ΔΕΚ/C-126/2003
Τύπος: Δικαστικές Αποφάσεις
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 92/50/ΕΟΚ – Δημόσιες συμβάσεις – Υπηρεσίες μεταφοράς απορριμμάτων – Διαδικασία χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκηρύξεως της συμβάσεως – Σύμβαση συναφθείσα από αναθέτουσα αρχή στο πλαίσιο οικονομικής δραστηριότητας υπαγομένης στον ανταγωνισμό – Σύναψη συναφθείσα από αναθέτουσα αρχή προκειμένου να μπορέσει να υποβάλει προσφορά σε διαδικασία συνάψεως συμβάσεως – Δικαιολόγηση των δυνατοτήτων του παρέχοντος υπηρεσίες – Δυνατότητα επικλήσεως των δυνατοτήτων τρίτου – Υπεργολαβία – Συνέπειες αποφάσεως διαπιστώνουσας παράβαση»
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.4/9/2018
Υπηρεσίες φύλαξης-Υπεργολαβία. (..)Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις προηγούμενες σκέψεις, το Κλιμάκιο κρίνει ότι: α) μη νομίμως συνήφθη η ανωτέρω σύμβαση, καθόσον, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από την Επίτροπο, από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι η αναθέτουσα Αρχή υπέβαλε γραπτό αίτημα για τη χορήγηση του πιστοποιητικού της παρ.2β του άρθρου 68 του ν. 3863/2010. (..)Εξάλλου, η αναθέτουσα Αρχή δεν προέβη ούτε σε εκ των υστέρων, έστω, κίνηση διαδικασίας συμπλήρωσης του φακέλου με το επίμαχο πιστοποιητικό, με αποτέλεσμα να παραμένει άδηλο αν υπάρχουν καταχωρημένες στο «Μητρώο Παραβατών Εταιρειών Παροχής Υπηρεσιών Καθαρισμού ή/και Φύλαξης» τυχόν πράξεις επιβολής προστίμου σε βάρος της αναδόχου και β) κατά παράβαση της ρητής απαγόρευσης της παραγράφου 5 των τεχνικών προδιαγραφών, οι οποίες αποτελούν παράρτημα της ανωτέρω σύμβασης, η ανάδοχος εταιρεία ανέθεσε την εκτέλεση αυτής στην εταιρεία ...., μέσω του προσωπικού της οποίας τη διεκπεραίωσε...ωστόσο σημειώνεται ότι η ανάδοχος ουδέποτε ενημέρωσε σχετικώς, εγγράφως ή με άλλο τρόπο, την αναθέτουσα Αρχή για την πραγματοποιηθείσα υπεργολαβία..(..)Κατόπιν αυτών το Κλιμάκιο κρίνει ότι το η εντελλόμενη δαπάνη δεν είναι νόμιμη και το ελεγχόμενο ένταλμα δεν πρέπει να θεωρηθεί.
ΕλΣυν/Τμ.6/3334/2009
Για τη σύναψη συμβάσεων παροχής υπηρεσιών θα πρέπει, κατά κανόνα, να διενεργείται ανοικτός ή κλειστός διαγωνισμός, ενώ εξαιρετικά, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να συνάψει σύμβαση παροχής υπηρεσιών με τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, χωρίς να έχει προηγηθεί δημοσίευση σχετικής προκήρυξης, στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις της διάταξης του ως άνω άρθρου 25, οι οποίες, καθώς εισάγουν παρέκκλιση από τον κανόνα, είναι στενά ερμηνευτέες και το βάρος απόδειξης φέρει όποιος τις επικαλείται. Ειδικότερα, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να προσφύγει στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης όταν, εκτός των άλλων, για λόγους τεχνικούς (όπως η κατοχή αποκλειστικών τεχνικών μέσων, γνώσεων ή μεθόδων) ή σχετικούς με την προστασία αποκλειστικών δικαιωμάτων, καθίσταται απολύτως αναγκαίο να ανατεθεί η εκτέλεση σε συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο όμως δεν αρκεί να είναι απλώς ικανό να παράσχει με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο τις ζητούμενες υπηρεσίες, αλλά απαιτείται να είναι και το μοναδικό έναντι οιουδήποτε άλλου προσώπου παρέχοντος ανάλογες υπηρεσίες (ΔΕΚ 199/85 Επιτροπή κατά Ιταλίας, ΔΕΚ 296/92 Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, ΔΕΚ 57/94 Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας). Συνεπώς, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η αναθέτουσα αρχή δύναται να προβεί, ύστερα από διαπραγματεύσεις, σε απευθείας ανάθεση υπηρεσιών για λόγους τεχνικούς ή προστασίας δικαιωμάτων αποκλειστικότητας, χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης, έχοντας όμως προηγουμένως σταθμίσει όλες τις οικονομοτεχνικές παραμέτρους, που καθιστούν συμφερότερη την προσφυγή σε αυτήν την όλως εξαιρετική διαδικασία, με πλήρη και ειδική αιτιολογία που πρέπει να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, για τους λόγους που επέβαλαν την απόφασή της αυτή, διαφορετικά η διαδικασία της απευθείας ανάθεσης δεν είναι νόμιμη (βλ. Πράξεις 77/2008, 263/2007, 186, 187, 188, 189, 190, 191/2006, 61/2004 VI Τμ Ε.Σ.).
ΣτΕ/1137/2006
Η αντίληψη της αναθετούσης αρχής περί του ότι η υποβολή μιας μόνον εγκύρου προσφοράς αρκεί για να αιτιολογήσει την ακύρωση της επίμαχης διαγωνιστικής διαδικασίας δεν μπορεί να βρει έρεισμα στα κριθέντα από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην απόφαση επί της υποθέσεως C-27/98, Metalmeccanica Fracasso, την οποία επικαλείται η αναθέτουσα αρχή. Και τούτο, διότι, ανεξαρτήτως αν το επίμαχο ζήτημα της ακυρώσεως διαδικασίας αναθέσεως συμβάσεως παραχωρήσεως δημοσίου έργου διέπεται από τους κανόνες της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ (βλ. σχετικώς τα οριζόμενα στο άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας), πάντως από τα κριθέντα με την απόφαση αυτή περί του ότι, κατά την οδηγία 93/37/ΕΟΚ, η αναθέτουσα αρχή ούτε υποχρεούται να αναθέσει το έργο στον μοναδικό διαγωνιζόμενο που κρίθηκε ικανός να μετάσχει στο διαγωνισμό ούτε υποχρεούται να επικαλεσθεί σοβαρούς ή εξαιρετικούς λόγους για τη μη ανάθεση του έργου στον εν λόγω μοναδικό διαγωνιζόμενο, δεν μπορεί να συναχθεί, άνευ ετέρου, όπως φαίνεται να υπολαμβάνει η Διοίκηση, ότι, στην περίπτωση που η Διακήρυξη του διαγωνισμού προβλέπει ευχέρεια της αναθετούσης αρχής προς ακύρωση του διαγωνισμού και έχει υποβληθεί εγκύρως μια μόνον προσφορά, τούτο αρκεί πάντοτε, ανεξαρτήτως των συνθηκών του συγκεκριμένου διαγωνισμού, για να παράσχει αιτιολογικό έρεισμα στην πράξη ακυρώσεως του διαγωνισμού και προκηρύξεως νέου με το αυτό αντικείμενο.
ΕλΣυν/Τμ.6/270/2011
Από τις ως άνω διατάξεις (π.δ.60/2007)προκύπτει ότι σε επίπεδο κοινοτικού δικαίου, αναγνωρίζεται η προβλεπόμενη από τη διακήρυξη, δυνατότητα παρατάσεως της αρχικής συμβάσεως με μονομερή πράξη της αναθέτουσας αρχής και η αξία της συνυπολογίζεται στην αξία της αρχικής συμβάσεως προκειμένου να εφαρμοσθεί η κοινοτική νομοθεσία. Ωστόσο, η διακήρυξη δεν μπορεί να περιέχει όρους αντίθετους με άλλους κανόνες δικαίου ή με γενικές αρχές όπως αυτή του ανταγωνισμού και της διαφάνειας στην ανάληψη και εκτέλεση των δημοσίων υπηρεσιών. Κριτήρια, προκειμένου να θεωρηθεί νόμιμος ο όρος περί παρατάσεως της συμβάσεως είναι: α) να αναφέρεται σε υπηρεσίες ίδιες με αυτές της αρχικής συμβάσεως, των οποίων η παροχή γίνεται υπό τους ίδιους ακριβώς με της αρχικής συμβάσεως, όρους -συμπεριλαμβανομένου του τιμήματος, χωρίς δυνατότητα προσαυξήσεων- και β) η διάρκειά της να μην εκτείνεται σε τέτοιο βαθμό ώστε, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου ισχύος της αρχικής συμβάσεως, αλλά και του είδους των εκάστοτε παρεχομένων υπηρεσιών, να οδηγεί σε καταστρατήγηση της δυνατότητας διενέργειας δημόσιου διαγωνισμού και ανάπτυξης ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων του οικείου κλάδου παροχής υπηρεσιών. Προκειμένου δε περί βραχύβιων συμβάσεων μονοετούς ή διετούς διάρκειας, η παράταση δεν δύναται να υπερβαίνει το χρονικό όριο ισχύος των αρχικών συμβάσεων (Πράξεις IV Τμήματος 15/2008, 1/2008, 162/2007). Σε κάθε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η χρηματική αποτίμηση του δικαιώματος παρατάσεως προσβάλλεται ο ανταγωνισμός (ανεξαρτήτως του αν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας της οικείας διακηρύξεως) αφενός διότι η χρηματική αποτίμηση προβλέπεται ρητά στις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 του Π.Δ/τος 60/2007 και συνυπολογίζεται για την εξεύρεση της προϋπολογιστέας δαπάνης, αφετέρου διότι η εκδήλωση ενδιαφέροντος σε συγκεκριμένο διεθνή διαγωνισμό επηρεάζεται τόσο από τη διάρκεια της συμβάσεως όσο και από το ύψος του τιμήματος. Η παράταση δημιουργεί δαπάνη πέραν του αρχικού προϋπολογισμού και πρέπει να συνυπολογίζεται για την υπαγωγή της συμβάσεως στους κανόνες του κοινοτικού δικαίου (Πράξη IV Τμήματος 162/2007). Η μη τήρηση ορισμένων κριτηρίων (όπως ο σαφής προσδιορισμός του χρόνου της παρατάσεως και του τιμήματος) καθιστά μη νόμιμο τον οικείο όρο διότι κατ’ ουσίαν δίνει τη δυνατότητα στην αναθέτουσα αρχή να αναθέσει απευθείας τις υπηρεσίες στην αρχική ανάδοχο.
ΕλΣυν.Τμ.4(ΚΠΕ)/24/2015
Υπηρεσίες - εργασίες καθαρισμού:Μη νόμιμη η καταβολή ποσού από Εθνικό Στάδιο σε ατομική επιχείρηση για την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας, καθόσον: α) η αναθέτουσα αρχή αποδέχθηκε την οικονομική προσφορά της ανωτέρω επιχείρησης, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 68 παρ.1 του ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α' 115/2010), δεδομένου ότι ως προς το διοικητικό κόστος και το εργολαβικό όφελος η εν λόγω οικονομική προσφορά εμφανίζεται εξ αντικειμένου ως υπερβολικά χαμηλή και β) κατά παράβαση του άρθρου 68 παρ. 3 του ν. 3863/2010, στη συναφθείσα μεταξύ των μερών σύμβαση, δεν περιλήφθησαν όλα τα στοιχεία α' έως στ' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου και ειδικότερα τα στοιχεία γ', δ', ε' και στ', τα οποία αποσκοπούν στον έλεγχο της διασφάλισης των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στις εταιρείες που παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές
ΕλΣυν.Τμ.4(ΚΠΕ)222/2015
ΕΡΓΑΣΙΕΣ- ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ.Υπηρεσίες φύλαξης:Μη νόμιμη η καταβολή ποσού από Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού σε εταιρεία, ως αμοιβή της για την παροχή υπηρεσιών φύλαξης των κτιρίων δύο Κέντρων Προώθησης Απασχόλησης του Οργανισμού, κατά το χρονικό διάστημα από 11.10.2014 έως 10.11.2014, καθόσον μη νομίμως αποτέλεσε νομική βάση για τη σύναψη της επίμαχης συμβάσεως παροχής υπηρεσιών η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 του π.δ. 60/2007, με την οποία μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 4 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, αφού δεν συντρέχει καμία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής της. Στην προκειμένη περίπτωση, η ανάθεση των επίμαχων υπηρεσιών δεν δύναται να βρει νόμιμο έρεισμα στην εν λόγω διάταξη, καθόσον δεν πρόκειται για συμπληρωματικές υπηρεσίες, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 31 παρ. 4 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ και των ομοίου περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 25 παρ. 4 του π.δ. 60/2007. Ειδικότερα, δεν πρόκειται για υπηρεσίες οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες για την εκτέλεση των υπηρεσιών της αρχικής συμβάσεως, ενώ δεν γίνεται επίκληση από την αναθέτουσα αρχή, αλλά ούτε και προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου η συνδρομή απρόβλεπτων περιστάσεων, ήτοι πραγματικών γεγονότων που αντικειμενικώς δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν, σύμφωνα με τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, ούτως ώστε οι υπηρεσίες αυτές να ενταχθούν στην αρχική σύμβαση.
ΔΕΚ/C-394/2002
«Παράβαση κράτους μέλους — Οδηγία 93/38/ΕΟΚ — Δημόσιες συμβάσεις στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών — Σύμβαση για την κατασκευή συστήματος ταινιοδρόμων στον ατμοηλεκτρικό σταθμό Μεγαλόπολης — Παράλειψη δημοσιεύσεως προκηρύξεως διαγωνισμού — Τεχνική ιδιομορφία — Απρόβλεπτο γεγονός — Κατεπείγουσα ανάγκη»Οι διατάξεις του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχεία γ΄ και δ΄, της οδηγίας 93/38, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, που επιτρέπουν σε ορισμένες περιπτώσεις στους αναθέτοντες φορείς να χρησιμοποιήσουν διαδικασία χωρίς προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού, πρέπει, ως παρεκκλίνουσες από τους κανόνες περί των διαδικασιών αναθέσεως των δημοσίων συμβάσεων, να ερμηνεύονται συσταλτικώς. Εξάλλου, το βάρος αποδείξεως φέρει ο προτιθέμενος να κάνει χρήση των διατάξεων αυτών. Όσον αφορά, πρώτον, το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, της εν λόγω οδηγίας, η εφαρμογή της εξαρτάται από τη συνδρομή δύο σωρευτικώς εφαρμοζομένων προϋποθέσεων, ήτοι, αφενός, της προϋποθέσεως της τεχνικής ιδιομορφίας των έργων που αποτελούν το αντικείμενο της συμβάσεως και, αφετέρου, της προϋποθέσεως να καθιστά η τεχνική αυτή ιδιομορφία απολύτως αναγκαία την ανάθεση της εν λόγω συμβάσεως σε συγκεκριμένη επιχείρηση. Όσον αφορά, δεύτερον, την παρέκκλιση την οποία προβλέπει το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, της εν λόγω οδηγίας, η εφαρμογή της εξαρτάται από τη συνδρομή τριών σωρευτικών προϋποθέσεων, ήτοι της υπάρξεως απρόβλεπτου γεγονότος, της υπάρξεως κατεπείγουσας ανάγκης μη συμβιβαζόμενης με τις προθεσμίες που επιβάλλει η προκήρυξη διαγωνισμού και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του απρόβλεπτου γεγονότος και της εξ αυτού ανακύψασας κατεπείγουσας ανάγκης. Η εκ μέρους της αρχής που πρέπει να εγκρίνει το συγκεκριμένο σχέδιο ενδεχόμενη επιβολή προθεσμιών αποτελεί συναφώς προβλέψιμο στοιχείο της διαδικασίας εγκρίσεως του εν λόγω σχεδίου.
ΔΕΚ/C-226/2009
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 2004/18/ΕΚ – Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων – Σύναψη συμβάσεως παροχής υπηρεσιών διερμηνείας και μεταφράσεως – Υπηρεσίες εμπίπτουσες στο παράρτημα II B της εν λόγω οδηγίας – Υπηρεσίες μη υποκείμενες σε όλες τις επιταγές της οδηγίας – Στάθμιση των κριτηρίων αναθέσεως μετά την υποβολή των προσφορών – Tροποποίηση της σταθμίσεως των κριτηρίων αναθέσεως κατόπιν της πρώτης εξετάσεως των προσφορών – Τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της υποχρεώσεως διαφάνειας» 1. Οι αναθέτουσες αρχές που συνάπτουν συμβάσεις οι οποίες εμπίπτουν στο παράρτημα II B της οδηγίας 2004/18 περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, ακόμη και αν δεν υπόκεινται στους κανόνες της οδηγίας περί των υποχρεώσεων εισόδου σε ανταγωνισμό με προηγούμενη δημοσιότητα, εξακολουθούν να υπόκεινται στους θεμελιώδεις κανόνες του δικαίου της Ένωσης και ιδίως στις αρχές που θέτει η Συνθήκη ΛΕΕ όσον αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Το καθεστώς που καθιερώνει ο νομοθέτης της Ένωσης για τις αγορές που συνδέονται με τις προβλεπόμενες στο εν λόγω παράρτημα II B υπηρεσίες δεν μπορεί, συνεπώς, να ερμηνευθεί ως εμπόδιο στην εφαρμογή των απορρεουσών από τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ αρχών και, ως εκ τούτου, των υποχρεώσεων που σκοπούν στην εξασφάλιση της διαφάνειας των διαδικασιών και της ίσης μεταχειρίσεως των διαγωνιζομένων, στην περίπτωση κατά την οποία οι αγορές αυτές παρουσιάζουν κάποιο διασυνοριακό ενδιαφέρον. (βλ. σκέψεις 29, 31) (...)3. Οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της διαφάνειας των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων συνεπάγονται για τις αναθέτουσες αρχές την υποχρέωση να ακολουθούν την ίδια ερμηνεία των κριτηρίων αναθέσεως καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Όσον αφορά καθαυτά τα κριτήρια αναθέσεως, δεν πρέπει κατά μείζονα λόγο να τροποποιούνται κατά οποιονδήποτε τρόπο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συνάψεως της συμβάσεως. Κατά συνέπεια, κράτος μέλος που τροποποιεί τη στάθμιση των κριτηρίων αναθέσεως του αντικειμένου συμβάσεως παροχής υπηρεσιών διερμηνείας και μεταφράσεως εμπίπτουσας στο παράρτημα II B της οδηγίας 2004/18 περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, κατόπιν μιας πρώτης εξετάσεως των υποβληθεισών προσφορών, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και την παρεπόμενη υποχρέωση διαφάνειας. (βλ. σκέψεις 59-60, 66)
ΝΣΚ/16/2010
Διαδικασία με διαπραγμάτευση, χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού για τη σύναψη σύμβασης συντήρησης του πληροφοριακού συστήματος E-Data Center – Ενεργοποίηση του δικαιώματος προαιρέσεως.(...)1) Η Υπηρεσία δεν δύναται να προσφύγει στη διαδικασία με διαπραγμάτευση, χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού (άρθρο 25 παρ.4 εδ.β’ του Π.Δ/τος 60/2007), διότι οι υπηρεσίες συντηρήσεως έχουν αποτελέσει αντικείμενο της ανωτέρω συμβάσεως, υπό τη νομική μορφή του συμφώνου προαιρέσεως. 2) Η αναθέτουσα αρχή, εφόσον προβεί στη σχετική προς τούτο δήλωση, θα καταρτίσει με τον ανάδοχο πενταετή σύμβαση συντήρησης του λογισμικού, ως προς το οποίο έληξε η ελάχιστη περίοδος δωρεάν συντήρησης αυτού (ενώ για τη συντήρηση του εξοπλισμού η αντίστοιχη περίοδος είναι τριετής και ισχύει μέχρι το τέλος του 2011). Οι αναγκαίοι όροι της νέας αυτής σύμβασης που θα καταρτιστεί ήδη περιέχονται στην αρχική σύμβαση (προκήρυξη, τεχνική και οικονομική προσφορά του αναδόχου, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 της Σύμβασης). 3) Η αλλαγή της χρηματοδότησης της δαπάνης συντήρησης, από τα κοινοτικά κονδύλια στον τακτικό προϋπολογισμό, δεν ασκεί επιρροή στην ενεργοποίηση του δικαιώματος προαιρέσεως.
ΔΕΚ/C-26/2003
1.Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων – Οδηγία 89/665 – Υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέψουν διαδικασία προσφυγής – Αποφάσεις δεκτικές προσφυγής – Έννοια – Αποφάσεις που λαμβάνονται εκτός του πλαισίου μιας τυπικής διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως και πριν από την επίσημη προκήρυξη διαγωνισμού – Εμπίπτουν – Πρόσβαση στις διαδικασίες προσφυγής – Προϋποθέσεις – Η διαδικασία πρέπει να έχει προχωρήσει τυπικώς σε συγκεκριμένο στάδιο – Δεν επιτρέπεται (Οδηγίες του Συμβουλίου 89/665, άρθρο 1 § 1, και 92/50) 2. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών – Οδηγία 92/50 – Πεδίο εφαρμογής – Αναθέτουσα αρχή η οποία κατέχει, μαζί με μία ή περισσότερες ιδιωτικές επιχειρήσεις, συμμετοχή στο κεφάλαιο εταιρίας νομικώς διακεκριμένης από την ίδια – Σύμβαση που συνήψε η αναθέτουσα αρχή με την εν λόγω εταιρία – Εμπίπτει (Οδηγία 92/50 του Συμβουλίου) 1.Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/50, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, η οποία επίσης τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52, έχει την έννοια ότι η υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν τη δυνατότητα ασκήσεως αποτελεσματικών και ταχέων ενδίκων βοηθημάτων κατά των αποφάσεων που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές καλύπτει και τις αποφάσεις που λαμβάνονται εκτός του πλαισίου μιας τυπικής διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως και πριν από την επίσημη προκήρυξη διαγωνισμού, ιδίως δε την απόφαση που αφορά το αν μια ορισμένη δημόσια σύμβαση εμπίπτει στο προσωπικό ή στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/50, όπως τροποποιήθηκε. Αυτή η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής παρέχεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από μια εικαζόμενη παράβαση, άπαξ εκδηλωθεί η βούληση της αναθέτουσας αρχής η οποία μπορεί να έχει έννομα αποτελέσματα. Επομένως, τα κράτη μέλη δεν δικαιούνται να εξαρτούν τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής από το αν η οικεία διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως έχει προχωρήσει τυπικώς σε συγκεκριμένο στάδιο. (βλ. σκέψη 41, διατακτ. 1) 2.Σε περίπτωση που η αναθέτουσα αρχή σκοπεύει να συνάψει σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας αφορώσα την παροχή υπηρεσιών που εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/50, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52, με μια εταιρία νομικώς διακεκριμένη από την ίδια, στο κεφάλαιο της οποίας η εν λόγω αρχή συμμετέχει μαζί με μία ή περισσότερες ιδιωτικές επιχειρήσεις, πρέπει πάντοτε να εφαρμόζονται οι διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων που προβλέπει η οδηγία αυτή, ακόμη και αν η εν λόγω συμμετοχή είναι κατά πλειοψηφία. (βλ. σκέψη 52, διατακτ. 2)