 1.7.2007 έως 31.8.2013. 



ΕΣ/ΤΜ.1/497/2017

Καταλογισμός  εις ολόκληρον  υπέρ του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου  το οποίο (ποσό) φέρεται ότι αντιστοιχεί σε έλλειμμα στη διαχείριση των λογαριασμών της Εφορείας αυτής.Με την έφεση αυτή, ζητείται η ακύρωση της ΕΜΠ ....απόφασης του Οικονομικού Επιθεωρητή της Οικονομικής Επιθεώρησης Θεσσαλονίκης του Υπουργείου Οικονομικών.(...)Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που με αυτήν καταλογίστηκε ο εκκαλών με το ποσό των 30.968,35 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στα επιβληθέντα στην Ε.Π.Σ.Β.Ε., πρόστιμα του Ι.Κ.Α., λόγω εκπρόθεσμης καταβολής Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων της και να περιοριστεί το ποσό του καταλογισμού στα (200.691,17 - 30.968,35 =) 169.722,82 ευρώ. Ακολούθως, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον εκκαλούντα του συνόλου του καταβληθέντος παραβόλου (βλ. άρθρο 73 παρ. 4 του ν. 4129/2013) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων λόγω μερικής νίκης και μερικής ήττας αυτών (άρθρο 123 του π.δ. 1225/1981, όπως αντικ. με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006, σε συνδ. με άρθρο 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας).


ΝΣΚ/120/2021

Εάν για την υπάλληλο Κ.Μ., η οποία έχει τοποθετηθεί με απόφαση του Δημάρχου Πατρέων σε θέση Προϊσταμένης οργανικής μονάδας του Δήμου Πατρέων, κατόπιν γνωμοδότησης του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου για την επιλογή προϊσταμένων τμημάτων του Δήμου Πατρέων και έχει αποδεχθεί με σχετικό αίτημά της τη θέση, έχει επέλθει αυτοδίκαιη παύση της απόσπασής της στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, καίτοι μέχρι την ημερομηνία διατύπωσης του ερωτήματος δεν έχει αναλάβει τα ως άνω καθήκοντα, και, στην καταφατική περίπτωση, να προσδιοριστεί ο χρόνος από τον οποίον επήλθε η αυτοδίκαιη παύση.(...)Η επιλογή της Κ.Μ. και η τοποθέτησή της ως Προϊσταμένης οργανικής μονάδας του Δήμου Πατρέων στις 3.3.2015, καθώς και η αποδοχή αυτής, δεν επέφερε την αυτοδίκαιη παύση της απόσπασής της στο τότε Σ.Ε.Ε.Δ.Δ., καθόσον στην περίπτωση αυτή είχαν εφαρμογή οι ειδικές ρυθμίσεις του άρθρου 3 του ν. 3074/2002 και όχι εκείνες του άρθρου 73 του Κώδικα Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων που προέβλεπαν αυτοδίκαιη παύση της απόσπασης του υπαλλήλου σε περίπτωση που ο αποσπασμένος υπάλληλος επιλεγόταν ως προϊστάμενος οργανικής μονάδας της υπηρεσίας από την οποία προερχόταν. Περαιτέρω, μετά την ισχύ του ν. 4674/2020 (11.3.2020) και λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με το διδόμενο ιστορικό, η ανωτέρω εξακολουθεί να είναι τοποθετημένη ως Προϊσταμένη οργανικής μονάδας του Δήμου Πατρέων και δεν έχει νομίμως απαλλαγεί από τα εν λόγω καθήκοντα, απαγορευόταν σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 44 του ν. 4674/2020 η ανανέωση της απόσπασής της. Ως εκ τούτου η Υπηρεσία δύναται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου περί ανάκλησης των παράνομων διοικητικών πράξεων, να ανακαλέσει την ανανέωση της απόσπασης αυτής από την έκδοσή της, δεδομένου ότι η πράξη της αυτή εκδόθηκε κατά παράβαση της παραπάνω διάταξης. Εξάλλου, το γεγονός ότι η ανωτέρω δεν έχει αναλάβει πράγματι καθήκοντα Προϊσταμένης στην οργανική μονάδα του Δήμου Πατρέων στην οποία έχει τοποθετηθεί αλλά έχει οριστεί αναπληρωτής αυτής «μέχρι την επιστροφή της από τη θέση του Επιθεωρητή-Ελεγκτή στην οποία έχει αποσπαστεί», δεν αναιρεί την ανωτέρω ερμηνευτική προσέγγιση, καθόσον η ανωτέρω δεν έχει απαλλαγεί νομίμως από τα καθήκοντά της ως Προϊσταμένης οργανικής μονάδας του Δήμου Πατρέων [υποβολή αίτησης απαλλαγής από τα εν λόγω καθήκοντα και αποδοχή αυτής από το υπηρεσιακό συμβούλιο μετά από εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών] (ομόφωνα).


ΑΕΠΠ/255/2020

Υπηρεσίες μεταφοράς μαθητών... Η ειδική αναφορά περί της ψηφιακής υπογραφής στην Υπεύθυνη Δήλωση του άρθρου 2.4.3.2.ΙΙ. της διακήρυξης μόνον ως εκ περισσού δύναται να εκληφθεί. Περαιτέρω, η επίκληση από τις προσφεύγουσες νομολογίας με την οποία έχει κριθεί ότι οι υπεύθυνες δηλώσεις με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής τους από αρμόδια αρχή δεν καταλείπουν καμία αμφιβολία ούτε για το περιεχόμενο των δηλώσεων, ούτε για την ταυτότητα των δηλουσών, δεν βρίσκει έρεισμα στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον στον εξεταζόμενο διαγωνισμό υφίσταται ρητή απαίτηση της διακήρυξης αφενός περί προηγμένης ηλεκτρονικής υπογραφής ή προηγμένης ηλεκτρονικής υπογραφής με χρήση εγκεκριμένων πιστοποιητικών, αφετέρου περί απόρριψης της προσφοράς στην περίπτωση της μη τήρησης του τρόπου υποβολής των δικαιολογητικών. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα οποιαδήποτε τυχόν αντίθετη κρίση θα επέφερε αυτόθροα παραβίαση της αρχής της ισότητας των διαγωνιζομένων. Η δε έλλειψη της ψηφιακής υπογραφής, παρά τη ρητή απαίτηση της διακήρυξης και του γεγονότος ότι η έλλειψή της επιφέρει απόρριψη της προσφοράς, δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο συμπλήρωσης των δικαιολογητικών, δεδομένου ότι η συμπλήρωση αφορά μόνον τις ασάφειες, επουσιώδεις πλημμέλειες ή πρόδηλα τυπικά σφάλματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 102 του ν.4412/2016, που στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν υφίστανται. Τέλος, το ζήτημα που τίθεται με τη με ΓΑΚ ΑΕΠΠ 28/2020 προδικαστική προσφυγή από την προσφεύγουσα «**********» περί της χρονικής αποκλίσεως της βεβαιώσεως της γνησιότητας της υπογραφής επί της υπεύθυνης δήλωσης και της υποβολής της τελευταίας στην ανωτέρω διαγωνιστική διαδικασία (σελ. 10 της σχετικής προσφυγής), δεν έχει αποτελέσει λόγο απόρριψης της προσφοράς της κατά την προσβαλλόμενη απόφαση και ως εκ τούτου αλυσιτελώς επιχειρείται από την προσφεύγουσα η αντίκρουσή του. Ειδικότερα, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση και το Πρακτικό Ι της Επιτροπής Διαγωνισμού ο μόνος λόγος απόρριψης της συγκεκριμένης προσφοράς (ως και των λοιπών δύο προσφορών) είναι η μη ψηφιακή υπογραφή των προαναφερθεισών υπευθύνων δηλώσεων και όχι η χρονική απόκλιση της βεβαιώσεως της γνησιότητας της υπογραφής επί της  υπεύθυνης δήλωσης και της υποβολής της τελευταίας στην ανωτέρω διαγωνιστική διαδικασία. Κατ’ ακολουθία ο σχετικός ισχυρισμός του συμμετέχοντος οικονομικού φορέα ********** στην από 23-1-2020 παρέμβασή του με την προβολή του οποίου επιδιώκει την απόρριψη της σχετικής προσφοράς, για τον ίδιο λόγο κρίνεται απορριπτέος. Κατόπιν των ανωτέρω και οι τρεις ως άνω προδικαστικές προσφυγές με ΓΑΚ ΑΕΠΠ 27, 28 & 29/2020 κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες, η δε από 23-1-2020 παρέμβαση του συμμετέχοντος οικονομικού φορέα ********** κρίνεται εν μέρει δεκτή.


ΕλΣυν/Κλ.Ζ/133/2009

Με τις μνημονευθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, με τις οποίες, κατά τα ήδη εκτεθέντα (ανωτέρω σκέψη 6), ενσωματώνεται η σχετική κοινοτική Οδηγία, καθορίζονται οι προϋποθέσεις καθώς, επίσης, και η διαδικασία για την έγκυρη σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης, με τον ανάδοχο ήδη εκτελούμενης δημόσιας σύμβασης μελετών και συναφών υπηρεσιών. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί εκ προοιμίου ότι, κατά τα παγίως κριθέντα από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.), η σύναψη συμπληρωματικών συμβάσεων, η οποία γίνεται με προσφυγή σε διαδικασία με διαπραγμάτευση, χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, αποτελεί εξαιρετική διαδικασία ανάθεσης και εφαρμόζεται μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις, το δε βάρος απόδειξης περί του ότι συντρέχουν όντως οι έκτακτες περιστάσεις που δικαιολογούν την προσφυγή στη διαδικασία αυτή το φέρει εκείνος ο οποίος τις επικαλείται (βλ. Δ.Ε.Κ.: απόφαση της 2.6.2005, Υπόθεση C-394/02, σκέψη 33, απόφαση της 14.9.2004, Υπόθεση C-385/02, σκέψη 19, απόφαση της 10.4.2003, Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-20/01 και C-28/01, σκέψη 58, απόφαση της 18.5.1995, Υπόθεση C-57/94, σκέψη 23, απόφαση της 10.3.1987, Υπόθεση C-199/85, σκέψη 14). Σύμφωνα, λοιπόν, με τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν.3316/2005, για την έγκυρη σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης και την ανάθεση, στον ανάδοχο της αρχικής σύμβασης, της εκπόνησης συμπληρωματικών μελετών ή της παροχής συμπληρωματικών υπηρεσιών, που, κατά το είδος ή την ποσότητα, δεν περιλαμβάνονται στην αρχική σύμβαση, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) Να είναι αναγκαίες οι συμπληρωματικές μελέτες ή υπηρεσίες για την ολοκλήρωση της αρχικής σύμβασης, επομένως, πρέπει να παρουσιάζουν αναγκαία συνάφεια με το εκτελούμενο έργο, δηλαδή να αφορούν το τεχνικό αντικείμενο της αρχικής σύμβασης, και να μην περιλαμβάνονται στην αρχική σύμβαση. β) Να συντρέχει περίσταση που δεν μπορούσε να προβλεφθεί κατά τη σύναψη της αρχικής σύμβασης. Συναφώς, όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. 20/2009, 199/2008, 246/2007, 147, 30/2005, 45/2004 πράξεις παρόντος Κλιμακίου), ως απρόβλεπτες περιστάσεις νοούνται εκείνα τα πραγματικά γεγονότα, που, παρά το ότι καταβλήθηκε η ενδεδειγμένη επιμέλεια και προσοχή, αντικειμενικά, σύμφωνα με τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν, ώστε οι αναγκαίες για την αντιμετώπισή τους εργασίες να μπορέσουν να ενταχθούν στο αρχικό έργο και την αρχικώς συναφθείσα σύμβαση. γ) Να μη μπορούν οι συμπληρωματικές υπηρεσίες, από τεχνική ή οικονομική άποψη, να διαχωριστούν από την αρχική σύμβαση χωρίς να δημιουργηθούν μείζονα προβλήματα για τον εργοδότη ή να κρίνονται απολύτως αναγκαίες για την ολοκλήρωσή της έστω και αν μπορούν να διαχωριστούν από αυτήν. Επίσης, προϋπόθεση για την έγκυρη σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης είναι η προηγούμενη έγκριση του αρμόδιου τεχνικού συμβουλίου, η σύνταξη και έγκριση σχετικού Συγκριτικού Πίνακα. Τέλος, η συνολική αμοιβή των συμπληρωματικών συμβάσεων δεν πρέπει να υπερβαίνει αθροιστικά το πενήντα τοις εκατό (50%) της αρχικής συμβατικής αμοιβής. Με δεδομένο ότι κατά την εκπόνηση των μελετών κτηματογράφησης των προγραμμάτων που προηγήθηκαν το ποσοστό των δηλώσεων δεν ξεπέρασε συνολικά, κατά προσέγγιση, το 60% του προεκτιμηθέντος αριθμού δικαιωμάτων, η εκτίμηση της εταιρείας κατά το χρόνο προκήρυξης του έργου ήταν ότι δεν θα υπήρχε υπέρβαση του ως άνω αριθμού των δικαιωμάτων που προέβλεψε το μοντέλο στατιστικής εκτίμησης. Όμως, οι σημαντικές απρόβλεπτες αλλαγές που επήλθαν τα τελευταία χρόνια στην αγορά ακινήτων (όπως, ενδεικτικά, η αύξηση της οικοδομικής δραστηριότητας λόγω των ευνοϊκών χρηματοοικονομικών συνθηκών και της κατασκευής σημαντικών έργων υποδομής που βελτίωσαν την ποιότητα ζωής στα μεγάλα αστικά κέντρα, η εισαγωγή του Φ.Π.Α. στην κατασκευή ακινήτων κλπ.) είχαν ως αποτέλεσμα, ιδίως στην περιοχή του Δήμου Αθηναίων που αφορά η συγκεκριμένη σύμβαση, να αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των δικαιωμάτων που υπάρχουν σ’ αυτές.


ΕΣ/ΤΜ.ΜΕΙΖ/ΕΠΤΑΜ/1317/2018

Έργο- Συμπληρωματική σύμβαση:..ζητείται η αναθεώρηση της 862/2018 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, απορριπτικής της από 30.3.2018 αίτησης ανάκλησης της 135/2018 πράξης του Ε΄ Κλιμακίου, με την οποία κρίθηκε ότι κωλύεται η υπογραφή της «1ης Συμπληρωματικής Σύμβασης» Ενόψει των προεκτεθέντων, κατά την κρίση του παρόντος Τμήματος, η επίμαχη σύμβαση, με αντικείμενο την κατεδάφιση των παλαιών κτισμάτων στο ως άνω Ο.Τ. 25Α,  συνιστά συμπληρωματική της αρχικής σύμβασης κατασκευής του κτιρίου του Τεμένους, όπως βασίμως προβάλλεται. Τούτο, διότι: α) Οι αλλαγές που επέφερε το άρθρο 35 του ν. 4414/2016, ήτοι η διαίρεση του Ο.Τ. 25 σε δύο οικοδομικά τετράγωνα, στο Ο.Τ. 25 και το Ο.Τ. 25Α, είχαν ως αποτέλεσμα την υπέρβαση των συντελεστών δόμησης και κάλυψης για το κρίσιμο Ο.Τ. 25Α και κατέστησαν αναγκαία την κατεδάφιση των υπολοίπων ήδη υπαρχόντων κτιρίων, προκειμένου να τηρηθεί η πολεοδομική νομιμότητα του υπό κατασκευή κτιρίου του Τεμένους.  Υπάρχει, ως εκ τούτου, έμμεση επίδραση στη νομιμότητα του υπό κατασκευή κτιρίου, που θεμελιώνει την αναγκαία συνάφεια του αντικειμένου της συμπληρωματικής σύμβασης με την αρχική. Πέραν αυτού, η συνάφεια προκύπτει και από το γεγονός ότι οι εργασίες κατεδάφισης λαμβάνουν χώρα εντός του οικοπέδου κατασκευής του Τεμένους  και όχι σε άλλα οικόπεδα εκτός αυτού, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η προσβαλλομένη, κατά το μέτρο δε που διαμορφώνουν τον περιβάλλοντα χώρο του κτιρίου και εξυπηρετούν την κατασκευή και τη μετέπειτα λειτουργία του, περιλαμβάνονται στο αντικείμενο της οικοδομικής του άδειας και συμβάλλουν στην ασφαλή και ομαλή πρόσβαση προς το κτίριο. β) Η αλλαγή του νομοθετικού καθεστώτος κατέστησε αναγκαίες τις πρόσθετες εργασίες κατεδάφισης, όπως προαναφέρθηκε, οι εργασίες δε αυτές δεν είχαν προβλεφθεί στην αρχική μελέτη, η οποία προέβλεπε μόνο την κατεδάφιση (όχι τη μετασκευή όπως όριζαν οι τότε ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 3512/2006) του ήδη υπάρχοντος κτιρίου στο σημείο που επρόκειτο να κατασκευασθεί το Τέμενος (πρώην Κεντρικό Συνεργείο Αυτοκινήτων Ναυτικού), όχι όμως και την κατεδάφιση των λοιπών κτιρίων του Ο.Τ. 25Α, που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση συμπληρωματικής σύμβασης. Εξάλλου, η νομοθετική αυτή μεταβολή θεωρείται επιγενόμενη, καθώς κρίσιμος για τη σύναψη της σύμβασης χρόνος, σύμφωνα με το άρθρο 30 του ν. 3669/2008, δεν είναι ο χρόνος της υπογραφής της σύμβασης (10.10.2016), αλλά εκείνος της κατακυρωτικής απόφασης (27.1.2014), που είναι προγενέστερος της δημοσίευσης του ν. 4414/2016. Με βάση τα ανωτέρω, η επίμαχη νομοθετική μεταβολή συνιστά απρόβλεπτη περίσταση. γ) Οι παρεμβάσεις κρίνονται επιβεβλημένες για την τελειοποίηση του αρχικού έργου, καθώς στην έννοια της τελειοποίησης ενός δημοσίου έργου περιλαμβάνεται και η άρση των νομικών ελαττωμάτων, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν, τα οποία θα επέβαλαν εν τοις πράγμασι παρεμβάσεις στο ίδιο το αντικείμενο του έργου, όπως π.χ. τη μείωση της οικοδομήσιμης έκτασης επί του οικοπέδου. Δεδομένου, όμως, ότι η κατεδάφιση των υπαρχόντων κτιρίων θα ελάμβανε χώρα υποχρεωτικά από το νόμο, τέτοιες παρεμβάσεις στο υπό κατασκευή κτίριο - το οποίο σημειωτέον έχει κατά 96% ολοκληρωθεί (βλ. το  Δ21/185/ΤΚ500/15.2.2018 έγγραφο της Προϊσταμένης του Τμήματος Κατασκευής Έργων Αθήνας Δ.Κ.Υ) - θα έρχονταν σε αντίθεση με την αρχή της οικονομικότητας. δ) Η αξία των συμπληρωματικών εργασιών (346.500,00 ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α.) δεν υπερβαίνει το 50% του προϋπολογισθέντος ποσού της αρχικής σύμβασης (769.105,69 ευρώ, χωρίς Φ.Π.Α.). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η υποβληθείσα σύμβαση νομίμως ανατίθεται ως συμπληρωματική στην ανάδοχο του αρχικού έργου κοινοπραξία και, συνακολούθως, κρίνεται ότι δεν κωλύεται η υπογραφή της Αναθεωρεί την 862/2018 απόφαση του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.


ΕΣ/Ολομ/15/2013

Με τις διατάξεις του άρθρου 82 του ν.4055/2012 φορείς (νπδδ ή νπιδ) που επιχορηγούνται ή χρηματοδοτούνται από τους Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης (άρθρο 1Β παρ.2 του ν.3871/2010) υποχρεούνται να υποβάλουν τόσο στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, όσο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, μετά από δίμηνο από τη λήξη του οικονομικού έτους, απολογισμό της συνολικής οικονομικής τους δραστηριότητας (της χρηματικής διαχείρισης του έτους που έληξε), καθώς και ξεχωριστό απολογισμό της επιχορήγησης ή της χρηματοδότησης που έλαβαν, με την προϋπόθεση ότι αυτή ήταν μικρότερη του 100% του συνολικού ποσού που διαχειρίστηκαν για την λειτουργία τους, τους απολογισμούς δε αυτούς θα πρέπει να συνοδεύει και προϋπολογισμός του επόμενου οικονομικού έτους. Η διττή αυτή υποχρέωση των νομικών προσώπων που επιχορηγούνται απευθύνεται στην αρμόδια Διεύθυνση του ΓΛΚ στην οποία θα υποβληθούν, μέσω των εποπτευόντων Υπουργείων, όλα τα οικονομικά στοιχεία που κρίνονται απαραίτητα σύμφωνα με το ν.2166/1993 και την κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΥΑ 2014380/377/0026/27-2-1988, ΦΕΚ Β΄ 284 και ήδη ΥΑ 2/22717/0094/9-3-2011, ΦΕΚ Β΄ 474), ώστε τα επιχορηγούμενα νομικά πρόσωπα να συμπεριληφθούν σε αναρτώμενη στο διαδίκτυο κατάσταση ότι είναι ενήμεροι της υποχρέωσης τους αυτής, η οποία επέχει θέση «βεβαίωσης» για την καταβολή της επιχορήγησή τους. Περαιτέρω, όσον αφορά το Ελεγκτικό Συνέδριο, η υποβολή των απολογισμών τόσο του συνόλου της χρηματικής διαχείρισης του απερχόμενου οικονομικού έτους, όσο και της επιχορήγησης που έλαβαν κατά το έτος αυτό, αφορά στον διενεργούμενο από αυτό κατασταλτικό έλεγχο των λογαριασμών των φορέων που δέχονται επιχορήγηση ή χρηματοδότηση από τους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης και διαχειρίστηκαν εκ του λόγου τούτου «δημόσιο χρήμα». Για τον έλεγχο αυτό του μέρους της διαχείρισης των ως άνω φορέων (ήτοι της επιχορήγησης ή της χρηματοδότησης που έλαβαν) τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα θα εφαρμόσουν ενιαία, σε όλα τα νομικά πρόσωπα, την αριθμ. 8506/1976 κανονιστική απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Β΄ 687/24-5-1976) «Περί του τύπου των λογαριασμών και των επισυναπτέων σ’ αυτούς δικαιολογητικών των ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου λογοδοτούντων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου» την οποία θα προσαρμόσουν στην φύση της ελεγχόμενης χρηματικής απεικόνισης. Η σχετική έκθεση ελέγχου, που θα συνταχθεί μετά την υποβολή και τον έλεγχο των απαιτούμενων δικαιολογητικών και παραστατικών, θα αφορά στην νομιμότητα και κανονικότητα των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν σε εκτέλεση της επιχορήγησης αυτής, συνεπώς εφόσον αυτές (οι δαπάνες) δεν συνοδεύονται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και κρίνονται ως μη νομίμως καταβληθείσες, τότε το αρμόδιο ελεγκτικό όργανο θα καταλογίζει σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την αρμοδιότητα του αυτή, που είναι σε κάθε περίπτωση αυτοτελής σε σχέση με την τυχόν κρίση του εποπτεύοντος φορέα για το μη επιλέξιμο των δαπανών αυτών για επιχορήγησή το επόμενο οικονομικό έτος. Εξάλλου, ο έλεγχος της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης που στοχεύει στη διασφάλιση ότι οι ελεγχόμενες επιχορηγήσεις διατέθηκαν σύμφωνα με τις αρχές της οικονομικότητας, αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας, απαιτεί σημαντικές αλλαγές στο δημοσιονομικό περιβάλλον με κατεύθυνση την μέτρηση της οικονομικότητας και της αποδοτικότητας των επιλογών του ελεγχόμενου φορέα, ήτοι, από απόψεως ορθής διαχειρίσεως, αν επελέγη πράγματι το οικονομικότερο μέσο και αν μετρήθηκε επαρκώς η σχέση κόστους – οφέλους και προϋποθέτει τη στοχοθεσία του ελεγχόμενου φορέα καθώς και την ανάλογη εκπαίδευση του ελεγκτικού προσωπικού.