Αριθμός Πρωτοκόλλου: ΕΣ/ΚΛΙΜΑΚΙΟ Ε/243/2026
Με δεδομένα αυτά, από τον έλεγχο των υποβληθέντων στο Κλιμάκιο τούτο στοιχείων, δεν διαπιστώθηκαν νομικές πλημμέλειες κατά τη διαδικασία ανάδειξης αναδόχου του ελεγχόμενου έργου, που να κωλύουν την υπογραφή του υποβληθέντος σχεδίου σύμβασης, το οποίο επισυνάπτεται στην παρούσα Πράξη και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής υπό τον όρο ότι πριν από την επαναχρησιμοποίηση της εκροής της τριτοβάθμιας επεξεργασίας για τις ανάγκες της ΕΕΛ σε βιομηχανικό νερό και για άρδευση αγροτικών καλλιεργειών απαιτείται η ολοκλήρωση της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης με την έγκριση της σχετικής Τεχνικής Περιβαλλοντικής Μελέτης (ΤΕΠΕΜ), στην οποία θα εξειδικεύεται, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΚΥΑ 145116/2011, όπως ισχύει, ο σχεδιασμός της επαναχρησιμοποίησης.
Τύπος: ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΛΕΓΚ.ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
Ιστορικό Κωδικοποιήσεων
Σχετικά Έγγραφα
ΕΣ/ΚΛ.ΣΤ/361/2023
Προμήθειας με τίτλο «Αναβάθμιση Ε.Ε.Λ. Ιεράπετρας με στόχο την επαναχρησιμοποίηση της τριτοβάθμιας εκροής για άρδευση».(...)Συνεπώς, με δεδομένο ότι στο ΕΕΕΣ, καθώς και στα σχετικά δικαιολογητικά κατακύρωσης, ο εν λόγω οικονομικός φορέας υπέβαλε στοιχεία σχετικά με τον ειδικό κύκλο εργασιών για το έτος 2019, παραλείποντας τα αντίστοιχα στοιχεία για το έτος 2022, που είναι το πλέον πρόσφορο για τη διακρίβωση της οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειάς του, το Κλιμάκιο κρίνει ότι μη νομίμως έγινε δεκτή η συμμετοχή του στον ελεγχόμενο διαγωνισμό και, εν συνεχεία, κατακυρώθηκε σε αυτόν το αποτέλεσμά του. Η πλημμέλεια δε αυτή κρίνεται ουσιώδης, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 10 της παρούσας, με αποτέλεσμα να κωλύεται η υπογραφή του ελεγχόμενου σχεδίου σύμβασης. Αποφαίνεται ότι κωλύεται η υπογραφή του υποβληθέντος για έλεγχο νομιμότητας σχεδίου σύμβασης για την ανάθεση της προμήθειας με τίτλο «Αναβάθμιση ΕΕΛ Ιεράπετρας με στόχο την επαναχρησιμοποίηση της τριτοβάθμιας εκροής για άρδευση».
ΑΝΑΚΛΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/1640/2023
ΕΣ/ΚΛΙΜΑΚΙΟ Ε/254/2026
Αναβάλλει την έκδοση οριστικής Πράξης επί της νομιμότητας της διαδικασίας ανάδειξης αναδόχου και του σχεδίου σύμβασης του έργου με τίτλο «Αναβάθμιση Εγκατάστασης Επεξεργασίας Λυμάτων (ΕΕΛ) Κρανιδίου με σκοπό την επαναχρησιμοποίηση μέρους της εκροής για επωφελείς χρήσεις».
103023/2025
Εγκύκλιος προδιαγραφών ετήσιου Σχεδίου Περιβαλλοντικής Διαχείρισης (εΣΠΔ) στο πλαίσιο της δράσης 70-1.3.2 «Εφαρμογή της μεθόδου παρεμπόδισης σύζευξης των εντομολογικών εχθρών των καλλιεργειών (ΚΟΜΦΟΥΖΙΟ)» της παρέμβασης Π3-70-1.3 «Εφαρμογή εναλλακτικών μεθόδων φυτοπροστασίας με στόχο τη μείωση των φυτοφαρμάκων» του Στρατηγικού Σχεδίου Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της Ελλάδας (ΣΣ ΚΑΠ) 2023-2027. ΑΔΑ:ΨΝΧΛ4653ΠΓ-2Ψ3
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/2049/2022
ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΛΥΜΑΤΩΝ.(...)Συνεπώς, η επιγενόμενη (συνεπεία των θυελλωδών ανέμων και των προκληθεισών μεγάλων κυματισμών) βλάβη, στη θωράκιση του υποθαλάσσιου αγωγού, καθιστά αυτονοήτως μη λειτουργικό το όλο έργο της επέκτασης και του εκσυγχρονισμού της ΕΕΛ, το οποίο σχεδιάστηκε συγκεντρωτικά και προϋπέθετε κατά το χρόνο έγκρισης της οικείας μελέτης και σύναψης της αρχικής σύμβασης την αρτιότητα και λειτουργικότητα του προϋφιστάμενου αγωγού, για τον οποίο η μόνη επέμβαση που προβλέφθηκε προκειμένου να εξασφαλίζεται η καλύτερη διάχυση της εκροής ήταν η προσθήκη στομίων στον διαχυτήρα του. Η λειτουργική αυτή ενότητα επιρρωνύεται, τόσο από την πρόβλεψη της διακήρυξης της αρχικής σύμβασης ότι στο αντικείμενο του έργου περιλαμβάνονται όλες οι απαιτούμενες εργασίες αναβάθμισης και επέκτασης της υφιστάμενης ΕΕΛ, έστω και εάν δεν αναφέρονται ρητά στα τεύχη δημοπράτησης, όσο και από την τεχνική περιγραφή των εργασιών αυτών, η οποία καταστρώθηκε με λεπτομερή παράθεση των υφιστάμενων εγκαταστάσεων, μονάδων και κατασκευών, στις οποίες περιλαμβάνεται και ο υποθαλάσσιος αγωγός που μαζί με τον αντίστοιχο χερσαίο επιτελούν τη λειτουργία της διάθεσης των επεξεργασμένων λυμάτων στην θάλασσα και εντάσσονται στο έργο της επέκτασης της ΕΕΛ. Επομένως, οι συμπληρωματικές εργασίες που περιλαμβάνει η ελεγχόμενη 1η συμπληρωματική σύμβαση είναι τεχνικά αναγκαίες και συντελούν αφενός στην άρτια ολοκλήρωση του αντικειμένου της αρχικής σύμβασης χωρίς να αποτελούν ανεπίτρεπτη επέκτασή του ή μεταβολή της φύσης του, αφετέρου στην επίτευξη του σκοπού του έργου που είναι η επέκταση και αναβάθμιση της υφιστάμενης ΕΕΛ, ώστε να αποκτήσει δυναμικότητα ικανή να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις αυξημένες απαιτήσεις επεξεργασίας λυμάτων λόγω της προβλεπόμενης αύξησης του πληθυσμού κατά την επερχόμενη 20ετία και των όρων που τίθενται στην περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου. Για τους λόγους αυτούς Δέχεται την προσφυγή ανάκλησης τηςς 798/2022 Πράξης του Ε΄ Κλιμακίου και την υπέρ αυτής παρέμβαση
ΑΕΠΠ/1154/2020
Οι προσφεύγοντες αίτησαν την ακύρωση της Απόφασης 166/2020 της Οικονομικής Επιτροπής της αναθέτουσας αρχής, η οποία είχε κρίνει αποδεκτές τις προσφορές άλλων οικονομικών φορέων στη διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης έργου για την κατασκευή επεκτάσεων και αναβαθμίσεων εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυμάτων (ΕΕΛ), με εκτιμώμενη αξία 2.394.697 ευρώ (άνευ ΦΠΑ). Το αντικείμενο της σύμβασης αφορούσε εργασίες βιολογικής επεξεργασίας, δευτεροβάθμιας καθίζησης, τριτοβάθμιας επεξεργασίας, μετααερισμού, καθώς και ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού και εγκαταστάσεων. Οι προσφεύγοντες επέκριναν ελλείψεις στις προσφορές των διαγωνιζομένων, όπως μη συμμόρφωση με τεχνικές προδιαγραφές, ελλιπή δικαιολογητικά και μη τήρηση χρονικών προθεσμιών. Η Επιτροπή εξέτασε τις ενστάσεις και έκρινε δεκτές ορισμένες, με αποτέλεσμα την αποκλεισμό ορισμένων προσφορών.
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/367/2024
Προμήθεια εξοπλισμού διαχείρισης βιοαποβλήτων Αρχή αποτελεσματικότητας (....) Από την αρχή της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, η οποία αποτελεί απόρροια της αρχής του κράτους δικαίου και αποτυπώνεται, υπό ειδικότερες εκφάνσεις, σε πλήθος συνταγματικών διατάξεων (βλ. άρθρο 25 παράγραφος 4, καθώς και άρθρα 72, 73, 75, 78 έως 80, 98, 104, 106 και 107 του Συντάγματος,), αλλά και ρητώς νομοθετικά στο άρθρο 2 του ν. 4820/2021 (Οργανικός Νόμος του Ελεγκτικού Συνεδρίου) και στο άρθρο 33 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), πηγάζει η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης (βλ. και άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4412/2016). Η τελευταία δε εξειδικεύεται, μεταξύ άλλων, στην αρχή της αποτελεσματικότητας, σύμφωνα με την οποία, επί διάθεσης δημόσιων πόρων, ελέγχεται η επίτευξη των συγκεκριμένων αντικειμενικών στόχων και των αποτελεσμάτων που έχουν εκ των προτέρων οριστεί. Όπως δε ρητά ορίζεται στο άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4412/2016, η αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας εφαρμόζεται και στις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων ώστε να διασφαλίζεται το επωφελές των αναλαμβανόμενων δράσεων. Προς τούτο, η αναθέτουσα Αρχή οφείλει να μεριμνά ώστε από τα έγγραφα της σύμβασης να προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και αντικειμενικό οι επιδιωκόμενοι στόχοι και η προσφορότητα των λαμβανόμενων μέτρων προς επίτευξη των στόχων αυτών. Πρέπει, επίσης, να περιγράφεται με ακρίβεια ή έστω να προκύπτει επαρκώς ο σχεδιασμός και ο τρόπος εκτέλεσης της σύμβασης, έτσι ώστε να διασφαλίζεται τόσο η επίτευξη των στόχων όσο και το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Και ναι μεν, κατά γενικό κανόνα, η αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας, υπό την παραπάνω έννοια, ελέγχεται εκ των υστέρων (ex post), διότι μόνο μετά την έναρξη υλοποίησης και, κυρίως, μετά το πέρας εκτέλεσης της σύμβασης μπορεί εξ αντικειμένου να κριθεί με ασφάλεια η επίτευξη ή μη των στόχων που τέθηκαν και η πραγμάτωση των αποτελεσμάτων που επιδιώχθηκαν, πλην, όλως εξαιρετικώς, η τήρηση της αρχής αυτής μπορεί να ελεγχθεί οριακά και κατά το προσυμβατικό στάδιο (ex ante), ιδίως όταν ο σχεδιασμός της δράσης από άποψη στόχων, μέσων και μεθόδου υλοποίησης είναι κατά λογική αναγκαιότητα πρόδηλα πλημμελής ή ασαφής, με συνέπεια να καθίσταται ευχερής ο έλεγχός της κατά το στάδιο αυτό για λόγους προληπτικούς. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αν και έχουν τεθεί ή προκύπτουν οι σχετικοί αντικειμενικοί στόχοι, εντούτοις δεν αναφέρονται, έστω και συνοπτικά, τα χρησιμοποιούμενα μέσα και η διαθεσιμότητα αυτών, καθώς και ο τρόπος που αυτά θα διασφαλίσουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα (βλ. ΕλΣυν Ολ. 1312/2022, σκ. 13).Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Τμήμα κρίνει ότι σχεδιασμός της ελεγχόμενης προμήθειας παρίσταται επαρκής.Για τους λόγους αυτούς.Δέχεται τις προσφυγές ανάκλησης. Ανακαλεί την 552/2023 Πράξη του ΣΤ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου
ΕΣ/ΚΛ.Ζ/188/2006
Σχεδιασμός και παραγωγή διαφημιστικής εκστρατείας...Με τα πραγματικά αυτά περιστατικά και με βάση τα όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας η διακήρυξη του επίμαχου διαγωνισμού αφενός, αναφέρει αόριστα το συντελεστή Γ (οικονομική προσφορά), ο οποίος εκ των υστέρων προσδιορίστηκε με μέθοδο που επέλεξε η Ε.Δ. κατά το στάδιο αξιολόγησης των οικονομικών προσφορών, αφετέρου μνημονεύει και το κριτήριο Ε ως κριτήριο αξιολόγησης της τεχνικής προσφοράς, το οποίο δεν αναλύεται σε τι συνίσταται ούτε χρησιμοποίηθηκε κατά τη διαδικασία αξιολόγησης. Συνεπώς, η διακήρυξη του ελεγχόμενου διαγωνισμού δεν είναι σαφής και για το λόγο αυτό είναι μη νόμιμη. Περαιτέρω, ο προσδιορισμός και η χρησιμοποίηση του προαναφερόμενου συντελεστή Γ το πρώτον κατά το στάδιο αξιολόγησης των οικονομικών προσφορών, παραβιάζει πρωτίστως την αρχή της διαφάνειας, καθώς δεν κατέστη γνωστός κατά το χρόνο σύνταξης και υποβολής των προσφορών των διαγωνιζομένων. Εξάλλου, ο συντελεστής αυτός αναφέρεται στη διαφημιστική ωφέλεια του ..., έννοια η οποία ούτε αναφέρεται στη διακήρυξη ούτε περαιτέρω εξειδικεύεται η μέθοδος αξιολόγησής της. Εξαιτίας της ασάφειας αυτής καθίσταται αδύνατο να ελεχθεί δικαστικά αν ο συντελεστής αυτός καθορίστηκε λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία δυνάμενα να επιφέρουν αποτέλεσμα συνιστάμενο σε δυσμενή διάκριση εις βάρος ενός των υποβαλόντων προσφορά. Συνεπώς, η χρησιμοποίηση του συντελεστή αυτού καταλείπει αμφιβολίες ως προς την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Δεν ανακλήθηκε με την ΕΣ/ΤΜ.6/181/2006
ΣτΕ/1987/2023
Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της ...19.12.2019 απόφασης της Β΄ Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 (Α΄ 114) της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, με την οποία κατ’ αποδοχήν διοικητικής προσφυγής της Α. ακυρώθηκαν α) οι .../2019 και .../2019 αποφάσεις της Οικονομικής Επιτροπής του αιτούντος Δήμου σχετικά με την ανακήρυξη προσωρινού αναδόχου και την κατακύρωση της σύμβασης (...)Επειδή, εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε από την κατά τόπο αρμόδια Ειδική Επιτροπή του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 στο πλαίσιο άσκησης εποπτείας πράξεων οργάνου του αιτούντος Δήμου σχετικά με την ανάθεση σύμβασης εκτέλεσης δημοσίου έργου, η οποία ενόψει της εκτιμώμενης αξίας της (12.000 ευρώ) δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του ν.4412/2016 περί παροχής έννομης προστασίας. Συγκεκριμένα, ο πιο πάνω έλεγχος νομιμότητας ασκήθηκε κατόπιν άσκησης της από 25.10.2019 προσφυγής της Α. δηλαδή τρίτου προσώπου (κατοίκου της περιοχής, μη μετασχόντος στην διαγωνιστική διαδικασία), η οποία προσέβαλε τη σιωπηρή απόρριψη της από 26.6.2019 προσφυγής της ενώπιον του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου κατά της .../2019 απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής του αιτούντος Δήμου, με την οποία ανακηρύχθηκε προσωρινός ανάδοχος για το έργο «Δημιουργία δημοτικών οδών στο Ακούμαρο Γυθείου» ο Π... Με τις δύο προσφυγές της [ενώπιον του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου και, εν συνεχεία, ενώπιον της Επιτροπής του άρθρου 152 του ν. 3463/2006] η Α. προέβαλε ότι για την εκτέλεση του ένδικου έργου δεν έχει προηγηθεί η απαιτούμενη περιβαλλοντική μελέτη και τεχνική μελέτη διάνοιξης οδού, ότι η απαλλοτριωθείσα έκταση για την εκτέλεση του ένδικου έργου ευρίσκεται εκτός του Γ.Π.Σ. της πόλης του Γυθείου και ότι με τις προσβαλλόμενες πράξεις επιχειρείται κατ’ ουσίαν νέος πολεοδομικός σχεδιασμός χωρίς τήρηση των νομίμων διαδικασιών και χωρίς ο Δήμος να έχει σχετική αρμοδιότητα κατά παράβαση της αρχής ότι ο σχεδιασμός του οδικού δικτύου απαιτεί συνολική διαχείριση. Με την ήδη προσβαλλομένη απόφασή της η Επιτροπή του άρθρου 152 του ν. 3463/2006 δέχθηκε ότι η προσφυγή ασκήθηκε μετ’ εννόμου συμφέροντος από την Α., η οποία είναι δημότης του αιτούντος Δήμου και κάτοικος Ακούμαρου Γυθείου, θεώρησε δε ως συμπροσβαλλόμενη πράξη την .../2019 απόφαση του αιτούντος Δήμου περί κατακύρωσης του ένδικου έργου. Περαιτέρω, ακύρωσε τις επίμαχες πράξεις του αιτούντος Δήμου, καθώς και την σιωπηρή απόρριψη της από 26.6.2019 προσφυγής της Α. από τον οικείο Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης με την ακόλουθη αιτιολογία: α) από το ..../16.11.2017 έγγραφο του Δασαρχείου Γυθείου προκύπτει ότι η έκταση επί της οποίας πρόκειται να εκτελεστεί το ένδικο έργο έχει χαρακτηριστεί με την ..../19.9.2012 πράξη του Δασαρχείου ως χορτολιβαδική έκταση εμπίπτουσα στις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), συνεπώς για την εκτέλεση του έργου απαιτείται έγκριση από τον αρμόδιο Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 45 του ν. 998/1979, η δε απόφαση .../29.1.2016 με την οποία χορηγείται έγκριση επέμβασης σε χορτολιβαδική έκταση εκδόθηκε αναρμοδίως από την Αντιπεριφερειάρχη Λακωνίας β) ο Δήμος αναρμοδίως ενέκρινε την εκτέλεση του ένδικου έργου σε περιοχή εκτός του Γ.Π.Σ. της πόλης του Γυθείου, διότι η αρμοδιότητα διάνοιξης νέων οδών ανήκει σε κρατικό όργανο αρμόδιο για τον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό. Επομένως, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, η κρινόμενη ακυρωτική διαφορά, η οποία ανακύπτει από την προσβολή εκ μέρους του αιτούντος Δήμου αποφάσεως, με την οποία ασκείται εποπτεία επί πράξεών του εκδοθεισών κατά τη διαδικασία ανάθεσης σύμβασης δημοσίου έργου προϋπολογισμού 12.000 ευρώ, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 47 παρ. 4 του ν. 3900/2010 και υπάγεται στην αρμοδιότητα του οικείου Διοικητικού Εφετείου, χωρίς να ασκεί επιρροή στο ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατόπιν διοικητικής προσφυγής τρίτου, ο οποίος προέβαλε αιτιάσεις σχετικώς με τη μη τήρηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας πριν από την έναρξη εκτέλεσης του έργου. Αντιθέτως, κατά την προεκτεθείσα άποψη της μειοψηφίας η υπόθεση εξακολουθεί να ανήκει στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Δ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας.Επειδή, λόγω της σπουδαιότητας του ζητήματος προσδιορισμού της αρμοδιότητας του Διοικητικού Εφετείου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, επί προσβολής πράξεων του προσυμβατικού σταδίου από τρίτους μη μετασχόντες στη διαδικασία του διαγωνισμού, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 εδ. β΄ του π.δ. 18/89, στην επταμελή σύνθεση του Δ΄ Τμήματος και να ορισθεί δικάσιμος η 20/2/2024 και εισηγητής η Πάρεδρος Κ. Σκούρα.
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/776/2024
Συμφωνία πλαίσιο, «Γωνιών Ανακύκλωσης για Διαλογή στην Πηγή με διαχωρισμό των ανακυκλώσιμων υλικών.(...)Εκδήλωση της αρχής της δημοσιονομικής βιωσιμότητας αποτελεί η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Η αρχή αυτή εξειδικεύεται, μεταξύ άλλων, στις αρχές της οικονομικότητας και της αποτελεσματικότητας, σύμφωνα με τις οποίες ελέγχεται, αναφορικά με την πρώτη, εάν κατά την εκπλήρωση των κατά νόμο σκοπών των δημοσίων φορέων τηρείται η, κατά το δυνατόν, ελάχιστη επιβάρυνση του προϋπολογισμού τους, αναφορικά δε με τη δεύτερη, η επίτευξη των συγκεκριμένων αντικειμενικών στόχων και των αποτελεσμάτων που έχουν εκ των προτέρων οριστεί. Όπως δε ρητά ορίζεται στο άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4412/2016 (βλ. και άρθρα 45 παρ. 3 περ. στ΄ και 53 παρ. 1 και 2 περ. ε΄ και ια΄ του ίδιου νόμου), οι αρχές αυτές εφαρμόζονται και στις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων ώστε να διασφαλίζεται το ωφέλιμο αποτέλεσμα των αναλαμβανόμενων δράσεων, με τις πλέον οικονομικές λύσεις. Προς τούτο η αναθέτουσα Αρχή οφείλει να μεριμνά, κατά τη συμβατική της δράση, για την κατά το δυνατόν ηπιότερη χρέωση του προϋπολογισμού της, αποφεύγοντας υπέρμετρες και αδικαιολόγητες δημοσιονομικές επιβαρύνσεις, με τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων προμήθειας αγαθών, στις ενδεδειγμένες για την κάλυψη των αναγκών της ποσότητες και σε τιμές εύλογες και ανάλογες της ποιότητας των προμηθευομένων ειδών (πρβλ. ΕλΣυν Ολ. 2137/2020, Τμ. Μειζ. Συνθ. Ελ. Συν. 2590/2016, 4112/2015, 2296/2014, 2158/2013, Έβδομο Τμ. 13/2023 και VI Τμ. 739/2019, 406/2017, 2980/2015, 243/2014, 678/2012, 2754/2011). Η αναθέτουσα Αρχή οφείλει να μεριμνά ώστε από τα έγγραφα της σύμβασης να προκύπτουν κατά τρόπο σαφή οι επιδιωκόμενοι αντικειμενικοί στόχοι και τα λαμβανόμενα μέτρα προς επίτευξη των στόχων αυτών. Πρέπει, επίσης, να περιγράφεται με σαφήνεια ή έστω να προκύπτει επαρκώς το σχέδιο και ο τρόπος εκτέλεσης της σύμβασης, έτσι ώστε να διασφαλίζεται τόσο η επίτευξη των στόχων όσο και το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Κατά γενικό κανόνα, η αρχή της αποτελεσματικότητας υπό την παραπάνω έννοια ελέγχεται εκ των υστέρων (ex post), διότι μόνο μετά την έναρξη υλοποίησης και, κυρίως, μετά το πέρας εκτέλεσης της σύμβασης μπορεί εξ αντικειμένου να κριθεί με ασφάλεια η επίτευξη ή μη των στόχων που τέθηκαν και των αποτελεσμάτων που επιδιώχθηκαν. Όλως εξαιρετικώς, η αρχή της αποτελεσματικότητας μπορεί να ελεγχθεί οριακά και κατά το προσυμβατικό στάδιο (ex ante). Αυτό μπορεί να συμβεί, ιδίως, όταν ο σχεδιασμός της δράσης από άποψη στόχων, μέσων και μεθόδου υλοποίησης είναι πρόδηλα πλημμελής ή ασαφής ή περιέχει λογικά άλματα ή σφάλματα. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αν και έχουν τεθεί ή προκύπτουν οι σχετικοί αντικειμενικοί στόχοι, εντούτοις δεν προκύπτουν τα χρησιμοποιούμενα μέσα και η διαθεσιμότητα αυτών, καθώς και ο τρόπος που αυτά θα διασφαλίσουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Ο έλεγχος αυτός, λαμβανομένου υπόψη ότι τέτοιας φύσης πλημμέλειες (ασάφειες ως προς τον εν γένει σχεδιασμό) μπορούν να θεραπευθούν από την αναθέτουσα Αρχή, η οποία δεν κωλύεται, μετά την άρση αυτών, να προκηρύξει εκ νέου το έργο, δεν συνιστά κρίση σκοπιμότητας αλλά επιτρεπτό προληπτικό έλεγχο νομιμότητας, που έχει ως δικαιολογητική βάση την προστασία του δημοσίου συμφέροντος μέσω διασφάλισης της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης των διατιθέμενων δημόσιων πόρων (Ολ. ΕλΣυν 1312/2022, Έβδομο Τμ. 367/2024). (...) Συνεπώς, οι υπό κρίση προσφυγές ανάκλησης πρέπει να γίνουν δεκτές, να ανακληθεί η προσβαλλόμενη Πράξη του Στ΄ Κλιμακίου και να επιτραπεί η υπογραφή του ελεγχόμενου σχεδίου της εκτελεστικής σύμβασης. Περαιτέρω, πρέπει να επιστραφεί το παράβολο που κατέβαλε η πρώτη κατά σειρά προσφεύγουσα για την άσκηση της προσφυγής της (βλ. άρθρα 336 παρ. 1 και 310 παρ. 1 του ν. 4700/2020).Για τους λόγους αυτούς.Δέχεται τις προσφυγές. Ανακαλεί την 129/2024 Πράξη του Στ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
ΕΣ/ΚΛ.Ζ/229/2020
Λειτουργία κινητής μονάδας μηχανικής ανακύκλωσης και κομποστοποίησης...Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά, το Κλιμάκιο κρίνει τα ακόλουθα:Α) Το κριτήριο της στελέχωσης της ομάδας έργου (άρθρο 2.2.6. περ.γ) μη νομίμως ορίστηκε, κατά σύγχυση, και ως κριτήριο ανάθεσης, κατά την έννοια του άρθρου 86 του ν. 4412/2016. Τούτο δε διότι δεν αιτιολογείται, ειδικώς στην συγκεκριμένη περίπτωση, η επίδραση που θα επιφέρει στο επίπεδο εκτέλεσης της σύμβασης η διάθεση, εκ μέρους της διαγωνιζόμενης εταιρείας, ομάδας έργου με συγκεκριμένα προσόντα. Όπως έγινε δεκτό και ανωτέρω (σκ. 3), η αναθέτουσα αρχή έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί ως κριτήριο ανάθεσης την οργάνωση, τα προσόντα και την πείρα του προσωπικού στο οποίο ανατίθεται η υπηρεσία, καθώς αυτό μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα της εκτέλεσης της σύμβασης και, κατ’ επέκταση, την οικονομική αξία της προσφοράς, πλην όμως τούτο επιτρέπεται στις περιπτώσεις όπου η επαγγελματική πείρα και η κατάρτιση των προσώπων που έχουν αναλάβει την εκτέλεση της σύμβασης συνδέεται ουσιωδώς με το αποτέλεσμα, όπως για παράδειγμα στις συμβάσεις για υπηρεσίες διανοητικής φύσεως (βλ. και 94η αιτιολογική σκέψη οδηγίας 2014/24/ΕΕ) και για τον λόγο αυτό επηρεάζει και την οικονομική προσφορά των διαγωνιζόμενων. Στην προκειμένη δε περίπτωση, ενώ τίθεται ως προαπαιτούμενο της τεχνικής και επαγγελματικής καταλληλότητας η στελέχωση ομάδας έργου με συγκεκριμένα προσόντα (άρθρο 2.2.6 περ.γ) και αναφέρεται ότι το εν λόγω οργανόγραμμα με την στελέχωση της ομάδας πρέπει να περιλαμβάνεται στην τεχνική προσφορά επί ποινή αποκλεισμού (άρθρο 2.4.3.2.), εντούτοις προβλέπεται αυτή (η στελέχωση) και ως κριτήριο ανάθεσης με συντελεστή βαρύτητας 15%, χωρίς τούτο να αιτιολογείται ειδικώς από τη διακήρυξη και χωρίς να συνδέεται με την φύση των ανατεθεισών υπηρεσιών. Σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι πρόκειται για την λειτουργία μιας υφιστάμενης μονάδας μηχανικής ανακύκλωσης και κομποστοποίησης, η οποία λειτουργεί ήδη, τουλάχιστον από το 2016 (βλ. σχετ. την από Δ/552/28.6.2016 όμοια κατά περιεχόμενο σύμβαση με την ελεγχόμενη, καθώς και τις διαδοχικώς συναφθείσες κατόπιν αυτής) και όχι σύμβαση σχετική με την αναβάθμιση, βελτίωση ή επέκταση της εν λόγω μονάδας που ενδεχομένως να δικαιολογούσε την πρόβλεψη του εν λόγω κριτηρίου, σχετικά με την επαγγελματική αξία των προσώπων που αναλαμβάνουν την εκτέλεση αυτής, και ως κριτήριο ανάθεσης.Β) Το κριτήριο ανάθεσης «πληρότητα και αρτιότητα τεχνικού φακέλου προσφοράς» (άρθρο 2.3.1) είναι γενικό και αόριστο, διότι σε κανένα σημείο της διακήρυξης δεν προσδιορίζεται σαφώς ούτε συνάγεται εμμέσως σε τι αφορά το εν λόγω κριτήριο. Ακόμα δε και αν ήθελε υποτεθεί πως με αυτό σκοπείται η βαθμολόγηση του περιεχομένου της τεχνικής προσφοράς και όχι η πληρότητα και αρτιότητα των προσκομισθέντων δικαιολογητικών αυτής, τα οποία εξάλλου τίθενται επί ποινή αποκλεισμού κατά την εξέταση της συμβατότητας της τεχνικής προσφοράς με τις τεχνικές προδιαγραφές που ορίζονται στη διακήρυξη, εντούτοις είναι άδηλο τι ακριβώς θα λάβει υπόψιν της η αναθέτουσα αρχή κατά την βαθμολόγηση. Εξάλλου, στην διακήρυξη δεν γίνεται καμία αναφορά ως προς τον τρόπο βαθμολόγησης των κριτηρίων ανάθεσης ούτε προφανώς και του εν λόγω κριτηρίου, αρκείται δε αυτή στην απλή παράθεση του γράμματος της νομοθετικής διάταξης που ορίζει ότι η βαθμολογία κυμαίνεται από 100 βαθμούς στην περίπτωση που ικανοποιούνται ακριβώς όλοι οι όροι των τεχνικών προδιαγραφών, αυξάνεται δε μέχρι τους 120 βαθμούς όταν υπερκαλύπτονται οι απαιτήσεις του εν λόγω κριτηρίου. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να καταλείπεται υπέρμετρη ευχέρεια στην αναθέτουσα αρχή ως προς την βαθμολόγηση των κριτηρίων, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό την αρχή της ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζομένων και την εντεύθεν απορρέουσα υποχρέωση διαφάνειας, σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται όπως όλα τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη η αναθέτουσα αρχή για τον εντοπισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς και ο τρόπος βαθμολόγησης αυτών καθίστανται γνωστά στους εν δυνάμει προσφέροντες, κατά τον χρόνο προετοιμασίας των προσφορών τους. Στην προκειμένη περίπτωση, τούτο καθίσταται επιτακτικότερο και για τον πρόσθετο λόγο ότι το σύνολο των λοιπών κριτηρίων προς βαθμολόγηση, ήτοι το «Σχέδιο επεξεργασίας και υγειονομικής ταφής», το «Οργανόγραμμα και στελέχωση της Ομάδας έργου», η «Πληρότητα σχεδίου περιβαλλοντικής παρακολούθησης» και το «Πρόγραμμα διάθεσης CLO» εμπεριέχονται ήδη, ως επιμέρους αξιολογούμενα στοιχεία, στο ως άνω κριτήριο, ήτοι αποτελούν αντικείμενο και περιεχόμενο του τεχνικού φακέλου προσφοράς (βλ. σχετ. άρθρο 2.4.3.2. διακήρυξης). Τα ίδια δε κριτήρια, το περιεχόμενο των οποίων προσδιορίζεται ειδικώς στην διακήρυξη, αξιολογούνται και αυτοτελώς, με αποτέλεσμα να τίθεται ζήτημα ανεπίτρεπτης διπλής βαθμολόγησής τους. Γ) Τέλος, όπως έγινε δεκτό και ανωτέρω (σκ. 4), κατά παράβαση της αρχής της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζομένων δεν ορίζεται στην διακήρυξη ο τρόπος βαθμολόγησης των κριτηρίων ποιοτικής επιλογής που έχει θέσει η αναθέτουσα αρχή, προκειμένου να αναδειχθεί ο ανάδοχος βάσει του επιλεγέντος από την διακήρυξη κριτηρίου της βέλτιστης σχέσης ποιότητας- τιμής. Ειδικότερα, δεν εξειδικεύεται επαρκώς τι θα λάβει υπόψιν της η αναθέτουσα αρχή κατά την βαθμολόγηση του εκάστοτε κριτηρίου, ώστε ο κάθε συμμετέχων στον διαγωνισμό να διαμορφώσει την προσφορά του, με γνωστά εκ των προτέρων κριτήρια, ώστε να λάβει τον μέγιστο δυνατό βαθμό. Εξάλλου, η εν λόγω παράλειψη, συνδυαζόμενη με την ασάφεια και τη γενικότητα των επίμαχων κριτηρίων, πέραν του ότι καταλείπει στις αναθέτουσες αρχές υπέρμετρη ευχέρεια ως προς τον τρόπο βαθμολόγησης των υποψηφίων, δεν επιτρέπει και τον εκ των υστέρων έλεγχο της νομιμότητας των επίμαχων αποφάσεων μέσω του ελέγχου της αιτιολογίας αυτών.
ΑΝΑΚΛΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣ/ΤΜ.6/1359/2020