×
register
Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

ΝΣΚ/169/2001

Τύπος: Γνωμοδότησεις Ν.Σ.Κ.

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ:

Πειθαρχικά Συμβούλια. Ενστάσεις.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
Σε ένσταση ενώπιον του δευτεροβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου του άρθρου 163α του Υπαλληλικού Κώδικα υπόκεινται τόσο οι αποφάσεις των πρωτοβαθμίων υπηρεσιακών συμβουλίων που εκδόθηκαν μετά την 1.1.2001, όσο και εκείνες που εκδόθηκαν σε χρόνο προγενέστερο πλην κοινοποιήθηκαν μετά τη χρονολογία αυτή. (πλειοψ.)


Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)

Σχετικά Έγγραφα

ΔΙΔΑΔ/Φ.69 /73/οικ.34771/2015

Υποχρέωση ενημέρωσης του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου επί των πειθαρχικών υποθέσεων που εισάγονται στα Πειθαρχικά Συμβούλια.(ΑΔΑ:Ω686465ΦΘΕ-Δ3Ξ)


ΝΣΚ/390/2002

ΕΣΥ. Ενστάσεις ιατρών κλάδου ΕΣΥ κατά πειθαρχικών αποφάσεων ΔΣ νοσοκομείων.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
Κατά των αποφάσεων των Διοικητικών Συμβουλίων των νοσοκομείων, που κοινοποιήθηκαν μετά την ισχύ του Ν 2889/2001, που παρέχει δυνατότητα ασκήσεως ενστάσεως κατά των αποφάσεων του Συμβουλίου Διοίκησης των νοσοκομείων, ως πειθαρχικών οργάνων, δικαιούνται οι ιατροί να ασκούν ένσταση, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της κοινοποιήσεώς τους της αποφάσεως, ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου ΠεΣΥ, που κρίνει σε δεύτερο βαθμό, ακόμα και αν κατά τον χρόνο εκδόσεως των πρωτοβαθμίων πειθαρχικών αποφάσεων δεν είχε γίνει έναρξη της λειτουργίας των Κεντρικών Υπηρεσιών των ΠεΣΥ, ή δεν είχε γίνει η συγκρότηση του Συμβουλίου Διοίκησης του οικείου νοσοκομείου, οι δε ενστάσεις αυτές θα εκδικασθούν από το ΠεΣΥ, όταν αρχίσει να λειτουργεί νόμιμα, διότι, κρίσιμος χρόνος για τη δυνατότητα υποβολής ενστάσεως κατά αποφάσεως πρωτοβαθμίου υπηρεσιακού συμβουλίου είναι ο χρόνος της κοινοποιήσεως αυτής στον τιμωρηθέντα υπάλληλο.


ΝΣΚ/237/2012

Κατάργηση ή μη των πειθαρχικών συμβουλίων του Υπουργείου Εξωτερικών μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4057/2012.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
Δεν καταργούνται τα ειδικά πειθαρχικά συμβούλια που προβλέπονται από τον Οργανισμό του Υπουργείου Εξωτερικών, κατά την έννοια του άρθρου 146Β του Ν. 4057/2012, ερμηνευομένης σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του ιδίου νόμου, αφού σκοπός του νόμου αυτού ήταν η αναμόρφωση του πειθαρχικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (βλ. και την από 5-2-2012 εισηγητική έκθεση) και όχι η κατάργηση ειδικών πειθαρχικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τα της πειθαρχικής ευθύνης υπαλλήλων και λειτουργών του Κράτους ενταγμένων στο Υπουργείο Εξωτερικών και για τους οποίους ίσχυε ανέκαθεν ειδικό πειθαρχικό καθεστώς, ως και ειδικά πειθαρχικά αδικήματα, και δη πέραν εκείνων που ίσχυαν για τους λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους. (ομοφ.)


ΝΣΚ/109/2009

Εκτέλεση πειθαρχικής ποινής εκπαιδευτικού τελούντος ήδη σε αυτοδίκαιη αργία.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή 
Νόμιμη η εκ νέου ανάληψη υπηρεσίας εκπαιδευτικού τελούντος σε αυτοδίκαιη αργία μετ επιβολή ποινής απόλυσης, κατόπιν βεβαίωσης του Προέδρου του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου περί επιβολής υπ αυτού ποινής μικρότερης της ανωτέρω. Εκτέλεση της ποινής προσωρινής παύσης μετά την επίδοσή της, χωρίς συμψηφισμό ή συσχέτιση με το χρόνο της αυτοδίκαιης αργίας.


ΝΣΚ/147/2000

Πειθαρχικά Συμβούλια. Μειονότητες. Αρμοδιότητα εκδίκασης πειθαρχικών αδικημάτων μουσουλμάνων δασκάλων.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο Μειονοτικής Εκπαίδευσης (Υ.Σ.Μ.Ε.) μετά τη δημοσίευση του ν.2341/1995 είναι πλέον αρμόδιο για την εκδίκαση των πειθαρχικών αδικημάτων μουσουλμάνων δασκάλων, καθώς και για τη συνέχιση και ολοκλήρωση ομοίων πειθαρχικών διαδικασιών που άρχισαν πριν από τη δημοσίευση, του ως άνω νόμου.


ΝΣΚ/38/2019

Πειθαρχική δικαιοδοσία και πειθαρχικά όργανα των ιατρών ΕΣΥ του ΕΚΑΒ.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. του ΕΚΑΒ είναι πειθαρχικός προϊστάμενος των ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ, οι οποίοι υπηρετούν στο ΕΚΑΒ, αρμόδιος να καλέσει αυτούς σε απολογία και να επιβάλλει τις ποινές της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου μέχρι το ήμισυ των αποδοχών ενός μηνός. Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΚΑΒ, ως συλλογικό πειθαρχικό όργανο με αρμοδιότητα πρωτοβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου, είναι αρμόδιο για τους ιατρούς ΕΣΥ, οι οποίοι υπηρετούν στο ΕΚΑΒ, και δύναται να επιβάλλει τις ποινές που προβλέπονται υπό τα στοιχεία α’ έως και γ’ στην παρ. 1 του άρθρου 39 του ν.2519/1997 και σε δεύτερο βαθμό να κρίνει τις ενστάσεις κατά πειθαρχικών αποφάσεων του Προέδρου του Δ.Σ. του ΕΚΑΒ. Το Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών ΕΣΥ, είναι αρμόδιο να κρίνει σε πρώτο βαθμό τα πειθαρχικά παραπτώματα, τα οποία μπορούν να επισύρουν μέχρι και την ποινή της αφαίρεσης της άδειας άσκησης επαγγέλματος και σε δεύτερο βαθμό τις εφέσεις κατά των πειθαρχικών αποφάσεων του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, οι οποίες επιβάλλουν από την ποινή προστίμου ισόποσου με τις αποδοχές τεσσάρων μηνών έως και την ποινή της διακοπής του δικαιώματος για την υποβολή υποψηφιότητας κατάληψης θέσης ανώτερου βαθμού (ομόφ.).


ΣτΕ/223/2017

Αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που, κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη εξαιτίας της παράνομης θέσεώς του σε αργία και της στερήσεως, για τον λόγο αυτό, του ημίσεος των αποδοχών του, καθώς και ποσό 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.(...)Επειδή, στο άρθρο 103 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999 Α΄ 19), ορίζεται ότι: «Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής παύσης. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της πειθαρχικής αποφάσεως και λήγει την τελευταία ημέρα της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή την ημέρα που δημοσιεύθηκε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας εφόσον έχει ασκηθεί προσφυγή». Όπως έχει κριθεί, η αυτοδίκαια θέση υπαλλήλου σε κατάσταση αργίας, σε περίπτωση κατά την οποία έχει επιβληθεί σε αυτόν, με απόφαση πειθαρχικού συμβουλίου η ποινή της οριστικής παύσεως, δεν επιφέρει την λύση της υπαλληλικής σχέσεως ούτε την απώλεια της οργανικής θέσεως ή του κατεχομένου από τον υπάλληλο βαθμού ούτε αποτελεί πράξη απολύσεως του υπαλλήλου από την υπηρεσία ή πράξη εκτελέσεως της σχετικής αποφάσεως του πειθαρχικού συμβουλίου, αλλά συνιστά προσωρινό διοικητικό μέτρο, το οποίο συνεπάγεται την, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, διακοπή της ενεργού ασκήσεως των υπηρεσιακών καθηκόντων των υπαλλήλων, κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της πειθαρχικής του υποθέσεως (ΣτΕ 2163/2004 7μ., επίσης πρβλ. ΣτΕ 1990/2014 Ολομ., 3622/2012, 4919/1995, 1241/1993, 140/1992, 1506/1989, 4635/1987). Εξάλλου, όπως προκύπτει από την διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 103 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα, η διάταξη αυτή δεν τροποποιήθηκε, τόσο ως προς τις διαδικαστικές, όσο και ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις θέσεως του υπαλλήλου σε καθεστώς αυτοδίκαιης αργίας, μετά την πρόβλεψη, με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 2839/2000, οι οποίες τροποποίησαν τις ανωτέρω διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, ενστάσεως κατά των πειθαρχικών αποφάσεων των πρωτοβαθμίων συμβουλίων. Το γεγονός δε αυτό, σε συνδυασμό με το ότι η αυτοδίκαια αργία υπαλλήλου δεν αποτελεί, κατά τα ήδη εκτεθέντα, πράξη εκτελέσεως της πειθαρχικής αποφάσεως, αλλά διοικητικό μέτρο που αποβλέπει στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος, δικαιολογεί την εφαρμογή του μέτρου αυτού, αμέσως μετά την έκδοση της αποφάσεως περί οριστικής παύσεως του υπαλλήλου από το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο. Εξάλλου, τυχόν αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, που θα εξαρτούσε την εφαρμογή του διοικητικού αυτού μέτρου από την προηγούμενη έκδοση αποφάσεως του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, θα αναιρούσε, λόγω της καθυστερήσεως, τον επιδιωκόμενο με το μέτρο αυτό σκοπό της άμεσης διασφαλίσεως του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο επιβάλλει την άμεση απομάκρυνση του διωκόμενου υπαλλήλου από την ενεργό υπηρεσία. Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος ότι το δικάσαν δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 104, 121, 142, 144, 145 του Υπαλληλικού Κώδικα, δεχόμενο ότι για την αυτοδίκαιη αργία αρκεί η έκδοση αποφάσεως του πρωτοβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου περί οριστικής παύσεως του υπαλλήλου, χωρίς να απαιτείται η έκδοση αποφάσεως και από το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο.8. Επειδή, κατόπιν τούτων η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.Δια ταύταΑπορρίπτει την αίτηση.


ΝΣΚ/302/2011

Υποχρέωση της Διοίκησης για επαναφορά αστυνομικού υπαλλήλου σε συμμόρφωση με ακυρωτική απόφαση.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
Σε περίπτωση απόλυσης αστυνομικού από το Σώμα, συνεπεία απόφασης αρμοδίου Συμβουλίου να μην διατηρηθεί στην ενέργεια για εκτέλεση υπηρεσίας γραφείου ενόψει πειθαρχικών παραπτωμάτων, είναι νόμιμη η επαναφορά του μετά την αθώωσή του από το ποινικό δικαστήριο για τις πράξεις για τις οποίες διώχθηκε πειθαρχικά, τη δικαστική ακύρωση της ποινής της απόταξης που του επιβλήθηκε και της μετέπειτα απόφασης του αρμόδιου Πειθαρχικού Συμβουλίου να μην του επιβληθεί καμία ποινή. (ομοφ.)


ΝΣΚ/395/2009

Δήμαρχοι. Πειθαρχική ποινή. Δυνατότητα επανάληψης πειθαρχικής διαδικασίας μετά την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ποινικού δικαστηρίου, το οποίο έκρινε υπό ταυτόσημα πραγματικά περιστατικά προς εκείνα της πειθαρχικής δίκης.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
Είναι δυνατή η επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, μετά την επιβολή πειθαρχικής ποινής αργίας εις βάρος Δημάρχου, στο πλαίσιο γενικότερης αρχής του πειθαρχικού δικαίου (άρθρα 114 Υπαλληλικού Κώδικα και 118 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων), εφόσον επακολούθησε αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου ανεξαρτήτως εάν τούτο εξέφερε κρίση μετά ή άνευ αμφιβολιών και υπό την προϋπόθεση, ότι τα πραγματικά περιστατικά της ποινικής δίωξης ταυτίζονται με εκείνα της πειθαρχικής.


ΔΕΔ/Αθ/410/2025

Η απόφαση 410/2025 απορρίπτει ως απαράδεκτη την ενδικοφανή προσφυγή μιας εταιρείας κατά οριστικών πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού Φόρου Εισοδήματος (για τα φορολογικά έτη 2018 και 2019) και Φ.Π.Α. (περιόδου 2018), που εκδόθηκαν από την Δ.Ο.Υ. ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ. Σύμφωνα με τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, οι προσβαλλόμενες πράξεις κοινοποιήθηκαν ηλεκτρονικά στις 09/09/2024 και θεωρήθηκαν νομίμως κοινοποιηθείσες στις 20/09/2024 (μετά την πάροδο 10 ημερών). Η 30ήμερη προθεσμία για την υποβολή της προσφυγής, βάσει του άρθρου 72, παρ. 1 του ν. 5104/2024, έληγε στις 21/10/2024. Επειδή η ενδικοφανής προσφυγή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, κρίνεται ως απαράδεκτη και απορρίπτεται.