×
register
Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

ΔΕΚ/C‑927/2019

Τύπος: Δικαστικές Αποφάσεις

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ: ΔΑΝΕΙΑ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Στην υπόθεση C‑927/19, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Lietuvos Aukščiausiasis Teismas (Ανώτατο Δικαστήριο της Λιθουανίας) με απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Δεκεμβρίου 2019, στο πλαίσιο της δίκης «Klaipėdos regiono atliekų tvarkymo centras» UAB(.....)Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται: 1)Το άρθρο 58 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, έχει την έννοια ότι η υποχρέωση των οικονομικών φορέων να αποδεικνύουν ότι πραγματοποιούν ορισμένο μέσο ετήσιο κύκλο εργασιών στον τομέα δραστηριοτήτων που καλύπτεται από την οικεία δημόσια σύμβαση συνιστά κριτήριο επιλογής το οποίο αφορά την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια των εν λόγω φορέων, κατά την έννοια της παραγράφου 3 της ως άνω διάταξης.(....) 8)Το άρθρο 63, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2014/24, σε συνδυασμό με το άρθρο 57, παράγραφοι 4 και 6, της οδηγίας, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας, όταν οικονομικός φορέας, ο οποίος είναι μέλος κοινοπραξίας οικονομικών φορέων, έχει κριθεί ένοχος ψευδούς δηλώσεως κατά την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται για να εξακριβωθεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι αποκλεισμού της κοινοπραξίας ή ότι η τελευταία πληροί τα κριτήρια επιλογής, ενώ τα λοιπά μέλη της κοινοπραξίας δεν είχαν λάβει γνώση της ψευδούς δηλώσεως, μπορεί να επιβληθεί σε όλα τα μέλη της κοινοπραξίας μέτρο αποκλεισμού από κάθε διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης.


Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)

Σχετικά Έγγραφα

ΔΕΚ/C‑367/2019

Στην υπόθεση C‑367/19, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε η Državna revizijska komisija za revizijo postopkov oddaje javnih naročil (Εθνική επιτροπή ελέγχου των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων, Σλοβενία) με απόφαση της 30ής Απριλίου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Μαΐου 2019, στο πλαίσιο της δίκης(....)Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται: Το άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 5, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2017/2365 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2017, έχει την έννοια ότι δεν αποτελεί νομική βάση για την απόρριψη της προσφοράς διαγωνιζομένου στο πλαίσιο διαδικασίας σύναψης δημόσιας σύμβασης για τον λόγο και μόνον ότι η τιμή που προτάθηκε με την προσφορά είναι μηδέν ευρώ.


ΕΣ/ΤΜΗΜΑ ΕΒΔΟΜΟ/259/2025

Παροχή υπηρεσιών σίτισης (...) Με την υπό κρίση προσφυγή ζητείται η ανάκληση της 489/2024 πράξης του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.(....) Ωστόσο, αναφορικά με τον έτερο διακωλυτικό της υπογραφής της σύμβασης λόγο, το Δικαστήριο κρίνει ότι το άρθρο 2.2.8 της διακήρυξης, που απαιτεί το σύνολο των παρεχόμενων υπηρεσιών να εκτελείται από τον προσφέροντα ή, σε περίπτωση υποβολής προσφοράς από ένωση οικονομικών φορέων, από ένα από τα μέλη της, με ίδια μέσα, χωρίς δυνατότητα στήριξης στις ικανότητες τρίτων, είναι μη νόμιμος, ως υπέρμετρα περιοριστικός του ανταγωνισμού. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με την εξαιρετική διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 78 του ν. 4412/2016 (και το αντίστοιχο άρθρο 63 παρ. 2 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ), ο κανόνας ότι οι οικονομικοί φορείς δύνανται να μετέχουν στους δημόσιους διαγωνισμούς στηριζόμενοι στις ικανότητες τρίτων μπορεί να καμφθεί μόνον για «ορισμένα» (ποσοτικό κριτήριο) και «κρίσιμα» (ποιοτικό κριτήριο) καθήκοντα και όχι για το σύνολο του έργου (βλ. ΕλΣυν Ολ. 101/2025 σκ. 12, 1674/2024 σκ. 15, 18). Ως εκ τούτου, αλυσιτελώς η αναθέτουσα αρχή επικαλείται, προκειμένου να αιτιολογήσει τον επίμαχο περιορισμό, τις αυξημένες απαιτήσεις της σύμβασης, λόγω του ευαίσθητου αντικειμένου αυτής, της διασποράς των τόπων εκτέλεσης του έργου, του μεγάλου αριθμού των φοιτητών και του εύρους των υποχρεώσεων του αναδόχου.  Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον συντρέχει διακωλυτικός της υπογραφής του σχεδίου σύμβασης λόγος, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να απορριφθεί και να μην ανακληθεί η προσβαλλόμενη πράξη.




ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/1674/2024

Βιοκλιματική Ανάπλαση του Παραλιακού Μετώπου.(...) Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 14 της παρούσας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 22.ΣΤ της ως άνω διακήρυξης, που προβλέπει ότι «η εκτέλεση του συνόλου του έργου γίνεται υποχρεωτικά από τον προσφέροντα ή, αν η προσφορά υποβάλλεται από ένωση οικονομικών φορέων, από έναν από τους συμμετέχοντες στην ένωση αυτή» είναι μη νόμιμη, διότι τέθηκε κατά παράβαση της παραγράφου 2 του άρθρου 78 του ν. 4412/2016, που επιτρέπει στις αναθέτουσες αρχές να απαιτήσουν την αυτοδύναμη, χωρίς δηλαδή την στήριξη στην τεχνική ικανότητα τρίτων, εκτέλεση ορισμένων μόνο κρίσιμων καθηκόντων και, πάντως, όχι του συνόλου του έργου από τον προσφέροντα ή έναν από τους συμμετέχοντες σε προσφέρουσα ένωση.Ειδικότερα, οι ρυθμίσεις του εδαφίου β΄ της παραγράφου 1 και στην παράγραφο 2 του άρθρου 78, οι οποίες ρυθμίζουν την περίπτωση στήριξης στην τεχνική [και όχι στην οικονομική ικανότητα τρίτων (βλ. απόφαση ΔΕΕ της 28.4.2022, C-642/20 «Caruter Srl», σκ. 40)] αποτελούν ακριβή μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των αντίστοιχων προβλέψεων του εδαφίου β΄ της παραγράφου 1 και της παραγράφου 2 του άρθρου 63 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ. Οι ρυθμίσεις αυτές εισάγουν νέες προϋποθέσεις, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο προγενέστερο νομικό καθεστώς, ήτοι στις προϊσχύουσες διατάξεις του άρθρου 48 παρ. 3 και 4 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (βλ. απόφαση ΔΕΕ της 7.4.2016 «Partner Apelski Dariusz», C‑324/14, σκ. 91), αλλά προστέθηκαν κατόπιν σχετικών περιπτώσεων που απασχόλησαν τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης. Κι ενώ η ρύθμιση του εδαφίου β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 78 αποβλέπει στη διασφάλιση, όπως προαναφέρθηκε, της πραγματικής και ενεργού συμμετοχής του τρίτου δανείζοντος τεχνική ικανότητα φορέα στην υλοποίηση της σύμβασης με τους πόρους και τα μέσα που του ανήκουν και τα οποία αποτελούν αντικείμενο δανεισμού, χωρίς τούτο να συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την υπεργολαβική ανάθεση τμήματος της σύμβασης σε αυτόν (βλ. ανωτέρω σκ. 14(iv) και 14(v) της παρούσας, απόφαση ΔΕΕ της 7.4.2016 «Partner Apelski Dariusz», C-324/14, σκ. 49, ΕλΣυν Ολ. 375/2024, σκ. 21, 23), η ρύθμιση της παραγράφου 2 του άρθρου 78 του ν. 4412/2016 (βλ. και παρ. 2 του άρθρου 63 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ) ρυθμίζει διαφορετική και όχι «αντίστροφη» περίπτωση, όπως λανθασμένα υπολαμβάνει η προσφεύγουσα. Στην υπό κρίση περίπτωση, η αναθέτουσα αρχή ορίζοντας ότι «η εκτέλεση του συνόλου των εργασιών γίνεται υποχρεωτικά από τον προσφέροντα», συμπλήρωσε το συγκεκριμένο πεδίο κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο και καθ’ υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής της ευχέρειας, αφού από τη διάταξη του άρθρου 78 παρ. 2 του ν. 4412/2016 και της αντίστοιχης ενωσιακής ρύθμισης του άρθρου 63 παρ.2 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση και υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις η εκτέλεση του συνόλου του έργου να απαιτηθεί να γίνει από τον προσφέροντα ή από έναν από τους συμμετέχοντες σε ένωση οικονομικών φορέων. Μετά και τις ανωτέρω παραδοχές, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι οι ισχυρισμοί περί ιδιαίτερων συνθηκών και πρακτικών δυσχερειών κατά την υλοποίηση του έργου, που επιβάλλουν τον ενιαίο συντονισμό από τον ανάδοχο του συνόλου των εργασιών. Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την προσφυγή ανάκλησης της ανώνυμης εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…».Απορρίπτει την παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία «….».Δεν ανακαλεί την 422/2024 Πράξη του Ε΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 

ΔΕΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣ/A΄ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/101/2025


ΝΣΚ/459/2008

Επιβολή κυρώσεων σε εταιρεία που συμμετέχει σε διαγωνισμό για την εξυπηρέτηση δρομολογιακών γραμμών, λόγω κατάθεσης ψευδούς ή ανακριβούς δικαιολογητικού συμμετοχής (υπεύθυνη δήλωση).(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή 
Η διαπίστωση υποβολής ψευδούς ή έστω ανακριβούς δηλώσεως εκ μέρους της προσφέρουσας εταιρείας, συνεπάγεται την κατάπτωση της εγγύησης συμμετοχής που είχε υποβάλει η προσφέρουσα εταιρεία, όχι όμως και τον άνευ ετέρου αποκλεισμό της από μελλοντικούς διαγωνισμούς, ενώ δεν υφίσταται εν τοις πράγμασι περιθώριο κηρύξεως αυτής έκπτωτης, εάν έχει ήδη αποκλεισθεί από τον διαγωνισμό.


(EE) C-425/2014

Απόφαση του Δικαστηρίου (δέκατο τμήμα) της 22ας Οκτωβρίου 2015 [αίτηση του Consiglio di Giustizia Amministrativa per la Regione siciliana (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] — Impresa Edilux srl, ως εκπρόσωπος της κοινοπραξίας, Società Italiana Costruzioni e Forniture srl (SICEF) κατά Assessorato Beni Culturali e Identità Siciliana — Servizio Soprintendenza Provincia di Trapani, Assessorato ai Beni Culturali e dell’Identità Siciliana, UREGA — Sezione provinciale di Trapani, Assessorato delle Infrastrutture e della Mobilità della Regione Siciliana (Προδικαστική παραπομπή — Δημόσιες συμβάσεις — Οδηγία 2004/18/ΕΚ — Λόγοι αποκλεισμού από διαγωνισμό — Σύμβαση αξίας υπολειπόμενης του κατώτατου χρηματικού ορίου εφαρμογής της οδηγίας αυτής — Θεμελιώδεις κανόνες της Συνθήκης ΛΕΕ — Δήλωση προσχωρήσεως σε πρωτόκολλο νομιμότητας σχετικού με την πάταξη εγκληματικών δραστηριοτήτων — Αποκλεισμός λόγω μη προσκομίσεως της εν λόγω δηλώσεως — Επιτρέπεται — Αναλογικότητα)


ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/1194/2023

Αναβάθμιση Ψηφιακών Υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών :ζητείται η ανάκληση της 369/2023 Πράξης του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Υπό το ανωτέρω νομικό και πραγματικό πλαίσιο της προκείμενης υπόθεσης, το Τμήμα κρίνει ότι ορθώς, αν και με μερικώς διάφορη αιτιολογία, ήτοι κατά το επάλληλο σκέλος του σκεπτικού της προσβαλλόμενης Πράξης (βλ. ανωτ. υπό σκ. 5.Β), έκρινε το Κλιμάκιο ότι -πέραν του ότι η σχετική απαγόρευση δεν προβλέπεται κατά τρόπο σαφή και αναντίρρητο στην οικεία Διακήρυξη, ώστε να μπορεί να γίνει αντιληπτή από τους ενδιαφερομένους και να ερμηνευτεί από αυτούς με ομοιόμορφο τρόπο, όπως επιβάλλουν οι αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης, εξαιτίας των διατάξεων αυτής (παρ. 2.2.8.1) που επιτρέπουν την προσφυγή σε δάνεια εμπειρία κατά τρόπο καθολικό- μη νομίμως αποκλείσθηκε με την παράγραφο 2.2.6 στ. β΄ της Διακήρυξης η δυνατότητα των διαγωνιζομένων να στηριχθούν στις ικανότητες άλλων φορέων όσον αφορά τα σχετικά με την τεχνική και επαγγελματική ικανότητα κριτήρια για δεκατρείς από τους συνολικώς δεκαέξι προβλεπόμενους ρόλους της Ομάδας Έργου, ορίζοντας ότι η στελέχωση των θέσεων αυτών πρέπει να γίνεται από υπαλλήλους του υποψηφίου Αναδόχου. Τούτο, διότι ο εν λόγω περιορισμός είναι αντίθετος προς τις κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 78 παρ. 1 του ν. 4412/2016, οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, επιτρέπουν τη σώρευση των ικανοτήτων πλειόνων οικονομικών φορέων προς εκπλήρωση των ελαχίστων απαιτήσεων ικανότητας που θέτει η αναθέτουσα αρχή, στο μέτρο που αποδεικνύεται ότι ο προσφέρων, που επικαλείται τις ικανότητες ενός ή περισσοτέρων άλλων φορέων, θα έχει πράγματι στη διάθεσή του τα μέσα αυτών τα οποία είναι αναγκαία για την εκτέλεση της σύμβασης. Περαιτέρω, δεν αιτιολογείται επαρκώς από την Αναθέτουσα Αρχή ούτε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι το αντικείμενο της σύμβασης (ψηφιακές υπηρεσίες) παρουσιάζει ιδιαιτερότητες ικανές να καταστήσουν ανεπίτρεπτη τη στήριξη στις τεχνικές ικανότητες τρίτων φορέων, υπό την προπεριγραφόμενη έννοια των εξαιρετικών περιστάσεων της παρ. 2 του άρθρου 78 του ν. 4412/2016 και, συνεπώς, είναι απορριπτέοι οι σχετικώς περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι με τις κρινόμενες προσφυγές ισχυρισμοί. Επιπροσθέτως, ενόψει του ότι η Διακήρυξη αποτελεί κανονιστική διοικητική πράξη, η καθοριζόμενη με αυτήν απαίτηση για εκτέλεση των παροχών της σύμβασης κατά το μεγαλύτερο μέρος τους (δεκατρείς εκ των δεκαέξι συνολικώς προβλεπόμενους ρόλους της Ομάδας Έργου) από τον ίδιο τον προσφέροντα αντιτίθεται ευθέως στον σκοπό της οικείας ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας που συνίσταται στην ανάπτυξη όσο το δυνατόν ευρύτερου ανταγωνισμού και στη διευκόλυνση της συμμετοχής των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στις δημόσιες συμβάσεις. Οι δε ισχυρισμοί του προσφεύγοντος Αναδόχου περί μη λήψεως υπόψιν από το Κλιμάκιο του απαραδέκτου -και για άλλους εκτός του εξεταζομένου λόγους- της συμμετοχής της παρεμβαίνουσας στον διαγωνισμό προβάλλονται αλυσιτελώς, καθόσον αφενός μεν αυτοί δεν αποτέλεσαν λόγους αποκλεισμού της παρεμβαίνουσας από την Αναθέτουσα Αρχή κατά την εξέταση των δικαιολογητικών συμμετοχής της αφετέρου δε διότι η διαπιστωθείσα με την προσβαλλόμενη Πράξη πλημμέλεια είναι αντικειμενική ως αναφερόμενη σε όρο της διακήρυξης. Ομοίως απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον και αληθής υποτιθέμενος δεν δύναται να άγει σε ανατροπή της προσβαλλόμενης Πράξης, είναι και ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος Αναδόχου περί υιοθετήσεως από το Κλιμάκιο με την προσβαλλόμενη Πράξη του υποβληθέντος ενώπιόν του υπομνήματος της παρεμβαίνουσας, παρά τη μη άσκηση από αυτήν σχετικής προδικαστικής προσφυγής. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός αυτού περί προσβολής των συνταγματικών αρχών της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της οικονομικής ελευθερίας διά της ανατροπής με την προσβαλλόμενη Πράξη των ευμενών προς αυτόν αποτελεσμάτων του διαγωνισμού είναι απορριπτέος, καθόσον αφενός στο πλαίσιο των δημοσίων συμβάσεων οι αρχές αυτές αναφέρονται στην ακώλυτη συμμετοχή στους σχετικούς διαγωνισμούς, χωρίς να διασφαλίζεται δικαίωμα σύναψης της σύμβασης στην περίπτωση που δεν συντρέχουν οι νόμιμοι προς τούτο όροι, αφετέρου ο ομοίως εκ του Συντάγματος καθιερούμενος προσυμβατικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποτελεί πρόσφορο και αναγκαίο περιορισμό για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος προς ανάπτυξη υγιούς ανταγωνισμού και την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού τήρησης των κανόνων και αρχών που διέπουν τη διαδικασία σύναψης των δημοσίων συμβάσεων και τελεί σε εύλογη αναλογία προς αυτόν. Τέλος, η ανωτέρω πλημμέλεια παρίσταται κατά την κρίση του Τμήματος ουσιώδης και καθιστά μη νόμιμη την ελεγχόμενη διαδικασία στο σύνολό της, απορριπτομένων των σχετικών ισχυρισμών της προσφεύγουσας Α.Α., καθόσον, ανεξαρτήτως της μη προσβολής των επίμαχων όρων της Διακήρυξης, εντοπίζεται στις διατάξεις που καθορίζουν τις προϋποθέσεις συμμετοχής στον επίμαχο διαγωνισμό και αντικειμενικά είναι πρόσφορη να νοθεύσει τον ελεύθερο ανταγωνισμό, αφού λειτουργεί αποτρεπτικά σε επίπεδο εκδήλωσης ενδιαφέροντος συμμετοχής από μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δεν έχουν τη δυνατότητα παροχής των ζητουμένων υπηρεσιών χωρίς δάνεια εμπειρία και μετακυλίει το βάρος προσβολής ενδεχόμενου αποκλεισμού τους στις ίδιες τις τυχόν ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις.Δεν ανακαλεί την 369/2023 Πράξη του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου


ΔΕΚ/C-348/2010

1) Ο οδηγία 2004/17/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών, έχει την έννοια ότι συνιστά δημόσια «σύμβαση υπηρεσιών» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, της οδηγίας αυτής μια σύμβαση στο πλαίσιο της οποίας ο ανάδοχος, δυνάμει των διατάξεων δημοσίου δικαίου και των συμβατικών όρων που διέπουν την παροχή των υπηρεσιών αυτών, δεν αναλαμβάνει σημαντικό τμήμα του κινδύνου που φέρει η αναθέτουσα αρχή. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει αν η επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη πρέπει να χαρακτηριστεί ως σύμβαση παραχώρησης υπηρεσιών ή δημόσια σύμβαση υπηρεσιών λαμβάνοντας υπόψη όλα τα γνωρίσματα της εν λόγω πράξεως. 2) Το άρθρο 2δ, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, δεν έχει εφαρμογή σε δημόσιες συμβάσεις οι οποίες συνάφθηκαν πριν την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2007/66.


Υπόθεση C-19/2013

«Προδικαστική παραπομπή — Δημόσιες συμβάσεις — Οδηγία 89/665/ΕΟΚ — Άρθρο 2δ, παράγραφος 4 — Ερμηνεία και κύρος — Διαδικασίες προσφυγών όσον αφορά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων — Ανενεργό της συμβάσεως — Αποκλείεται»Το άρθρο 2δ, παράγραφος 4, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, έχει την έννοια ότι, όταν μια δημόσια σύμβαση έχει συναφθεί άνευ προηγούμενης δημοσιεύσεως προκηρύξεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μολονότι αυτό δεν επιτρεπόταν δυνάμει της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, η διάταξη αυτή αποκλείει τη δυνατότητα να κηρυχθεί η σύμβαση ανενεργή, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η εν λόγω διάταξη, πράγμα το οποίο απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει.


ΔΕK/C-94/2012

Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως — Tribunale Amministrativo Regionale per le Marche — Ερμηνεία του άρθρου 47, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 114) — Χρηματοοικονομική ικανότητα του οικονομικού φορέα — Δυνατότητα επικλήσεως των δυνατοτήτων άλλων φορέων — Εθνική ρύθμιση που περιορίζει τη δυνατότητα αυτή σε έναν μόνο φορέα για κάθε κατηγορία πιστοποιήσεως που προβλέπει η εταιρία πιστοποιήσεως


ΔΕΚ/C-46/2015

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ:Στην υπόθεση C‑46/15, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunal Central Administrativo Sul (ανώτερο διοικητικό δικαστήριο νότιας Πορτογαλίας, Πορτογαλία) με απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Φεβρουαρίου 2015, στο πλαίσιο της δίκης(....)Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται: 1) Το άρθρο 48, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, σημείο ii, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, έχει την έννοια ότι πληροί τις προϋποθέσεις ώστε να παρέχει στους ιδιώτες, ελλείψει μεταφοράς του στο εσωτερικό δίκαιο, δικαιώματα που δύνανται αυτοί να προβάλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά αναθέτουσας αρχής, εφόσον η τελευταία είναι δημόσιος φορέας ή οργανισμός που είναι επιφορτισμένος, δυνάμει πράξεως της δημοσίας αρχής, με την παροχή υπηρεσίας δημόσιου συμφέροντος υπό τον έλεγχο της αρχής αυτής και διαθέτει, προς τούτο, εξαιρετικές εξουσίες σε σχέση με τους κανόνες που εφαρμόζονται στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών. 2) Το άρθρο 48, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, σημείο ii, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2004/18 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην εφαρμογή όρων που έχει προβλέψει η αναθέτουσα αρχή, όπως είναι οι επίμαχοι στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά τους οποίους οι οικονομικοί φορείς δεν επιτρέπεται να αποδείξουν τις τεχνικές τους ικανότητες με δική τους δήλωση, εκτός αν αποδείξουν ότι βρίσκονται στην αδυναμία ή σε σοβαρή δυσχέρεια να αποκτήσουν βεβαίωση από ιδιώτη αγοραστή. 3) Το άρθρο 48, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, σημείο ii, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2004/18 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εφαρμογή όρου, όπως ο επίμαχος στην υπόθεση της κύριας δίκης, τον οποίο έχει προβλέψει η αναθέτουσα αρχή και κατά τον οποίο η βεβαίωση του ιδιώτη αγοραστή πρέπει, επί ποινή αποκλεισμού της υποψηφιότητας του μετέχοντος στον διαγωνισμό, να φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από συμβολαιογράφο, δικηγόρο ή άλλη αρμόδια αρχή.