×
register
Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

Αριθμός Πρωτοκόλλου: Ν.5305/2026

Θέμα:

Αποτελεσματική εφαρμογή στην ελληνική έννομη τάξη του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2022/1463 της Επιτροπής για τον καθορισμό των τεχνικών και λειτουργικών προδιαγραφών του τεχνικού συστήματος διασυνοριακής αυτοματοποιημένης ανταλλαγής δικαιολογητικών και την εφαρμογή της αρχής «μόνον άπαξ» - Λοιπές διατάξεις.


ΦΕΚ: 85/Α/29.05.2026

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ : ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΟΥ

Τύπος: ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ: 3402/2005, 4199/2013, 4727/2020, 4940/2022, 5099/2024, 5265/2025

Ιστορικό Κωδικοποιήσεων

Αναθεώρηση Ν.5305-2026.pdf Ημερομηνία δημιουργίας 03/06/2026

1Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ - ΦΕΚ

Σχετικά Έγγραφα

Ο.3026/2026

Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων 29, 36, 41 και 43 του ν. 5305/2026 «Αποτελεσματική εφαρμογή στην ελληνική έννομη τάξη του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2022/1463 της Επιτροπής για τον καθορισμό των τεχνικών και λειτουργικών προδιαγραφών του τεχνικού συστήματος διασυνοριακής αυτοματοποιημένης ανταλλαγής δικαιολογητικών και την εφαρμογή της αρχής «μόνον άπαξ» - Λοιπές διατάξεις.» (Α΄85/29-05-2026).


37396/2020

Εγκύκλιος ενημέρωσης Δημοσίων Υπηρεσιών και Οργανισμών σχετικά με την εφαρμογή της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το Προεδρικό Διάταγμα 81/2018 (ΦΕΚ 151/ τ. Α/ 21.08.2018) «για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών».ΑΔΑ:ΨΓ0Η46ΜΤΛΡ-ΙΤΝ


ΝΣΚ/79/2017

Συμβατότητα με το άρθρο 20 της Οδηγίας 41/2003/ΕΚ (και το άρθρου 22 του ν. 3846/2010) του αιτήματος για διασυνοριακή δραστηριότητα μεταξύ του Κυπριακού Ταμείου AON HEWITT Multi Employer Provident Fund με την AON HEWITT SA Ελλάδος, η οποία θα υλοποιηθεί με διμερή Συμφωνία Συμμετοχής, στην οποία θα ενσωματωθεί η παρ. 10 του άρθρου 7 του ν. 3029/2002.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή 
Η ενσωμάτωση της παρ. 10 του άρθρου 7 του ν. 3029/2002 στη διμερή Συμφωνία Συμμετοχής, που καταρτίσθηκε μεταξύ της (χρηματοδοτούσας) ελληνικής επιχείρησης ‘‘AON HEWITT SA” και του (χρηματοδοτούμενου από αυτή) Κυπριακού Ταμείου “AON HEWITT Multi Employer Provident Fund”, η οποία, αν και υπογράφεται αποκλειστικά από ιδιώτες και χωρίς τη συμμετοχή της Δημόσιας Εποπτικής Κυπριακής Αρχής, ωστόσο, κατά τα ρητώς διαλαμβανόμενα στα σημεία 1.3 και 3.4 του Κανονισμού του, αποτελεί μετά την προσυπογραφή του από τα δύο αντισυμβαλλόμενα μέρη, αναπόσπαστο μέρος αυτού και ισχύει ωσάν να παρατίθεται πλήρως στο σώμα του εν λόγω Κανονισμού, είναι συμβατή με τις διατάξεις του άρθρου 20 της Οδηγίας 2003/41/ΕΚ περί διασυνοριακής δραστηριότητας των Ιδρυμάτων Επαγγελματικής Συνταξιοδότησης των κρατών - μελών της Ε.Ε., καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν.3846/2010 που μεταφέρει την Οδηγία αυτή στην Εθνική έννομη τάξη, διότι πληρούται, με τον τρόπο αυτό, η κύρια προϋπόθεση που θέτουν οι διατάξεις αυτές προκειμένου να επιτραπεί (με χορήγηση σχετικής έγκρισης από την αρμόδια Ελληνική Αρχή), η χρηματοδότηση από την ελληνική επιχείρηση, του Κυπριακού Ταμείου, και η οποία (προϋπόθεση) συνίσταται στην εκ μέρους του τήρηση της κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας που ισχύει στην Ελλάδα, σχετικά με τις επαγγελματικές συντάξεις (ομοφ.).


ΕΣ/ΚΛ.Ζ/493/2024

Παροχή Υπηρεσιών Φύλαξης:  Με τα δεδομένα αυτά το Κλιμάκιο κρίνει ότι ο προβλεπόμενος στο άρθρο 1.4 του Παραρτήματος ΙΙ της διακήρυξης όρος, με τον οποίο επιβάλλεται στον ανάδοχο των υπό ανάθεση υπηρεσιών να απασχολεί ως προσωπικό για την εκτέλεση της σύμβασης άτομα που έχουν οπωσδήποτε την ελληνική ιθαγένεια, είναι μη νόμιμος. Τούτο, διότι ο εν λόγω όρος εισάγει έμμεση διάκριση λόγω ιθαγένειας μεταξύ των ενδιαφερόμενων να συμμετάσχουν στη διαγωνιστική διαδικασία οικονομικών φορέων, καθόσον καθιερώνει ως προϋπόθεση εκπλήρωσης των προδιαγραφών τεχνικής καταλληλότητας και, κατά συνέπεια, υποβολής παραδεκτής προσφοράς την απασχόληση από τον ανάδοχο αποκλειστικά Ελλήνων πολιτών, κατά παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων και της ελεύθερης ανάπτυξης του ανταγωνισμού στο πεδίο των δημοσίων συμβάσεων. Οι εν λόγω αρχές που καθιερώνονται ευθέως από το εφαρμοστέο εν προκειμένω ενωσιακό δίκαιο, όπως ενσωματώθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με τον ν. 4412/2016, στο άρθρο 18 παρ. 1 εδ α΄ και β΄ του οποίου ρητώς αναφέρεται η υποχρέωση τήρησής τους από όλους τους συμμετέχοντες στις οικείες διαδικασίες ανάθεσης, προεχόντως δε από τις αναθέτουσες αρχές, αποτελούν κατ’ ουσίαν έκφανση της γενικότερης αρχής της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η θεμελιώδης αυτή αρχή είναι κατ’ αρχήν ασύμβατη με όρους ανάλογου περιεχομένου, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι συντρέχουν για την εφαρμογή τους ειδικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος σε συνάρτηση και με την ιδιαίτερη φύση του αντικειμένου της συγκεκριμένης ανάθεσης. (...)Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το Κλιμάκιο διαπιστώνει ότι συντρέχει, εν προκειμένω, νομική πλημμέλεια, η οποία έπληξε ευθέως την εφαρμογή των γενικών αρχών της ίσης μεταχείρισης των οικονομικών φορέων, της απαγόρευσης των διακρίσεων βάσει ιθαγένειας και της ελεύθερης ανάπτυξης του ανταγωνισμού, όπως καθιερώνονται από το ενωσιακό δίκαιο και διατρέχουν το σύνολο της εσωτερικής έννομης τάξης στο πεδίο ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων, και επέδρασε κατά συνέπεια στο κύρος της ελεγχόμενης διαδικασίας ανάθεσης. Ως εκ τούτου, το Κλιμάκιο κρίνει ότι η ως άνω πλημμέλεια είναι ουσιώδης και κωλύει τη σύναψη της σύμβασης μεταξύ του Ολυμπιακού Αθλητικού Κέντρου Αθηνών (ΟΑΚΑ) “Σπύρος Λούης” και της εταιρείας με την επωνυμία «..».



ΕλΣυν.Κλ.Τμ.1/2/2018

ΑΠΟΔΟΧΕΣ:Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην υπό II σκέψη, το Κλιμάκιο κρίνει ότι η πρόσληψη, στις 12 και 15.9.2017 αντιστοίχως, των φερομένων ως δικαιούχων του ελεγχόμενου χρηματικού εντάλματος έγινε κατά παράβαση του άρθρου 206 του Κ.Κ.Δ.Κ.Υ. Και τούτο, διότι – ανεξαρτήτως του ότι ούτε από την 82/21.7.2017 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ......, ούτε από τα λοιπά δικαιολογητικά του ελεγχόμενου εντάλματος προκύπτει, με συγκεκριμένα στοιχεία, η έλλειψη επαρκούς στελέχωσης της Διοικητικής Υπηρεσίας η οποία κατέστησε εξαρχής αναγκαία την πρόσληψη προσωπικού κατ’ εφαρμογή του άρθρου 206 Κ.Κ.Δ.Κ.Υ. – κατά τον χρόνο πρόσληψης δεν υφίσταντο πλέον οι προβαλλόμενες στην ως άνω απόφαση ως κατεπείγουσες ανάγκες, αφού όλες οι διαδικαστικές ενέργειες (βάσει του ορισθέντος στην 60/19.5.2017 απόφαση χρονοδιαγράμματος) για την ανακοίνωση των οριστικών αποτελεσμάτων εισαγωγής στους βρεφονηπιακούς σταθμούς είχαν ολοκληρωθεί στις 4.9.2017, όπως προβλεπόταν. Στο 4896/16.10.2017 έγγραφο του Προέδρου του ...... προβάλλεται ότι η μεγάλη χρονική καθυστέρηση πρόσληψης των δύο υπαλλήλων οφείλεται στην αναμονή ολοκλήρωσης του ελέγχου νομιμότητας της 82/21.7.2017 απόφασης από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Κρήτης, ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον η εν λόγω απόφαση ήταν άμεσα εκτελεστή σύμφωνα με το άρθρο 224 του ν. 3852/2010 και, συνεπώς, ο φορέας είχε τη νόμιμη δυνατότητα να προβεί εγκαίρως στην πρόσληψή τους. Εξάλλου, όπως ορθώς επισημαίνει ο Αναπληρωτής Επίτροπος στην έκθεση διαφωνίας, η εγγραφή – είσοδος των βρεφών και νηπίων στους σταθμούς, καθώς και η νέα πλήρωση των τυχόν κενουμένων μέχρι το μήνα Δεκέμβριο θέσεων (λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης των εισαχθέντων νηπίων), αναφέρονται σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της ανακοίνωσης των οριστικών αποτελεσμάτων και, σε κάθε περίπτωση, αφορούν σε μια παγίως επαναλαμβανόμενη κατ’ έτος διαδικασία η οποία συνεπώς δεν έχει κατεπείγοντα χαρακτήρα, η δε εκ των υστέρων παροχή από την Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης της δυνατότητας εγγραφής επιπλέον νηπίων (βλ. την από 3.10.2017 ανακοίνωση αυτής) δεν δύναται να ασκήσει οποιαδήποτε έννομη επιρροή, καθόσον είναι επιγενόμενη των προσλήψεων. Ωστόσο, το Κλιμάκιο κρίνει ότι τα αρμόδια όργανα του ...... δεν ενήργησαν εν προκειμένω με πρόθεση καταστρατήγησης των οικείων διατάξεων, αλλά συγγνωστώς ανέμειναν την περάτωση του ελέγχου της 82/21.7.2017 απόφασης από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Κρήτης, για να προβούν στην πρόσληψη των δύο υπαλλήλων με πλείονα εχέγγυα νομιμότητας, υπέλαβαν δε περαιτέρω ότι εξακολουθούσε υφιστάμενη και μετά τις 4.9.2017 η ίδια κατεπείγουσα ανάγκη για την αποτελεσματική λειτουργία της Διοικητικής Υπηρεσίας, ενόψει του ότι η διαδικασία εγγραφής και εισόδου των νηπίων και βρεφών στους σταθμούς ολοκληρώνεται πάντως μετά την ανακοίνωση των οριστικών αποτελεσμάτων. 


ΕλΣυν/Τμ.6/19/2014

Ασυνήθιστα χαμηλή προσφορά.Αιτηση ανάκλησης της αριθμ. 215/2013 πράξεως του Ζ Κλιμακίου.(...) Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας αποφάσεως το Τμήμα άγεται στην κρίση ότι : Α) Το άρθρο 55 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, το οποίο μετά την παρέλευση της προθεσμίας ενσωματώσεως αυτής στο εθνικό δίκαιο (31.1.2006), εφαρμόζεται ευθέως στην ελληνική έννομη τάξη, επιβάλλει, κατά τη διαδικασία διεξαγωγής δημόσιου διαγωνισμού για την ανάδειξη αναδόχου μελετητή, στην αναθέτουσα αρχή, εφόσον αμφιβάλλει για τη φερεγγυότητα κάποιας από τις υποβληθείσες προσφορές, και πρόκειται να την απορρίψει ως απαράδεκτη, να καλεί τον προσφέροντα αυτή για να παράσχει τις διευκρινίσεις που κρίνονται σκόπιμες για την απόδειξη της αξιοπιστίας της. Η άμεση εφαρμογή αυτής της υποχρεώσεως δεν καταργήθηκε ούτε περιορίσθηκε μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 3919/2011 και την κατάργηση των ελαχίστων ορίων αμοιβών για την εκπόνηση μελετών και την εν γένει παροχή υπηρεσιών καθόσον με τις ίδιες διατάξεις διατηρήθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις περί του τρόπου υπολογισμού των αμοιβών των μηχανικών για μελέτες και συναφείς υπηρεσίες αναφορικά με το σχηματισμό της προεκτιμώμενης αμοιβής, η οποία αποτελεί και το κριτήριο βάσει του οποίου η αναθέτουσα αρχή έχει διακριτική ευχέρεια να χαρακτηρίσει μία προσφορά ως υπερβολικά χαμηλή προκειμένου να ζητεί διευκρινίσεις ως προς τα οικονομικά στοιχεία που τη συνθέτουν, Β) Η υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής να ζητά διευκρινίσεις προβλέπεται μόνον όταν αυτή, στο πλαίσιο της διακριτικής της ευχέρειας, εντοπίσει προσφορά, η οποία γεννά αμφιβολίες ως προς τη φερεγγυότητά της, και προτίθεται να την απορρίψει ως απαράδεκτη όχι δε και όταν υποβληθούν αιτιάσεις (δι’ ενστάσεως κ.λπ.) από άλλον διαγωνιζόμενο, εφόσον αυτές δεν είναι επαρκείς για να δημιουργήσουν υπόνοιες στην ίδια ότι πρόκειται περί υπερβολικά χαμηλής προσφοράς. Μειοψήφισε ο σύμβουλος Γεώργιος Βοϊλης, ο οποίος διατύπωσε τη γνώμη, προς την οποία συντάχθηκαν και οι έχουσες συμβουλευτική ψήφο, Πάρεδροι, Ευαγγελία Σεραφή και Αντιγόνη Στίνη, ότι η αναθέτουσα αρχή έχει κατ’ αρχάς διακριτική ευχέρεια να εντοπίσει προσφορά η οποία την εμβάλλει σε αμφιβολία ως προς την φερεγγυότητά της και να ζητήσει διευκρινίσεις ως προς τη διαμόρφωση των επιμέρους στοιχείων που τη συνθέτουν, οφείλει όμως (δεσμία αρμοδιότητα), στο πλαίσιο της υποχρεώσεώς της να αιτιολογεί κάθε θετική ή αρνητική ατομική διοικητική πράξη, να ζητεί διευκρινίσεις και κάθε φορά που ένας διαγωνιζόμενος υποβάλλει ένσταση κατά της αποδοχής προσφοράς που ο ίδιος χαρακτηρίζει ως υπερβολικά χαμηλή. Πλην, όμως, η γνώμη αυτή δεν εκράτησε. (...) Ανακαλεί την 215/2013 Πράξη του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου


ΔΕΚ/C-46/1993,C-48/1993

Περίληψη 1. Η αρχή ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αποκαθιστούν τις ζημίες που προκαλούνται στους ιδιώτες από τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου που τους καταλογίζονται δεν καθίσταται ανεφάρμοστη όταν η παράβαση αφορά απευθείας εφαρμοστέα διάταξη του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, η παρεχομένη στους διοικουμένους ευχέρεια να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων απευθείας εφαρμοστέες διατάξεις της Συνθήκης συνιστά ελαχίστη απλώς κατοχύρωση και δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει την πλήρη και ολοκληρωτική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Η ευχέρεια αυτή, αποσκοπούσα στο να διευκολύνει την κατίσχυση της εφαρμογής των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου έναντι των εθνικών διατάξεων, δεν αρκεί για να κατοχυρώσει, σε όλες τις περιπτώσεις, υπέρ του ιδιώτη τα δικαιώματα που του απονέμει το κοινοτικό δίκαιο, ούτε να αποτρέψει τη ζημία που ενδέχεται να υποστεί αυτός λόγω παραβάσεως του εν λόγω δικαίου καταλογιζομένης σε κράτος μέλος. 2. Επειδή η Συνθήκη δεν περιέχει διατάξεις ρυθμίζουσες κατά τρόπο ρητό και ακριβή τις συνέπειες των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη μέλη, εναπόκειται στο Δικαστήριο * στο πλαίσιο της ασκήσεως της αποστολής που του αναθέτει το άρθρο 164 της Συνθήκης να εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συνθήκης * να αποφανθεί επ' αυτού του ζητήματος σύμφωνα με τις γενικώς δεκτές ερμηνευτικές μεθόδους, καταφεύγοντας ιδίως στις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού νομικού συστήματος, ενδεχομένως δε και σε γενικές αρχές που είναι κοινές στα νομικά συστήματα των κρατών μελών. 3. Η αρχή ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αποκαθιστούν τη ζημία που προξενείται σε ιδιώτες από παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου καταλογιζόμενες σ' αυτά ισχύει και όταν οι παραβάσεις απορρέουν από τη δράση του εθνικού νομοθέτη. Η αρχή αυτή, που είναι σύμφυτη προς το σύστημα της Συνθήκης, ισχύει για κάθε περίπτωση παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου από κράτος μέλος, όποιο και αν είναι το όργανο του κράτους μέλους του οποίου η πράξη ή η παράλειψη την προκάλεσε. Εν όψει δε της θεμελιώδους για την κοινοτική έννομη τάξη επιταγής της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, η επιβαλλόμενη από την αρχή αυτή υποχρέωση αποκαταστάσεως των ζημιών δεν μπορεί να εξαρτάται από εσωτερικούς κανόνες περί κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των συνταγματικών πολιτειακών οργάνων. 4. Για να προσδιοριστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η εκ μέρους κράτους μέλους παράβαση του κοινοτικού δικαίου παρέχει στους πληττομένους ιδιώτες δικαίωμα αποζημιώσεως, πρέπει κατ' αρχάς να ληφθούν υπόψη οι αρχές του κοινοτικού δικαίου επί των οποίων θεμελιώνεται η ευθύνη του κράτους, ήτοι αφενός μεν η πλήρης αποτελεσματικότητα των κοινοτικών διατάξεων και η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων που αυτές αναγνωρίζουν, αφετέρου δε η υποχρέωση συνεργασίας την οποία υπέχουν τα κράτη μέλη από το άρθρο 5 της Συνθήκης. Πρέπει να γίνει επίσης παραπομπή στην οργάνωση του καθεστώτος της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, πρώτον, διότι το καθεστώς αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, έχει οικοδομηθεί με βάση τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών και, δεύτερον, διότι δεν συντρέχει λόγος, χωρίς ιδιαίτερη δικαιολογία, να υπαχθούν σε διαφορετικές ρυθμίσεις η ευθύνη της Κοινότητας και η ευθύνη των κρατών μελών υπό ανάλογες συνθήκες και τούτο διότι η προστασία των δικαιωμάτων τα οποία αντλούν οι ιδιώτες από το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να ποικίλλει αναλόγως του αν η πρόξενος της ζημίας αρχή είναι εθνική ή κοινοτική. Γι' αυτό, όταν παράβαση του κοινοτικού δικαίου από κράτος μέλος καταλογίζεται στον εθνικό νομοθέτη ενεργούντα σε τομέα στον οποίο διαθέτει ευρέα περιθώρια εκτιμήσεως κατά την πραγματοποίηση νομοθετικών επιλογών, οι ζημιούμενοι ιδιώτες δικαιούνται αποζημιώσεως, εφόσον ο παραβιαζόμενος κανόνας κοινοτικού δικαίου τους απονέμει δικαιώματα, η παράβαση είναι κατάφωρη και υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής της παραβάσεως και της βλάβης που υπέστησαν οι ιδιώτες. Με την επιφύλαξη αυτή, το κράτος υποχρεούται, μέσα στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου περί ευθύνης, να αποκαθιστά τις συνέπειες της ζημίας που έχει προκληθεί από την καταλογιζόμενη σ' αυτό παράβαση του κοινοτικού δικαίου εξυπακούεται δε ότι οι οριζόμενες από την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία προϋποθέσεις δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο, ούτε μπορούν να είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την επίτευξη αποζημιώσεως. Ειδικότερα, ο εθνικός δικαστής δεν δύναται, στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας την οποία εφαρμόζει, να εξαρτά την αποκατάσταση της ζημίας από την ύπαρξη πταίσματος, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, του πολιτειακού οργάνου στο οποίο καταλογίζεται η παράβαση, βαίνοντας πέραν της κατάφωρης παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου. Όσον αφορά το κατάφωρον της παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου, αποφασιστικό κριτήριο για να θεωρηθεί μια παράβαση του κοινοτικού δικαίου κατάφωρη είν


ΕΣ/ΤΜ.6/211/2017

Προμήθεια εξοπλισμού συμπίεσης και μεταφοράς απορριμμάτων (..) ζητείται η ανάκληση της 219/2016 Πράξης του ΣΤ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία κρίθηκε ότι κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου σύμβασης μεταξύ του Δήμου ... και της εταιρείας «... .», με αντικείμενο την «προμήθεια εξοπλισμού συμπίεσης και μεταφοράς απορριμμάτων»,(..)Με την προσβαλλομένη Πράξη κρίθηκε ότι κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου σύμβασης μεταξύ του αιτούντος Δήμου και της δεύτερης αιτούσας αναδόχου εταιρείας με την ακόλουθη αιτιολογία : 1) Μη νομίμως, η επίμαχη προμήθεια μηχανολογικού εξοπλισμού, που αφορά σε εργασίες μεταφόρτωσης απορριμμάτων, διενεργήθηκε από το Δήμο ..., ενώ αρμόδιος για τη διενέργεια της προμήθειας αυτής ήταν ο ήδη συσταθείς από το έτος 1985 Σύνδεσμος, με την επωνυμία «Σύνδεσμος Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων Νομού ...», .., και 2) Η απαίτηση της διακήρυξης, με βάση την οποία οι προσφέροντες όφειλαν να καταθέσουν πιστοποιητικό εξέτασης τύπου ΕΚ, κατά το Παράρτημα IX της οδηγίας 2006/42/ΕΚ, για το μηχάνημα «σύστημα συμπίεσης απορριμμάτων», το οποίο έπρεπε να φέρουν τα ζητούμενα απορριμματοφόρα συλλογής βιοαποβλήτων (ομάδα Β), είναι αντίθετη στις διατάξεις της ανωτέρω οδηγίας και του 57/2010 π.δ/τος, με το οποίο η Οδηγία αυτή μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη. Τούτο διότι, για το επίμαχο μηχάνημα, το οποίο μνημονεύεται στο παράρτημα IV της οδηγίας και του π.δ. 57/2010 (στοιχ. 13) και έπρεπε να έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με το εναρμονισμένο πρότυπο ΕΝ-1501 (βλ. παρ. Α3, σημ. 3.6, σελ. 109 και παρ. Α4, σελ. 119 του παραρτήματος Ε της διακήρυξης), μπορούσε νομίμως να έχει τηρηθεί μια οποιαδήποτε από τις εναλλακτικά προβλεπόμενες στο άρθρο 10 του ανωτέρω π.δ/τος διαδικασίες εκτίμησης της συμμόρφωσης και όχι υποχρεωτικά η διαδικασία εξέτασης τύπου ΕΚ, που απαιτούσε η διακήρυξη. Η απαίτηση αυτή λειτούργησε αποτρεπτικά στους ενδιαφερόμενους να συμμετέχουν στη διαγωνιστική διαδικασία οικονομικούς φορείς και αντιβαίνει στις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της ανάπτυξης ανταγωνισμού.(..)Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά σε προηγούμενες σκέψεις, το Τμήμα αποφαίνεται τα ακόλουθα: , ο ΦΟ.Δ.Σ.Α. ..., με το ... έγγραφό του προς το Δήμο, ζήτησε «κατόπιν αδυναμίας των υπηρεσιών του αλλά και του κινδύνου τόσο να απενταχθεί το παραπάνω έργο από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων αλλά και του σοβαρού κινδύνου για την δημόσια υγεία, όσο και για το περιβάλλον του νησιού, δεδομένου ότι ήδη από τις 4.2.2014 ο ΧΥΤΑ ... έχει πάψει να λειτουργεί νομίμως» να αναλάβει ο Δήμος τη διαγωνιστική διαδικασία για την ως άνω προμήθεια όσον αφορά το Τμήμα της προμήθειας εξοπλισμού επεξεργασίας για την μεταβατική περίοδο, όσο και για το τμήμα εξοπλισμού συμπίεσης και μεταφοράς απορριμμάτων. Ακολούθως, με την 18551/7923/2.3.2015 απόφαση του Περιφερειάρχη Ιόνιων Νήσων εγκρίθηκε η διάθεση πίστωσης για την ως άνω προμήθεια, με την οποία ορίζονται ως «Τελικός Δικαιούχος του έργου ο Δήμος ..., Φορέας Υλοποίησης του έργου η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου ..., Προϊστάμενη Αρχή του έργου το Δημοτικού Συμβούλιο ... και Χρήστης και τελικός δικαιούχος ο Σύνδεσμος Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων ...». Εν προκειμένω, όπως αποδείχθηκε ο ΦΟ.Δ.Σ.Α. ... αδυνατεί εν τοις πράγμασι να αναλάβει τη διενέργεια του διαγωνισμού για την επίμαχη προμήθεια εξοπλισμού λόγω της υποστελέχωσης αυτού..(..)ο Δήμος ... όφειλε κατ’ εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας να προχωρήσει στην διενέργεια της εν λόγω προμήθειας. (..)Οι προβλεπόμενες στο άρθρο 10 παρ. 3 του π.δ. 57/2010 τρεις (3)διαδικασίες πιστοποίησης του προμηθευόμενου μηχανήματος, δεν είναι ισοδύναμες καθόσον δεν παρέχουν τα ίδια εχέγγυα συμμόρφωσής του με τις διατάξεις του ως άνω π.δ/τος, Τούτων δοθέντων και λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως προκύπτει από την 322/31.12.2015 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής, ο Δήμος ... έχει την ανάγκη να προμηθευτεί ένα αξιόπιστο απορριμματοφόρο, διάρκειας τουλάχιστον 15 ετών, ....., η επιλογή της αναθέτουσας αρχής, να απαιτήσει τη πιστοποίηση του μηχανήματος «σύστημα συμπίεσης απορριμμάτων», το οποίο έπρεπε να φέρουν τα ζητούμενα απορριμματοφόρα συλλογής βιοαποβλήτων (ομάδα Β’), μόνο με τη διαδικασία εξέτασης τύπου ΕΚ κατά το Παράρτημα ΙΧ, παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη, αφού, όπως αποδείχθηκε έτσι διασφαλίζεται η ορθότερη και αποτελεσματικότερη εκτέλεση της συγκεκριμένης σύμβασης. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδεικνύεται ότι, εν προκειμένω, η απαίτηση αυτή της διακήρυξης λειτούργησε πράγματι αποτρεπτικά στους ενδιαφερόμενους να συμμετέχουν στη διαγωνιστική διαδικασία οικονομικούς φορείς(..)Ανακαλεί την 219/2016 Πράξη του ΣΤ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.Κρίνει ότι δεν κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου σύμβασης μεταξύ του Δήμου ... και της εταιρείας «....»,