×
register
Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

ΓΝΩΜΗ/Α-ΕΑΔΗΣΥ/4/2022

Τύπος: ΕΓΓΡΑΦΑ

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ:

Η παρούσα γνώμη της Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ. αφορά σε διατάξεις τροπολογίας του Υπουργείου Εσωτερικών σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων για τη μεταφορά μαθητών κατά το σχολικό έτος 2022-2023. Η Αρχή επισημαίνει ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις εισάγουν παρεκκλίσεις από τις πάγιες διατάξεις του ν. 4412/2016 και της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, επιτρέποντας τη διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση και την ανάθεση σε προσωρινούς αναδόχους χωρίς την έγκριση της Αρχής. Η Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ. εκφράζει προβληματισμό για την παγίωση ενός εξαιρετικού καθεστώτος που ενδέχεται να παραβιάζει το ενωσιακό δίκαιο και τις αρχές του ελεύθερου ανταγωνισμού, τονίζοντας ότι οι αναθέτουσες αρχές θα έπρεπε να χρησιμοποιούν έγκαιρα τα διαθέσιμα εργαλεία, όπως το Δυναμικό Σύστημα Αγορών.


Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)

Σχετικά Έγγραφα

ΓΝΩΜΗ/Α-ΕΑΔΗΣΥ/3/2021

Η Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.) γνωμοδοτεί αρνητικά επί τροπολογίας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Η ρύθμιση αφορούσε τη δυνατότητα ανάθεσης υπηρεσιών δακοκτονίας για το έτος 2021 στους προσωρινούς μειοδότες πριν την ολοκλήρωση των διαγωνισμών. Η Αρχή έκρινε ότι η πρόταση παγιώνει ένα εξαιρετικό καθεστώς που αποκλίνει από τους γενικούς κανόνες του ν. 4412/2016 και εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με το ενωσιακό δίκαιο, τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης.


ΓΝΩΜΗ/Α-ΕΑΔΗΣΥ/14/2020

Η παρούσα γνώμη της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.) αφορά τη διατύπωση παρατηρήσεων επί διατάξεων σχεδίου νόμου για την κύρωση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 20.3.2020. Η Π.Ν.Π. περιλαμβάνει κατεπείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, προβλέποντας εξαιρετικές διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων, όπως απευθείας αναθέσεις κατά παρέκκλιση της κείμενης εθνικής νομοθεσίας, για διάφορα Υπουργεία και φορείς όπως ο Ε.Ο.Δ.Υ. και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Η Αρχή επισημαίνει την ανάγκη ορθής ερμηνείας των παρεκκλίσεων ώστε να συνάδουν με το ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 32 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ) και τονίζει ότι οι παρεκκλίσεις πρέπει να περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, διασφαλίζοντας παράλληλα τις θεμελιώδεις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης.


ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.7/217/2017

ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΚΑΥΣΙΜΩΝ:Με δεδομένα αυτά η ελεγχόμενη δαπάνη είναι νόμιμη. Τούτο διότι   για τα είδη των υποομάδων 1, 2 και 3 της ομάδας Ι της 6/16.12.2016 τεχνικής έκθεσης, μεταξύ των οποίων και η προμήθεια πετρελαίου κίνησης για τις κολυμβητικές δεξαμενές του Δ.Α.Κ. ..... στην οποία αφορά το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα, ο Δήμος ..... προέβη στην απευθείας ανάθεση ενόψει επείγουσας ανάγκης που προέκυψε από τη φύση των προς προμήθεια ειδών και του γεγονότος ότι προηγήθηκε άγονος διαγωνισμός, χωρίς υπαιτιότητά του, καθόσον δεν υποβλήθηκε καμία παραδεκτή προσφορά οι σχετικές δε διαδικασίες είχαν εκκινήσει έγκαιρα. Περαιτέρω, όσον αφορά στην Υποομάδα 4 (πετρέλαιο κίνησης για τα οχήματα και μηχανήματα του Δήμου .....) της ίδιας τεχνικής έκθεσης, με την 348/21.12.2016 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής ανατέθηκε απευθείας και πάλι με τους ίδιους όρους στην ίδια εταιρεία «...», στην οποία είχε ανατεθεί μέσω του ανοικτού διαγωνισμού. Η τελευταία δε αυτή ανάθεση μέσω του ανοικτού διαγωνισμού υποβλήθηκε προς έλεγχο νομιμότητας ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου ο οποίος με την 55/2017 Πράξη του Στ΄ Κλιμακίου απέβη θετικός, με συνέπεια η συνολική αξία των λοιπών ειδών που περιελήφθησαν στην ανωτέρω 6/16.12.2016 τεχνική έκθεση να ανέρχεται σε 191.809 (308.809 – 117.000) ευρώ, ποσό το οποίο δεν υπερβαίνει το όριο υπαγωγής στον προσυμβατικό έλεγχο νομιμότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (200.000 ευρώ), ενώ υπολείπεται και του ορίου των 209.000 ευρώ, από το οποίο υφίσταται υποχρέωση υπαγωγής της απευθείας ανάθεσης στον έλεγχο της Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ. [2014/24/ΕΚ και 2014/25/ΕΚ Οδηγίες, σε συνδυασμό προς τον Κανονισμό (ЕЕ) 2015/2170, όπου ορίζεται ως κατώτατο όριο εφαρμογής, σε συνάρτηση προς την εκτιμώμενη αξία της σύμβασης χωρίς Φ.Π.Α., το ποσό των 209.000 ευρώ για δημόσιες συμβάσεις προμηθειών που ανατίθενται από μη κεντρικές αναθέτουσες αρχές].


ΔΕΕ/C-601/2010

«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγίες 92/50/ΕΟΚ και 2004/18/ΕΚ – Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών – Συμπληρωματικές υπηρεσίες κτηματογραφήσεως και πολεοδομικού σχεδιασμού – Διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση σχετικής προκηρύξεως» (..) (σκ.32,33) Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 11, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/50 και το άρθρο 31, σημείο 4, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2004/18, καθόσον εισάγουν παρεκκλίσεις από τους κανόνες που αποσκοπούν στη διασφάλιση της αποτελεσματικής ασκήσεως των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από τη Συνθήκη ΛΕΕ στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά, το δε βάρος αποδείξεως σχετικά με τη συνδρομή των έκτακτων περιστάσεων που δικαιολογούν την παρέκκλιση από τους εν λόγω κανόνες φέρει ο διάδικος που τις επικαλείται (βλ. αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2003, C 20/01 και C 28/01, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2003, σ. I 3609, σκέψη 58? της 18ης Νοεμβρίου 2004, C 126/03, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2004, σ. I 11197, σκέψη 23? της 11ης Ιανουαρίου 2005, C 26/03, Stadt Halle και RPL Lochau, Συλλογή 2005, σ. I 1, σκέψη 46, καθώς και της 8ης Απριλίου 2008, C 337/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2008, σ. I 2173, σκέψεις 57 και 58). 33 Στο δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει η επέλευση ή η πιθανότητα επελεύσεως ενός απρόβλεπτου περιστατικού μετά την ανάθεση των επίδικων δημοσίων συμβάσεων, δεδομένου ότι οι εμπλεκόμενες αναθέτουσες αρχές μπορούσαν, προ της συνάψεως των αρχικών συμβάσεων, να προβλέψουν την ανάγκη να συμπεριληφθούν στις συμβάσεις αυτές οι σχετικές συμπληρωματικές υπηρεσίες και συγκεκριμένα, στην προκειμένη περίπτωση, η επέκταση των ζωνών πολεοδομικού σχεδιασμού. Εάν η ανάγκη μιας τέτοιας επεκτάσεως για τεχνικούς ή οικονομικούς λόγους ή για λόγους αναγόμενους στην εκτέλεση των προβλεπόμενων στην αρχική σύμβαση υπηρεσιών μπορούσε να χαρακτηριστεί ως απρόβλεπτη περίσταση, οι αναθέτουσες αρχές θα είχαν την ευχέρεια να υποστηρίξουν ότι απέτυχαν κατά την εκτίμηση και τον ακριβή καθορισμό του φυσικού αντικειμένου και του περιεχομένου της αρχικής συμβάσεως και, στη συνέχεια, να προβούν στην ανάθεση συμπληρωματικών υπηρεσιών με τη σύναψη χωριστών συμβάσεων παραβιάζοντας με αυτόν τον τρόπο τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της διαφάνειας. (…)Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφασίζει: 1) Η Ελληνική Δημοκρατία, συνάπτοντας, κατόπιν διαδικασίας με διαπραγμάτευση χωρίς δημοσίευση σχετικής προκηρύξεως, δημόσιες συμβάσεις με αντικείμενο συμπληρωματικές υπηρεσίες κτηματογραφήσεως και πολεοδομικού σχεδιασμού οι οποίες δεν προβλέπονταν στην αρχική σύμβαση που είχαν συνάψει οι Δήμοι Βασιλικών, Κασσάνδρας, Εγνατίας και Αρέθουσας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 8 και 11, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997, καθώς και από τα άρθρα 20 και 31, σημείο 4, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών. 2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.


ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/1385/2024

3η τροποποιητική σύμβασης του έργου με τίτλο κατασκευή μονάδας επεξεργασίας και ανάκτησης αποβλήτων.(...)Το Δικαστήριο, με βάση τα ανωτέρω δεδομένα και λαμβάνοντας υπόψη ότι αφενός οι προς εκτέλεση εργασίες κατασκευής του κυττάρου ΧΥΤΑ Ε΄ της συμπληρωματικής σύμβασης ναι μεν θα εκτελεστούν στον ίδιο χώρο (..), πλην όμως σε σημείο διαφορετικό από τον ΧΥΤΥ Δ΄ της αρχικής σύμβασης, αφετέρου κατατείνουν σε όλως διάφορο λειτουργικό αποτέλεσμα, ήτοι στην υγειονομική ταφή ακατέργαστων αποβλήτων, κάνει δεκτό ότι οι εργασίες αυτές δεν έχουν συμπληρωματικό χαρακτήρα. Τούτο δε, υπό την έννοια ότι δεν συνδέονται αρρήκτως με αυτές της αρχικής σύμβασης διασφαλίζοντας την άρτια ολοκλήρωση και τελειοποίηση του τεχνικού αντικειμένου της, το οποίο εάν εκτελεσθεί όπως έχει αρχικά σχεδιαστεί θα εξυπηρετεί πλήρως τον σκοπό του, ήτοι την υγειονομική ταφή στον ΧΥΤΥ Δ΄ του υπολείμματος των αποβλήτων που θα τυγχάνουν επεξεργασίας στην υπό κατασκευή Μ.Ε.Α. Ηρακλείου, με την οποία και βρίσκεται σε άμεση διαλειτουργικότητα. Αντιθέτως, όπως ορθώς κρίθηκε και με την προσβαλλόμενη πράξη, οι προτεινόμενες με την ελεγχόμενη τροποποιητική σύμβαση εργασίες συνιστούν ένα λειτουργικά αυτοτελές έργο, ήτοι μια νέα μη προβλεπόμενη υποδομή (ΧΥΤΑ Ε΄), το τεχνικό αντικείμενο της οποίας προστίθεται σε εκείνο της κύριας σύμβασης, το οποίο και επεκτείνει. Ενόψει αυτών, η ελεγχόμενη τροποποίηση της αρχικής σύμβασης με την ανάθεση των ως άνω συμπληρωματικών εργασιών στην προσφεύγουσα αρχική ανάδοχο, χωρίς νέα διαγωνιστική διαδικασία, δεν καλύπτεται από το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 156 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 4412/2016, κατά τα ορθώς κριθέντα και από το Κλιμάκιο.  Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι οι επικαλούμενες για την τροποποίηση της αρχικής σύμβασης διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 1 περ. β΄του ν. 4412/2016 είναι στενά ερμηνευτέες, διότι εισάγουν παρέκκλιση από τις αρχές του αποτελεσματικού ανταγωνισμού, της ίσης μεταχείρισης των οικονομικών φορέων που υποβάλλουν προσφορά και της διαφάνειας των διαδικασίων που διέπουν και το στάδιο εκτέλεσης των δημοσίων συμβάσεων και εκτιμώντας, περαιτέρω, τις περιστάσεις του πραγματικού της εξεταζόμενης υπόθεσης και ιδίως ότι α) η διαπιστωθείσα πλημμέλεια αφορά στο σύνολο του αντικειμένου της ελεγχόμενης σύμβασης, β) οι επίμαχες συμπληρωματικές εργασίες ακολουθούν το όχι υψηλό ποσοστό μέσης έκπτωσης (0,14%) που ο προσφεύγων ανάδοχος προσέφερε επί της αντίστοιχης προϋπολογιζόμενης δαπάνης της αρχικής σύμβασης, γ) η προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρει επαύξηση του οικονομικού αντικειμένου της αρχικής σύμβασης κατά 13,63%, η δε αξία της συναλλαγής, η οποία αποκλείστηκε από το άνοιγμα στον ανταγωνισμό ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 5.654.269,47 ευρώ (χωρίς αναθεώρηση και Φ.Π.Α.), άγεται στην κρίση ότι η διαπιστωθείσα νομική πλημμέλεια είναι ουσιώδης, πλήττουσα την αντικειμενική ακεραιότητα της διαδικασίας σύναψης της ελεγχόμενης σύμβασης. Για τους λόγους αυτούςΣυνεκδικάζει τις προσφυγές ανάκλησης α) του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ενιαίος Σύνδεσμος Διαχείρισης Απορριμμάτων Κρήτης» (Ε.Σ.Δ.Α.Κ.) και β) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…» κατά της 374/2024 Πράξης του Ε΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

ΔΕΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣ/Γ΄ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/1733/2024




ΕλΣυν/ΤμVI/3558/2009

Από τις ανωτέρω διατάξεις του π.δ.60/2007, με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών προς τις διατάξεις της οικείας κοινοτικής οδηγίας (2004/18/ΕΚ), συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι μία αναθέτουσα αρχή υποχρεούται να συνάπτει τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών κατά κανόνα με τη διαδικασία του ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού και μόνο κατ’ εξαίρεση με τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης. Οι περιπτώσεις της κατ’ εξαίρεση δυνατότητας σύναψης των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών με τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, χωρίς προηγούμενη δημοσίευση σχετικής προκήρυξης διαγωνισμού, παρατίθενται στο άρθρο 25 του π.δ.60/2007, ενώ παράλληλα τέτοια δυνατότητα αναγνωρίζεται και στο άρθρο 24 παρ. 1 περ. α΄ εδάφιο β του ως άνω π.δ.. Κατά τα παγίως κριθέντα από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.), οι διατάξεις των κοινοτικών οδηγιών, όπως αυτές που αφορούν στην ανάθεση με διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, οι οποίες εισάγουν παρεκκλίσεις από την εφαρμογή των κανόνων που διέπουν την ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων, πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά, το δε βάρος απόδειξης ότι συντρέχουν πράγματι οι εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν την παρέκκλιση φέρει εκείνος ο οποίος τις επικαλείται (βλ. Δ.Ε.Κ.: απόφαση της 14.9.2004, Υπόθεση C-385/02, απόφαση της 18.5.1995, Υπόθεση C-57/94, απόφαση της 12.1.1994, Υπόθεση C-296/92, απόφαση της 17.11.1993, Υπόθεση C-71/02, απόφαση της 10.3.1987, Υπόθεση C-199/85). Στα πλαίσια αυτά, με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ.1 περ. α΄ του π.δ.60/2007, παρέχεται η δυνατότητα στις αναθέτουσες αρχές να χρησιμοποιούν τη διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, όταν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: α) έχει προηγηθεί προκήρυξη διαγωνισμού, β) καμία προσφορά δεν υποβλήθηκε ή καμία από τις υποβληθείσες προσφορές δεν ήταν κατάλληλη και γ) δεν έχουν τροποποιηθεί ουσιαστικά οι αρχικοί όροι της σύμβασης, ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 περ. α΄ εδ. β΄ του ίδιου π.δ., η ίδια δυνατότητα (προσφυγής στη διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού) δίδεται στις αναθέτουσες αρχές, όταν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) έχει προηγηθεί προκήρυξη διαγωνισμού, β) υποβλήθηκαν μη κανονικές προσφορές ή κατατέθηκαν απαράδεκτες προσφορές, γ) δεν έχουν τροποποιηθεί ουσιαστικά οι αρχικοί όροι της σύμβασης και δ) στη διαδικασία με διαπραγμάτευση περιλαμβάνονται όλοι οι προσφέροντες που πληρούν τα κριτήρια των άρθρων 43 έως 50 και οι οποίοι είχαν υποβάλει παραδεκτές προσφορές κατά τον προηγηθέντα διαγωνισμό. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι προσφορά που κατατέθηκε στην προηγηθείσα της διαπραγμάτευσης ανοικτή ή κλειστή διαδικασία διαγωνισμού νοείται ως «ακατάλληλη» όταν το περιεχόμενό της δεν έχει καμία σχέση με τις υπό ανάθεση υπηρεσίες και δεν μπορεί, συνεπώς, να ανταποκριθεί στις ανάγκες της αναθέτουσας αρχής, όπως αυτές καθορίστηκαν στα έγγραφα (τεχνικές προδιαγραφές) του διαγωνισμού (βλ. Δ.Ε.Κ. απόφαση της 4.6.2009, Υπόθεση C-250/07, Πράξη VI Τμ.Ε.Σ. 44/2007), για το λόγο δε αυτό η υποβολή «ακατάλληλης» προσφοράς εξομοιώνεται με τη μη υποβολή προσφοράς. Όσον αφορά δε στην έννοια της «μη κανονικής» προσφοράς του άρθρου 24 παρ. 1 περ. α΄ του π.δ.60/2007, η υποβολή τέτοιας προσφοράς εξομοιώνεται με την υποβολή απαράδεκτης προσφοράς. Τούτο σαφώς συνάγεται από τη γραμματική ερμηνεία των ως άνω διατάξεων, καθόσον υφίσταται συνάρτηση, αφενός μεταξύ της περίπτωσης απουσίας προσφοράς και της περίπτωσης υποβολής ακατάλληλης προσφοράς, αφετέρου μεταξύ της περίπτωσης υποβολής απαράδεκτης (σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τηρουμένων των οριζομένων στις διατάξεις των άρθρων 28, 39 έως 52 και 55 του π.δ.60/2007) προσφοράς και εκείνης της υποβολής μη κανονικής προσφοράς, οι οποίες προβλέπεται ότι μπορούν, εναλλακτικά, να αποτελέσουν λόγο απευθείας ανάθεσης. Οι περιπτώσεις αυτές είναι ισοδύναμες όχι μόνον όσον αφορά στις συνέπειες που απορρέουν από αυτές, αλλά και όσον αφορά στις δυσκολίες που συνεπάγονται για τον αναθέτοντα φορέα, δεδομένου ότι είτε δεν καλύπτονται οι σχετικές με τις υπό ανάθεση υπηρεσίες ανάγκες λόγω μη συμβατότητας των υποβληθεισών προσφορών με τις τεχνικές προδιαγραφές, είτε δεν πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις που τίθενται από το νόμο ή τη διακήρυξη σχετικά με τη συμμετοχή στο διαγωνισμό και την υποβολή παραδεκτής προσφοράς. Επομένως, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να συνάψει σύμβαση ανάθεσης υπηρεσιών χωρίς να ακολουθήσει τη συνήθη διαδικασία διαγωνισμού, μόνον εάν οι προσφορές που υποβλήθηκαν είναι «ακατάλληλες» ή «μη κανονικές», στην κατηγορία δε των προσφορών αυτών δεν εμπίπτουν σε καμία περίπτωση οι οικονομικά «μη συμφέρουσες» για την αναθέτουσα αρχή προσφορές. Τέλος, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να προσφύγει στη διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού και στην προβλεπόμενη στο άρθρο 25 παρ. 1 περ. γ΄ του π.δ.60/2007 περίπτωση κατεπείγουσας ανάγκης, μη απορρέ