ΝΣΚ/22/2010
Τύπος: ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ Ν.Σ.Κ.
Διαπίστωση ή μη, κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας λόγω υιοθεσίας που τελέσθηκε με αμετάκλητη απόφαση αλλοδαπής διοικητικής αρχής, η ισχύς της οποίας στην ελληνική επικράτεια έχει αναγνωρισθεί με δικαστική απόφαση της εκουσίας δικαιοδοσίας.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
Αναγνώριση ισχύος απόφασης αλλοδαπής διοικητικής αρχής περί υιοθεσίας κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Μη δημιουργία δεδικασμένου έναντι τρίτων ως προς το κύρος της έννομης σχέσης. Η κατ’ αρχήν αναγνώριση απόφασης αλλοδαπής διοικητικής αρχής περί υιοθεσίας ανηλίκου από έλληνα, εφόσον κατά τη σχετική διαδικασία ελήφθησαν υπ’ όψιν ζητήματα τα οποία και κατά το ελληνικό δίκαιο αποτελούν προϋποθέσεις για την τέλεση υιοθεσίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προσκρούει στην δημόσια τάξη, λαμβανομένου υπ’ όψιν και του παρόντος σταδίου εξελίξεως των σχετικών διατάξεων.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΝΣΚ/115/2007
Διαπίστωση της ελληνικής ιθαγένειας αλλοδαπής.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
Δεν είναι δυνατή η διαπίστωση της ελληνικής ιθαγένειας αλλοδαπής, εφ’ όσον δεν αποδεικνύεται η τέλεση, υπό το προϊσχύσαν του Ν 3284/2004 νομοθετικό καθεστώς, γάμου με έλληνα υπήκοο.
ΝΣΚ/14/2004
Επώνυμο. Μεταβολή τούτου στο διαβατήριο αλλοδαπής μετά την τέλεση γάμου της με Έλληνα υπήκοο, και υποκατάσταση τούτου από εκείνο του συζύγου της. Συνέπειες.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
Για το επώνυμο των συζύγων εκ των οποίων ο ένας είναι Έλληνας και ο έτερος αλλοδαπός, εφαρμόζεται η περίπτωση 2 του άρθρου 14 ΑΚ, ήτοι το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής συνήθους διαμονής. Υπό το δεδομένο, ότι η διάταξη του άρθρου 1388 ΑΚ είναι δημόσιας τάξης, το χορηγηθέν, από τη χώρα της υπηκοότητας, διαβατήριο στην αλλοδαπή σύζυγο με το επώνυμο του Έλληνα συζύγου της δεν παράγει έννομες συνέπειες, από πλευράς εφαρμοστέου εσωτερικού δικαίου προς μεταβολή της εγγραφής της στα δημοτολόγια, καθώς και του επωνύμου της στη χορηγηθείσα άδεια διαμονής. (πλειοψ.)
ΝΣΚ/317/2007
Βεβαίωση γνησίου υπογραφής από τις διοικητικές αρχές ή από τα Κ.Ε.Π.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Το όργανο της διοικητικής αρχής ή του Κ.Ε.Π. από το οποίο ζητείται η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής δεν έχει υποχρέωση να ελέγξει το περιεχόμενο του εγγράφου επί του οποίου τίθεται η υπογραφή, ούτε δικαιούται να αρνηθεί τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής, εκτός αν από το περιεχόμενο του εγγράφου ή από σχετική δήλωση του ίδιου του ενδιαφερομένου προκύπτει κατά τρόπο πρόδηλο τέλεση ποινικού αδικήματος ή αντίθεση στα χρηστά ήθη ή αν υπάρχει προγενέστερη ή ταυτόχρονη καταγγελία τρίτου σε σχέση με το έγγραφο. Η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής γίνεται και επί ξενόγλωσσων εγγράφων, στην περίπτωση δε αυτή δεν απαιτείται να υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο και μετάφραση του εγγράφου. Τα παραπάνω ισχύουν υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής τυχόν ειδικών διατάξεων.
ΣΤΕ/286/2012
Επειδή, προβάλλεται εν πρώτοις, ότι κατά την έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως συνέτρεξε παράβαση του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως του αιτούντος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος και το άρθρο 6 του Κώδικος Διοικητικής Διαδικασίας. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος σύμφωνα με τα εκτεθέντα σε προηγουμένη σκέψη, διότι η ανάκληση εχώρησε κατά δεσμίαν αρμοδιότητα, με μόνη την συνδρομή της αντικειμενικής προϋποθέσεως του νόμου, να έχει παραμείνει, ως εν προκειμένω, κλειστό το φαρμακείο για χρόνο μείζονα του τριμήνου άνευ αδείας της Αρχής. Είναι, ομοίως, απορριπτέοι οι λόγοι ακυρώσεως ότι συνέτρεξε παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας υπό την έννοια ότι δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν οι ισχυρισμοί του αιτούντος για έλλειψη υπαιτιότητάς του όσον αφορά την μη λειτουργία του φαρμακείου υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις. Τούτο δε, διότι στηρίζονται σ’ εσφαλμένη εκδοχή για την έννοια του νόμου, που προβλέπει ότι οι σχετικές διοικητικές πράξεις εκδίδονται μετά από άσκηση δεσμίας αρμοδιότητος και όχι διακριτικής ευχερείας.
ΝΣΚ/188/2020
Ζητήματα σχετικά με επιβολή διοικητικής κύρωσης για λαθρεμπορία και τελωνειακής οφειλής σε βάρος ανηλίκων παραβατών και τρόπος είσπραξης αυτών.(...)α) Σε βάρος ανήλικου, που δεν έχει συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας του και ο οποίος κατά την κρίση της Τελωνειακής Αρχής διέπραξε λαθρεμπορία, η αρχή αυτή μπορεί να επιβάλλει, με καταλογιστική πράξη τους διαφυγόντες δασμούς και φόρους κλπ επιβαρύνσεις (τελωνειακή οφειλή). Δεν μπορεί να επιβάλλει πολλαπλά τέλη, διότι ο ανήλικος, όταν δεν έχει συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας του, στερείται ικανότητας καταλογισμού. Δεν προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις και επομένως δεν μπορεί να επιβάλλει τους διαφυγόντες δασμούς, φόρους κλπ επιβαρύνσεις, ούτε τα πολλαπλά τέλη, σε βάρος των ασκούντων τη γονική μέριμνα γονέων, εάν δεν μετείχαν και οι ίδιοι στην τέλεση της λαθρεμπορίας. β) Σε βάρος ανήλικου παραβάτη, ο οποίος διέπραξε λαθρεμπορία, ενώ έχει συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας του, η Τελωνειακή Αρχή, μπορεί να επιβάλλει με καταλογιστική πράξη, τόσο τους διαφυγόντες δασμούς, φόρους κλπ επιβαρύνσεις, όσο και τα πολλαπλά τέλη, όχι όμως σε βάρος των ασκούντων τη γονική μέριμνα γονέων του, εάν δεν μετείχαν και οι ίδιοι στην τέλεση της λαθρεμπορίας. γ) Αναγκαστικά μέτρα, για την είσπραξη των καταλογισθέντων χρηματικών ποσών μπορούν να ληφθούν μόνο σε βάρος της περιουσίας του ανήλικου παραβάτη, φερόμενου ως οφειλέτη στην καταλογιστική πράξη, εφόσον διαθέτει ατομική περιουσία, ακόμη και μετά την ενηλικίωσή του, μέχρι τη συμπλήρωση της παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για είσπραξη (κατά πλειοψηφία).
ΔΕΔ/Θεσ/171/2025
Η απόφαση (Αριθμός 171/2025) της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) αφορά την απόρριψη ενδικοφανούς προσφυγής ανώνυμης εταιρίας κατά της απόφασης της Δ.Ο.Υ. που απέρριψε την επιφύλαξή της. Η επιφύλαξη αφορούσε την τροποποιητική δήλωση καταβολής τέλους εκμετάλλευσης ρυμουλκού πλοίου («..........») για το φορολογικό έτος 2022 (άρθρο 57 Ν. 4646/2019). Η εταιρεία υποστήριζε ότι το πλοίο βρισκόταν σε καθεστώς αργίας και δεν όφειλε το τέλος των 6.000 ΕΥΡΩ. Η Δ.Ε.Δ. απέρριψε την προσφυγή, κρίνοντας ότι η εταιρεία δεν τήρησε τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην Α.1201/2020 για την αναγνώριση αργίας (έγκριση πριν την εμπρόθεσμη δήλωση και προσκόμιση σχετικών δικαιολογητικών που να λαμβάνουν υπόψη το ημερολόγιο του πλοίου), και απέρριψε τους ισχυρισμούς περί ακυρότητας της διοικητικής απόφασης και περί παραβίασης της αρχής της χρηστής διοίκησης.
ΝΣΚ/83/2010
Δικηγόροι. Εκπροσώπηση των πελατών τους ενώπιον διοικητικής αρχής. Απόδειξη της πληρεξουσιότητάς τους. Στάδιο της διαδικασίας χορήγησης-ανανέωσης άδειας διαμονής η συναλλαγή των δικηγόρων με τις υπηρεσίες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ προς έκδοση ασφαλιστικών βεβαιώσεων.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
1) Δεν υποχρεούνται οι υπηρεσίες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ να συναλλάσσωνται με δικηγόρους που εκπροσωπούν ασφαλισμένους, εργοδότες, συνταξιούχους κ.λπ. βασιζόμενες (μόνον) στην προφορική δήλωση των δικηγόρων ότι εκπροσωπούν τους συγκεκριμένους πελάτες. 2) Το υπ’ αριθμ. πρωτ. 13083/2009 από 22-05-2009 (γενικό) έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών αφορά και στις υπηρεσίες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Δηλαδή, η με τις υπηρεσίες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ «συναλλαγή» των δικηγόρων, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν υπηκόους τρίτων χωρών, θεωρείται ένα από τα στάδια της διαδικασίας εκδόσεως-ανανεώσεως αδείας διαμονής (π.χ. αναγνώριση του απαιτούμενου χρόνου ασφαλίσεως στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για την ανανέωση της αδείας διαμονής).
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/7/2023
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΟΡΘΩΣΗ:Λαμβάνοντας, περαιτέρω, υπ’ όψιν το μη ουσιώδες της διαπιστωθείσας παρατυπίας, ένεκα του τυπικού χαρακτήρα αυτής, αφού το έργο, όπως γίνεται δεκτό από την από ... τελική έκθεση πιστοποίησης, είναι πλήρως λειτουργικό και όλες οι άδειες για την νόμιμη λειτουργία του έχουν προσκομιστεί, καθώς και ότι δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι το ως άνω «τυπικό εύρημα» επέφερε ουσιώδη μεταβολή του φυσικού αντικειμένου του έργου ούτε ότι είχε επίπτωση επί του οικονομικού αντικειμένου αυτού, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και για το λόγο αυτό, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από την εκκαλούσα, είναι ακυρωτέα, ως αντιβαίνουσα στην εν λόγω αρχή. Το αίτημα όμως της έντοκης επιστροφής του ποσού των 105.413,26 ευρώ, είναι απορριπτέο προεχόντως ενόψει του διαπλαστικού χαρακτήρα του εν προκειμένω κρινομένου ενδίκου βοηθήματος, καθώς με την έφεση αμφισβητείται μόνο η νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και επιδιώκεται η ακύρωσή της ή η μεταρρύθμισή της, ενώ η αναγνώριση ή καταψήφιση χρηματικού ποσού και μάλιστα εντόκως, επιδιώκεται με το ένδικο βοήθημα της αγωγής.Δέχεται την έφεση.Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.Ακυρώνει την 4513/1078/Β2/18.9.2017 απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Τομεακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και του Ταμείου Συνοχής.
ΣΤΕ/2799/2013
Μεταφράσεις αλλοδαπών εγγράφων:..Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 π.δ/τος 169/2002, η οποία κάνει λόγο περί μεταφράσεων “για λογαριασμό οποιασδήποτε δημόσιας αρχής”, μεταφράσεις ξενογλώσσων κειμένων, προερχόμενες από πρόσωπα που έχουν αποδεδειγμένα την ιδιότητα του πτυχιούχου του ανωτέρω Τμήματος του ... Πανεπιστημίου (και, συνεπώς, έχουν τύχει εξειδικευμένης, από ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα παρεχομένης εκπαιδεύσεως στο αντικείμενο αυτό), είναι υποχρεωτικώς ληπτέες υπ’ όψιν από τον ... κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, ελλείψει σχετικής, ειδικής ρυθμίσεως σ’ επίπεδο νόμου ή κανονιστικής διοικητικής πράξεως. Και τούτο, διότι δεν μπορεί ερμηνευτικώς να συναχθεί αντίθετο συμπέρασμα, υπέρ του αποκλειστικού δηλαδή χαρακτήρα των ρυθμίσεων του αρ. 53 ν.δ/τος 3026/1954 ή της νομοθεσίας για την Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών ως ρυθμίσεων περιοριστικών κατά τούτο της επαγγελματικής ελευθερίας αυτής της κατηγορίας προσώπων. Συγκεκριμένα, ο νομοθέτης του Κώδικα δικηγόρων, αλλά και του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (που επαναλαμβάνει ταυτόσημες ρυθμίσεις των προϊσχυσάντων σχετικών νομοθετημάτων) δεν είχε υπ’ όψιν του τις εν τω μεταξύ εξελίξεις και την παραγωγή σ’ επαρκή βαθμό εξειδικευμένων επιστημόνων οι οποίοι παρέχουν τα εχέγγυα για την αξιόπιστη άσκηση και αυτής της ειδικώτερης πτυχής της (αρρύθμιστης γενικώς) επαγγελματικής δραστηριότητας του μεταφραστή χωρίς το δημόσιο συμφέρον να διακυβεύεται. Αυτός δε ο ερμηνευτικός χειρισμός των εν λόγω διατάξεων σε σχέση με το άρ. 1 π.δ/τος 169/2002 συμπορεύεται και με την συνταγματικώς κατοχυρωμένη επαγγελματική ελευθερία (άρ. 5 παρ. 1), η οποία είναι δεκτική περιορισμών μόνον αν αυτοί είναι ρητώς εκπεφρασμένοι στον νόμο και – επί πλέον – έχουν τεθεί για την επιδίωξη σκοπού ενεστώτος δημοσίου συμφέροντος. (...)κατόπιν αυτών η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, ν’ ακυρωθεί η προσβαλλομένη πράξη, ν’ απορριφθούν οι λοιποί λόγοι ως αλυσιτελείς, η δε υπόθεση ν’ αναπεμφθεί στην Διοίκηση για νέα, νόμιμη κρίση.
ΝΣΚ/35/2025
Ερωτάται αν: 1) Kατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 197 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999. Α΄ 265), εκτείνεται το δεδικασμένο δικαστικής απόφασης, η οποία έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται συναφώς παράβαση του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα και ακύρωσε καταλογιστική πράξη επιβολής προστίμου της τελωνειακής αρχής κατόπιν απόδοσης διάπραξης τελωνειακών παραβάσεων, σε βάρος δύο συνυπαίτιων φυσικών προσώπων, κατά το μέρος που αφορά το ένα καταλογισθέν συνυπαίτιο φυσικό πρόσωπο, που προσέφυγε δικαστικά και δικαιώθηκε, και στο δεύτερο συνυπαίτιο φυσικό πρόσωπο, στο οποίο το σχετικό πρόστιμο είχε επιβληθεί αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το δικαστικά δικαιωθέν συνυπαίτιο φυσικό πρόσωπο για την εξόφληση της οφειλής, υπό τα δεδομένα ότι α) το δεύτερο συνυπαίτιο φυσικό πρόσωπο δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη της συγκεκριμένης προσφυγής και β) η ασκηθείσα προσφυγή από το δεύτερο συνυπαίτιο φυσικό πρόσωπο και αλληλεγγύως ευθυνόμενο με το πρώτο, απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους. 2) Σε περίπτωση θετικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, αν δύναται η τελωνειακή αρχή να ακυρώσει οίκοθεν τη σχετική καταλογιστική πράξη κατά το μέρος που αφορά το δεύτερο συνυπαίτιο φυσικό πρόσωπο ή απαιτείται η έκδοση δικαστικής απόφασης, κατόπιν άσκησης ανακοπής Κ.Ε.Δ.Ε. από τον συνυπαίτιο.(...) 1. Κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 197 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999. Α΄ 265) το ουσιαστικό δεδικασμένο δικαστικής απόφασης, η οποία έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται συναφώς παράβαση του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα και ακύρωσε καταλογιστική πράξη επιβολής προστίμου της τελωνειακής αρχής, κατόπιν απόδοσης διάπραξης απλών τελωνειακών παραβάσεων, σε βάρος δύο συνυπαιτίων φυσικών προσώπων, κατά το μέρος που αφορά το ένα καταλογισθέν συνυπαίτιο φυσικό πρόσωπο, που προσέφυγε δικαστικά και δικαιώθηκε, εκτείνεται και στο δεύτερο συνυπαίτιο φυσικό πρόσωπο, στο οποίο το σχετικό πρόστιμο είχε επιβληθεί αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το δικαστικά δικαιωθέν συνυπαίτιο φυσικό πρόσωπο, ανεξαρτήτως του ότι το δεύτερο συνυπαίτιο φυσικό πρόσωπο δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη της συγκεκριμένης προσφυγής και η ασκηθείσα από το συνυπαίτιο αυτό φυσικό πρόσωπο, προσφυγή απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους. 2. Συνακόλουθα, ο Προϊστάμενος του Δ΄ Τελωνείου Πειραιά οφείλει να ακυρώσει οίκοθεν, κατά τη διαδικασία που ακολουθείται από τις τελωνειακές αρχές για τη διαγραφή οφειλής, σε πλήρη συμμόρφωση με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση, τη με αριθμό 1083/03/20.06.2006 καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου του Ζ΄ Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων (Τ.Ε.Τ.Σ.) Πειραιά και κατά το μέρος που αφορά και στο δεύτερο συνυπαίτιο φυσικό πρόσωπο, στο οποίο το σχετικό πρόστιμο είχε επιβληθεί αλληλεγγύως και εις ολόκληρον και δεν απαιτείται, προκειμένου να ακυρωθεί η εν λόγω καταλογιστική πράξη στο σύνολό της, η αναγνώριση της επέκτασης του δεδικασμένου και στο δεύτερο συνυπαίτιο πρόσωπο μέσω δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί κατόπιν άσκησης ανακοπής κατά των μέτρων Κ.Ε.Δ.Ε. που θα επιβληθούν στο συνυπαίτιο αυτό πρόσωπο.