ΝΣΚ/138/2009
Τύπος: ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ Ν.Σ.Κ.
Πλοηγική Υπηρεσία – Καταβολή ή μη των επιδομάτων του άρθρου 2 του ΒΔ 198/1966 – Περικοπή.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
α) Ενόψει του ότι τα ανωτέρω επιδόματα έχουν πάγιο χαρακτήρα και υπάγονται στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές η Πλοηγική Υπηρεσία υποχρεούται να καταβάλει αυτά στο ακέραιο, εφόσον η απαλλαγή από την άσκηση των καθηκόντων γίνεται κατόπιν γνωματεύσεων Υγειονομικών Επιτροπών. β) Περικοπή των ίδιων επιδομάτων γίνεται στην περίπτωση μη εκτέλεσης των κυρίων καθηκόντων, οφειλομένης σε υπαιτιότητα του προσωπικού των Πλοηγικών Σταθμών.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΝΣΚ/245/2011
Περικοπή επιδομάτων Αγρονομικού Προσωπικού – Προϋποθέσεις.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Η Υπηρεσία (Ελληνική Αγροφυλακή) δύναται: α) να προβεί στην περικοπή μόνο του επιδόματος θέσης ευθύνης σε απουσιάζοντα υπάλληλό της, εφόσον η απουσία του υπερβαίνει για οποιαδήποτε αιτία τους δύο συνολικά μήνες κατ έτος και β) να αναζητήσει από υπάλληλό της, ως αχρεωστήτως καταβληθέν το ανωτέρω επίδομα, στην περίπτωση κατά την οποία αυτός το έχει λάβει απουσιάζοντας για οποιαδήποτε αιτία πέραν του ανωτέρω χρονικού διαστήματος. (ομοφ.)
ΝΣΚ/301/2010
Ελληνική Αγροφυλακή – Περικοπή επιδομάτων Αγρονομικού Προσωπικού – Προϋποθέσεις.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
Η Υπηρεσία (Ελληνική Αγροφυλακή) δύναται α) να προβεί στην περικοπή μόνο του επιδόματος θέσης ευθύνης σε απουσιάζοντα με άδεια υπάλληλό της, εφόσον η απουσία του υπερβαίνει για οποιαδήποτε αιτία τους δύο συνολικά μήνες κατ’ έτος και β) να αναζητήσει από υπάλληλό της, ως αχρεωστήτως καταβληθέν το ανωτέρω επίδομα, στην περίπτωση κατά την οποία αυτός το έχει λάβει απουσιάζοντας για οποιαδήποτε αιτία πέραν του ανωτέρω χρονικού διαστήματος.
ΝΣΚ/163/2012
Α.Ε.Ι. – Γραμματέας Α.Ε.Ι. – Ανάθεση καθηκόντων σε Γενικό Διευθυντή.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Στην περίπτωση που δεν έχει εκλεγεί γραμματέας κατά τη δημοσίευση του Ν.4009/2011 παρέχεται η δυνατότητα προσωρινής ανάθεσης της άσκησης των καθηκόντων του γραμματέα Α.Ε.Ι. κατά σειρά σε γενικό διευθυντή εφόσον υπάρχει ή σε προϊστάμενο διεύθυνσης των διοικητικών υπηρεσιών του ιδρύματος, εφόσον δεν υπάρχει γενικός διευθυντής. Η προσωρινή αυτή ανάθεση στα άνω πρόσωπα γίνεται με μόνη την κατοχή της ιδιότητας του γενικού διευθυντή ή του προϊσταμένου διεύθυνσης των διοικητικών υπηρεσιών του ιδρύματος, χωρίς να τάσσεται από το νόμο άλλη πρόσθετη προϋπόθεση. Η προσωρινή ανάθεση γίνεται με απόφαση του Πρύτανη, ύστερα από γνώμη της Συγκλήτου, για χρονικό διάστημα μέχρι την εκλογή του νέου γραμματέα κατά τις επιταγές του νέου νόμου και δεν συνεπάγεται ούτε την κατά αποκλειστικότητα άσκηση καθηκόντων γραμματέα από τα πρόσωπα αυτά, ούτε την απώλεια της ιδιότητας του γενικού διευθυντή ή προϊσταμένου διεύθυνσης των διοικητικών υπηρεσιών του ιδρύματος, ούτε τη διακοπή της άσκησης των καθηκόντων της οργανικής τους θέσης. Αντίθετα, η άσκηση θα γίνεται παράλληλα με την άσκηση των κυρίων καθηκόντων τους.
ΝΣΚ/234/2001
Δημόσιοι υπάλληλοι. Προαγωγές.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
Α) Στη διάταξη του άρθρου 81 παρ.1 του ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα, ο νόμος, κατά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του, δίδει έμφαση και προέχουσα σημασία στο ουσιαστικό κριτήριο, ήτοι στην απόκτηση εμπειρίας και στη δοκιμασία του υπαλλήλου στην άσκηση των καθηκόντων του προϊσταμένου τμήματος. Αναγκαίες προϋποθέσεις, για την άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου τμήματος είναι 1) προεχόντως, η ύπαρξη διοικητικού εγγράφου, που να υποδεικνύει στον υπάλληλο τον τρόπο άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου, (αναπλήρωση, ανάθεση, τοποθέτηση, επιλογή κλπ), έστω και αν έχει εμφιλοχωρήσει παρατυπία, δηλαδή έχει παρακαμφθεί η υπό του νόμου προβλεπόμενη διαδικασία, (π.χ. δεν υπήρξε κρίση κατ επιλογή του υπαλλήλου από το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο κλπ) και 2) να αποδεικνύεται η πραγματική άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου τμήματος, που είναι ζήτημα πραγματικό, αναμφίβολα από έγγραφα που έχουν συνταχθεί από την αρμόδια Υπηρεσία, (π.χ. υπηρεσιακό φάκελλο, υπηρεσιακές εκθέσεις, έγγραφα και αλληλογραφία όπου υπογράφει ο υπάλληλος αντί του προϊσταμένου, αρχεία κλπ). Β) Η αναφορά του νόμου σε δύο τουλάχιστον τριετίες, ως κατώτατο χρονικό όριο, για την άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου τμήματος, γίνεται προφανώς επειδή τούτο είναι το συνήθως συμβαίνον στην πρακτική, χωρίς να θέλει ασφαλώς να αποκλείσει και τις περιπτώσεις που ο υπάλληλος για διαφόρους λόγους, (υγείας, εκπαιδευτικής ή άλλης άδειας, παραίτησης κλπ), δεν άσκησε τα καθήκοντα για δύο ακέραιες τριετίες, αλλά διακεκομμένα (π.χ. τρεις διετίες). Αρκεί, ο συνολικός χρόνος να είναι τουλάχιστον μία εξαετία και να υποδεικνύεται από διοικητικό έγγραφο ο τρόπος άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου τμήματος, έστω και αν έχει παρακαμφθεί η υπό του νόμου προβλεπόμενη διαδικασία. (πλειοψ.)
ΝΣΚ/12/2026
Ερωτάται εάν: α) Η μη προσέλευση των υπαλλήλων Σ. Ζ.-Μ. και Σ. Β. στις Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας στις οποίες τοποθετήθηκαν, κατόπιν πράξεων μετάταξής τους, δυνάμει νόμου, από Υπηρεσία της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.), - κατά των οποίων εκκρεμούν ένδικα μέσα ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων- και η μη παροχή εργασίας από την 6-11-2023 και 25-1-2024 αντιστοίχως, συνιστά αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων, κατ’ άρθρο 107 του Υπαλληλικού Κώδικα (Υ.Κ. ν. 3528/2007), β) Οφείλει η Διοίκηση να προβεί σε περικοπή μισθού των ως άνω υπαλλήλων, κατ’ άρθρο 43 ...(..)Κατάσταση : Αποδεκτή Η μη προσέλευση και η μη παροχή εργασίας δημοσίων υπαλλήλων, στις Υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ. κατόπιν μετάταξής τους από την Ε.Υ.Π., επί 24 μήνες, με την επίκληση και μόνον της δικαστικής ακύρωσης της απόφασης μετάταξής τους, κατά αντικειμενική κρίση στοιχειοθετεί το πειθαρχικό παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων τους, κατά το άρθρο 107, παρ.1, περ. ι΄ του Υ.Κ., για το οποίο αρμόδια να κρίνουν τελικά είναι τα οικεία πειθαρχικά όργανα. Περαιτέρω, η Διοίκηση οφείλει να εξετάσει την έκδοση από το αρμόδιο για την εκκαθάριση των αποδοχών τους όργανο πράξης περικοπής του μισθού των υπαλλήλων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 του Υ.Κ., μετά από προηγούμενη κλήση των υπαλλήλων αυτών για την παροχή εξηγήσεων (προηγούμενη ακρόαση). Τέλος, οφείλει να καταβάλλει στο εξής μισθό, για όσο χρόνο διατηρείται ενεργός ο υπηρεσιακός δεσμός με τη συγκεκριμένη Υπηρεσία. Πριν να εκδοθεί, κάθε φορά πράξη περικοπής αποδοχών, δεν δύναται, κατά νόμο, ο αρμόδιος εκκαθαριστής να εκκαθαρίσει μηδενικές μηνιαίες αποδοχές στις μισθοδοτικές καταστάσεις, για τον υπάλληλο εκείνον, ο οποίος δεν παρείχε υπηρεσία σε αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα, ακόμα κι αν πιθανολογείται σφόδρα ότι θα εξακολουθήσει να απέχει από την εκτέλεσή της και κατά τον επόμενο μήνα, που θα αφορούν οι ως άνω μισθοδοτικές καταστάσεις. (ομοφ.)
ΝΣΚ/35/2013
Α.Ε.Ι. – Πλαστογραφία τίτλου σπουδών – Ενέργειες Διοίκησης Ε.Μ.Π.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Οι δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και εκείνοι στους οποίους ανατέθηκε προσωρινά δημόσια υπηρεσία, έχουν υποχρέωση να ανακοινώνουν χωρίς χρονοτριβή στον αρμόδιο εισαγγελέα, οτιδήποτε πληροφορούνται αναφορικά με τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων, οι οποίες διώκονται αυτεπαγγέλτως, τις οποίες πληροφορήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο κατά την εκτέλεση των ανατιθεμένων σε αυτούς καθηκόντων. Ως «δημόσιοι υπάλληλοι» νοούνται οι πολιτικοί διοικητικοί υπάλληλοι του Κράτους και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, στους οποίους σαφώς υπάγονται και οι διοικητικοί υπάλληλοι των Α.Ε.Ι., συνεπώς και του Ε.Μ.Π. Η ανακοίνωση γίνεται γραπτώς και αμέσως μόλις διαπιστωθεί η τέλεση της πράξης, ενώ πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που υπάρχουν και αφορούν την αξιόποινη πράξη, τους δράστες και τις αποδείξεις.
ΝΣΚ/55/2009
Μεταφορά του τακτικού προσωπικού με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της «Δημόσιας Επιχείρησης Πολεοδομίας και Στέγασης Α.Ε.» στο ΥΠΕΧΩΔΕ. Δικαίωμα αποζημιώσεως.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
1) Όσον αφορά στους 33 υπαλλήλους, που ανέλαβαν υπηρεσία άμεσα, και δεδομένου ότι αναγνωρίστηκε η προϋπηρεσία αυτών στη Δ.Ε.ΠΟ.Σ. Α.Ε. με απόφαση της Δ/νσης Διοικητικού του ΥΠΕΧΩΔΕ για τον καθένα ξεχωριστά και κατετάγησαν σε μισθολογικά κλιμάκια αντίστοιχα των ετών υπηρεσίας τους, αυτοί δεν δικαιούνται οποιασδήποτε αποζημιώσεως. 2) Όσον, όμως, αφορά στους τέσσερις (4) υπαλλήλους, οι οποίοι παραιτήθηκαν λόγω συνταξιοδότησης και ουδέποτε προσήλθαν στο ΥΠΕΧΩΔΕ, (μολονότι ανακοινώθηκε η μεταφορά τους σε αυτό με την ως άνω υπ αριθμ. οικ. 10074/29.2.2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων), δεδομένου ότι η διαδικασία μεταφοράς του προσωπικού ολοκληρώνεται μόνο με την εμφάνιση για ανάληψη καθηκόντων στο νέο φορέα, στον οποίο γίνεται η μεταφορά (βλ. Γνωμ. ΝΣΚ 377/1992), γι αυτούς δεν έχει συναφθεί εργασιακή σχέση με το ΥΠΕΧΩΔΕ και συνεπώς για ενδεχόμενες απαιτήσεις τους προς καταβολή αποζημιώσεως θα πρέπει να απευθυνθούν στη Δ.Ε.ΠΟ.Σ. Α.Ε.
ΝΣΚ/20/2020
Τρόπος υπολογισμού ανταποδοτικής σύνταξης κατά τις διατάξεις του ν. 4387/2016 ως προς τον προσδιορισμό α) των συντάξιμων αποδοχών ασφαλισμένων διεπομένων από τον ν. 3163/1955 και το άρθρο 11 του ν.δ. 4277/1962, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν.δ. 4579/1966 και β) της προσαύξησης του άρθρου 30 του ν. 4387/2016.Επί του πρώτου ερωτήματος ομόφωνα: Συντάξιμες αποδοχές του τακτικού προσωπικού των ήδη ενταχθέντων στον ΕΦΚΑ φορέων κοινωνικής ασφάλισης καθώς και του αντίστοιχου προσωπικού των ν.π.δ.δ. που υπήχθησαν για πρώτη φορά στην ασφάλιση του ΙΚΑ μέχρι 31-12-1992, θεωρούνται πάντοτε οι καθοριζόμενες για τους δημοσίους υπαλλήλους και υποκείμενες σε κράτηση για σύνταξη αποδοχές εξόδου από την υπηρεσία τους, όταν το προσωπικό αυτό επιλέγει τη συνταξιοδότησή του με το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων. Ο υπολογισμός της ανταποδοτικής σύνταξης, στα πλαίσια των προβλέψεων της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του ν. 4387/2016, της εν λόγω κατηγορίας υπαλλήλων, γίνεται και πάλι με τις θεωρούμενες ως συντάξιμες αποδοχές τους κατά την περί δημοσίων υπαλλήλων νομοθεσία. Επί του δευτέρου ερωτήματος, σύμφωνα με τις διαμορφωθείσες δύο ισοψηφήσασες γνώμες: Α. Σύμφωνα με την πρώτη ισοψηφήσασα γνώμη δεν είναι επιτρεπτό, σχετικά με τον κατ’ άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4387/2016 τρόπο υπολογισμού της ανταποδοτικής σύνταξης των υπαλλήλων που συνταξιοδοτούνται με το κοινό καθεστώς, το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης για κάθε έτος που έχει καταβληθεί επιπλέον εισφορά να υπολογίζεται με ετήσιο συντελεστή αναπλήρωσης 0,075% για κάθε μια ποσοστιαία μονάδα (1%) επιπλέον εισφοράς, επί του συνόλου των αποδοχών για τις οποίες θα καταβάλλονταν εισφορές κλάδου σύνταξης εάν οι υπάλληλοι ήσαν κοινοί ασφαλισμένοι, αλλά θα πρέπει να υπολογίζεται επί των αποδοχών για τις οποίες καταβλήθηκε η επιπλέον εισφορά, ήτοι αυτών του «δημοσιοϋπαλληλικού» καθεστώτος. Β. Σύμφωνα με τη δεύτερη ισοψηφήσασα γνώμη, ο υπολογισμός της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 του άρθρου 30 του ν. 4387/2016 ανταποδοτικής σύνταξης του τακτικού προσωπικού των ήδη ενταχθέντων στον ΕΦΚΑ φορέων κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και του αντίστοιχου προσωπικού των ν.π.δ.δ. που υπήχθησαν για πρώτη φορά στην ασφάλιση του ΙΚΑ μέχρι 31-12-1992 και επέλεξαν να συνταξιοδοτηθούν κατά τη συνταξιοδοτική νομοθεσία του κοινού καθεστώτος, γίνεται πάντοτε με τις καθοριζόμενες για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα αποδοχές. Επειδή επί του δευτέρου ερωτήματος σημειώθηκε ισοψηφία, η υπόθεση ως προς το δεύτερο ερώτημα παραπέμφθηκε στην αρμόδια Τακτική Ολομέλεια του ΝΣΚ.
ΕΣ/ΤΜ.1/153/2018
ΕΠΙΔΟΜΑ ΘΕΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ:Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, το Κλιμάκιο κρίνει τα ακόλουθα: Ο τρίτος λόγος διαφωνίας με τον οποίο προβάλλεται ότι η 125053/2017 απόφαση του Δημάρχου είναι πλημμελής, κατά το ότι παράλληλα με την άσκηση καθηκόντων αναπληρωτή Προϊσταμένου ανατίθενται στον ίδιο υπάλληλο υπαλληλικά καθήκοντα σε άλλο Τμήμα, είναι απορριπτέος ως αορίστως προβαλλόμενος, σε κάθε δε περίπτωση, ανεξάρτητα από το ότι δεν προβάλλεται ότι ανατέθηκαν μη συναφή καθήκοντα διαφορετικού κλάδου - επρόκειτο, άλλωστε, για τη θέση στην οποία κατά το προγενέστερο διάστημα υπηρετούσε, σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ. 2 και 3 ΚΚΔΚΥ- εφόσον κατά τα λοιπά συντρέχουν οι προϋποθέσεις, για διάστημα δύο μηνών επιτρέπεται να ανατίθεται η παράλληλη άσκηση καθηκόντων ακόμα και διαφορετικού κλάδου (πρβλ. Ε.Σ. Κλιμ. Προλ. Ελ. Δαπ. στο Ι Τμ. 72/2018, 96/2017, 238, 21/2016, 247/2015, κ.α.), διάστημα το οποίο, εν προκειμένω, δεν έχει παρέλθει, όπως βασίμως ο Δήμος προβάλλει με το 151522/7.12.2017 έγγραφο της Διευθύντριας Διοικητικών Υπηρεσιών. Επιπροσθέτως, η ανωτέρω ανάθεση καθηκόντων δεν πρέπει να συγχέεται, όπως τούτο κατ’ εκτίμηση της έκθεσης διαφωνίας συνάγεται, με τη σαφώς διαφορετική περίπτωση μη νόμιμου ορισμού αναπληρωτή προϊσταμένου Τμήματος, εφόσον ο προϊστάμενος αυτού
τουεξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του και δεν απουσιάζει ούτε κωλύεται ούτε υφίσταται κενή θέση ή συστήθηκε νέα, οπότε και μόνο επιτρέπεται αναπλήρωση (Ε.Σ. Κλιμ. Προλ. Ελ. Δαπ. στο Ι Τμ. 322/2014), από τα στοιχεία δε του φακέλου και αυτά των οποίων γίνεται επίκληση δεν προκύπτει ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση. Ο δεύτερος λόγος διαφωνίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς από τα στοιχεία του φακέλου και τις αποφάσεις ορισμού αναπληρωτών προϊσταμένων συνάγεται ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 4 του άρθρου 100 του ΚΚΔΚΥ και της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του ν. 4354/2016, ειδάλλως δεν θα ετίθετο θέμα κρίσης από Υπηρεσιακό Συμβούλιο. Τέλος, ο πρώτος λόγος διαφωνίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι δεν αμφισβητείται, πέραν των ανωτέρω αβασίμως προβαλλόμενων, η νομιμότητα της άσκησης καθηκόντων αναπληρωτών Προϊσταμένων από τους δικαιούχους των χρηματικών ενταλμάτων, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος διαφωνίας δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της εντελλόμενης δαπάνης. Εξάλλου, το χρονικό διάστημα της αναπλήρωσης στο οποίο αφορά το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα πληρωμής, είναι ολιγοήμερο, ενώ και οι ανωτέρω μνημονευόμενες αποφάσεις ορισμού αναπληρωτών προϊσταμένων, δεν προκύπτει ότι καλύπτουν χρόνο περισσότερο από τον εύλογο που απαιτείται μέχρι να εκκινήσει και ολοκληρωθεί η διαδικασία επιλογής τακτικών προϊσταμένων, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4369/2016, λαμβανομένης υπόψη και της 36388/16/25.5.2017 εγκυκλίου του Υπουργού Εσωτερικών, σχετικά με τις επιλογές προϊσταμένων οργανικών μονάδων στους ΟΤΑ α΄ βαθμού, με την οποία ενόψει προωθούμενης νομοθετικής πρωτοβουλίας ζητήθηκε «ενημέρωση των ΟΤΑ α΄ βαθμού και των Υπηρεσιακών τους Συμβουλίων, προκειμένου να μην προβούν σε καμία ενέργεια σχετική με τη διαδικασία επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων έως την παροχή νέων οδηγιών από την υπηρεσία μας».
ΣΤΕ/1792/2007
Αποζημίωση για αποδοχές υπαλλήλου νοσοκομειακού κλάδου:..Ενόψει των ανωτέρω, η αναιρεσίβλητη με αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει ως αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ. 12.433.800 δρχ. ποσό το οποίο αντιστοιχεί στις αποδοχές που στερήθηκε από 1.1.97 έως 28.8.00 πλέον δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδομάτων αδείας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά μερική αποδοχή του αγωγικού αιτήματος, υποχρέωσε το Δημόσιο να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη 10.095.560 δρχ. ποσό το οποίο αντιστοιχεί στις αποδοχές του από 15.4.97 έως 28.8.00 χρονικού διαστήματος, δηλαδή από την επομένη της λήξεως, στις 14.4.97 της προθεσμίας υποβολής των δικαιολογητικών, ενόψει της δημοσιεύσεως του διορισμού των υπολοίπων συνυποψηφίων στις 14.3.97 στο υπ’ αριθμ. 15 Φ.Ε.Κ. τ. Πρ. ΑΣΕΠ. Κατά της αποφάσεως αυτής, το αναιρεσείον άσκησε έφεση και προέβαλε μεταξύ άλλων ότι η επιδικασθείσα αποζημίωση, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό της ως τέτοιας, αποτελεί στην πραγματικότητα εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες που επιδικάσθηκε σε μισθωτό, το οποίο όμως υπόκειται στις νόμιμες κρατήσεις, μεταξύ των οποίων και σε φόρο εισοδήματος, όπως έχει άλλωστε κριθεί και με την 33/99 απόφαση του Α.Ε.Δ., κι ως εκ τούτου, η απόρριψη του πρωτοδίκως προβληθέντος ισχυρισμού του περί υπαγωγής της αποζημιώσεως σε φόρο εισοδήματος και κρατήσεις για υγειονομική περίθαλψη, με την αιτιολογία ότι η ζημία πηγάζει από παράνομη πράξη και όχι από υπαλληλική σχέση είναι μη νόμιμη. Το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο απέρριψε τον λόγο αυτό ως αβάσιμο με την αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη σε εκτέλεση των προαναφερθεισών αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, διατέθηκε προς διορισμό από τις 16.5.00, κατ’ εφαρμογή της οποίας ανέλαβε υπηρεσία στις 28.8.00, οπότε μέχρι το χρόνο αναλήψεως υπηρεσίας, ελλείψει δημοσιοϋπαλληλικής σχέσεως, δεν είναι δυνατός κατά νόμο ο χαρακτηρισμός της επιδικασθείσης αποζημιώσεως ως «αποδοχές» κι η υπαγωγή της σε φόρο εισοδήματος και λοιπές κρατήσεις, όπως γίνεται δεκτό με την αναφερόμενη απόφαση του Α.Ε.Δ. Η αιτιολογία αυτή του Διοικητικού Εφετείου δεν είναι νόμιμη διότι ανεξαρτήτως του ζητήματος εάν η σχέση της αναιρεσίβλητης με το αναιρεσείον ήταν δημοσιοϋπαλληλική ή όχι, πάντως οι αποδοχές αυτές υπέκειντο στις νόμιμες κρατήσεις ... Επομένως, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καθίσταται αναιρετέα, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από το αναιρεσείον.