×
register
Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

ΓΝΩΜΗ/Α-ΕΑΔΗΣΥ/20/2020

Τύπος: ΕΓΓΡΑΦΑ

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ:

Η παρούσα γνώμη (A 20/2020) της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.) αφορά τη διατύπωση θέσεων επί των διατάξεων του ν. 4684/2020, ο οποίος κύρωσε την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 30.03.2020 για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19. Η Αρχή εξετάζει κατεπείγουσες ρυθμίσεις που επιτρέπουν παρεκκλίσεις από την κοινή νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων (όπως απευθείας αναθέσεις) για διάφορους φορείς, όπως το Υπουργείο Υγείας, το Ε.ΚΕ.Α., τους ΟΤΑ και το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Στα συμπεράσματά της, η Αρχή επισημαίνει την ανάγκη τήρησης των ενωσιακών αρχών, της διαφάνειας και της αποφυγής κατάτμησης συμβάσεων, εκφράζοντας επιφυλάξεις για την εκτεταμένη χρήση εξαιρετικών ρυθμίσεων και παρεκκλίσεων από το εθνικό δίκαιο.


Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)

Σχετικά Έγγραφα

ΓΝΩΜΗ/Α-ΕΑΔΗΣΥ/14/2020

Η παρούσα γνώμη της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.) αφορά τη διατύπωση παρατηρήσεων επί διατάξεων σχεδίου νόμου για την κύρωση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 20.3.2020. Η Π.Ν.Π. περιλαμβάνει κατεπείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, προβλέποντας εξαιρετικές διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων, όπως απευθείας αναθέσεις κατά παρέκκλιση της κείμενης εθνικής νομοθεσίας, για διάφορα Υπουργεία και φορείς όπως ο Ε.Ο.Δ.Υ. και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Η Αρχή επισημαίνει την ανάγκη ορθής ερμηνείας των παρεκκλίσεων ώστε να συνάδουν με το ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 32 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ) και τονίζει ότι οι παρεκκλίσεις πρέπει να περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, διασφαλίζοντας παράλληλα τις θεμελιώδεις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης.


Δ1α/Γ.Π.οικ. 56435/2020

Κανόνες τήρησης αποστάσεων και άλλα μέτρα προστασίας σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, δημόσιες υπηρεσίες και άλλους χώρους συνάθροισης κοινού στο σύνολο της Επικράτειας, προς περιορισμό της διασποράς του κορωνοϊού COVID-19.

Δ1α/Γ.Π.οικ. 60943/2020 ΦΕΚ: 4259/Β/30.09.2020 Παράταση ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/ Γ.Π.οικ.56435/14.9.2020 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Υποδομών και Μεταφορών και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής «Κανόνες τήρησης αποστάσεων και άλλα μέτρα προστασίας σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, δημόσιες υπηρεσίες και άλλους χώρους συνάθροισης κοινού στο σύνολο της Επικράτειας, προς περιορισμό της διασποράς του κορωνοϊού COVID-19» (Β’ 3958).

Δ1α/Γ.Π.οικ. 55825/2020- ΦΕΚ: 4016/Β/18.9.2020 -Τροποποίηση της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 56435/14.9.2020 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Υποδομών και Μεταφορών και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής «Κανόνες τήρησης αποστάσεων και άλλα μέτρα προστασίας σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, δημόσιες υπηρεσίες και άλλους χώρους συνάθροισης κοινού στο σύνολο της Επικράτειας, προς περιορισμό της διασποράς του κορωνοϊού COVID-19» (Β΄ 3958)

2252.1.1/59502/2020- ΦΕΚ: 4008/Β/18.9.2020 Άρθρο 1 Δικαιούχοι: 1.Δικαιούχοι της χρηματοδότησης είναι πλοιοκτή-τες-πλοιοκτήτριες εταιρείες και κοινοπραξίες, οι οποίες, λόγω των περιορισμών που ισχύουν αναφορικά με τον επιτρεπόμενο αριθμό μετακινήσεων πολιτών στα νησιά με πλοία που εκτελούν ακτοπλοϊκά δρομολόγια, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 12 της υπό στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ.56435/14.09.2020 κοινής υπουργικής απόφασης «Κανόνες τήρησης αποστάσεων σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, δημόσιες υπηρεσίες και άλλους χώρουςσυνάθροισης κοινού στο σύνολο της Επικράτειας, προς περιορισμό της διασποράς του κορωνοϊού COVID-19» (Β' 3958) συνάπτουν συμβάσεις ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας με το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής δυνάμει των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου εξηκοστού δεύτερου της από 30.03.2020 Π.Ν.Π.  «Μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και άλλες κατεπείγουσες διατάξεις» (Α΄ 75), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4684/2020 «Κύρωση της από 30.3.2020 Π.Ν.Π. «Μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και άλλες κατεπείγουσες διατάξεις» (Α΄ 75) και άλλες διατάξεις» (Α' 86).

2.Η χρηματοδότηση της παρ. 1 της παρούσας πραγματοποιείται σύμφωνα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου εξηκοστού δεύτερου της από της 30.03.2020 Π.Ν.Π. «Μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και άλλες κατεπείγουσες διατάξεις» (Α' 75) η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4684/2020 (Α' 86).


ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/1109/2024

ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΘΕΣΗ ΣΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΥΔΡΟΜΕΤΡΗΤΩΝ ΑΠΟΜΑΚΡΥΣΜΕΝΗΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ (...)το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι ορθώς το Κλιμάκιο με την προσβαλλόμενη πράξη έκρινε ότι η μη ύπαρξη βέβαιης και εξασφαλισμένης χρηματοδότησης και της αναγκαίας πίστωσης για την εκτέλεση της ελεγχόμενης σύμβασης, πράγμα που δεν αμφισβητεί ούτε η ίδια η προσφεύγουσα (η οποία μάλιστα, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στο φάκελο αλληλογραφία της με διάφορους φορείς, μέχρι και το χρόνο κατάθεσης της ένδικης προσφυγής βρίσκεται σε διαδικασία διερεύνησης για εξεύρεση χρηματοδότησης για την εκτέλεση της ελεγχόμενης σύμβασης, μέσω εθνικών ή ενωσιακών προγραμμάτων χρηματοδότησης), ενόψει της σχετικώς σύντομης προθεσμίας εκτέλεσης αυτής (8 μηνών), της δημιουργούμενης αβεβαιότητας ως προς την χρηματοδότηση ποσοστού πέραν του 80% της υπό ανάθεση σύμβασης, αλλά και της οικονομικής διακινδύνευσης για τον αναθέτοντα φορέα, εκ του ενδεχομένου ανώμαλης εξέλιξης της ελεγχόμενης σύμβασης, λόγω έλλειψης χρηματοδότησης, αποτελεί ουσιώδη πλημμέλεια που κωλύει την υπογραφή του οικείου σχεδίου σύμβασης. Ο ως άνω δε επικαλούμενος λόγος περί εξοικονόμησης συνολικά 265.000 m3 νερού, ως λόγος δημοσίου συμφέροντος, δεν αναιρεί, σε κάθε περίπτωση, την υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής να τηρεί τους κανόνες ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων, οι οποίοι έχουν, επίσης, θεσπισθεί για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν την αιτούμενη ανάκληση της προσβαλλόμενης πράξης (βλ. ΕλΣυν Ολ. 1884, 1716, 310, 180/2022, 1978, 505/2021, 2117, 1642/2020). Το ίδιο ισχύει και για το υψηλό ποσοστό έκπτωσης που επιτεύχθηκε στον αρχικό διαγωνισμό, υπό την έννοια ότι αυτό δεν συνιστά αυτοτελώς επαρκή αιτιολογία παρέκκλισης από τις αρχές της διαφάνειας, της ισότητας συμμετοχής στις διαδικασίες για την κατάρτιση δημοσίων συμβάσεων και της διασφάλισης του ελεύθερου ανταγωνισμού (πρβλ. ΕλΣυν Έβδομο Τμ. 231/2023). Τέλος, ο ισχυρισμός περί συγγνωστής πλάνης της προσφεύγουσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση οι εφαρμοζόμενες διατάξεις (βλ. σκ. 5 της παρούσας) είναι σαφείς και έχουν τύχει νομολογιακής επεξεργασίας από τα εθνικά δικαστήρια, η προσφυγή δε στη διαγωνιστική διαδικασία, χωρίς να έχει εξασφαλιστεί η απαιτούμενη για την εκτέλεση της προς ανάθεση σύμβασης χρηματοδότηση και η σχετικά αναγκαία πίστωση, συνιστά ουσιώδη νομική πλημμέλεια, καθόσον καθιστά επισφαλή την ανάληψη σχετικών συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους του οικείου φορέα και πιθανή την έκθεσή του σε αποζημιωτικές αξιώσεις των αναδόχων (πρβλ. ΕλΣυν Ολ. 378/2024, 1188/2023, Έβδομο Τμ. 1849/2022).  Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη προσφυγή και η ασκηθείσα υπέρ αυτής παρέμβαση πρέπει να απορριφθούν και να μην ανακληθεί η 254/2024 πράξη του ΣΤ’ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 

ΔΕΝ ΑΝΑΚΛΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣ/Β΄ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/1470/2024



ΕλΣυν/Τμ.6/2245/2011

Με δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη δεύτερη σκέψη της παρούσας, το Τμήμα κρίνει ότι η προσφυγή στην ως άνω εξαιρετική διαδικασία ανάθεσης συμπληρωματικών μελετών δεν αιτιολογείται ως προς το προαπαιτούμενο της συνδρομής απρόβλεπτων περιστάσεων εκ μέρους του αρμοδίου για την έκδοση της σχετικής απόφασης Διευθυντή Συγκοινωνιακών Έργων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών λόγων ανάκλησης περί συνδρομής των περιστάσεων αυτών και περί της ύπαρξης επαρκούς αιτιολογίας στην αιτιολογική έκθεση. Συγκεκριμένα, ως προς τον πρώτο λόγο ανάκλησης, η ερμηνευτική εκδοχή, όπως αυτή που υποστηρίζεται από το Υπουργείο, αλλά και την παρεμβαίνουσα σύμπραξη, περί χαρακτηρισμού ως απρόβλεπτης περίστασης κάθε επισυμβάντος κατά τη μελετητική διαδικασία ευρήματος το οποίο δεν είχε αντιμετωπιστεί επακριβώς από την αναγνωριστική μελέτη, θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση των κανόνων του κοινοτικού δικαίου το οποίο, ως ενσωματώθηκε με το ν.3316/2005, επιτάσσει τη μη τροποποίηση ουσιώδους όρου (προεχόντως δε του προβλεφθέντος στην αρχική σύμβαση φυσικού-τεχνικού αντικειμένου) του διαγωνισμού μετά τη σύναψη σύμβασης για την εκπόνηση μελετών, στο μέτρο που μια τέτοια πρακτική θα συνεπαγόταν αναπόφευκτα παραβίαση των αρχών της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων, εφόσον δεν εξασφαλίζονται η ενιαία εφαρμογή των όρων του διαγωνισμού και η αντικειμενικότητα της διαδικασίας. Αβασίμως, δε προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι όταν η δημοπράτηση μίας μελέτης γίνεται επί τη βάσει αναγνωριστικής μελέτης είναι αναμενόμενο να υπάρξουν, κατά την εκπόνηση των επόμενων σταδίων της μελέτης, διαφοροποιήσεις και μάλιστα ουσιώδεις στα επιμέρους θέματα, για το λόγο αυτό δε και η συμφωνούμενη με τον ανάδοχο μελετητή αμοιβή είναι, κατά νόμο προεκτιμώμενη, διότι από τη στιγμή που θεσπίστηκε η οικονομική προσφορά στους διαγωνισμούς του ν.3316/2005 απαιτείται ο κατά το δυνατόν ακριβής προσδιορισμός του φυσικού αντικειμένου της σύμβασης, συνάρτηση του οποίοι αποτελεί και το οικονομικό της αντικείμενο. Άλλωστε, η αναθέτουσα αρχή όφειλε να προβλέψει και να εκτιμήσει πριν από τη διενέργεια του διαγωνισμού για τη σύναψη της αρχικής σύμβασης την ανάγκη συμπερίληψης σε αυτή των υπόψη συμπληρωματικών εργασιών, δεδομένου ότι οι αναθέτουσες αρχές υποχρεούνται να συντάσσουν τους όρους της προκήρυξης διαγωνισμού, αφού έχουν προηγουμένως αναλύσει διεξοδικά όλες τις σχετικές περιστάσεις μετά από επικαιροποίηση των υπαρχόντων στοιχείων του φακέλου (βλ. άρθρα 4 και 7 παρ. 2 εδ. β και 4 εδ. α του ν.3316/2005, σχετικά με την επικαιροποίηση των στοιχείων του φακέλου του έργου). Περαιτέρω και στην αιτιολογική έκθεση, που συνοδεύει το πίνακα συμπληρωματικών εργασιών δεν περιέχεται επαρκής αιτιολογία, όπως αβασίμως προβάλλεται με την αίτηση ανάκλησης. Συγκεκριμένα στην αιτιολογική έκθεση, που συνοδεύει την συμπληρωματική σύμβαση, αναφέρεται η ανάγκη σχεδιασμού παράπλευρων οδών, λόγω της αναμενόμενης αστικοποίησης της περιοχής, χωρίς όμως να δίνεται οποιαδήποτε αιτιολόγηση σε τι συνίσταται το απρόβλεπτο. Περαιτέρω αναφέρεται ότι η χρήση ακριβέστερων υποβάθρων και η αναγκαιότητα σεβασμού του φυσικού περιβάλλοντος οδήγησε σε μια σειρά από αλλαγές στα αναγκαία τεχνικά έργα, που αφορούν είτε αντικατάσταση των αρχικώς εκτιμηθέντων, αντικατάσταση, που όπως η ίδια αναφέρει, είναι αναμενόμενο να προκύψει κατά τη λεπτομερέστερη μελέτη οδοποιίας, είτε στη χάραξη νέων λόγω της ανάγκης γεφύρωσης υφισταμένων ρεμάτων, ότι προέκυψε επίσης ανάγκη για διαμορφώσεις στην κοίτη παρακείμενων της οδού ρεμάτων και μικρής κλίμακας αλλαγές στους διάφορους οχετούς. Αντίθετα δε γίνεται καμία αναφορά στις αποτυπώσεις της αναγνωριστικής μελέτης και στα σημεία που αυτή παρουσίασε ελλείψεις, ώστε να πρέπει να γίνουν διαφοροποιήσεις, ούτε περαιτέρω αιτιολογείται ότι οι διαφοροποιήσεις αυτές είναι τέτοιας έκτασης, που υπερβαίνουν τις αναμενόμενες, ενόψει του ότι πρόκειται για αναγνωριστική μελέτη, και, ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί από τους αναδόχους μελετητές κατά την σύνταξη της προσφοράς τους και, συνεπώς, ορθά το Κλιμάκιο, με την προσβαλλόμενη πράξη του έκρινε ότι δεν αποδεικνύεται με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η συνδρομή απρόβλεπτης περίστασης, πολλώ μάλλον που ορισμένες συμπληρωματικές μελέτες, όπως αυτές που αφορούν σε επιπλέον παράπλευρες οδούς, αφορούν απλώς σε επέκταση του φυσικού αντικειμένου του έργου. Τέλος, απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός της αναθέτουσας αρχής ότι τα αρμόδια όργανά της, συγγνωστώς υπέλαβαν ότι η σύναψη της κρινόμενης συμβάσεως είναι νόμιμη. Τούτο δε καθόσον πλάνη και δη συγγνωστή δεν χωρεί εν προκειμένω διότι υπάρχει, από μακρού χρόνου, σταθερότητα της νομοθεσίας και της νομολογίας ως προς τις προϋποθέσεις κατάρτισης συμπληρωματικών συμβάσεων.