4871/2025
Τύπος: Αποφάσεις
Καθορισμός διαδικασιών σχετικά με την έκδοση στοιχείων συγκάλυψης της ταυτότητας ανακριτικού υπαλλήλου ή ιδιώτη που τελεί υπό τις οδηγίες του, την έγκριση διενέργειας συναλλαγών και τη διάθεση των χρηματικών ποσών που απαιτούνται για την δράση τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 254 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΡΕΧΟΝΤΟΣ ΕΓΓΡΑΦΟΥ : 1Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΥΑ 132311/7298/1977
Περί της διαδικασίας βεβαιώσεως και εισπράξεων των εξόδων της ποινικής διαδικασίας, των εις χρήμα ποινών και των εκ μετατροπής της φυλακίσεως και κρατήσεως χρηματικών ποσών.
83509/2015
Διαδικασία έκδοσης των στοιχείων συγκάλυψης των ελεγκτικών οργάνων ή του ιδιώτη, οι οποίοι, με σκοπό την ανακάλυψη και σύλληψη προσώπου που διαπράττει το έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών, δρουν ως αγοραστές ή μεσολαβητές ή μεταφορείς ή φύλακες ναρκωτικών ουσιών ή με άλλους τρόπους που δεν δημιουργούν ούτε επιτείνουν κινδύνους για τρίτα πρόσωπα, διαδικασία έγκρισης για τη διενέργεια συναλλαγών εκ μέρους τους με αυτά τα στοιχεία και διαδικασία έγκρισης των προς διάθεση χρηματικών ποσών για τις ανάγκες της συγκαλυμμένης δράσης.
ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.1/92/2018
Καταβολή αποδοχών συμβασιούχων καθαριότητας.Με δεδομένα τα ανωτέρω αυτά και ενόψει όσων έγιναν δεκτά στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, το Κλιμάκιο κρίνει κατά πλειοψηφία ότι μη νομίμως συνήφθησαν οι επίμαχες συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με τους φερόμενους ως δικαιούχους των ελεγχόμενων χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής, κατ’ επίκληση των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 4479/2017. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, με την κρίσιμη ως άνω διάταξη παρέχεται μεν επιτρεπτώς η δυνατότητα σύναψης εξαρχής νέων (αυτοτελών) συμβάσεων «προσωρινής απασχόλησης», με το μέχρι την έκδοση των ανωτέρω Πρακτικών της 9ης/10.5.2017 Γενικής Συνεδρίασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (θέμα Β) απασχολούμενο στις υπηρεσίες αυτές προσωπικό, για την άμεση αντιμετώπιση των σχετικών αναγκών μέχρι την κατάρτιση των προσωρινών πινάκων προσληπτέων και, όχι πέραν της 31ης Μαρτίου 2018, πλην τίθενται οι αναφερόμενες στη σκέψη ΙΙ προϋποθέσεις.Β. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη το μεν ότι οι εν λόγω εργαζόμενοι απασχολούνται στον ίδιο Δήμο, με την ίδια ειδικότητα, ήδη από 24.8.2015 οι πρώτοι τέσσσερις και από 13.7.2016 ο πέμπτος, χωρίς να αμφισβητείται ότι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας καθαριότητας-ηλεκτροφωτισμού, αφού στο πλαίσιο της διαδικασίας της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του ν. 4479/2017 συμπεριελήφθησαν στον πίνακα που απεστάλη στο ΑΣΕΠ, το δε ότι κατά παράβαση όσων ορίζονται στο άρθρο 5 του π.δ/τος 164/2004 δεν μεσολαβεί μεταξύ των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου το προβλεπόμενο από το ίδιο ως άνω άρθρο διάστημα των τριών μηνών, χωρίς να προκύπτουν νόμιμοι αντικειμενικοί λόγοι που να δικαιολογούν την κατ’ εξαίρεση διαδοχική σύναψή τους, επιπροσθέτως ότι οι διαδοχικές συμβάσεις των απασχοληθέντων στον τομέα καθαριότητας υπερβαίνουν τους 24 μήνες κατά παράβαση όσων ορίζονται στο άρθρο 6 του ιδίου ως άνω π.δ/τος, κρίνεται ότι οι καταρτισθείσες κατά παράβαση των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 4479/2017 συμβάσεις είναι άκυρες. Ως εκ τούτου, το Κλιμάκιο κρίνει κατά πλειοψηφία ότι πρέπει, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη ΙΙΙ της παρούσας, να θεωρηθoύν τα ελεγχόμενα χρηματικά εντάλματα πληρωμής, κατ’ εφαρμογή όσων ορίζονται στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του π.δ/τος 164/2004, το οποίο επιτάσσει, μεταξύ άλλων, την άμεση καταβολή στον εργαζόμενο των οφειλομένων βάσει άκυρης σύμβασης χρηματικών ποσών.(..)Στο ίδιο πλαίσιο επισημαίνεται ότι η καταβολή στους εργαζόμενους των οφειλομένων ποσών δυνάμει των χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής που θα θεωρηθούν από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό ... κατ’ επιταγή του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του π.δ/τος 164/2004, συνεπάγεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, την επιβολή τυχόν καταλογισμού των υπαιτίων και την κίνηση της ποινικής και πειθαρχικής διαδικασίας. Πέραν των ανωτέρω κρίνεται ότι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 7, σε συνδυασμό με την παράγραφο 4 του άρθρου 32 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, όπου ορίζεται ότι: «Αν κατά την άσκηση του προληπτικού ελέγχου καταδειχθεί η τέλεση ποινικώς κολάσιμης πράξης, ανακοινώνεται στον Υπουργό Οικονομικών, τον οικείο διατάκτη και τον αρμόδιο Εισαγγελέα», πρέπει να κοινοποιηθεί, με μέριμνα της Γραμματείας του Τμήματος, η παρούσα: α) στον Υπουργό Οικονομικών, β) στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ... και γ) στο Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας-Θράκης, για διερεύνηση εάν συντρέχει ή όχι περίπτωση άσκησης των αρμοδιοτήτων τους.
ΕΣ/Τμ.7(ΚΠΕ)210/2013
Εξόφληση του πρώτου λογαριασμού της μελέτης «Σύνταξη τευχών δημοπράτησης έργου (Διαμόρφωση Πολυχώρου πρώην Εκπαιδευτηρίου ......)». (...)Σύμφωνα με βασική αρχή του δημοσιονομικού δικαίου, που απορρέει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της νομιμότητας και έχει αποτυπωθεί νομοθετικά στο άρθρο 37 παρ. 2 του ν. 3801/2009, για τη διενέργεια οποιασδήποτε δαπάνης του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των Ο.Τ.Α., πέραν της ύπαρξης πίστωσης στον εγκεκριμένο προϋπολογισμό τους, απαιτείται η δαπάνη αυτή να προβλέπεται ρητά από διάταξη νόμου ή να προκύπτει από τα δικαιολογητικά που τη συνοδεύουν ότι ανάγεται στη λειτουργική δραστηριότητα τους ή ότι συντελεί άμεσα ή έμμεσα στην εκπλήρωση των σκοπών που επιδιώκουν. Όταν δε πρόκειται για δαπάνες που συντελούν μεν στην εκπλήρωση του σκοπού των ανωτέρω φορέων και εξυπηρετούν τις λειτουργικές τους ανάγκες, πλην όμως αφορούν σε εργασίες που εμπίπτουν στα συνήθη καθήκοντα των υπαλλήλων τους όπως αυτά περιγράφονται στις οικείες οργανικές διατάξεις, δεν επιτρέπεται οι εργασίες αυτές να ανατίθενται σε τρίτους, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη οικονομική επιβάρυνσή τους. Τούτο δε, ενόψει της αρχής της οικονομικότητας, ως μερικότερης εκδήλωσης του δημοσίου συμφέροντος, που πρέπει να διέπει τη δράση και λειτουργία των υπηρεσιών του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. και η οποία επιβάλλει την εκπλήρωση των σκοπών τους με την κατά το δυνατόν ελάχιστη επιβάρυνση του προϋπολογισμού τους. Κατ’ εξαίρεση, ανάθεση υπηρεσίας έναντι αμοιβής σε ιδιώτη, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, είναι επιτρεπτή όταν είτε αφορά σε ιδιαίτερα σοβαρές ή ειδικής φύσης υποθέσεις για την αντιμετώπιση των οποίων απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία, προσόντα τα οποία αποδεδειγμένα δεν διαθέτει το προσωπικό που ήδη υπηρετεί (ΕΣ Κλιμ. VII Τμ. 27/2013, VII Tμ. πρ. 16/2012, 85, 114, 176, 309/2011) είτε αν και προβλέπεται από τις οικείες οργανικές διατάξεις η σύσταση και λειτουργία αρμόδιας για την εκτέλεση των ως άνω εργασιών υπηρεσίας, αυτή δεν έχει στελεχωθεί χωρίς υπαιτιότητα του ενδιαφερόμενου φορέα (Κλιμ. VII Τμ. 83/2013, 6, 26/2012, VII Τμ. πρ. 8/2012, 42, 210, 310/2011, 40, 55, 56, 250, 364/2010 κ.ά.).
ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.1/3/2018
Επικουρικό προσωπικό (παράταση θητείας):Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, το Κλιμάκιο άγεται στην κρίση ότι έρεισμα της εντελλόμενης δαπάνης αποτελούν συμβάσεις εργασίας επικουρικού προσωπικού ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί μετά από παρατάσεις προηγουμένων ομοίων, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του ν. 4486/2017, διαδοχικά, χωρίς η διαδοχή αυτή να δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, σε αδιάλειπτη, από 18.11.2013, 22.11.2013 και 09.12.2013, αντιστοίχως, και εντεύθεν, ακολουθία, για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, καθ’ υπέρβαση του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου εικοσιτεσσάρων μηνών, χωρίς να συντρέχει προβλεπόμενη από την κείμενη νομοθεσία εξαιρετική περίπτωση συνολικής απασχόλησης ειδικής κατηγορίας εργαζομένων πέραν του ανωτάτου αυτού ορίου. Επομένως, η εντελλόμενη δαπάνη είναι μη νόμιμη, διότι στηρίζεται σε μη νόμιμες, αυτοδικαίως άκυρες συμβάσεις, σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στη σκέψη 5 ανωτέρω, και, συγκεκριμένα, διότι οι διατάξεις της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του ν. 4486/2017 είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 (εδ. α) και 8 (εδ. α και β) του Συντάγματος και προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του π.δ. 164/2004.Β. Το Κλιμάκιο, ωστόσο, κρίνει ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σκέψη 3.Β. ανωτέρω, το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα, θα μπορούσε να θεωρηθεί, κατ’ εφαρμογή όσων ορίζονται στο εδάφιο α΄ της παρ. 2 του άρθρου 7 του π.δ. 164/2004, το οποίο επιτάσσει, μεταξύ άλλων, την άμεση καταβολή στον εργαζόμενο των οφειλόμενων βάσει άκυρης σύμβασης χρηματικών ποσών, αν δεν είχε λήξει το οικονομικό έτος 2017, τις πιστώσεις του προϋπολογισμού του οποίου βαρύνει η εντελλόμενη με αυτό δαπάνη. Ωσαύτως, με την ίδια νομική βάση πρέπει να θεωρηθούν και όσα χρηματικά εντάλματα εκδοθούν για την καταβολή στους δικαιούχους του ελεγχόμενου χρηματικού εντάλματος των δεδουλευμένων αποδοχών τους, μέχρι την κοινοποίηση της παρούσας πράξης. Κατά την ειδικότερη γνώμη δε του Εισηγητή…., επισημαίνεται ότι η καταβολή στους εργαζόμενους των οφειλομένων ποσών δυνάμει των χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής που θα θεωρηθούν από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Μαγνησίας κατ’ επιταγή του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 7 του π.δ/τος 164/2004, συνεπάγεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, την επιβολή τυχόν καταλογισμού των υπαιτίων και την κίνηση της ποινικής και πειθαρχικής διαδικασίας (βλ. ΕΣ Ι Τμ. πράξη 36/2017). Πέραν των ανωτέρω κρίνεται ότι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 7, σε συνδυασμό με την παρ. 4 του άρθρου 32 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, όπου ορίζεται ότι: «Αν κατά την άσκηση του προληπτικού ελέγχου καταδειχθεί η τέλεση ποινικώς κολάσιμης πράξης, ανακοινώνεται στον Υπουργό Οικονομικών, τον οικείο διατάκτη και τον αρμόδιο Εισαγγελέα», πρέπει να κοινοποιηθεί, με μέριμνα της Γραμματείας του Τμήματος, η παρούσα: α) στον Υπουργό Οικονομικών, β) στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών .... και γ) στο Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, για διερεύνηση εάν συντρέχει ή όχι περίπτωση άσκησης των αρμοδιοτήτων τους. Η γνώμη, όμως, αυτή δεν εκράτησε.
ΕΣ/ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ/127/2025
Ζητείται η ακύρωση των συναφών 1/19.6.2012 και 2/19.6.2012 πράξεων του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Κεφαλληνίας, κατά το μέρος που με αυτές καταλογίστηκαν σε βάρος της εκκαλούσας και υπέρ της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων (Περιφερειακή Ενότητα Κεφαλληνίας), αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τους…, τα ποσά των 15.551,20 και 11.232,90 ευρώ (πλέον προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής), που φέρεται ότι συνιστούν έλλειμμα στη χρηματική διαχείριση της τέως Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κεφαλληνίας και Ιθάκης κατά τα οικονομικά έτη 2002 και 2003, αντίστοιχα.(...)Με τα δεδομένα αυτά και ειδικότερα εν όψει του ότι: α) ως προς τις, αναφερόμενες ανωτέρω στη σκέψη 8, επίμαχες επιταγές με τις οποίες συντελέστηκαν, κατά τα οικονομικά έτη 2002-2003, μη νόμιμες εκροές χρηματικών ποσών εις βάρος του προϋπολογισμού της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κεφαλληνίας, με το 120/2017 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, είχε παραπεμφθεί ως κατηγορούμενος στο ακροατήριο μόνον ο…., ενώ με το ίδιο Βούλευμα -ως προς τις ίδιες επιταγές- είχε αποφασιστεί να μην απαγγελθούν κατηγορίες εις βάρος της εκκαλούσας και β) από τις αποφάσεις 50/2020 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών και 326, 328/2022 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, προκύπτει ότι το ένδικο έλλειμμα προέρχεται αποκλειστικώς από τις εγκληματικές ενέργειες του ως άνω εμπλεκόμενου στην κύρια διαχειριστική διαδικασία Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, …., ο οποίος, προκειμένου να υπεξαιρέσει χρήματα της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κεφαλληνίας, εφάρμοσε ιδιαίτερα τεχνάσματα και ειδικότερα κατήρτισε πλαστά έγγραφα, συγκεκριμένα κατήρτισε αρχικά 403 επιταγές, μεταξύ των οποίων και οι επίμαχες επιταγές, συνολικού ποσού 390.782,50 ευρώ, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αποδιδόμενη στην εκκαλούσα, με τις προσβαλλόμενες πράξεις, ιδιότητα της υπολόγου συνεπεία της θέσης της υπογραφής της (ως δεύτερης υπογραφής) επί του σώματος των συγκεκριμένων επιταγών ερείδεται επί αναληθούς προϋπόθεσης, καθόσον το διαπιστωθέν έλλειμμα δημιουργήθηκε αποκλειστικώς από την ως άνω εγκληματική δράση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών,…. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και παρελκούσης ως αλυσιτελούς της εξέτασης των λοιπών προβαλλόμενων λόγων έφεσης, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή, να ακυρωθούν, ως προς την εκκαλούσα, οι προσβαλλόμενες καταλογιστικές πράξεις και να επιστραφεί σε αυτήν το κατατεθέν παράβολο.
ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.4/143/2018
Παροχής υπηρεσιών λογιστικής υποστήριξης: Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις σκέψεις που προηγήθηκαν και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η επίμαχη, από 1.2.2018 σύμβαση δεν συνιστά νόμιμη παράταση της Φ.011/1.6.2016 συμβάσεως, αλλά μη νόμιμη απευθείας ανάθεση ομοίων εργασιών για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (1.2.2018 έως 31.7.2018) σε σχέση με το χρονικό διάστημα που αφορούσε η Φ.011/1.6.2016 σύμβαση, αφού είχε εξαντληθεί ο χρόνος νόμιμης παράτασης αυτής σύμφωνα με την προαναφερθείσα Φ.11/21.3.2016 διακήρυξη, το Κλιμάκιο κρίνει ότι οι επίμαχες εργασίες λογιστικής υποστήριξης συνιστούν συνήθεις λογιστικές εργασίες, που εμπίπτουν στα καθήκοντα των υπαλλήλων του Τμήματος Οικονομικού της Διοικητικής – Οικονομικής Υπηρεσίας του Noσοκομείου. (..)Ειδικότερα, το ήδη υπηρετούν προσωπικό κλάδου ΠΕ και ΤΕ του Νοσοκομείου, που διαθέτει κατάλληλα προσόντα για την εκτέλεση των επίμαχων εργασιών λογιστικής υποστήριξης, καλύπτει το, κατά την οικεία νομοθεσία, απαιτούμενο για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών από τρίτο ιδιώτη, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η στελέχωση του Οικονομικού Τμήματος του Νοσοκομείου με άτομα που διαθέτουν τα κατάλληλα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα για την εκτέλεση του συνόλου των αρμοδιοτήτων του εν λόγω Τμήματος αποτελεί ευθύνη και υποχρέωση των αρμοδίων οργάνων του. Αλυσιτελώς, εξάλλου, προβάλλεται από το Νοσοκομείο ότι δεν υπηρετεί σε αυτό υπάλληλος που να κατέχει άδεια Λογιστή-Φοροτεχνικού Α΄ Τάξεως, καθώς επίσης και ότι οι υπάλληλοί του που κατέχουν τίτλους σπουδών σχολών οικονομικής κατευθύνσεως, δεν έχουν γνώσεις αναλυτικής λογιστικής. Τούτο, δε, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην σκέψη ΙΙ.Γ., κατά την έννοια των διατάξεων της παρ. 8 της Κ.Υ.Α. 62008/ΕΓΔΕΚΟ 1992/30.12.2008, ερμηνευομένων σε συνδυασμό με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως και της οικονομικότητας, δεν αρκεί μόνο η βεβαίωση του Νοσοκομείου ότι δεν υπηρετεί σε αυτό υπάλληλος με το ανωτέρω τυπικό προσόν, αφού το Νοσοκομείο έχει αυξημένη υποχρέωση να διερευνήσει με κάθε πρόσφορο τρόπο τη δυνατότητα καλύψεως των αναγκών του με ίδια μέσα. Στην προκειμένη, δε, περίπτωση, το Γενικό Νοσοκομείο ..... ..... «…»διαθέτει επαρκή αριθμό πτυχιούχων Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. Οικονομικής κατευθύνσεως, ήτοι υπαλλήλων που διαθέτουν τίτλους σπουδών όμοιους με αυτούς που απαιτούνται από τις κείμενες διατάξεις για τα άτομα που στελεχώνουν την ομάδα του αναδόχου, όταν οι σχετικές εργασίες ανατίθενται σε τρίτο ιδιώτη. Όφειλε, συνεπώς, το Νοσοκομείο να ενεργήσει με κάθε πρόσφορο μέσο για την θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση του προσωπικού του και για την απόκτηση από τους υπαλλήλους του των αναγκαίων προσόντων, ώστε η εκτέλεση του συνόλου των απαιτούμενων εργασιών λογιστικής υποστήριξης να γίνεται με ίδια μέσα. Εξάλλου, η θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση των εν λόγω υπαλλήλων, περιλαμβάνεται ρητώς μεταξύ των υποχρεώσεων του ιδιώτη τρίτου, στον οποίο ανατίθενται οι εργασίες αυτές, σύμφωνα με την παράγραφο 2δ΄ της Κ.Υ.Α. 62008/ΕΓΔΕΚΟ 1992/30.12.2008 (βλ. σχετ. και τους προαναφερόμενους όρους της Φ.011/1.6.2016 συμβάσεως). Δοθέντος, δε, ότι κατά τα γνωστά στο Κλιμάκιο (βλ. την 21/2014 Πράξη του Κλιμακίου τούτου, με την οποία κρίθηκε για τους ίδιους λόγους μη νόμιμη η δαπάνη, η οποία αφορούσε στην καταβολή στην φερόμενη ως δικαιούχο εταιρεία «…..» της αμοιβής της για την παροχή ομοίων υπηρεσιών κατά τo έτος 2011), οι εν λόγω εργασίες ανατίθενται συστηματικώς σε ιδιώτη ανάδοχο τουλάχιστον από το έτος 2011, ήδη, μετά την παρέλευση επτά (7) περίπου ετών, το προσωπικό του Νοσοκομείου θα μπορούσε πλέον να είναι σε θέση να εκτελεί τις εργασίες αυτές, χωρίς να είναι αναγκαία η προσφυγή σε τρίτο ανάδοχο. Άλλωστε, η υποχρέωση για την εφαρμογή του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου δεν είναι χρονικά πρόσφατη και, ως εκ τούτου, έκτακτη και δυνάμενη να δημιουργήσει αντικειμενική δυσχέρεια εξεύρεσης λύσης, αλλά εκκινεί προοδευτικά από το έτος 2003 (βλ. άρθρο 3 π.δ/τος 146/2003). Επομένως, το Νοσοκομείο όφειλε και μπορούσε να έχει επιτύχει, ήδη προ του έτους 2018, την επίλυση του σχετικού προβλήματος, λαμβάνοντας μέριμνα για την εκπαίδευση των υπαλλήλων του και την απόκτηση από αυτούς των αναγκαίων προσόντων για την εκτέλεση των ανατεθεισών υπηρεσιών. Περαιτέρω, δοθέντος ότι επαρκής αριθμός υπαλλήλων του Νοσοκομείου πληροί τις προϋποθέσεις για την απόκτηση της επαγγελματικής ταυτότητας Λογιστή – Φοροτεχνικού Β΄ τάξεως, δεν δικαιολογείται η μη συμμετοχή τους στην ομάδα έργου της αναδόχου εταιρείας, με αντίστοιχη περικοπή της αμοιβής της (βλ. σχετ. την παρ. 8 της Κ.Υ.Α. 62008/ΕΓΔΕΚΟ 1992/30.12.2008, σκ. ΙΙ.Β. και ΙΙ.Γ.). Κατόπιν τούτων, αλυσιτελώς προβάλλεται από το Νοσοκομείο ότι στο παρελθόν είχε προβεί σε ενέργειες για την πρόσληψη ενός υπαλλήλου που να κατέχει άδεια Λογιστή-Φοροτεχνικού Α΄ Τάξεως, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ως ειδικού επιστημονικού προσωπικού, καθώς τυχόν τέτοια προσπάθεια εκ μέρους του Νοσοκομείου, δεν αναιρεί την υποχρέωση του ιδίου και των υπαλλήλων του να προβούν στις προαναφερόμενες ενέργειες για την παροχή των επίμαχων υπηρεσιών λογιστικής υποστήριξης με ίδια μέσα. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος διαφωνίας της Επιτρόπου είναι βάσιμος. Τέλος, αβασίμως προβάλλεται από το Νοσοκομείο ότι η επίμαχη δαπάνη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της νομιμοποιητικής διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 4332/2015, όπως ισχύει, καθώς για την παροχή των επίμαχων υπηρεσιών έχει συναφθεί η από 1.2.2018 σύμβαση, ενώ υφίστανται και προηγούμενες συμβάσεις με όμοιο αντικείμενο (βλ. Ε.Σ. Πρ. IV Τμ. 91, 92, 93/2015 κ.α.). Επίσης, όπως βασίμως επισημαίνεται από την Επίτροπο, η ανωτέρω δαπάνη δεν εμπίπτει ούτε και στο πεδίο εφαρμογής της νομιμοποιητικής διατάξεως του άρθρου 38 του ν. 4461/2017 (ΦΕΚ Α΄ 38), καθώς η διάταξη αυτή τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε περίπτωση που οι επίμαχες υπηρεσίες έχουν παρασχεθεί εντός του χρονικού διαστήματος από 1.1.2015 έως 28.3.2017 (ημερομηνία έναρξης της ισχύος του ν. 4461/2017, σύμφωνα με το άρθρο 110 του νόμου αυτού, βλ. Ελ.Συν. IV Tμ. Πρ. 38/2017), προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού οι επίμαχες υπηρεσίες παρασχέθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2018 έως 31.7.2018.
ΣΤΕ/1644/2022
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ:Επειδή, από τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3, 8 και 9 του άρθρου 53 του, κυρωθέντος με τον ν.3669/2008 Κώδικα της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων που προπαρατέθηκαν (σκέψη 8), προκύπτει ότι η πληρωμή στον ανάδοχο του εργολαβικού ανταλλάγματος γίνεται τμηματικά, με βάση τις πιστοποιήσεις των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί, ότι η πραγματοποίηση τόσο των τμηματικών πληρωμών όσο και της οριστικής πληρωμής του εργολαβικού ανταλλάγματος, καθώς και η εκκαθάριση όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων από την εργολαβική σύμβαση, γίνεται με βάση τους λογαριασμούς και τις πιστοποιήσεις, ότι μετά τη λήξη κάθε μήνα ή άλλης χρονικής περιόδου που τυχόν ορίζει η σύμβαση για τις τμηματικές πληρωμές, ο ανάδοχος συντάσσει λογαριασμό των οφειλόμενων σε αυτόν ποσών από εργασίες που εκτελέσθηκαν, ότι οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται προς έγκριση στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους, ότι οι εγκρινόμενοι (ρητώς ή σιωπηρώς) από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί και ότι αν η πληρωμή τους καθυστερήσει πέρα από ένα (1) μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου ή του μελετητή, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από τον χρόνο υποβολής της, τόκος υπερημερίας. Κατά συνέπεια, οι εγκεκριμένοι λογαριασμοί ενσωματώνουν αναγνωρισμένη και εκκαθαρισμένη απαίτηση του αναδόχου και, σύμφωνα με τα ήδη κριθέντα (βλ. ανωτ. ΣτΕ 251/2017, 1081-3/2020), ανακύπτει αντίστοιχη υποχρέωση του κυρίου του έργου προς πληρωμή τους, χωρίς να μπορεί να εξετασθεί η νομιμότητά τους, το πρώτον, βάσει των απόψεων της Διοικήσεως επί της σχετικής αγωγήςֹ ο δε ανάδοχος δικαιούται τόκων υπερημερίας εάν ο κύριος του έργου καθυστερήσει, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, να ενεργήσει την πληρωμή με βάση πιστοποίηση που υποβλήθηκε προς έγκριση. Περαιτέρω, όμως, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 39 παρ. 7 του ν. 2065/1992, καθώς και του άρθρου 26 ν. 1882/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 παρ. 2 του ν. 3943/2011 (Α΄ 66), που υπηρετούν σοβαρό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, τη διασφάλιση της εκπλήρωσης των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων προς το Δημόσιο (βλ. και ΣτΕ 1311/2017), για την πληρωμή όλων των εκκαθαρισμένων απαιτήσεων των επιχειρήσεων κατά του Δημοσίου, ν.π.δ.δ., δήμων και κοινοτήτων, απαιτούνται βεβαιώσεις φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, επί υπάρξεως δε σχετικών οφειλών, προβλέπεται η διάθεση («παρακράτηση και απόδοση») προς τούτο των εκκαθαρισμένων απαιτήσεων. Κατά συνέπεια, ναι μεν σε περίπτωση έγκρισης των λογαριασμών για εκτελεσθείσες εργασίες δημοσίου έργου, οι οποίοι δεν αμφισβητούνται, ο ανάδοχος δικαιούται τα αναφερόμενα σ’ αυτούς ποσά και δημιουργείται, κατ’ αρχήν, υποχρέωση του κυρίου του έργου προς πληρωμή τους, η πληρωμή, όμως, αυτή τελεί υπό την αίρεση της προηγούμενης προσκόμισης βεβαιώσεων φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, ενώ δεν γεννάται υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων ποσών για όλο το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο διαρκεί η παράλειψη του αναδόχου να υποβάλει τις κατά τα ανωτέρω βεβαιώσεις. (ανωτ. ΣτΕ 1505/2015).Επομένως, εν προκειμένω, εφόσον δεν είχαν συνυποβληθεί με τους επίμαχους λογαριασμούς βεβαιώσεις φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας που να βεβαιώνουν την ανυπαρξία κατά νόμον οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, το γεγονός αυτό δεν αναιρούσε μεν την κατ’ αρχήν υποχρέωση του αναιρεσείοντος Δήμου για την πληρωμή των εν λόγω λογαριασμών, εξαρτούσε, όμως, την εξόφλησή τους από την υποβολή των ανωτέρω βεβαιώσεων. Συνεπώς, έσφαλε το διοικητικό εφετείο που έκρινε, κατά τα προεκτεθέντα, ότι ήταν νομικά αδιάφορη η προσκόμιση των ως άνω δικαιολογητικών προκειμένου να εξοφληθούν οι ένδικοι λογαριασμοί, για τον λόγο δε αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά το μέρος τούτο, να αναιρεθεί.
ΕΣ/ΤΜ.7(Κ.Π.Ε)15/2013
Εκπόνηση τοπογραφικής μελέτης(…)Σύμφωνα με βασική αρχή του δημοσιονομικού δικαίου, που απορρέει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της νομιμότητας, που διέπει τη δράση των διοικητικών οργάνων, συνάγεται από βασικές διατάξεις αυτού (άρθρα 3, 13 και 40 του ν.δ/τος 496/1974, 1 παρ. 2α΄ του π.δ/τος 465/1975, 1 παρ.1 του ν.δ/τος 1265/1972, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 968/1979, και 22, 26, 28 και 79 του ν. 2362/1995) και έχει αποτυπωθεί νομοθετικά στη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 2 του ν.3801/2009, για τη διενέργεια οποιασδήποτε δαπάνης του Δημοσίου, ν.π.δ.δ. και των Ο.Τ.Α., πέραν της ύπαρξης πίστωσης στον εγκεκριμένο προϋπολογισμό της υπηρεσίας, απαιτείται επιπλέον η δαπάνη αυτή να προβλέπεται ρητά από διάταξη νόμου ή σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν δεν προβλέπεται από συγκεκριμένη διάταξη, να προκύπτει από τα δικαιολογητικά που τη συνοδεύουν, ότι ανάγεται στη λειτουργική δραστηριότητα του Δημοσίου, του Ν.Π.Δ.Δ. ή του Ο.Τ.Α. ή ότι συντελεί άμεσα ή έμμεσα στην εκπλήρωση των σκοπών που επιδιώκουν οι ως άνω φορείς. Επιπλέον, όταν πρόκειται για δαπάνες που συντελούν μεν στην εκπλήρωση του σκοπού των υπηρεσιών του Δημοσίου, του Ν.Π.Δ.Δ. ή του Ο.Τ.Α. και εξυπηρετούν τις λειτουργικές τους ανάγκες, πλην όμως αφορούν σε εργασίες που εμπίπτουν στα συνήθη καθήκοντα των υπαλλήλων των εν λόγω φορέων, κατά κλάδο, όπως αυτά περιγράφονται στις οικείες οργανικές διατάξεις, δεν επιτρέπεται οι εργασίες αυτές να ανατίθενται σε τρίτους (φυσικά ή νομικά πρόσωπα), με αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη οικονομική επιβάρυνση της οικείας υπηρεσίας. Τούτο δε, ενόψει της αρχής της οικονομικότητας, ως μερικότερης εκδήλωσης του δημοσίου συμφέροντος, που πρέπει να διέπει τη δράση και λειτουργία των υπηρεσιών του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. και η οποία επιβάλλει την εκπλήρωση των σκοπών τους με την κατά το δυνατόν ελάχιστη επιβάρυνση του προϋπολογισμού τους. Κατ' εξαίρεση, ανάθεση υπηρεσίας έναντι αμοιβής σε ιδιώτη, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, είναι επιτρεπτή μόνον όταν είτε αφορά σε ιδιαίτερα σοβαρές ή ειδικής φύσεως υποθέσεις, για την αντιμετώπιση των οποίων απαιτείται προσωπικό με εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία, προσόντα τα οποία, αποδεδειγμένως, δεν διαθέτει το προσωπικό που ήδη υπηρετεί (βλ. πράξεις VII Τμ. Ελ.Συν. 16/2012, 309, 176, 114, 85/2011), είτε εφ' όσον αποδεικνύεται ότι, αν και προβλέπεται από τις οικείες οργανικές διατάξεις η σύσταση και λειτουργία αρμόδιας για την εκτέλεση των ως άνω εργασιών υπηρεσίας, αυτή δεν έχει στελεχωθεί με το προβλεπόμενο προσωπικό άνευ υπαιτιότητας του ενδιαφερόμενου ν.π.δ.δ. (βλ. Ελ.Συν. VII Τμ. πράξ. 3/2004, 81/2006, 3/2008, 54/2008, 179/2011).(…) Από τις ανωτέρω διατάξεις, 3463/2006 και 3316/2005 σε συνδυασμό ερμηνευόμενες, συνάγονται τα ακόλουθα: Για την εκτέλεση εργασιών και την παροχή υπηρεσιών από τους Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού απαιτείται η προηγούμενη σύνταξη και θεώρηση μελέτης από την τεχνική υπηρεσία τους και, αν δεν υπάρχει τέτοια υπηρεσία ή αυτή αδυνατεί, από την Τεχνική Υπηρεσία Δήμων και Κοινοτήτων (Τ.Υ.Δ.Κ). Περαιτέρω, εξαιρετικά στην περίπτωση που ο Προϊστάμενος της Τ.Υ.Δ.Κ. επιβεβαιώνει εγγράφως την αδυναμία της τελευταίας να προβεί στη σύνταξη της σχετικής μελέτης, επιτρέπεται, η ανάθεση εκπόνησης αυτής σε ιδιώτες μελετητές και ιδιωτικά γραφεία μελετών, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής, στην οποία πρέπει να εξειδικεύονται οι λόγοι που επιβάλουν την ανάθεση εκπόνησης αυτής σε τρίτους (πρβλ. 18/2012 πράξ. Κλιμ. VII Τμημ.). Ως κύρια διαδικασία ανάθεσης μελετών από τους Ο.Τ.Α. καθιερώνεται η διενέργεια διαγωνισμού, ώστε να καθίσταται δυνατή, με την προσέλευση ικανού αριθμού συμμετεχόντων, η αποφυγή του κινδύνου μεθοδεύσεων, η ανάπτυξη επαρκούς ανταγωνισμού και η επιλογή της πλέον συμφέρουσας από τεχνικής και οικονομικής απόψεως προσφοράς. Η με απευθείας ανάθεση εκπόνηση μελέτης αποτελεί εξαιρετική διαδικασία, που επιτρέπεται μόνο στις ρητά καθοριζόμενες από το νόμο περιπτώσεις.(…) Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις προηγούμενες σκέψεις, το Κλιμάκιο κρίνει κατά τον βασίμως προβαλλόμενο πρώτο λόγο διαφωνίας της Επιτρόπου ότι μη νομίμως ανατέθηκε στη φερόμενη ως δικαιούχο του υπό κρίση χρηματικού εντάλματος η εν λόγω μελέτη, καθόσον αυτή αφορά σε αντικείμενο, που ανάγεται στα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του υπηρετούντος στο Δήμο προσωπικού, όπως προκύπτει από τη διάρθρωση των υπηρεσιών αυτού, ενώ περαιτέρω δεν πρόκειται για ειδικής φύσεως εργασίες για την εκτέλεση των οποίων απαιτούνται ειδικές γνώσεις, που αποδεδειγμένα δεν διέθετε το προσωπικό που υπηρετούσε στο Δήμο.
ΕΣ/Τμ.7(ΚΠΕ)200/2013
Καταβολή αμοιβής έναντι εκτέλεσης: α) της 4805/24.4.2009 σύμβασης «Προετοιμασία και Υποστήριξη της υποβολής του φακέλου αίτησης του Δήμου ...... στο Πρόγραμμα Εξοικονομώ (Ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης και σχέδιο υλοποίησης) και β) της 4806/24.4.2009 σύμβασης «Επιστημονική Υποστήριξη στην εκτίμηση των απαιτούμενων Ενεργειακών δεδομένων που απαιτούνται κατά την συμπλήρωση των αντίστοιχων πεδίων και εντύπων των ΟΣΔ και ΣΧΥ του Δήμου ...... στο πλαίσιο του Προγράμματος “ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΩ”» αντιστοίχως (...) Ο ν. 3463/2006 «Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων» (ΦΕΚ Α΄ 114) ορίζει, στην παρ. 2 του άρθρου 209, ότι: «Η παροχή των κάθε είδους υπηρεσιών προς τους φορείς της προηγούμενης παραγράφου, πλην αυτών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3316/2005 (ΦΕΚ 42 Α΄), ρυθμίζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών», στην παρ.9 του ιδίου ως άνω άρθρου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ.13 του ν.3731/2008 «Αναδιοργάνωση της δημοτικής αστυνομίας και ρυθμίσεις λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών» (ΦΕΚ Α΄ 262/23.12.2008), ότι: «Οι Δήμοι (…) δύνανται να αναθέτουν απευθείας ή με συνοπτική διαδικασία (πρόχειρο διαγωνισμό) παροχή υπηρεσιών, που δεν υπάγονται στις διατάξεις του ν.3316/2005 (ΦΕΚ 42 Α΄), σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 83 του ν.2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α΄), ως προς τα επιτρεπτά χρηματικά όρια, όπως αυτά καθορίζονται με τις εκάστοτε εκδιδόμενες αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (…)» και, στο άρθρο 273 παρ.1, ότι: «Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος της παραγράφου 2 του άρθρου 209 οι κάθε είδους υπηρεσίες, εκτός από τις υπηρεσίες που παρέχονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3316/2005 (ΦΕΚ 42 Α΄), διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ/τος 28/1980 (ΦΕΚ 11 Α΄), με την επιφύλαξη των ειδικών ρυθμίσεων του π.δ/τος 346/1998 (ΦΕΚ 230 Α΄), ως ισχύει». Σύμφωνα δε με το άρθρο 70 παρ. 1 του π.δ. 28/1980 «Περί εκτελέσεως έργων και προμηθειών Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως» (ΦΕΚ Α΄ 11): «Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται γενικώς και κατ’ αναλογίαν και επί της εκτελέσεως (…), εργασιών (…) των δήμων (…)», ενώ στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 του ίδιου π.δ. ορίζεται ότι: «Η εκτέλεσις δημοτικών και κοινοτικών έργων και προμηθειών (…) ενεργείται επί τη βάσει (…) της συμβάσεως, συναπτομένης κατόπιν τακτικής δημοπρασίας, πλην των περιπτώσεων, όπου, κατά νόμον, δεν απαιτείται αύτη». Τέλος, κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 83 του ν. 2362/95 εκδόθηκε η 35130/739/9.8.2010 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Αύξηση και ορισμός σε ευρώ των χρηματικών ποσών του άρθρου 83 παρ. 1 του Ν. 2362/95» (ΦΕΚ Β΄ 1291/11.8.2010), στο άρθρο 1 της οποίας ορίζεται ότι: «1. Αναπροσαρμόζουμε τα ποσά για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων που αφορούν προμήθεια προϊόντων, παροχή υπηρεσιών ή εκτέλεση έργων ως ακολούθως: α) Με απευθείας ανάθεση μέχρι του ποσού των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ. β) Με συνοπτική διαδικασία (πρόχειρο διαγωνισμό) από του ποσού της προηγουμένης περίπτωσης μέχρι του ποσού των εξήντα χιλιάδων (60.000,00) ευρώ. γ) Με διενέργεια τακτικού διαγωνισμού άνω του ποσού των εξήντα χιλιάδων (60.000,00) ευρώ. 2. Οι περιορισμοί των ως άνω ποσών αναφέρονται σε σχέση με το ύψος της εγγεγραμμένης ετήσιας πίστωσης κατά Ειδικό Φορέα και Κ.Α.Ε. στον προϋπολογισμό κάθε φορέα και στα ποσά αυτά δεν συμπεριλαμβάνεται ο Φ.Π.Α. (…)». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι για την ανάθεση παροχής υπηρεσιών από Ο.Τ.Α., εφόσον ο προϋπολογισμός αυτών δεν εμπίπτει στα όρια εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (Οδηγία 2004/18/ΕΚ, που ισχύει από 1.2.2006 και ήδη π.δ. 60/2007), εφαρμόζονται, για τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί μετά την 1.1.2007, ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (άρθρο τέταρτο του ν. 3463/2006, ΦΕΚ Α΄ 114) και μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος, που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 209 του ως άνω νομοθετήματος, οι διατάξεις του π.δ. 28/1980, από τις οποίες προκύπτει ότι για την ανάθεση υπηρεσιών, στην έννοια των οποίων εμπίπτει και η εκτέλεση εργασιών, απαιτείται η διενέργεια δημόσιου ανοικτού μειοδοτικού διαγωνισμού, ώστε να καθίσταται δυνατή, με την προσέλευση μεγάλου ή έστω ικανού αριθμού μειοδοτών, η ανάπτυξη επαρκούς ανταγωνισμού και η διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων των Ο.Τ.Α. με την επιλογή της πλέον συμφέρουσας γι’ αυτούς προσφοράς. Κατ’ εξαίρεση, είναι δυνατή η απευθείας ανάθεση υπηρεσιών, όταν η συνολική δαπάνη αυτών δεν υπερβαίνει το ποσό των 20.000,00 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. (βλ. άρθρο 83 του ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της 35130/739/9.8.2010 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών). Προκειμένου δε να διαπιστωθεί το ποσό, στο οποίο ανέρχεται η δαπάνη παροχής συγκεκριμένων υπηρεσιών και, κατ’ επέκταση, η δυνατότητα απευθείας ανάθεσής τους, λαμβάνεται υπόψη η συνολική δαπάνη που απαιτείται για να καλυφθούν οι ανάγκες του δήμου σε υπηρεσίες στο σύνολό τους, οι οποίες, κατά τα διδάγ