ΝΣΚ/151/2001
Τύπος: Γνωμοδότησεις Ν.Σ.Κ.
Κοινοτικό Δίκαιο. Εκπρόθεσμη παραλαβή ρυζιού από το κέντρο παρέμβασης. Σύμπτωση ημερομηνίας λήξης προθεσμίας με αργία.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
(Τριμελούς Επιτροπής) α) Η ημερομηνία λήξεως προθεσμίας λόγω συμπτώσεώς της με επίσημη αργία μετατίθεται για την επόμενη εργάσιμη ημέρα. β) Η μετά την εκπνοή της προθεσμίας πληρωμής (που έλαβε χώρα εμπρόθεσμα) παραλαβή του ρυζιού συνεπάγεται δυσμενείς συνέπειες για τον υπερθεματιστή και επιβάρυνσή του με έξοδα αποθεματοποίησης και εξόδου. Εφ όσον η υπέρβαση του χρόνου οφείλετο σε αντικειμενική αδυναμία παραλαβής μη οφειλόμενη σε υπαιτιότητα του υπερθεματιστή και τελικώς επετεύχθη ο κοινοτικός στόχος συντρέχει περίπτωση ανάλογη ανωτέρας βίας και απαλλαγής του υπερθεματιστή.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΝΣΚ/358/2000
Κοινοτικό Δίκαιο. Επαναληπτικός διαγωνισμός ανάδειξης φορέων παρέμβασης-αποθεματοποίησης στον τομέα του ρυζιού. Προσφορά αποθηκευτικών χώρων επί ακινήτων, υπομισθωθέντων μετά από κατάσχεσή τους.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
(Τριμελούς Επιτροπής) Η συναφθείσα, μετά την κατάσχεση των εφ ων οι προσφερόμενοι αποθηκευτικοί χώροι ακινήτων, υπομίσθωση τούτων, χωρίς την τήρηση, από τον ex lege μεσεγγυούχο - μισθωτή αυτών, των διατυπώσεων των άρθρων 996 παρ.1 και 956 παρ.4 ΚΠολΔ (άδεια Ειρηνοδικείου του τόπου της κατασχέσεως), δεν εμπίπτει στα κριθέντα από την Ολ ΑΠ 41/96, και είναι σχετικώς άκυρη έναντι της κατασχούσης Τραπέζης, των αναγγελθέντων δανειστών και του υπερθεματιστή. Περαιτέρω, και ως έγκυρη αν εκληφθεί η εν λόγω μετά την κατάσχεση συναφθείσα υπομίσθωση, μπορεί να καταγγελθεί από τον υπερθεματιστή, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 997 παρ.1 εδ.γ ΚΠολΔ, πράγμα που συνιστά νομική δέσμευση των υπομισθωμένων αποθηκευτικών χώρων, απειλούσα την απρόσκοπτη χρήση τους, και ως τοιαύτη παραβιάζει τον όρο 4 της διακηρύξεως του υπόψη διαγωνισμού. Σε κάθε περίπτωση, η εκκρεμής εις βάρος του κυρίου των υπομισθωθέντων ακινήτων αναγκαστική εκτέλεση, η οποία συνιστά νομικό κώλυμα της ακολουθησάσης υπομισθώσεως, αφού κατά τα ανωτέρω την κατέστησε, είτε άκυρη, κατ άρθρο 996 παρ.1 και 956 παρ.4 ΚΠολΔ, είτε υποκείμενη σε καταγγελία κατ άρθρο 997 παρ.1 εδ.γ ΚΠολΔ, αποκλείει την έκδοση του πιστοποιητικού, που απαιτείται στον όρο 5.1.3. της διακηρύξεως για την εγκυρότητα της συμμετοχής στον σχετικό διαγωνισμό.
ΝΣΚ/334/2000
Κοινοτικό Δίκαιο - Γεωργία. Δυνατότης αναπροσαρμογής του καταβαλλόμενου μηνιαίου αποθηκεύτρου στους αποθεματοποιούς στα πλαίσια εκτέλεσης του έργου της δημόσιας αποθεματοποίησης ρυζιού εσοδείας 1996.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
(Τριμελούς Επιτροπής) Η κατόπιν των διαπραγματεύσεων συμφωνία που επετεύχθη και ορίζουσα συμβατικά τις 673,92 δρχ. το μήνα ανά τόνο ως δαπάνες αποθήκευσης δύναται να τροποποιηθεί μόνο κατόπιν κοινής συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών και εφόσον βέβαια η Διοίκηση κρίνει ενδεχομένως ότι από την υπογραφή της συμβάσεως και επέκεινα μεσολάβησαν γεγονότα απρόοπτα που μετέβαλαν άρδην τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις και δικαιώματα σύμφωνα και με τα οριζόμενα στο άρθρο 388 Αστικού Κώδικα. Από τα τιθέμενα όμως υπόψη της Επιτροπής πραγματικά περιστατικά, δεν προκύπτει περίπτωση απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών δικαιολογούσα την αύξηση των καταβαλλομένων αποθηκεύτρων ούτε υφίσταται οποιαδήποτε αναφορά στη σύμβαση ή στην ΥΑ με την οποία ορίσθηκε η αμοιβή ότι τα καταβαλλόμενα έξοδα αποθήκευσης συνδέονται με τα υπό της Κοινότητας ορισθέντα ποσά και κατά συνέπεια η Υπηρεσία δύναται να μην αποδεχτεί το αίτημα της εταιρείας για αναπροσαρμογή του καταβαλλομένου ποσού δια της υπογραφής πρόσθετης τροποποιητικής της συμβάσεως πράξης.
ΣτΕ/1208/2012
Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ερμηνευόμενων σε συνδυασμό με τον γενικό κανόνα του άρθρου 63 παρ. 1, 2 και 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και ενόψει της παρατιθέμενης στη σκέψη 10 πάγιας συναφούς νομολογίας του Δικαστηρίου, αν η τασσόμενη στη Διευθύνουσα Υπηρεσία μηνιαία από την υποβολή του λογαριασμού προθεσμία παρέλθει άπρακτη, ο λογαριασμός δεν θεωρείται ότι έγινε αποδεκτός, δηλαδή ότι έχει αυτοδικαίως εγκριθεί, αλλά ότι η Διευθύνουσα Υπηρεσία έχει σιωπηρώς αρνηθεί την έγκρισή του. Και τούτο διότι στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 104 του π.δ. 696/1974 ορίζεται μεν προθεσμία ενός μηνός για τον έλεγχο και την έγκριση του λογαριασμού, δεν προβλέπεται όμως ότι, με την άπρακτη πάροδο αυτής, ο λογαριασμός θεωρείται αυτοδικαίως εγκεκριμένος. Ούτε βεβαίως θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι, μολονότι δεν ορίζεται τούτο ρητώς, η βούληση του νομοθέτη ήταν μόνη η άπρακτη πάροδος της μηνιαίας προθεσμίας, οφειλόμενη σε αδράνεια, για οποιονδήποτε λόγο, των αρμόδιων υπαλλήλων, να έχει ως συνέπεια την αμετάκλητη αυτοδίκαιη έγκριση του λογαριασμού και ακολούθως την υποχρέωση του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. να καταβάλλουν δημόσιο χρήμα, ανεξάρτητα από τις τυχόν πλημμέλειες που αυτός έχει, δηλαδή ανεξάρτητα από το εάν το ποσό του λογαριασμού διεκδικείται παρανόμως ή αχρεωστήτως. Και μάλιστα χωρίς να παρέχεται καμία δυνατότητα πλέον στη Διοίκηση να προβεί, μετά την άπρακτη πάροδο της μηνιαίας προθεσμίας, στην έκδοση πράξης με την οποία ρητώς θα αρνείται την έγκριση του λογαριασμού ή θα τροποποιεί αυτόν για λόγους νομιμότητας, είτε διότι ο λογαριασμός είναι αντίθετος προς διατάξεις νόμου ή τη σύμβαση είτε διότι στηρίζεται σε στοιχεία ανύπαρκτα ή ανακριβή [πρβλ. και την Α.Π. 1127/2006, με την οποία ο Άρειος Πάγος, ερμηνεύοντας τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 8 (ήδη παρ. 10) του ν. 1418/1984 και του άρθρου 40 παρ. 7 του π.δ. 609/1985 (223Α’), έκρινε ότι η, λόγω της άπρακτης παρόδου της μηνιαίας προθεσμίας, σιωπηρή έγκριση του λογαριασμού ισχύει «μόνον επί λογαριασμών που, άσχετα από την ουσιαστική βασιμότητα των καθέκαστα στοιχείων τους, πληρούν τους όρους νομιμότητάς τους», ενώ δεν αφορά λογαριασμούς που δεν έχουν όλα τα απαιτούμενα για τη νομιμότητά τους στοιχεία]. Όπου άλλωστε ο νομοθέτης θέλησε η άπρακτη πάροδος της τασσόμενης με τη νομοθεσία για την εκπόνηση των μελετών στα διοικητικά όργανα προθεσμίας προς ενέργεια, να μην συνιστά σιωπηρή απόρριψη, αλλά να ισοδυναμεί με πράξη θετικού περιεχομένου για το μελετητή, δηλαδή με αποδοχή υποβαλλομένου αιτήματος, όρισε τούτο ρητώς. Συγκεκριμένα, πρόκειται για το άρθρο 22 παρ. 1 και 2 του ν. 716/1977, όπου ρητώς ορίζεται ότι η παραλαβή της μελέτης, η οποία πραγματοποιείται με την έκδοση αφενός βεβαίωσης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας για συμμόρφωση του μελετητή προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις και αφετέρου της εγκριτικής της μελέτης απόφασης του εργοδότη, συντελείται εντός προθεσμίας (που καθορίστηκε στη συνέχεια με το άρθρο 19 παρ. 1 του εκτελεστικού του νόμου αυτού π.δ. 194/1979) (παρ. 1), και ότι, αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, «η παραλαβή της μελέτης θεωρείται ως αυτοδικαίως συντελεσθείσα» μετά την πάροδο διμήνου από την υποβολή, μετά την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας, ειδικής αίτησης του μελετητή για τη διενέργεια της παραλαβής (παρ. 2).(...) Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω γενομένων δεκτών στις σκέψεις 12 έως 14, θα έπρεπε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθό μέρος έκρινε ότι ο υποβληθείς λογαριασμός είχε αυτοδικαίως εγκριθεί και ότι ανακύπτει υποχρέωση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης να καταβάλει στην ανάδοχο το ποσό αυτού των 228.401,81 ευρώ. Λόγω όμως της μείζονος σπουδαιότητας του ανωτέρω ζητήματος, εάν δηλαδή, κατά την έννοια των εφαρμοστέων εν προκειμένω διατάξεων του άρθρου 104 παρ. 1 του π.δ. 696/1974 και του άρθρου 63 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η άπρακτη πάροδος της μηνιαίας προθεσμίας από την υποβολή του λογαριασμού του μελετητή συνεπάγεται τη σιωπηρή έγκριση αυτού και η Διοίκηση υποχρεούται να καταβάλει τα αναφερόμενα στον λογαριασμό χρηματικά ποσά, χωρίς να έχει καμία δυνατότητα επανόδου, ως αναρμόδια πλέον κατά χρόνον, ανεξαρτήτως των νομικών πλημμελειών του λογαριασμού, δηλαδή έστω και αν τα ανωτέρω ποσά ζητούνται παρανόμως ή αχρεωστήτως ή εάν, αντιθέτως, σύμφωνα με τα ομοφώνως γενόμενα δεκτά στις σκέψεις 12 έως 14, η άπρακτη πάροδος της μηνιαίας προθεσμίας συνεπάγεται την άρνηση έγκρισης του λογαριασμού και μάλιστα όταν ο λογαριασμός είναι μη νόμιμος, πρέπει το ζήτημα αυτό να παραπεμφθεί προς επίλυση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. α’ του π.δ. 18/1989.