ΝΣΚ/485/2006
Τύπος: Γνωμοδότησεις Ν.Σ.Κ.
Επετηρίδα διπλωματικών υπαλλήλων του ΥΠΕΞ – Ηλικία – Προσωπικά δεδομένα – Δυσμενής διάκριση.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
Η αναγραφή στην επετηρίδα των διπλωματικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών της ηλικίας αυτών δεν είναι αντίθετη στη νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Δεν αντίκειται στην κοινοτική νομοθεσία και στην συναφή ελληνική νομοθεσία περί απαγορεύσεως των διακρίσεων, η θέσπιση διαφορετικού ορίου ηλικίας εξόδου από την υπηρεσία μεταξύ των διαφόρων βαθμών του κλάδου των διπλωματικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΝΣΚ/159/2012
Συμβατότητα του Ν. 3566/2007 «περί οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών» με το δίκαιο της Ε.Ε. σχετικά με τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των διπλωματικών υπαλλήλων – Υποχρέωση ή μη της Διοίκησης περί εφαρμογής της Οδηγίας ΕΕ 2000/78 για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την απαγόρευση των διακρίσεων.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Εν όψει της φύσεως της Οδηγίας 2000/78, ως γενικού πλαισίου αρχών για την μη διακριτική μεταχείριση, και εν όψει της κατά συνέπεια αναγκαίας κρίσεως εάν διάταξη, όπως η κρίσιμη, συνιστά ή όχι διακριτική μεταχείριση, μόνον η επίκληση της Οδηγίας αυτής δεν αρκεί ώστε η διοίκηση να μην εφαρμόσει κείμενη διάταξη του Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών, ως ισχύει, που αφορά την ηλικία συνταξιοδότησης των διπλωματικών υπαλλήλων. (ομοφ.)
Ν.2606/1998
Μισθολογικές ρυθμίσεις διπλωματικών υπαλλήλων και άλλων συναφών κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών, καθώς και των γιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις.
ΔΕΚ/C-555/2007
«Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας – Οδηγία 2000/78/ΕΚ – Εθνική νομοθεσία για τις απολύσεις η οποία δεν λαμβάνει υπόψη για τον υπολογισμό της διάρκειας της προθεσμίας καταγγελίας της συμβάσεως χρονικά διαστήματα εργασίας που διανύθηκαν πριν ο μισθωτός συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του – Δικαιολόγηση του μέτρου – Εθνική νομοθετική ρύθμιση αντίθετη προς την οδηγία – Αποστολή του εθνικού δικαστή»(...) 1) Το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας όπως η αρχή αυτή συγκεκριμενοποιείται με την οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, έχει την έννοια ότι απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία προβλέπει ότι τα χρονικά διαστήματα απασχόλησης που διανύθηκαν πριν τη συμπλήρωση του 25ου έτους ηλικίας του εργαζομένου δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. 2) Απόκειται στον εθνικό δικαστή, οσάκις επιλαμβάνεται διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, να διασφαλίζει την τήρηση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, όπως η αρχή αυτή συγκεκριμενοποιείται με την οδηγία 2000/78, μην εφαρμόζοντας, εφόσον παρίσταται ανάγκη, οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, ανεξαρτήτως της αποφάσεώς του να κάνει χρήση της δυνατότητας που έχει, στις περιπτώσεις του άρθρου 267, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να υποβάλει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προδικαστικό ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία της αρχής αυτής.
ΝΣΚ/135/2020
Εάν είναι επιτρεπτή η μετάθεση, από την αλλοδαπή στην ημεδαπή, διπλωματικού υπαλλήλου με πρεσβευτικό βαθμό και παράλληλα μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Διπλωματικών Υπαλλήλων (πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης), χωρίς τη συγκατάθεσή του και της Ένωσης ή απαγορεύεται απολύτως, κατά τις διατάξεις του ν. 1264/1982.(...)Η μετάθεση, από την αλλοδαπή στην ημεδαπή, διπλωματικού υπαλλήλου με πρεσβευτικό βαθμό και μέλους του Δ.Σ. της Ένωσης Διπλωματικών Υπαλλήλων (πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης) είναι επιτρεπτή, διενεργείται δε με βάση τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 95 του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 3566/2007) και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των προστατευτικών διατάξεων του άρθρου 30 του ν. 1264/1982 (ομόφωνα).
ΝΣΚ/406/2009
Δυσμενής μεταχείριση (λόγω φύλου ή οικογενειακής κατάστασης) ή μη, η άνευ αιτήσεως μετάθεση υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών από θέση εξωτερικού στην κεντρική υπηρεσία, διαρκούσης της γονικής της άδειας για την ανατροφή τέκνου.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Η μετάθεση υπαλλήλου διαρκούσης της χορηγηθείσας σε αυτήν γονικής άδειας ανατροφής τέκνου δεν συνιστά δυσμενή μεταχείριση λόγω φύλου ή οικογενειακής κατάστασης και δεν προσκρούει στην κοινοτική και εθνική νομοθεσία, υπό την προϋπόθεση της ουσιαστικής διαπίστωσης από τη Διοίκηση ότι, αφενός, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις της μετάθεσης, και ότι, αφετέρου, η σύμφωνη με την εργασιακή σχέση ή σύμβαση θέση στην οποία τοποθετείται ο υπάλληλος είναι ισοδύναμη με την προηγούμενη.
ΝΣΚ/128/2016
Δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 35 και 59 του Ν. 4369/2016 περί αυτοδίκαιης απόλυσης λόγω ορίου ηλικίας στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Οι διατάξεις των άρθρων 35 και 59 του ν.4369/2016 δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του ΥΠΕΞ, για τους οποίους εξακολουθούν να ισχύουν οι οικείες ειδικές διατάξεις του Οργανισμού του ΥΠΕΞ, που ρυθμίζουν κατά τρόπο αυτοτελή και λεπτομερειακό τα θέματα της αποχώρησης των υπαλλήλων αυτών από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας και συμπλήρωσης τριακονταπενταετίας. - ΑΠΟΔΕΚΤΗ
ΝΣΚ/321/2010
Δυνατότητα άμεσης εφαρμογής της παρ.19 του άρθρου 10 του Ν 3863/2010 στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών και δη άνευ προηγουμένης τροποποιήσεως του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Το θέμα της αποχώρησης από την υπηρεσία των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών, λόγω συμπλήρωσης ορίου ηλικίας ή συγκεκριμένων ετών υπηρεσίας ρυθμίζεται κατά τρόπο λεπτομερειακό από τις διατάξεις του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, λόγω της ειδικής φύσεως των καθηκόντων των υπαλλήλων του εν λόγω Υπουργείου (ΣτΕ 1559/2009, 410/2003, 3458/2002, ΔΕΑ 2876/2008 κ.λπ.). Επομένως δεν καταλείπεται πεδίο εφαρμογής των σχετικών με το θέμα αυτό διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα που ισχύουν για τους δημοσίους υπαλλήλους. Εξάλλου εφόσον για το παραπάνω προσωπικό δεν είχε εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 155 του Υπαλληλικού Κώδικα, το ίδιο θα ισχύσει και μετά τη συμπλήρωση της από τη διάταξη της παρ.19 του άρθρου 10 του πρόσφατου νόμου 3863/2010. Η δυνατότητα δηλαδή που παρέχεται με την προσθήκη αυτή θα περιορισθεί στον κύκλο των προσώπων για τα οποία ισχύει ο Υπαλληλικός Κώδικας. (πλειοψ.)
ΝΣΚ/251/2000
Δημόσιοι υπάλληλοι. Λύση υπαλληλικής σχέσεως. Οριο ηλικίας. Τριακονταπενταετία. Μισθολογική προαγωγή. Αποχώρηση.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
Οι υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών (διπλωματικοί και διοικητικοί) δεν υπάγονται στις διατάξεις του (προϊσχύσαντος και ισχύοντος) Υπαλληλικού Κώδικα, με εξαίρεση εκείνες που ρυθμίζουν θέματα μη ρυθμιζόμενα υπό των ειδικών περί αυτών διατάξεων, οι οποίες εφαρμόζονται αναλογικώς. Οι εν λόγω υπάλληλοι υπήγοντο και υπάγονται σε ιδιαίτερο καθεστώς τόσον ως προς τα εν γένει θέματα της υπαλληλικής αυτών καταστάσεως όσον και ως προς τα ειδικότερα θέματα της αποχωρήσεως λόγω ορίου ηλικίας ή συμπληρώσεως τριακονταπενταετούς πραγματικής και συνταξίμου υπηρεσίας και συγκεκριμένα διέποντο και διέπονται υπό ιδίου Οργανισμού. Η εκ της υπηρεσίας αποχώρηση των συμπληρωσάντων το προβλεπόμενο όριο ηλικίας ή 35ετή πραγματική και συντάξιμη δημόσια υπηρεσία υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών δεν θεωρείται συντελεσθείσα και δη αυτοδικαίως με μόνη τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αλλά συντελείται από και δια της κοινοποιήσεως της πράξεως του αρμοδίου οργάνου περί απαλλαγής των υπαλλήλων από τα καθήκοντά τους (Προεδρικού Διατάγματος ή Υπουργικής αποφάσεως), υποχρεωτικώς εκδιδομένης και δημοσιευομένης στην ΕτΚ (άρθρο 1 παρ.1β ν.301/1976) εντός τριών μηνών από της ημέρας κατά την οποία ο υπάλληλος συμπλήρωσε, κατά περίπτωση, το προβλεπόμενο όριο ηλικίας ή τριακονταπενταετή υπηρεσία, άλλως (και δη σε περίπτωση μη εκδόσεως ή μη δημοσιεύσεως στην ΕτΚ ή και μη κοινοποιήσεως στον απολυόμενο τοιαύτης πράξεως εντός του ως άνω τριμήνου) από και δια της παρόδου του εν λόγω τριμήνου. Το Προεδρικό Διάταγμα (ή η Υπουργική απόφαση) της απολύσεως βεβαιώνει μεν τη συμπλήρωση και το χρόνο συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας ή και της 35ετούς υπηρεσίας, τη λύση όμως της υπαλληλικής σχέσεως επιφέρει η, κατά τα προεκτεθέντα, κοινοποίησή του στον απολυόμενο και υπ αυτήν την έννοια το Προεδρικό Διάταγμα (ή η Υπουργική απόφαση) είναι πράξη δημιουργική και όχι απλώς διαπιστωτική. Αντιθέτως, η άπρακτη πάροδος του τριμήνου συνεπάγεται, άνευ ετέρου, αυτοδίκαιη λύση της υπαλληλικής σχέσεως. Οι διοικητικοί και διπλωματικοί υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών, οι οποίοι συμπλήρωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 124 και 125 του ν.419/1976, 35ετή υπηρεσία ή το όριο ηλικίας κατά την 31-12-1996 και κατά την 31-12-1997, αντίστοιχα, και παρέμειναν μετά ταύτα στην υπηρεσία διανύοντες την τρίμηνη προθεσμία, που προβλέπεται από τις ίδιες διατάξεις, πρέπει οι μεν διοικητικοί υπάλληλοι να καταταγούν από 1-1-1997 στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του ν.2470/1997, οι δε διπλωματικοί να υπαχθούν από 1-1-1998 στις διατάξεις του ν.2606/1999. Συνακολούθως και οι τρίμηνες αποδοχές των υπαλλήλων αυτών θα προσδιορισθούν επί τη βάσει των μισθολογικών διατάξεων που ισχύουν κατά τον κρίσιμο χρόνο, όπως αυτός καθορίζεται από τις συνταξιοδοτικές διατάξεις (άρθρο 57 π.δ.1041/1979, όπως ισχύει).
ΔΕΚ/T-166/1994
Περίληψη 1. Το Συμβούλιο, εκδίδοντας τον κανονισμό 55/93, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές στην Κοινότητα εξωτερικών δακτυλίων ρουλεμάν με κωνικούς κυλίνδρους, καταγωγής Ιαπωνίας, διαφορετικού ύψους σε σχέση με το δασμό που επιβλήθηκε στα πλήρη ρουλεμάν με κωνικούς κυλίνδρους, και βασιζόμενο, προς απόδειξη της υπάρξεως και της εκτάσεως της ζημίας που προκλήθηκε στους κοινοτικούς παραγωγούς εξωτερικών δακτυλίων, όχι στην τιμή των πλήρων ρουλεμάν με κωνικούς κυλίνδρους αλλά στην τιμή των εξωτερικών δακτυλίων, που είναι συστατικά στοιχεία των ρουλεμάν με κωνικούς κυλίνδρους, δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως ούτε ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας. Πράγματι, ανεξάρτητα από το ζήτημα της υπάρξεως ανταγωνισμού μεταξύ εξωτερικών δακτυλίων προερχόμενων από διαφορετικούς κατασκευαστές και από το ζήτημα της συναρμολογήσεως εξωτερικών δακτυλίων ενός κατασκευαστή με τα άλλα στοιχεία του ρουλεμάν άλλου κατασκευαστή, οι εξωτερικοί δακτύλιοι είναι διαφορετικά προϊόντα, που πωλούνται και τιμολογούνται χωριστά από τα άλλα στοιχεία που συνθέτουν το ρουλεμάν με κωνικούς κυλίνδρους και μπορούν, για τον λόγο αυτόν, να αποτελούν το αντικείμενο διαδικασίας αντιντάμπινγκ, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ. Εξάλλου, και στον βαθμό στον οποίο το σχετικό προϊόν μπορεί, στο σύνολό του, να χρησιμοποιείται εναλλακτικά σε σχέση με άλλα ομοειδή, οπότε ένα πλήρες ρουλεμάν με κωνικούς κυλίνδρους μπορεί να αντικατασταθεί από ένα άλλο οποιουδήποτε διαφορετικού κατασκευαστή, κάθε πλεονέκτημα σχετικά με ένα από τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω προϊόντος, εν προκειμένω τον εξωτερικό δακτύλιο που πωλείται ως χωριστό προϊόν, μπορεί να επηρεάσει τις επιλογές του αγοραστή. 'Οταν το πλεονέκτημα αυτό αφορά την τιμή, ο αγοραστής θα προτιμήσει καταρχήν το φθηνότερο προϊόν, χωρίς να τον εμποδίζει το γεγονός ότι αυτό είναι χρησιμοποιήσιμο με έναν μόνο τύπο των άλλων στοιχείων που συνθέτουν το πλήρες ρουλεμάν με κωνικούς κυλίνδρους, οπότε η μείωση της τιμής του στοιχείου αυτού, ήτοι του εξωτερικού δακτυλίου, είναι ικανή να ζημιώσει τους κοινοτικούς κατασκευαστές εξωτερικών δακτυλίων. Επιπλέον, και στο βαθμό που η επιλογή ενός από τα στοιχεία που αποτελούν το πλήρες ρουλεμάν με κωνικούς κυλίνδρους συνεπάγεται ότι όλα τα υπόλοιπα στοιχεία προέρχονται από τον ίδιο κατασκευαστή, τα αποτελέσματα του ανταγωνισμού που υφίσταται μεταξύ των εξωτερικών δακτυλίων αντανακλώνται στο επίπεδο των πλήρων ρουλεμάν με κωνικούς κυλίνδρους, οπότε το γεγονός ότι στην πράξη δεν συναρμολογούνται εξωτερικοί δακτύλιοι και κώνοι ρουλεμάν διαφορετικών κατασκευαστών έχει ως αποτέλεσμα ότι η εισαγωγή ιαπωνικών εξωτερικών δακτυλίων σε τιμές ντάμπινγκ ζημιώνει, καταρχάς, τους κοινοτικούς εξωτερικούς δακτυλίους και, στη συνέχεια, τα άλλα κοινοτικής προελεύσεως στοιχεία που συνθέτουν το πλήρες ρουλεμάν με κωνικούς κυλίνδρους. 2. Η πρακτική των κοινοτικών οργάνων, η οποία συνίσταται στην εξέταση μόνον ενός αντιπροσωπευτικού μέρους της κοινοτικής αγοράς προς εξακρίβωση των επιπτώσεων των εισαγωγών που αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή του ενιαίου της κοινοτικής αγοράς, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται επαρκώς η αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος της κοινοτικής αγοράς το οποίο λαμβάνεται υπόψη. Επ' αυτού, ορθώς τα όργανα αυτά λαμβάνουν υπόψη ένα μέρος της κοινοτικής αγοράς, αντιπροσωπευτικό όσον αφορά, ταυτόχρονα, την εξέταση της διαφοράς των τιμών, τις πωλήσεις και τα μερίδια της αγοράς, παραλείποντας, κατά την εκτίμηση της ζημίας που υπέστη η κοινοτική αγορά, την αγορά ορισμένων κρατών μελών στα οποία δεν ήταν δυνατή η εισαγωγή των εν λόγω αποτελούντων το αντικείμενο ντάμπινγκ προϊόντων λόγω εθνικών μέτρων προστασίας, ληφθέντων σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία. Πράγματι, αν συμπεριλαμβάνονταν και οι αγορές αυτές, τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα τη σχετικοποίηση της εκτάσεως της ζημίας και, επομένως, θα μειωνόταν, στο τμήμα της κοινής αγοράς που ήταν ανοικτό στις εν λόγω εισαγωγές, η προστασία στην οποία σκοπεί ο βασικός κανονισμός αντιντάμπινγκ. 3. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 2423/88, στα κοινοτικά όργανα εναπόκειται να εξετάζουν αν η ζημία την οποία προτίθενται να λάβουν υπόψη προκύπτει πράγματι από εισαγωγές οι οποίες αποτέλεσαν το αντικείμενο ντάμπινγκ και να αποκλείουν κάθε άλλη ζημία απορρέουσα από άλλους παράγοντες. Σε μια κατάσταση όπου οι εισαγωγές από τρίτες χώρες πέραν εκείνων από τις οποίες προέρχονται οι εισαγωγές που αποτελούν το αντικείμενο της διαδικασίας αντιντάμπινγκ είναι του ίδιου όγκου με τις εισαγωγές σε τιμές αντιντάμπινγκ και όπου τα κοινοτικά όργανα εξετάζουν την ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία όσον αφορά την επικερδή άσκηση της σχετικής οικονομικής δραστηριότητας, πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτές οι εισαγωγές που προέρχονται από τρίτες χώρες δεν είναι ικανές να διαρρήξουν τη σχέση αιτιότητας μεταξύ του ντάμπινγκ και της ζημίας. Συναφώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω εισαγωγές δεν είναι ικανές να καταστήσ
ΝΣΚ/106/2007
Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Αιρετά όργανα, που είναι υπάλληλοι φορέων του δημοσίου τομέα, οι οποίοι δεν διαθέτουν αποκεντρωμένες υπηρεσίες. Δυνατότητα μετάθεσης ή απόσπασης σε υπηρεσία που εδρεύει στα διοικητικά όρια του Ο.Τ.Α., όπου εξελέγησαν.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
α) i. Κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 139 παρ. 8 του Ν 3463/2006 (Δ.Κ.Κ.) και 114 του Π.Δ/τος 30/1996 (Κ.Ν.Α.), υπάλληλοι οι οποίοι κατέχουν οργανικές θέσεις σε φορείς του δημόσιου τομέα, που δεν διαθέτουν αποκεντρωμένες υπηρεσίες και οι οποίοι έχουν εκλεγεί αιρετά όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης (πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας), δεν είναι δυνατόν να μετατεθούν, ii. Οι προαναφερθέντες υπάλληλοι είναι δυνατόν να αποσπασθούν, μόνο, σε υπηρεσίες Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (αμφότερων των βαθμών), που είναι πλησιέστερες προς την έδρα εκείνων, όπου εξελέγησαν. β) Οι διατάξεις των άρθρων 64 παρ. 1 του Ν 1416/1984 και 19 παρ. 2β του Ν 2344/1995 δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής για τις αποσπάσεις της ανωτέρω κατηγορίας υπαλλήλων, υπό την ιδιότητά τους, ως αιρετών οργάνων και για όλο το διάστημα της θητείας τους. Δεν αποκλείεται, όμως, η αυτόνομη εφαρμογή των ίδιων διατάξεων, απεξαρτημένη, δηλαδή, από την ιδιότητα των αιρετών και από τη διάρκεια της θητείας τους. γ) Δεν παρεμποδίζεται η συντέλεση των περί ων πρόκειται αποσπάσεων από τη διάταξη του άρθρου 133 του Ν 1188/1981. Επίσης είναι δυνατή, στο πλαίσιο των κρίσιμων διατάξεων (άρθρα 139 παρ. 8 Δ.Κ.Κ. και 114 Κ.Ν.Α.) η απόσπαση του ειδικού ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας σε πρωτοβάθμιο Ο.Τ.Α. στον οποίο έχει συσταθεί Δημοτική Αστυνομία. δ) Η διαδικασία απόσπασης της αυτής κατηγορίας υπαλλήλων κινείται σύμφωνα με τη νομοθεσία του φορέα της οργανικής τους θέσης. Για να καταστεί υποχρεωτική, απαιτείται και εγκριτική απόφαση του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου του οικείου Ο.Τ.Α. Η μισθοδοσία του αποσπώμενου βαρύνει το φορέα της οργανικής του θέσης. ε) Αρμόδιο όργανο προς έκδοση της οικείας εγκριτικής απόφασης συντέλεσης της απόσπασης, είναι το αρμόδιο προς διορισμό όργανο του Ο.Τ.Α. υποδοχής.