ΕΣ/ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ/784/2025
Τύπος: Νομολογία Ελεγκ. Συνεδρίου
Η Απόφαση 0784/2025 του Ελεγκτικού Συνεδρίου δέχεται την έφεση των Προέδρου και μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Κοινωφελούς Επιχείρησης του Δήμου Εμμανουήλ Παππά, ακυρώνοντας την καταλογιστική απόφαση ύψους 18.277,96 ευρώ. Ο καταλογισμός αφορούσε την παράνομη επαναπρόσληψη έξι εκπαιδευτικών για τα Κέντρα Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών με δίμηνες συμβάσεις, κατόπιν ακύρωσης της αρχικής πρόσληψης από το Α.Σ.Ε.Π. λόγω λανθασμένης εφαρμογής του κριτηρίου εντοπιότητας. Το Δικαστήριο συνεκτίμησε την αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση για παράβαση καθήκοντος και έκρινε ότι οι εκκαλούντες ενήργησαν το πολύ με ελαφρά αμέλεια. Δεδομένου ότι η δημοσιονομική ευθύνη (σύμφωνα με τον ν. 4820/2021) απαιτεί δόλο ή βαρεία αμέλεια, οι εκκαλούντες απαλλάσσονται από τον καταλογισμό.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΕΣ/ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/1015/2022
Η απόφαση 1015/2022 της Μείζονος Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου αφορά την αναίρεση προηγούμενης καταλογιστικής απόφασης σε βάρος υπαλλήλου της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Καβάλας για έλλειμμα 43.600 ευρώ, λόγω της πληρωμής ανύπαρκτων υπηρεσιών το 2005. Η Ολομέλεια απέρριψε την εφαρμογή των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 4735/2020. Ωστόσο, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, κρίνοντας ότι η υπάλληλος ενήργησε με ελαφρά και όχι βαρεία αμέλεια κατά την υπογραφή του πρωτοκόλλου παραλαβής. Κατόπιν εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας, το Δικαστήριο μείωσε το καταλογισθέν ποσό στο 10% του ελλείμματος, δηλαδή στα 4.360 ευρώ, ενώ την απάλλαξε από το σύνολο των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 40.112 ευρώ.
ΕΣ/ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/1019/2022
Η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου εξέτασε αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης καταλογισμού σε βάρος υπαλλήλου, προέδρου επιτροπής παραλαβής του νομαρχιακού διαμερίσματος Καβάλας, για έλλειμμα 11.000,00 ευρώ πλέον προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής 10.120,00 ευρώ, λόγω ανύπαρκτης συναλλαγής το 2005. Η Ολομέλεια απέρριψε την εφαρμογή του άρθρου 67 του ν. 4735/2020 (άρση καταλογισμών) καθώς και τους λόγους περί παραβίασης δικαιώματος ακρόασης και αναρμοδιότητας της επιτροπής. Ωστόσο, έκρινε ότι η συμπεριφορά της υπαλλήλου συνιστούσε ελαφρά αμέλεια και όχι βαρεία, και ότι ο πλήρης καταλογισμός παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας. Συνεπεία αυτών, το ποσό του καταλογισμού περιορίστηκε στα 1.100,00 ευρώ (10% του ελλείμματος) και η υπάλληλος απαλλάχθηκε από το σύνολο των προσαυξήσεων.
ΕΣ/ΤΜ.6/490/2017
Κληροδοτήματα(..), ζητείται η ακύρωση απόφασης Γενικου Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης …, κατά το μέρος που καταλογίζει τους αρχικούς εκκαλούντες, μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής κατά το κρίσιμο διάστημα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τα λοιπά μέλη αυτής, με το ποσό των ... ευρώ, που φέρεται ότι συνιστά ισόποση περιουσιακή ζημία του Κληροδοτήματος, πλέον τόκων υπερημερίας ποσού..(..)Ενόψει των ανωτέρω, η παράλειψή τους να μεριμνήσουν για την ετήσια δήλωση των δικαιωμάτων ενίσχυσης, που οδήγησε στην απώλεια εσόδων συνολικού ύψους .. ευρώ, δεν οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια αυτών.(..)Ακυρώνει την 1550/260435/2012Π.Ε./20.1.2014 απόφαση της Γενικής Γραμματέως της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ..., κατά το μέρος που καταλογίζει τη … και τον …, ως μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής του ιδρύματος με την επωνυμία «Κληροδότημα …» για ζημία που υπέστη η περιουσία του Ιδρύματος.
ΕΣ/ΕΛΑΣΣ.ΟΛΟΜ/1810/2014
Έλλειμμα διαχείρισης Δήμου...:ζητείται η αναίρεση της ως άνω απόφασης του VII Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου...Με τα δεδομένα αυτά, εσφαλμένως το Τμήμα έκρινε ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 37 του ν. 3801/2009, με τις οποίες πραγματώνεται, κατά τα προεκτεθέντα η αρχή της αναλογικότητας, καθόσον για το σχηματισμό της κρίσης του μη νομίμως συνεκτίμησε τις ως άνω υπό στοιχεία α΄, β΄ και γ΄ περιπτώσεις. Τούτο διότι οι περιπτώσεις αυτές άπτονται της κρίσεως και των επιλογών του Οικονομικού Επιθεωρητή ως προς το ύψος του καταλογιστέου ποσού και μάλιστα είναι ''διορθωτικές'' και επί τα χείρω της θέσεως των ήδη αναιρεσειόντων και δεν αφορούν στα υπό του νόμου οριζόμενα κριτήρια για τη μείωση του ποσού του καταλογισμού. Εξάλλου, στην υπό στοιχείο δ΄ περίπτωση λαμβάνεται υπόψιν από το Τμήμα ο βαθμός υπαιτιότητας του δικαιοπαρόχου των καταλογισθέντων και δεν συνεκτιμάται ότι με την επίμαχη καταλογιστική πράξη καταλογίζονται οι κληρονόμοι αυτού και όχι αυτός ο οποίος, κατά τις παραδοχές του Τμήματος, φέρει τουλάχιστον βαρεία αμέλεια για την πρόκληση του ελλείμματος. Συνεπώς, ένεκα της κακής εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 37 του ν. 3801/2009 το δικάσαν Τμήμα κατέστησε κατά το σκέλος αυτό την απόφασή του αναιρετέα..(...)Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΕΣ/ΤΜ.ΔΕΥΤΕΡΟ/1184/2023
ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΣ:Ειδικότερα: Ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης ότι το ποσό των 2.212,92 € αφορά σε κρατήσεις υπέρ τρίτων και για το λόγο αυτό δεν εγγράφεται στο βιβλίο εσόδων, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθόσον, σε κάθε περίπτωση το ανωτέρω ποσό έπρεπε να εμφανίζεται στους λογαριασμούς της Σχολικής Επιτροπής. Ομοίως αβάσιμος είναι και ο προβαλλόμενος λόγος ότι τα ποσά 3.808,29 € και 98,37 € αφορούν υπαρκτά και κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς ποσά, καθόσον σε αυτή την περίπτωση τα ανωτέρω ποσά έπρεπε να εμφανίζονται ως πλεόνασμα στους λογαριασμούς της Σχολικής Επιτροπής.Ο λόγος έφεσης, αναφορικά με την καταβολή των εξόδων παράστασης, ότι η αρχικώς εκκαλούσα δεν ευθύνεται ούτε με ελαφρά αμέλεια για την πρόκληση του ελλείμματος, καθόσον διέθετε τα χρήματα που λάμβανε ως Πρόεδρος της Σχολικής Επιτροπής σε κοινωφελείς σκοπούς και δεν κατέστη πλουσιότερη, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον και αληθής υποτιθέμενος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της προσβαλλόμενης, καθόσον η διάθεση των εν λόγω χρημάτων για κοινωφελείς σκοπούς δεν αίρει τη μη νομιμότητα της καταβολής τους στην εκκαλούσα.Περαιτέρω, το άρθρο 34 του ν. 3801/2009 δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση, καθόσον δεν προκύπτει η συνδρομή της αναφερόμενη στη σκέψη 8.Α. υπό στοιχείο α) προϋπόθεσης για τις δαπάνες που αναφέρονται στη σκέψη 10.Γ. υπό στοιχεία α-γ και ι, αφού δεν αφορούν σε έργα, εργασίες, προμήθειες, παροχή υπηρεσιών, μισθώματα ή χρηματοδοτήσεις, ούτε της υπό στοιχείο γ) προϋπόθεσης για τις λοιπές δαπάνες, καθότι δεν βεβαιώνεται αρμοδίως η εκτέλεση του αντικειμένου για το οποίο έλαβε χώρα η καταβολή τους.15. Το Δικαστήριο, όμως, συνεκτιμώντας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 150 παρ. 1 του ν. 4820/2021 α) τη βαρύτητα των δημοσιονομικών παραβάσεων της αρχικώς εκκαλούσας και την άτακτη διενέργεια από μέρους της της διαχείρισης και της τήρησης των βιβλίων, β) το επελθόν δημοσιονομικό αποτέλεσμα και το ύψος του ελλείμματος που κρίνεται σημαντικό για τη διαχείριση μιας Σχολικής Επιτροπής, γ) το γεγονός ότι το έλλειμμα δεν οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια της, όπως ρητά έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη, και δ) το ότι το καταλογισθέν ποσό βαρύνει τελικά τους κληρονόμους της, οι οποίοι ουδεμία υπαιτιότητα έχουν για τη δημιουργία του ελλείμματος, κρίνει ότι το ποσό του καταλογισμού πρέπει να μειωθεί περαιτέρω κατά 20% ήτοι σε 21.550,68 € (26.938,34 Χ 20%= 5.387,66 και 26.938,34- 5.387,66 = 21.550,68). Κατ’ ακολουθία, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση, να μεταρρυθμιστεί η προσβαλλόμενη πράξη και να περιοριστεί το καταλογισθέν ποσό σε βάρος της αρχικώς εκκαλούσας σε 21.550,68 € και να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους συνεχίζοντες τη δίκη κληρονόμους αυτής (άρθρο 310 παρ. 1 ν. 4700/2020).
ΒΛΕΠΕ ΚΑΙ ΕΣ/ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/573/2025
ΕΣ/ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/177/2022
ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΙ: επιδιώκεται η αναίρεση της 2342/2017 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (...) Επομένως, οι διαφορές που αναφύονται από καταλογιστικές αποφάσεις των οικονομικών επιθεωρητών, οι οποίες εκδίδονται ύστερα από έλεγχο νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που διαχειρίζονται χρήματα που προέρχονται τόσο από επιχορηγήσεις προερχόμενες από τον κρατικό προϋπολογισμό, όσο και από αντίτιμο παροχής υπηρεσιών, η ενιαία διαχείριση των οποίων ανάγεται σε σκοπό δημόσιου συμφέροντος, υπάγoνται στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου (...) Το Ελεγκτικό Συνέδριο δικάζον αναιρετικώς και με γνώμονα την απονομή πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας εντός των ορίων της αναιρετικής δίκης, δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων όπως αυτοί εμφανίζονται στο αναιρετήριο, αλλά δύναται να εξετάσει αυτούς με τη σειρά που κατά την κρίση του προσήκει ώστε να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της λογικής αλληλουχίας, πρωτίστως όμως οι αρχές της δίκαιης δίκης. Εξ άλλου, με βάση τον ίδιο γνώμονα, δικαιούται να ερμηνεύει τα δικόγραφα των διαδίκων, εφόσον δεν παραποιεί το περιεχόμενο αυτών, προκειμένου να αναδειχθεί το προδήλως εμπεριεχόμενο σε αυτά νόημα, έστω και αν αυτό δεν αποτυπώθηκε γλωσσικά με τη δέουσα ευκρίνεια.(...) οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο και επομένως δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η δεσμευτική αυτή ενέργεια του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει ότι αυτή αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε και ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας, συγκροτούν το πραγματικό εν όλω ή εν μέρει της νομικής διάταξης που πρέπει να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Επομένως, δεν αποκλείεται νέα δικαστική διάγνωση της ίδιας έννομης σχέσης στηριζόμενη σε διάφορη ιστορική αιτία. Εξ άλλου, η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση της φερόμενης προς διάγνωση έννομης συνέπειας στον αυτό νομικό κανόνα με εκείνο, που αποτέλεσε τη βάση για την κατάφαση ή άρνηση της προηγουμένως τελεσιδίκως διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας.(...)Το Δικαστήριο διαπιστώνει κατ’ αρχάς ότι η παράβαση για την οποία απαλλάχθηκε ο αναιρεσείων (παράνομη και δόλια ιδιοποίηση κινητού πράγματος...) είναι όλως διακριτή της δημοσιολογιστικής ευθύνης που του αποδόθηκε, ως υπολόγου διαχειριστή της περιουσίας του Ινστιτούτου, για την κατάφαση της οποίας απαιτείται, όπως προεκτέθηκε ..., αφενός μεν η πρόκληση ελλείμματος στο νομικό πρόσωπο λόγω μη σύννομης διαχείρισης της περιουσίας του, αφετέρου δε η συνδρομή έστω και ελαφράς αμέλειας στο πρόσωπό του, η οποία μάλιστα τεκμαίρεται.(...)Εν όψει τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν διατυπώθηκε οποιαδήποτε κρίση ή αιτιολογία που να θέτει εν αμφιβόλω το αθωωτικό αποτέλεσμα των ως άνω ποινικών αποφάσεων, υπό την έννοια της αμφισβήτησης της κρίσης αυτών ως προς τη συνδρομή ή μη στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των στοιχείων της αντικειμενικής ή και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, για το οποίο αυτός διώχθηκε και αθωώθηκε. Συνεπώς, το δικάσαν Τμήμα, το οποίο δέχθηκε ότι δεν δεσμεύεται από τις προαναφερθείσες ποινικές αποφάσεις, τις συνεκτίμησε όμως αμφότερες και έκρινε ότι δεν αμφισβητείται με τις παραδοχές του το αθωωτικό τους αποτέλεσμα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το τεκμήριο της αθωότητας, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του σχετικού λόγου αναίρεσης.(...) Υπό τα δεδομένα αυτά, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων δεν απαλλάχθηκε από το σύνολο του καταλογισθέντος σε αυτόν ποσού (κεφάλαιο και προσαυξήσεις) του επίδικου κονδυλίου του ελλείμματος, καθώς ελλείψει έκδοσης οποιασδήποτε εγκριτικής απόφασης, έστω και από αναρμόδιο όργανο, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αυτός έδρασε με ελαφρά αμέλεια.(...)Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, επί αχρεωστήτως λαβόντος, οι αρχές της χρηστής διοίκησης εμποδίζουν τον καταλογισμό του με το αχρεωστήτως εισπραχθέν από αυτόν ποσό όταν αυτός εισέπραξε καλόπιστα το αχρεώστητο ποσό, επιπλέον δε τελεί σε οικονομική αδυναμία να το επιστρέψει (καλοπιστία και οικονομική αδυναμία αχρεωστήτως λαβόντος). Οι ίδιες αρχές, εφαρμοζόμενες επί δημοσιονομικώς υπευθύνου, εμποδίζουν τον καταλογισμό του όταν αυτός, επί πολυπλόκου διαχειρίσεως, ακολούθησε υποστηρίξιμη ερμηνεία του νόμου ενεργών καλοπίστως εντός των ορίων του καθήκοντος αυτού έτσι ώστε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ενεργοποίηση εις βάρος του της καταλογιστικής αξίωσης του Δημοσίου να εμφανίζεται ως καταχρηστική (συγγνωστή πλάνη υπολόγου). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο αναιρεσείων προέβη στις ως άνω μη νόμιμες δαπάνες κατά συγγνωστή πλάνη, ήτοι στη βάση υποστηρίξιμης αντίληψης περί του ότι ενεργούσε σύννομα. Δέχεται εν μέρει την αίτηση....Περιορίζει το καταλογισθέν σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος ποσό σε 67.032.098 δρχ. και ήδη εκατόν ενενήντα έξι χιλιάδες επτακόσια δεκαεννέα ευρώ και εικοσιεννέα λεπτά (196.719,29 ευρώ) και απαλλάσσει αυτόν από τις προσαυξήσεις.