ΝΣΚ/402/2011
Τύπος: Γνωμοδότησεις Ν.Σ.Κ.
Φορέας εκτέλεσης της υπ’ αριθ.400/2010 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
1) Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, μετά την ένταξη του κλάδου σύνταξης του τέως ΟΑΠ-ΔΕΗ ως αυτοτελούς τομέα από 1-8-2008 στον κλάδο σύνταξης αυτού, αποκαλουμένου εφεξής ΤΑΠ-ΔΕΗ, νομιμοποιείται να προβεί στην εκτέλεση της υπ’ αριθ.400/2010 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (Τμήμα 9ο Τριμελές) για το ποσοστό 75%, ήτοι τις κύριες συντάξεις των εκκαλούντων που αναπροσαρμόσθηκαν, καίτοι δεν κλητεύθηκε και δεν παρέστη στη σχετική δίκη. 2) Το Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (ΤΑΥΤΕΚΩ), το οποίο κλητεύθηκε και παρέστη στη σχετική δίκη, νομιμοποιείται να προβεί στην εκτέλεση της παραπάνω απόφασης για το ποσοστό 25%, ήτοι τις επικουρικές συντάξεις των εκκαλούντων που αναπροσαρμόσθηκαν.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΝΣΚ/208/2018
Άσκηση ή μη αγωγής ακύρωσης διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε σε δίκη μεταξύ ν.π.ι.δ. και κοινοπραξίας για διαφορές από σύμβαση κατασκευής έργου, φερόμενου ως χρηματοδοτηθέντος από το ΥΠΠΟΑ.Απόφαση Διαιτητικού Δικαστηρίου που εκδόθηκε σε δίκη μεταξύ ν.π.ι.δ. και κοινοπραξίας για διαφορές από τη μεταξύ τους σύμβαση κατασκευής έργου, παράγει δεδικασμένο και εκτελεστότητα υπέρ και σε βάρος των διαδίκων αυτής. Το Ελληνικό Δημόσιο, που φέρεται ως χρηματοδότης του έργου αλλά δεν συνομολόγησε τη διαιτητική ρήτρα και ούτε παρέστη ως διάδικος στη διαιτητική δίκη, δεν νομιμοποιείται σε άσκηση αγωγής ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης. (ομόφ.)
ΤΡΙΜ.ΕΦ.ΠΕΙΡ/368/2020
Καταβολή αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης...Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, τα δικαστικά έξοδα των αιτούντων για την προκείμενη δίκη προσδιορισμού της οριστικής αποζημίωσης, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, να επιβληθούν σε βάρος του καθ’ ου Ελληνικού Δημοσίου (που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 14 Ν. 4270/2014) ως υπόχρεου προς καταβολή της επίδικης αποζημίωσης, και περιλαμβάνουν: α) την αμοιβή για την παράσταση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους μετά των εξόδων του ενώπιον του Εφετείου τούτου (με τριμελή σύνθεση) και του Μονομελούς Εφετείου στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ και β) στην αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους για τη σύνταξη των αιτήσεων και των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου (με τριμελή σύνθεση) και του Μονομελούς Εφετείου, η οποία πρέπει να καθοριστεί σε ποσοστό 1% (2% : 2) της αποζημίωσης, για την σύνταξη των αιτήσεων και σε ποσοστό 0,50% για τη σύνταξη προτάσεων επί των αιτήσεων, δηλαδή σε συνολικό ποσοστό 1,5% επί της ως άνω καθορισθείσης αποζημίωσης.
ΝΣΚ/131/2011
Παρακρατήσεις και κατασχέσεις που διενεργούνται στα ποσά συντάξεων των συνταξιούχων του ΤΑΠ-ΔΕΗ.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Α) Δεν είναι νόμιμη, η κατόπιν αιτήσεως και συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών, παρακράτηση οποιουδήποτε ποσού από τις συντάξεις των εν λόγω συνταξιούχων για εξόφληση οφειλών τους είτε προς τον Προμηθευτικό Συνεταιρισμό ΔΕΗ, είτε από δάνεια συναφθέντα με τον ίδιο τον ασφαλιστικό οργανισμό, είτε ακόμη από προσωπικά (και όχι για πρώτη κατοικία) δάνεια του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (ή του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου) ή άλλης Τράπεζας ή δανειοδοτικού οργανισμού, καθόσον δεν αποτελεί νόμιμη εκχώρηση των άρθρων 62 του Ν.2214/1994 και 19 του Ν.2322/1995, αλλά λογίζεται ως απλή (ταμειακή) εξυπηρέτηση των εν λόγω συναφθεισών δανειακών συμβάσεων. Β) Προκειμένου δε, για την ικανοποίηση απαιτήσεων ένεκα διατροφής εκ του νόμου ή χρεών προς την ΔΕΗ και μόνον, νοούνται σαφώς οι απαιτήσεις επί των «τακτικών αποδοχών» της καταβαλλόμενης μηνιαίας σύνταξης, μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων, και μέχρι του 1/4 του συνολικού ποσού αυτής, ενώ, σε περίπτωση συρροής κατασχέσεων εκ του νόμου, σύμφωνα με την ισχύουσα αρχή της χρονικής προτεραιότητας, κάθε προγενέστερη κατάσχεση υπερισχύει της επόμενης, μόνο για το ποσό που έχει επιβληθεί. (ομοφ.)
ΝΣΚ/119/2014
Συμμόρφωση της Διοίκησης με απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (Ακυρωτικός Σχηματισμός), λόγω παράλειψης σύνταξης πρακτικού «προφορικής δοκιμασίας- συνέντευξης» του διαγωνισμού για την εισαγωγή είκοσι υποψηφίων Ακολούθων Πρεσβείας στη Διπλωματική Ακαδημία του ΥΠΕΞ.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
α) Η Διοίκηση σε συμμόρφωση με την υπ’ αριθ. 90/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, οφείλει: 1) να επαναλάβει τη διαδικασία του διαγωνισμού, από το σημείο και για το πρόσωπο στο οποίο διαγνώσθηκε η πλημμέλεια, δηλαδή να προβεί στην εκ νέου προφορική δοκιμασία- συνέντευξη μόνο του Γ.Τ., 2) να προβεί στη σύνταξη πρακτικού «προφορικής δοκιμασίας- συνέντευξης» μόνο ως προς τον Γ.Τ. (πλειοψ.) β) Η επανάληψη της προφορικής δοκιμασίας- συνέντευξης των υποψηφίων, θα γίνει με νέα απόφαση του Υπουργού, ορίζοντας τα πρόσωπα υπό την αντίστοιχη ιδιότητά τους, κατά το άρθρο 7 παρ.1, 2 και 3 του π.δ. 17/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ.3 του ιδίου π.δ/τος. (ομοφ.) γ) & δ) Σε περίπτωση που ο Γ.Τ. κριθεί επιτυχών, οφείλει να φοιτήσει στη Διπλωματική Ακαδημία και έπειτα από επιτυχή αποφοίτησή του, η Διοίκηση θα εκδώσει υπουργική απόφαση διορισμού του, καθορίζοντας και τη σειρά της τελικής του κατάταξης στην υπηρεσιακή επετηρίδα. Εάν ο Γ.Τ. καταλάβει μία από τις είκοσι πρώτες θέσεις, δεν θα πρέπει να ανακληθεί ο διορισμός αυτού που είχε καταλάβει την 20η θέση, διότι (λαμβανομένης υπόψη και της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης) με την ανωτέρω απόφαση δεν θίγεται ο διορισμός των επιτυχόντων του διαγωνισμού. (πλειοψ.)
ΕΣ/ΤΜ.ΜΕΙΖ.-ΕΠΤΑΜΕΛΟΥΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ/3411/2014
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ:Και τούτο διότι στο εν λόγω σχέδιο περιέχεται όρος μη επιτρεπόμενος από την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 4 του ως άνω άρθρου και συγκεκριμένα ότι η ως άνω δικηγορική εταιρεία θα λάβει με την υπογραφή της σύμβασης ποσοστό 30% του συνόλου της αμοιβής, ενώ ταυτόχρονα ορίζεται ότι, σε περίπτωση που η δίκη δεν έχει ευνοϊκή έκβαση για τον εντολέα Δήμο, δεν θα δικαιούται να εισπράξει “καμία περαιτέρω αμοιβή”. Εξάλλου, η προβαλλόμενη, το πρώτον με την κρινόμενη αίτηση, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου της, αιτίαση ότι η ελεγχόμενη σύμβαση δεν αποτελεί εργολαβικό δίκης του άρθρου 60 του Κώδικα Δικηγόρων, αλλά την προβλεπόμενη στο άρθρο 58 παρ. 1 του εν λόγω Κώδικα έγγραφη συμφωνία μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του για τη διεξαγωγή δίκης ή μέρους αυτής ή την παροχή άλλων νομικών υπηρεσιών, με την οποία (συμφωνία) καθορίζεται ελεύθερα η αμοιβή του δικηγόρου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του υποβληθέντος προς έλεγχο σχεδίου σύμβασης, το οποίο μάλιστα τιτλοφορείται “ΣΥΜΒΑΣΗ-ΕΡΓΟΛΑΒΙΚΟ ΔΙΚΗΣ”, η δικηγορική εταιρεία αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη που αφορά προσφυγή της εταιρείας “… Α.Ε” κατά του Δήμου Περάματος ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά μέχρι τελεσιδικίας, έναντι αμοιβής που καθορίζεται ποσοστιαία, η καταβολή της οποίας (αμοιβής) εξαρτάται από την πλήρωση της αίρεσης περί επιτυχούς έκβασης της δίκης για τον καθ’ ου και, συνεπώς, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν (ανωτέρω ΙΙΙ Γ), το σχέδιο αυτό περιέχει όλα τα εννοιολογικά στοιχεία της σύμβασης εργολαβίας δίκης(...)Απορρίπτει την αίτηση αναθεώρησης της 2307/2014 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
ΝΣΚ/89/2007
Στέρηση σύνταξης δικαιούχου με βάση το άρθρο 13 παρ.4 του Ν 4491/1966, λόγω καταδίκης του για υπεξαίρεση. Αντισυνταγματικότητα ή μη της διάταξης. Παραβίαση κατοχυρωμένου δικαιώματος από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
1) Η διάταξη του εδαφ.α’ της παρ.4 του άρθρου 13 του Ν 4491/1966 θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντισυνταγματική για τους λόγους που αναφέρονται στη γνωμοδότηση του καθηγητή κ. Τ.Τ. Ο κρυπτοποινικός χαρακτήρας της εν λόγω διάταξης παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή non bis in idem (άρθρο 7 παρ.1 Σ) αλλά και τη συνταγματική επιταγή επιβολής της ποινής από τακτικό ποινικό δικαστήριο (άρθρο 96 παρ.1 Σ). Παράλληλα, η εν λόγω ρύθμιση παραβιάζει το σκληρό πυρήνα του δικαιώματος της κοινωνικής ασφάλισης, την αρχή του κοινωνικού κράτους και την ιδιοκτησία του δικαιούχου (άρθρα 22 παρ.5, 25 παρ.1 εδ.α’ και 17 παρ.1 Σ αντίστοιχα). Επιπλέον, η συγκεκριμένη διάταξη παραβιάζει την θεμελιώδη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 εδ.δ’ Σ) και αντιβαίνει στην ύπατη καταστατική αρχή του Συντάγματος για προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ.1 Σ). 2) Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη «ποινή» επιβάλλεται από διοικητικό όργανο και όχι από τακτικό ποινικό δικαστήριο παραβιάζει το κατοχυρωμένο από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 παρ.1 ΕΣΔΑ). Επιπλέον, εφόσον, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, η έννοια της ιδιοκτησίας καλύπτει και ενοχικά δικαιώματα, η στέρηση της σύνταξης από το δικαιούχο της παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που προστατεύει την περιουσία του προσώπου. 3) Αρμόδια για την αναγνώριση συγκεκριμένης διάταξης νόμου ως αντισυνταγματικής είναι τα δικαστήρια και όχι τα διοικητικά όργανα. Τα διοικητικά όργανα δεν έχουν την εξουσία να κρίνουν αν μία διάταξη νόμου είναι αντισυνταγματική. Διοικητική πράξη, η οποία εκδίδεται κατ’ εφαρμογή ισχύουσας διάταξης νόμου είναι νόμιμη και παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματά της. Μόνο σε περίπτωση που εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, η οποία στα πλαίσια του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου, διαπιστώνει την αντισυνταγματικότητα συγκεκριμένης διάταξης νόμου, μπορεί να αναγνωριστεί η διοικητική πράξη που εκδόθηκε βάσει αυτής είναι παράνομη και κατ’ επέκταση ακυρωτέα και ανακλητέα. 4) Η απλή γνωμοδότηση του καθηγητή κ. Τ.Τ. δε δεσμεύει τη Διοίκηση. Η υπ’ αριθμ. 377/22/7.6.2006 ατομική διοικητική πράξη του ΟΑΠ-ΔΕΗ εκδόθηκε βάσει ισχύουσας διάταξης νόμου, καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας και παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματά της. Ακόμα, όμως, και στην περίπτωση που η συγκεκριμένη πράξη ήθελε θεωρηθεί ως παράνομη, κατά την κρατούσα άποψη, η Διοίκηση έχει τη διακριτική ευχέρεια και όχι την υποχρέωση να την ανακαλέσει. Μόνο στην περίπτωση όπου ο ενδιαφερόμενος κ. Κ. επιλέξει να κινηθεί δικαστικά και εφόσον εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει τη διοικητική αυτή πράξη ως παράνομη και κατά συνέπεια, ακυρωτέα και ανακλητέα, γεννάται δέσμευση της Διοίκησης προς συμμόρφωση βάσει των αρχών του κράτους δικαίου, της νομιμότητας της δράσεως της Διοίκησης και της χρηστής διοικήσεως.
ΕΣ/ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/2020/2020
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ-ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ:Για να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων που αφορούν στην αντίθεση των άρθρων 4 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 4, 7, 8, 13, 14 και 15 του ν. 4387/2016 περί υπαγωγής των δημοσίων υπαλλήλων και στρατιωτικών στην ασφάλιση του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) και υπολογισμού των συνταξιοδοτικών αποδοχών τους, σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις(...)Η Ολομέλεια θεωρεί ότι, υπό την επιφύλαξη των αναφερόμενων στη σκέψη 91, η συνταγματικότητα του συνταξιοδοτικού καθεστώτος των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων που καθορίζεται στον ν. 4387/2016 όπως τροποποιήθηκε, πρέπει να κριθεί χωρίς σύγκριση με το καθεστώς ετέρων συνταξιοδοτουμένων. Αν το νέο αυτό καθεστώς, αυτοτελώς εξεταζόμενο, ανταποκρίνεται στις ειδικές απαιτήσεις του Συντάγματος όπως προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, ήτοι οικοδομείται επί της ιδέας της θεσμικής εγγύησης, διαρρυθμίζοντας τη σύνταξη των ανωτέρω ως συνέχεια του μισθού τους με τήρηση της εύλογης αναλογίας, με το Δημόσιο συγχρόνως, ανεξαρτήτως των οποιωνδήποτε τεχνικής φύσεως ρυθμίσεων, να παραμένει βαρυνόμενο με την υποχρέωση καταβολής της σύνταξης αυτής, τότε το εν λόγω καθεστώς, ακόμη και αν καταλήγει να παρέχει ομοίου επιπέδου συντάξεις με αυτές άλλων καθεστώτων, δεν εγείρει προβλήματα συνταγματικότητας.(...)το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι με τις ρυθμίσεις του ν. 4670/2020 που αναφέρονται στις σκέψεις αυτές, στις οποίες, ως εκ των επεξηγήσεων που τις συνοδεύουν, πρέπει να αποδοθεί γνησίως ερμηνευτικός χαρακτήρας προσδίδων σε αυτές αναδρομικότητα, ο νομοθέτης επιχείρησε να ευθυγραμμίσει τις ρυθμίσεις του ν. 4387/2016 στις εκ του Συντάγματος ιδιαίτερες απαιτήσεις, ως αυτές αποτυπώνονται ιδίως στη συναφή νομολογία του Δικαστηρίου, αναφορικά με το ιδιαίτερο συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων λειτουργών, υπαλλήλων και στρατιωτικών (σκέψεις 42, 43, 52, 72, 75, 78, 82 της παρούσας). Εν όψει τούτων και υπό την επιφύλαξη όσων εκτίθενται στη συνέχεια, η Ολομέλεια θεωρεί δεδομένο ότι και στην ισχύουσα πλέον νομοθεσία αναγνωρίζεται η ύπαρξη ειδικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος της ανωτέρω κατηγορίας συνταξιούχων, ότι το καθεστώς αυτό εντάσσεται στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης για λόγους βιωσιμότητας του συστήματος και λογιστικής διαχείρισης και ότι η σύνταξη που καταβάλλεται στους ανωτέρω είναι συνέχεια του μισθού τους και όχι αναπλήρωση των αποδοχών ενεργείας.(...)Με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά, η Ολομέλεια, έχοντας ανωτέρω εκθέσει το σύνολο των κανόνων που διέπουν τα επίδικα ζητήματα, κρίνει, ότι δεν πρέπει αυτή να δώσει τη συγκεκριμένη λύση στην έφεση που παραπέμφθηκε ενώπιόν της, αλλά πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Τμήμα προκειμένου αυτό προς οριστική εκδίκαση της εφέσεως, αφού διαπιστώσει, πρώτον, το ύψος των αποδοχών ενέργειας της εκκαλούσας κατά τον χρόνο της συνταξιοδότησής της, δεύτερον, τη σύνταξη που κανονίσθηκε σε αυτήν, και, τρίτον, το εύρος της απόστασης μεταξύ μισθού ενέργειας και σύνταξης ως αριθμητικό ποσοστό, να κρίνει στη συνέχεια, σεβόμενο την αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών, ήτοι ασκώντας οριακό έλεγχο, αν καταδήλως, εν όψει του συνόλου των αντικειμενικών δεδομένων που επιτρέπεται να σταθμισθούν σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά, η αναλογία μισθού ενέργειας και σύνταξης δεν κρίνεται εύλογη.(...)Το Δικαστήριο αποφαίνεται: (i) Επί του ερωτήματος αν η ίδρυση Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και η ανάληψη από αυτόν σύμφωνα με τον ν. 4387/2016, όπως τροποποιήθηκε, της υποχρέωσης καταβολής των συντάξεων στους δημοσίους λειτουργούς και υπαλλήλους παραβιάζει το Σύνταγμα, η κρίση του Δικαστηρίου είναι, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 138 έως 141 της παρούσας, ότι δεν υφίσταται ζήτημα αντισυνταγματικότητας των σχετικών ρυθμίσεων. (ii) Επί του ερωτήματος αν με τον τρόπο χρηματοδότησης, ορισμού και υπολογισμού των συντάξεων των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, όπως ορίσθηκαν στον ν. 4387/2016 όπως τροποποιήθηκε, παραβιάζεται το Σύνταγμα ή υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες, η κρίση του Δικαστηρίου είναι ότι, εφόσον η σύνταξη που προκύπτει ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εύλογης αναλογίας όπως προσδιορίσθηκε στις σκέψεις 145 έως 152 της παρούσας, δεν τίθεται ζήτημα αντίθεσης των οικείων νομοθετικών ρυθμίσεων στο Σύνταγμα ή σε υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες.
ΝΣΚ/155/2021
1) Διαδικαστικά - προκριματικά ζητήματα για την αρμοδιότητα του ΝΣΚ για έκδοση Γνωμοδότησης. 2) Συνδρομή -ή μη- ανωτέρας βίας (περιπτωσιολογία γεγονότων) και δυνατότητα -ή μη- απαλλαγής ληξιπρόθεσμης οφειλής από τόκους και προσαυξήσεις κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 του ΚΕΔΕ, και από τους τόκους και πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής κατά τις διατάξεις άρθρου 61 του ν.4174/2013 (ΚΦΔ). 3) Απόδοση στο Δημόσιο απαιτήσεών του από το Ταμείο Παρακαταθηκών & Δανείων μετά την έκδοση απόφασης ποινικού δικαστηρίου κατ’ εφαρμογή διατάξεων του ν. 4174/2013, σε ποινική δίκη κατηγορουμένων-οφειλετών (ν. 3691/2008). Περιπτώσεις εξόφλησης -ή μη- ...(..)
1) Εφόσον δεν υφίσταται ειδική διάταξη που αποκλείει την ανάκληση διοικητικών πράξεων καταλογισμού τόκων υπερημερίας και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών ή προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, ώστε να καμφθούν οι γενικές αρχές για την ανάκληση διοικητικών πράξεων για τις οποίες έχει παρέλθει η κατά νόμο προθεσμία προσβολής ή που έχουν προσβληθεί ανεπιτυχώς, ακόμη και όταν αυτές είναι παράνομες, και η Διοίκηση έχει a fortiori τη δυνατότητα επανόδου, εφόσον το επιθυμεί, να επανακρίνει τα επίμαχα ζητήματα, το ΝΣΚ, στο θεσμικό πλαίσιο συνδρομής του, έχει αρμοδιότητα να εξετάσει τα σχετιζόμενα με τη νομιμότητα των πράξεων αυτών ερωτήματα. Ανεξαρτήτως της άνω διαδικαστικής εξέλιξης, που αφορά αποκλειστικά και μόνο τις εκδοθείσες ατομικές πράξεις των Προϊσταμένων του Δ΄ Τελωνείου Επίβλεψης Συγκροτημάτων Πειραιά και του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών, το ερώτημα προς το ΝΣΚ υποβάλλεται, παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 6 παρ.6 του ν.3086/2002, από την υπερκείμενη αρχή στην οποία υπάγονται οι άνω Υπηρεσίες οι οποίες επειδή ασκούν αποκλειστική αρμοδιότητα (ΣτΕ837/16) και, ως εκ τούτου, η κρίση τους δεν υπόκειται σε ιεραρχικό έλεγχο, δεν δεσμεύονται, στην περίπτωση που επιληφθούν εκ νέου των υποθέσεων αυτών από τη διατύπωση ερμηνευτικής γνώμης από το ΝΣΚ περί της συνδρομής ή μη ανωτέρας βίας (κατά πλειοψηφία). -Δεν συντρέχει περίπτωση απαραδέκτου των αιτημάτων απαλλαγής από τόκους και πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής ή από προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. κατά το άρθρο 61 παρ. 1 εδ. 2 Κ.Φ.Δ., λόγω της μη προηγούμενης εξόφλησης της βασικής οφειλής (πριν από την υποβολή της αίτησης). Αίτηση υποβληθείσα πριν την, κατά τα ανωτέρω, εξόφληση μπορεί να εξεταστεί, αλλά η απαλλαγή θα χορηγηθεί, όταν και εφόσον εξοφληθεί η βασική οφειλή. Η μη καταβολή των φόρων δεν θεσπίζει μεν απαράδεκτο της αίτησης και ως εκ τούτου αδυναμίας εξέτασής της, όμως αίτηση υποβληθείσα πριν από την, κατά τα ανωτέρω, εξόφληση θα εξεταστεί και θα απορριφθεί μόνον εκ του λόγου ότι δεν προηγήθηκε η εξόφληση των φόρων, όπως σαφέστατα αξιώνει το άρθρο 61 του ΚΦΔ (κατά πλειοψηφία). 2) Για τους σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων αφενός μεν του άρθρου 61 ΚΦΔ αφετέρου δε του άρθρου 6 ΚΕΔΕ περί δυνατότητας απαλλαγής του οφειλέτη από τόκους και πρόστιμα σε περίπτωση που συντρέχει στο πρόσωπό του λόγος ανωτέρας βίας: -Δεν δύναται να θεωρηθεί ότι στοιχειοθετεί ανωτέρα βία η καθυστέρηση δημοσίευσης Απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών για τον καθορισμό διαδικασίας είσπραξης και απόδοσης του Έκτακτου Ειδικού Τέλους Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (ΕΕΤΗΔΕ) το πρώτον στις 6 Φεβρουαρίου 2012, ημερομηνία κατά την οποία είχε παρέλθει η προθεσμία για την απόδοση ΕΕΤΗΔΕ των μηνών Νοεμβρίου 2011 και Δεκεμβρίου 2011 η οποία ασκεί επιρροή μόνο στην επιβολή του οφειλόμενου τόκου υπερημερίας και δεν απαλλάσσει την ΔΕΗ ή τους εναλλακτικούς παρόχους από την υποχρέωσή τους να αποδώσουν στο Δημόσιο τα χρηματικά ποσά του ΕΕΤΗΔΕ που έχουν εισπράξει. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός της καθυστέρησης της έκδοσης της ως άνω απόφασης δεν στοιχειοθετεί κατ’ αντικειμενική κρίση, αιτιωδώς και βασίμως, τον δικαιολογητικό λόγο της μη εμπρόθεσμης καταβολής του επίμαχου τέλους, αφού αυτή δεν αποστέρησε τις οφειλέτριες της δυνατότητας να καταβάλουν το επίμαχο τέλος αμέσως μετά τη δημοσίευσή της, όπως όφειλαν (ομόφωνα). Η καθυστέρηση της έκδοσης της παραπάνω απόφασης και η συνεπεία αυτής καθυστέρηση του Ταμείου Παρακαταθηκών & Δανείων να προβεί στις δικές του ενέργειες, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι συνιστά ανωτέρα βία, υπό την προεκτεθείσα έννοια, στα πλαίσια εφαρμογής των άρθρων 61 του ΚΦΔ και 6 ΚΕΔΕ, ικανή να οδηγήσει στην πλήρη απαλλαγή των οφειλετριών από τις σχετικές νόμιμες προσαυξήσεις, αφού, κυρίως, από μόνη της, δεν στοιχειοθετεί κατ' αντικειμενική κρίση, αιτιωδώς και βασίμως, τον δικαιολογητικό λόγο της μη εμπρόθεσμης καταβολής των χρεών (κατά πλειοψηφία). -Δεν δύναται να θεωρηθεί ότι συνιστά ανωτέρα βία η δέσμευση / απαγόρευση κίνησης λογαριασμών που επιβλήθηκε κατ’ άρθρο 48 ν. 3691/2008 με Διατάξεις του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης η οποία επιβλήθηκε ακριβώς λόγω της ενδεχόμενης παράνομης συμπεριφοράς των οφειλέτιδων εταιρειών, διότι αποτελεί εξωγενή και αντικειμενικό παράγοντα, ο οποίος θα μπορούσε να προβλεφθεί ή να αποτραπεί (ΝΣΚ 89/2015). Ο Υπουργός και ο Υφυπουργός Οικονομικών καθώς και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στερούνται αρμοδιότητας να αποφανθούν επί επιστολών – αναφορών - αιτήσεων φορολογουμένων με τις οποίες δηλώνεται ότι εκχωρούνται- παραχωρούνται προσφέρονται πραγματικά και άμεσα τα οφειλόμενα ποσά για πλήρη και ολοσχερή κάλυψη των απαιτήσεων του Δημοσίου για απόδοση του εισπραχθέντος ΕΕΤΗΔΕ και του καταλογισθέντος Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ομόφωνα). -Δεν υφίσταται έδαφος περαιτέρω κρίσης, εάν αποτελούν γεγονότα υπαγόμενα στην έννοια της ανωτέρας βίας, η υποβολή της Ανέκκλητης Έγγραφης Δήλωσης Τρίτου που προβλέπεται στη παράγραφο 2 του άρθρου 2 του ν. 4312/2014 προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών περί συναίνεσης σε οριστική και ολοσχερή απόδοση στο Δημόσιο και προς πλήρη ικανοποίηση αυτού για τις απαιτήσεις του Δημοσίου από τη συγκεκριμένη αιτία, όσο και η κατάθεση της ίδιας Δήλωσης ενώπιον του Α΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, διότι έγιναν στα πλαίσια διαδικασίας προβλεπόμενης στις διατάξεις του ν. 4312/2014 και για τους σκοπούς του νόμου, μόνη δε η υποβολή τους είναι άνευ σημασίας δεδομένου ότι δεν επήλθαν οι επιδιωκόμενες έννομες συνέπειες για τις σχετικές οφειλές. Η επίδοση της παραπάνω Ανέκκλητης Έγγραφης Δήλωσης Τρίτου μεταξύ άλλων στην Αναπληρώτρια Υπουργό Οικονομικών, στη Γενική Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ Φ.Α.Ε. Αθηνών και στον Προϊστάμενο του Δ’ Τ.Ε.Σ. Πειραιά δεν προβλέπεται στις οικείες διατάξεις του ν. 4312/2014, ούτε άλλου νόμου, η όποια δε σχετική απόφαση αυτών θα συνιστούσε παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στην δικαστική εξουσία (ομόφωνα). -Ο χρόνος της διάρκειας της ποινικής διαδικασίας δεν εντάσσεται στα γεγονότα εκείνα τα οποία κατά τη νομολογία και θεωρία συνιστούν λόγο ανωτέρας βίας, το ζήτημα δε αυτό αφορά τη δικαστική λειτουργία και εκφεύγει της αρμοδιότητας της Διοίκησης και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ομόφωνα). 3) Η εκ του νόμου επερχόμενη, κατ’ άρθρο 30 παρ.3 ΚΕΔΕ, αναγκαστική εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης στο Δημόσιο δεν επάγεται τα αποτελέσματα της καταβολής, δηλαδή απόσβεση της ενοχής, δεδομένου ότι η δια της ως άνω εκχώρησης μεταβίβαση της απαίτησης δεν επιφέρει και απόσβεση της απαίτησης έναντι του καθ’ ού η κατάσχεση, αφού η εν λόγω εκχώρηση δεν γίνεται «αντί καταβολής» αλλά «χάριν» (επί σκοπώ) καταβολής», και συνεπώς δεν απαλλάσσει τον καθ’ ου η κατάσχεση οφειλέτη του Δημοσίου από την υποχρέωση να καταβάλει προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής (ομόφωνα). -Η κατ’ άρθρο 48 του ν. 3691/2008 απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, «επέχει θέση κατάσχεσης», με την έννοια, ότι ακριβώς όπως και η κατάσχεση, στοχεύει στην απαγόρευση οποιασδήποτε διάθεσης του εκάστοτε περιουσιακού στοιχείου, ισχύει δε μέχρι το πέρας της ποινικής δίκης, αποσκοπούσα στην μέχρι τότε διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του κατηγορουμένου (ομόφωνα). 4) Επί του ζητήματος ποιό είναι το χρονικό σημείο μέχρι το οποίο θα πρέπει να υπολογισθούν οι προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής ή άλλως ποιά είναι η ημερομηνία παύσεως των προσαυξήσεων διαμορφώθηκαν οι ακόλουθες 4 γνώμες: Η είσπραξη – απόδοση των χρημάτων που κατατέθηκαν στους λογαριασμούς του Δημοσίου ανατρέχει σύμφωνα με τις με τις ειδικές διατάξεις του ν.4312/2014, σε συνδυασμό με όσα διέταξε και η υπ.αριθμ.1115/2017 αμετάκλητη απόφαση του Α΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών στον χρόνο που οι απαιτήσεις του έγιναν εισπρακτέες, από τον χρόνο δε αυτό δεν οφείλονται τόκοι ή προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής (ψήφοι 4). Δεν δύναται να υποστηριχθεί βασίμως ότι η παύση των προσαυξήσεων ανατρέχει στο χρόνο κατά τον οποίο οι απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου έγιναν εισπρακτέες, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του ν. 4312/2014, καθόσον είναι προφανές πως το γεγονός ότι οι απαιτήσεις του Δημοσίου γίνονται εισπρακτέες (εισπράξιμες), κατά την έννοια του ν. 4312/2014, δεν μπορεί να σημάνει και παύση αυτών, αλλά, απεναντίας την περαιτέρω παραγωγή προσαυξήσεων και τόκων, η οποία παύει μόνο με την εξόφληση των χρεών (ή με τη συνδρομή ανωτέρας βίας) (ψήφοι 4). Η κατάθεση στο λογαριασμό εκάστης αρμόδιας υπηρεσίας επέχει θέση «καταβολής», συνιστά δηλαδή οιονεί εξόφληση και άρα αποτελεί τον κρίσιμο χρόνο είσπραξης των επίμαχων χρεών από το Δημόσιο, ώστε μέχρι την ημερομηνία αυτή λειτουργούν οι προσαυξήσεις/τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής και εφαρμόζονται οι πάσης φύσεως διατάξεις που αφορούν σε ενεργό απαίτηση του Δημοσίου (πρβλ. ΝΣΚ 671/1993), καθόσον η εφαρμογή αυτών δεν δύναται να παρακαμφθεί, ελλείψει, σχετικής διάταξης νόμου (ψήφοι 2). Κατά το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία δημοσίευσης της υπ’ αριθμόν 1115/2017 απόφασης του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, έως την ημερομηνία που αποδόθηκαν στο Δημόσιο τα ποσά που ορίζονται στην απόφαση αυτή, δεν οφείλονται τόκοι (1 ψήφος). Παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του ΝΣΚ, κατόπιν της υπ’ αριθ. 94/2021 Γνωμοδότησης του Β΄ Τμήματος ΝΣΚ.
ΣΤΕ/1505/2015
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ:Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, με την από 4.8.2005 σύμβαση, η οποία συνήφθη κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, η αναιρεσείουσα τεχνική εταιρεία ανέλαβε την εκτέλεση του έργου «Οδοσήμανση Οδικού Επαρχιακού Δικτύου», σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1418/1984 και του π.δ/τος 609/1985. Στις 30.6.2006 υπεγράφη η 1η συμπληρωματική σύμβαση, λόγω υπερβάσεως του συμβατικού αντικειμένου του έργου. Στα πλαίσια των ανωτέρω συμβάσεων, στις 29.9.2006 υποβλήθηκε ο 4ος λογαριασμός του έργου, ποσού 204.049,91 ευρώ. Στις 6.10.2006 εγκρίθηκε από τη διευθύνουσα υπηρεσία το ένα μόνον αντίγραφο του εν λόγω λογαριασμού, προς διευκόλυνση της αναιρεσειούσης, ώστε να προβεί σε ενεχυρίαση – εκχώρηση της απαιτήσεώς της από τον ως άνω λογαριασμό προς την «Εγνατία Τράπεζα Α.Ε.». Για την εν λόγω εκχώρηση συνήφθη η από 19.10.2006 σύμβαση μεταξύ της αναιρεσειούσης και της ως άνω Τραπέζης προς εξασφάλιση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Κατά τον ίδιο τρόπο, στις 17.1.2007 υποβλήθηκε ο 5ος λογαριασμός του έργου, ποσού 142.704,92 ευρώ, εγκρίθηκε στις 19.1.2007 το ένα μόνον αντίγραφο αυτού από τη διευθύνουσα υπηρεσία και με την από 2.2.2007 σύμβαση εκχωρήσεως λόγω ενεχύρου, μεταξύ της αναιρεσειούσης και της ίδιας Τραπέζης, ενεχυριάσθηκε η ως άνω απαίτηση του 5ου λογαριασμού, προς εξασφάλιση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό προς την αναιρεσείουσα. Με την αγωγή της η αναιρεσείουσα ζήτησε την αναγνώριση της καταβολής των ως άνω ποσών, προσαυξημένων με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής, υποστηρίζοντας ότι η απαίτησή της για την εξόφληση των δύο ανωτέρω λογαριασμών, συνολικού ποσού 346.754,83 ευρώ, είναι, μετά τη θεώρηση – έγκριση αυτών από τη διευθύνουσα υπηρεσία, βεβαία και εκκαθαρισμένη και, επομένως, έπρεπε οι εν λόγω λογαριασμοί να εξοφληθούν εντός διμήνου από την υποβολή τους ή εντός μηνός από την έγκριση και θεώρησή τους, ήτοι από τις 7.11.2006 και 20.2.2007, αντιστοίχως. Με τα ως άνω δεδομένα, το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: «Επειδή σε περίπτωση ενεχυριάσεως απαιτήσεως (προς εξασφάλιση απαιτήσεως ανωνύμου εταιρίας με αιτία αλληλόχρεο λογαριασμό), μετά την αναγγελία της εκχωρήσεως της απαιτήσεως στον οφειλέτη αποκόπτεται κάθε δεσμός του τελευταίου με τον εκχωρητή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην 5η σκέψη. Όταν όμως υφίστανται οφειλές του εκχωρητή προς το ΙΚΑ, εκχώρηση της απαιτήσεως που συναρτάται με τις οφειλές αυτές δεν ισχύει, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 39 του ν. 2065/1992. Εν προκειμένω, προκύπτει ότι η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, εκχώρησε τις απαιτήσεις της από τον 4ο και 5ο λογαριασμό προς την «Εγνατία Τράπεζα Α.Ε.», χωρίς να καταβάλει τις οφειλές της προς το ΙΚΑ, ή τουλάχιστον χωρίς να αποδεικνύει ότι δεν έχει σχετικές οφειλές, αφού δεν προσκομίζει αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας. Περαιτέρω, η καταβολή του ανωτέρω ποσού και πριν από την ενεχυρίαση της σχετικής απαιτήσεως και μετά, δεν μπορεί να γίνει χωρίς την προσκόμιση πιστοποιητικού ασφαλιστικής ενημερότητας. Επομένως, εφόσον δεν καθίσταται γνωστό στο δικαστήριο, εάν εχώρησε νόμιμη ή όχι εκχώρηση των ανωτέρω απαιτήσεων για καταβολή των ανωτέρω ποσών των δύο λογαριασμών (4ου και 5ου) και μόνο υπό την εκδοχή ότι η ενάγουσα νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση αγωγής, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί και ως προς την κύρια απαίτησή της, για καταβολή των ποσών των δύο πιο πάνω λογαριασμών, αφού πληρωμή λογαριασμών δεν χωρεί, χωρίς την εξόφληση των αντιστοιχουσών εισφορών και επιβαρύνσεων προς το Ίδρυμα, η δε ενάγουσα δεν απέδειξε ότι δεν υφίστανται οι παραπάνω οφειλές αυτής προς το Ίδρυμα. Τέλος, εφόσον η τελευταία δεν προσκομίζει το σχετικό αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας, δεν υφίσταται υπαιτιότητα του κυρίου του έργου –Νομαρχιακού Διαμερίσματος Ροδόπης– για τη μη πληρωμή του 4ου και 5ου λογαριασμού του παραπάνω έργου και κατά συνέπεια, δεν γεννάται υποχρέωση αυτού προς καταβολή τόκων υπερημερίας επί των καθυστερουμένων ποσών, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διαρκεί η παράλειψη της ενάγουσας αναδόχου να υποβάλλει την κατά τα ανωτέρω απόδειξη για καταβολή των υπέρ του ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών». Επειδή, η αναιρεσείουσα προβάλλει, ειδικότερα, ότι η προπαρατεθείσα κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου είναι αναιρετέα, διότι, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, η μη υποβολή εξαρχής από την ανάδοχο της ασφαλιστικής και φορολογικής της ενημερότητας δεν δύναται να θεμελιώσει υπαιτιότητά της για τη μη πληρωμή, αφού δεν προκύπτει από τις εν λόγω διατάξεις ότι η ανάδοχος είναι υποχρεωμένη να συνυποβάλει τις ως άνω ενημερότητες με τις σχετικές πιστοποιήσεις προς πληρωμή, αλλά τουναντίον η ανάδοχος έχει την ευχέρεια να τις υποβάλει μεταγενεστέρως και μάλιστα μετά την οριστικοποίηση των πληρωτέων ποσών, οπότε και θα γνωρίζει το ύψος των σχετικών ποσών που πρέπει να αποδοθούν στους τρίτους. Σύμφωνα, όμως, με τα γενόμενα δεκτά στην όγδοη σκέψη, εφόσον, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οι επίδικοι λογαριασμοί δεν συνοδεύονταν από τις, απαραίτητες κατά το νόμο για την πληρωμή τους, βεβαιώσεις ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας, δεν γεννήθηκε υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς πληρωμή τους. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ο ως άνω λόγος ως αβάσιμος.
ΕΣ/ΤΜ.6/2341/2017
Αίτηση ανάκλησης της 127/2017 Πράξης του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου(...) Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 2 της παρούσας, το Τμήμα άγεται στην κρίση ότι δεν αιτιολογείται εν προκειμένω ειδικά και ορισμένα ο συμφέρων χαρακτήρας του τελικώς επιτευχθέντος τιμήματος των 19.800.000,00 ευρώ, το οποίο, ως αγοραία αξία, υπερβαίνει κατά 50% περίπου την αντικειμενική όμοια. Τούτο δε, πρωτίστως διότι η 1391/2017 προδικαστική απόφασή του δεν εκτελέστηκε, καθόσον η προσκομισθείσα 1895/21.7.2017 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής της Περιφέρειας .... δεν συνιστά ως εκ του περιεχομένου της τη ζητούμενη, για την άρση της πλημμέλειας που πράγματι στοιχειοθετήθηκε εν προκειμένω από την έλλειψη της ως άνω ειδικής αιτιολογίας, απόφαση. Σε κάθε δε περίπτωση, το Τμήμα κρίνει ότι εκ των προσκομισθέντων με το από 24.7.2017 υπόμνημα του Προέδρου της Οικονομικής Επιτροπής στοιχείων ουδόλως αποδεικνύεται το συμφέρον της ως άνω μοναδικής προσφοράς της «.... AE» καθόσον: Α) Το 56649/18.9.2013 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Πουλαντζά, με το οποίο μεταβιβάστηκε από τη «.... AE» στην «ΕΘΝΙΚΗ ΛΗΖΙΝΓΚ Ανώνυμος Εταιρία Χρηματοδοτικών Μισθώσεων» το προς αγορά κτίριο επί της Λεωφ. Κηφισού 62-64, δεν αποτελεί πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο ως προς το ύψος της αγοραίας αξίας αυτού, δεδομένου ότι η επίμαχη πώληση έλαβε χώρα στο πλαίσιο σύναψης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης του ν.1665/1986, ήτοι πώλησης και επαναμίσθωσης μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων (βλ. σελ. 20 Έκθεσης Εκτίμησης και φύλλα 23, 26 και 27 του ως άνω συμβολαίου), ήτοι μίας εξειδικευμένης σύμβασης, που δεν προσιδιάζει στην απλή πώληση, αφού κατατείνει στη χρηματοδότηση της πωλήτριας εταιρίας σε ποσοστό επί της καθορισθείσας αξίας του ακινήτου από την αγοράστρια εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης και στη συνέχεια στη μίσθωση του ακινήτου από την ίδια με δικαίωμα επαναγοράς κατά τη λήξη της σύμβασης. Παρέπεται δε ότι λόγω του χρηματοδοτικού χαρακτήρα της ως άνω σύμβασης και της συνακόλουθης ταύτισης των ρόλων πωλητή-πελάτη της εταιρίας χρηματοδοτικής μίσθωσης, το τίμημα της πώλησης του ακινήτου διαμορφώνεται με διαφορετικά από αυτά της κοινής πώλησης κριτήρια (τραπεζικά, όπως π.χ. πιστοληπτική ικανότητα του πωλητή-μισθωτή). Β) Ομοίως η 1705/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτριούμενης εδαφικής έκτασης, που βρίσκεται εντός του Ο.Τ. 258Α του Δήμου ...., εκτάσεως 5.337,60 τ.μ., δεν αποτελεί πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, καθόσον δεν αφορά σε ακίνητο ανάλογου εμβαδού και θέσης (βλ. σκέψη 3). Γ) Τα νέα φύλλα υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου επί της Λεωφ. Κηφισού 62-64 ως ενιαίας ιδιοκτησίας από τη συμβολαιογράφο Αθηνών Ευδοξία Δημοπούλου δεν δύναται να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, καθόσον το προς αγορά κτίριο επί της Λεωφ. Κηφισού 62-64 είναι διαιρεμένο σε οριζόντιες κατ’ ορόφους ιδιοκτησίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3741/1929, του Ν.Δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ., δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2470/2001 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευδοξίας Δημοπούλου-Αθανασοπούλου, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί και ισχύει με τις 2931/2003, 3070/2003 και 6690/2013 πράξεις τις ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου (βλ. φύλλο 20 του προαναφερόμενου 56649/2013 συμβολαίου). Συνεπώς, για τον υπολογισμό της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου ως ενιαίας ιδιοκτησίας απαιτείται η προηγούμενη κατάργηση της νομίμως συσταθείσας οριζοντίου ιδιοκτησίας με αντίστοιχη συμβολαιογραφική πράξη, ενώ, βάσει του ως άνω νομοθετικού καθεστώτος που διέπει την οριζόντια ιδιοκτησία, η απόκτηση όλων των οριζοντίων ιδιοκτησιών ενός ακινήτου από ένα πρόσωπο (όπως εν προκειμένω την Περιφέρεια ....) δεν επιφέρει κατάργηση της οριζόντιας ιδιοκτησίας, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού της αιτούσας. Εξάλλου, το Τμήμα κρίνει ότι η μεγάλη απόκλιση μεταξύ της αντικειμενικής αξίας του προς αγορά ακινήτου και του τελικώς επιτευχθέντος τιμήματος δεν αιτιολογείται ούτε με την επίκληση εκ μέρους της αιτούσας αορίστως του ισχυρισμού περί χαμηλών αντικειμενικών αξιών στις «λαϊκές» περιοχές της Δυτικής Αθήνας, καθόσον είναι πασίδηλο ότι έχουν υποστεί μεγάλη πτώση και οι αντίστοιχες εμπορικές αξίες λόγω της μεγάλης κρίσης στην αγορά των ακινήτων και της αυξημένης φορολόγησής τους, ούτε με την παράθεση εκ νέου των δεδομένων και των αξιολογήσεων της ως άνω έκθεσης εκτίμησης του Πιστοποιημένου Εκτιμητή, η οποία έχει ήδη κριθεί ανεπαρκώς αιτιολογημένη με την 1391/2017 απόφασή του, χωρίς την ταυτόχρονη προσκόμιση νέων συγκριτικών στοιχείων αναλόγου εμβαδού και θέσης ακινήτων, ενώ ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι στο τίμημα περιλαμβάνεται και το κόστος εκτέλεσης επιπρόσθετων εργασιών ύψους 970.000,00 ευρώ πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αναπόδεικτος. Τέλος, οι ισχυρισμοί της αιτούσας, που αφορούν στη μεθοδολογία σύνταξης της έκθεσης εκτίμησης και στο σύννομο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε κατ’ αναλογία των διατάξεων του Π.Δ. 59/2016, πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, ενώ το επικαλούμενο δημόσιο συμφέρον για τη στέγαση των υπηρεσιών της Περιφέρειας .... σε ένα ενιαίο κτίριο δεν αναιρεί την υποχρέωση αυτής για αιτιολόγηση του συμφέροντος χαρακτήρα του επιτευχθέντος τιμήματος, ως προς την οποία άλλωστε αιτιολόγηση η Περιφέρεια .... έχει αυτοδεσμευθεί με τη διακήρυξη του διαγωνισμού (άρθρο 9.13) και για τήρηση των αρχών της οικονομικότητας και αποδοτικότητας ως μερικότερων εκδηλώσεων της γενικής αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, που έχουν θεσπιστεί επίσης για λόγους δημοσίου συμφέροντος (βλ. Ε.Σ. VI Τμ. 1605, 2227/2016).
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση ανάκλησης, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
ΔΕΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕλΣυν.Τμ.Μείζ.-Επταμελούς Σύνθεσης/483/2018
ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΗΚΕ ΕΣ/ΤΜ.ΜΕΙΖ/ΕΠΤΑΜ/1313/2018