ΣΤΕ/384/2020
Τύπος: Δικαστικές Αποφάσεις
Δημόσια έργα...:Επειδή, εξ άλλου, προβάλλεται ότι, εφ’ όσον δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι οι χορηγηθείσες παρατάσεις με αναθεωρήσεις συμβατικών τιμών αποκλείουν το δικαίωμα αναζητήσεως οιασδήποτε άλλης αποζημιώσεως, πλημμελώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 36 παρ. 11 περί οχλήσεως, 48 παρ. 8 περί παρατάσεως και 54 παρ. 15 του ν. 3669/2008 περί αναθεωρήσεως τιμών. Δια την θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου αντίκειται στην υπ’ αρ. 4434/2013 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και την υπ’ αριθμ. 1284/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δοθέντος ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο δεν διέλαβε κρίση με αυτό το περιεχόμενο.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
Δ.Εφ.Ιωαν/181/2003
Επειδή, από τις παραπάνω διατάξεις (άρθρο 10 του ν. 1498/1984) συνάγεται σαφώς ότι σκοπός της αναθεωρήσεως είναι η άρση και μόνον των εις βάρος του εργολήπτου συνήθως δυσμενών οικονομικών επιπτώσεων από τις μεταγενέστερες της προσφοράς του και της αναλήψεως του έργου αυξήσεις των τιμών υλικών και ημερομισθίων και μάλιστα η άρση της ζημιάς του από τις αυξημένες τιμές του χρόνου εκτελέσεως του έργου (Α.Π. 582/1971, No Β 20/1988. Π. Ζιάννη, νομικαί ενασχολήσεις σελίς 46 επ., Δ, Εφ. Πατρών 144/1988). Επομένως, παρά το γεγονός ότι από την εφαρμογή του τύπου της αναθεωρήσεως, μπορεί θεωρητικώς να προκύψει και μείωση, και εν όψει του ότι στις παραταθείσες διατάξεις δεν προβλέπεται διαδικασία εισπράξεως τυχόν προκύπτοντος ποσού μειώσεως αναθεωρήσεως από τον κύριο του έργου, παρά μόνον διαδικασία καταβολής του ποσού που δικαιούται από την αύξηση αυτής ο ανάδοχος με τους απ' αυτόν συντασσόμενους λογαριασμούς που εγκρινόμενοι αποτελούν τις πιστοποιήσεις πληρωμής του, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην περίπτωση που από την εφαρμογή του τύπου της αναθεωρήσεως προκύπτει μείωση αυτής, τότε καταβάλλεται ακέραιο στον ανάδοχο του έργου το εργολαβικό αντάλλαγμα και δεν μειώνεται τούτο υπέρ του κυρίου του έργου, ούτε το ποσό της εν λόγω μειώσεως αναζητείται απ' αυτόν. Επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας
ΣΤΕ/2475/2019
Απονομή σύνταξης...Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Διοικητικού Εφετείου Αθηνών στις 26.10.2017 και, επομένως, κατά τα προεκτεθέντα, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010. Περαιτέρω, η κρινόμενη διαφορά ανέκυψε από αμφισβήτηση σχετικά με τον χρόνο έναρξης καταβολής στην αναιρεσείουσα σύνταξης λόγω θανάτου του συζύγου της και, επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην 4η σκέψη, έχει προσδιορίσιμο χρηματικό αντικείμενο το οποίο συνίσταται στο ποσό των συντάξεων της αναιρεσείουσας, που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.12.1994 έως 8.10.1995, και ανέρχεται σε 4.437,15 ευρώ (βλ. το .....2019 έγγραφο του ... προς το Δικαστήριο με αριθμ. πρωτ. ΣτΕ ΕΠ .....2019), είναι δηλαδή κατώτερο του κατά την ανωτέρω διάταξη ποσού των 40.000 ευρώ και, συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση ασκείται απαραδέκτως κατά την παρ. 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989. Είναι δε απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση. Υπό τα δεδομένα δε αυτά προβάλλονται αλυσιτελώς και είναι απορριπτέοι οι περαιτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας περί παράβασης της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και περί αντίθεσης των κρίσεων της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς νομολογία Ανωτάτων Δικαστηρίων, ήτοι του Συμβουλίου της Επικρατείας
ΣτΕ/1311/2017
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ:ζητείται η αναίρεση της 2915/2014 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία: α) απορρίφθηκε η αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης («... ΑΕ»), αναδόχου εκτέλεσης του δημοσίου έργου Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 26 παρ. 1 και 2 του ν. 1882/1990, των διατάξεων του άρθρου 1 και 2 της, κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας, 2048300/6844-11/0016/9.8.1990 υπουργικής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, του ν.δ/τος 17.7.-13.8.1923 και του Αστικού Κώδικα περί εκχώρησης απαίτησης, προκύπτει ότι, σε περίπτωση εκχωρηθείσας απαίτησης κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, κρίσιμος χρόνος, κατά τον οποίο θα πρέπει να υφίσταται η φορολογική ενημερότητα του εκχωρητή, αποδεικνυόμενη από το πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας, είναι ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης της εκχώρησης ή έστω της γέννησης της εκχωρούμενης έννομης σχέσης ή έστω ο χρόνος που κατέστη ληξιπρόθεσμος η εκχωρηθείσα απαίτηση, αδυναμία δε προσκόμισης του αποδεικτικού ενημερότητας μετά τα ως άνω χρονικά διαστήματα δεν αντιτάσσεται στον εκδοχέα, η δε απαίτηση μετά την εκχώρηση περιέρχεται στον εκδοχέα, κατά του οποίου δεν είναι δυνατόν να αντιταχθούν απαγορεύσεις ή περιορισμοί που αφορούν τον εκχωρητή. Ως προς το παραδεκτό του λόγου αυτού, προβάλλεται ότι δεν υπάρχει επί του ζητήματος αυτού σχετική νομολογία του Δικαστηρίου. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που επικαλείται η αναιρεσείουσα δεν είναι κρίσιμη για την επίλυση της κρινόμενης διαφοράς, ως προς το ως άνω τιθέμενο νομικό ζήτημα. Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ερμηνεύτηκε και εφαρμόστηκε η παρ. 9 του άρθρου 26 του ν. 1882/1990, η οποία προστέθηκε με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 3943/2011, στην οποία ορίζεται ρητά ότι, για την καταβολή των εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων, κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται τόσο από τον εκχωρητή, όσο και από τον εκδοχέα, και όχι οι διατάξεις που επικαλείται η αναιρεσείουσα, δηλαδή η διάταξη του άρθρου 26 του ν. 1882/1990, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. 2048300/6844-11/0016/1990 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία, άλλωστε, είχε ήδη καταργηθεί με την 1109793/ 6134-11/0016/24.11.1999 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών. Κατά συνέπεια, ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.Απορρίπτει την αίτηση.
ΣτΕ/769/2011
Κατά συνέπειαν, εν όψει των προεκτεθέντων, τα ανωτέρω από 1.6.1992 και 25.6.1992 έγγραφα, τα οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα εταιρεία, πληρούν τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού τους ως «οχλήσεως», κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1418/1984, από την επίδοση της οποίας στον κύριο του έργου θεμελιώνεται δικαίωμα αποζημιώσεως μόνον για την θετική ζημία, η οποία προκαλείται μετά από αυτήν (την επίδοση), λόγω υπερημερίας του κυρίου του έργου περί την εκπλήρωση των συμβατικών ή νομίμων υποχρεώσεών του (βλ. ΣτΕ 1009/2009). Επομένως, τα ως άνω έγγραφα ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, άρα μη νομίμως δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν και δεν εξετιμήθησαν από το δικάσαν Εφετείο, η απόφαση του οποίου παρίσταται, κατά τούτο, πλημμελώς ητιολογημένη, κατ’ αποδοχήν ως βασίμου του σχετικού μόνου λόγου αναιρέσεως (πρβλ. ΣτΕ 1375/2007).
ΕλΣυνΤμ.Μειζ-Επταμ.Συνθ/4168/2013
Εκτέλεση έργου:..ζητείται η αναθεώρηση της 3253/2013 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου..Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, το Τμήμα κρίνει ότι ορθώς τόσο το Κλιμάκιο όσο και το VI Τμήμα απεφάνθησαν ότι μη νομίμως ο αιτών Δήμος προσέφυγε στην εξαιρετική διαδικασία ανάθεσης με διαγωνισμό μεταξύ περιορισμένου αριθμού εργοληπτικών επιχειρήσεων, καθόσον δεν τήρησε την προδικασία που θέτουν οι προπαρατεθείσες διατάξεις για τη νόμιμη προσφυγή στην εν λόγω διαδικασία και δεν αιτιολόγησε πλήρως και επικαίρως την ανάγκη προσφυγής σε αυτήν. Και ναι μεν εκδόθηκαν μεταγενεστέρως η 10/21.10.2011 γνωμοδότηση του Τεχνικού Συμβουλίου Δημοσίων Έργων ... περί της ειδικής φύσεως του έργου και η 2/24.2.2012 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής, με την οποία εγκρίθηκε ο χαρακτηρισμός του έργου ως ειδικής φύσης και «συμπληρώθηκε η αιτιολόγηση» της 123/2010 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του πρώην Δήμου .., πλην όμως αυτές δεν δύνανται να θεραπεύσουν την έλλειψη αιτιολογίας της αρχικής απόφασης προσφυγής στην εξαιρετική αυτή διαδικασία, πρωτίστως διότι δεν εκδόθηκαν, όπως απαιτείτο, πριν από την αρχική απόφαση προσφυγής στην εν λόγω διαδικασία (βλ. απόφαση παρόντος Τμήματος 2566/2013). Πέραν δε τούτου, η άνω απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να θεραπεύσει την έλλειψη αιτιολογίας της 123/2010 απόφασης, αφού δεν περιλαμβάνει την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία ως προς το χαρακτηρισμό του έργου ως «ειδικής φύσης» ούτε εξειδικεύει τους λόγους, για τους οποίους οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις, που προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν στον ως άνω διαγωνισμό, ήταν οι μόνες που μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του συγκεκριμένου έργου, ώστε να καθίσταται δικαιολογημένη η προσφυγή στην εξαιρετική διαδικασία του άρθρου 3 περ. γ΄ του ν. 3669/2008. Εξ άλλου, ούτε στην απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ούτε στην απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής, με τις οποίες αποφασίστηκε η πρόσκληση δέκα εργοληπτικών επιχειρήσεων για να μετάσχουν στο διαγωνισμό, ούτε και στην 28/2013 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής, με την οποία προσκλήθηκαν εντέλει τέσσερις από τις ανωτέρω επιχειρήσεις, και συγκεκριμένα εκείνες των οποίων οι προσφορές είχαν γίνει αποδεκτές σε προηγούμενο στάδιο του διαγωνισμού, αναφέρονται οι ειδικοί λόγοι για τους οποίους η εκτέλεση του έργου είναι δυνατή μόνο από τις επιχειρήσεις αυτές.(..)Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναθεωρήσεως, η αίτηση του Δήμου ... περί αναθεωρήσεως της 3253/2013 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου πρέπει να απορριφθεί.
ΕΣ/ΤΜ.ΜΕΙΖ-ΕΠΤ.ΣΥΝΘ/1023/2013
ζητείται παραδεκτώς η αναθεώρηση της 3490/2012 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου...Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην υπό στοιχ. II σκέψη της παρούσας, το Τμήμα κρίνει ότι ορθώς ερμηνεύθηκαν και εφαρμόστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση οι προεκτεθείσες διατάξεις, απορριπτομένων όλων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών. Τέλος, το παρόν Τμήμα δεν δύναται να επιτρέψει τη σύναψη της επίμαχης συμπληρωματικής συμβάσεως, την οποία το ίδιο έκρινε μη νόμιμη κατά τα ανωτέρω, έστω και αν, όπως επικαλείται η αιτούσα Υπηρεσία, οι συμπληρωματικές αυτές εργασίες είναι αναγκαίες για την ασφάλεια και λειτουργικότητα του έργου, συντρέχει δε συγγνωστή πλάνη της ιδίας ως προς τη φύση των εργασιών αυτών ως απρόβλεπτων και επειγουσών, και συνεπώς το συναφές αίτημα πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν τούτου, και μη προβαλλομένου άλλου ισχυρισμού, η υπό κρίση αίτηση αναθεωρήσεως και η υπέρ αυτής ασκηθείσα παρέμβαση πρέπει να απορριφθούν.
ΣΤΕ/280/2020
Ανάκληση πράξης διορισμού σε Δήμο:.. Επειδή, περαιτέρω, με την αίτηση ακυρώσεως προβλήθηκε ότι καθ’ υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης, η οποία ασκείται σύμφωνα με τις αρχές της αναλογικότητας, της χρηστής διοικήσεως και της προστατευομένης εμπιστοσύνης, η πράξη διορισμού της ανακλήθηκε μετά την πάροδο μακρού χρόνου, χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι είναι διαζευγμένη και μητέρα τεσσάρων τέκνων, εκ των οποίων η μεγαλύτερη κόρη της παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα υγείας, ενώ τα λοιπά σπουδάζουν, προσπορίζει αυτή το εισόδημά της αποκλειστικά από την εργασία της, στην οποία έχει επιδείξει άριστη συμπεριφορά και όπου είναι απαραίτητη λόγω έλλειψης προσωπικού. Προς απόδειξη της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασής της, καθώς και των προβλημάτων υγείας του τέκνου της, η εκκαλούσα προσκόμισε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου τα εξής: α) το από 21.5.2015 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Ν. ..., σύμφωνα με το οποίο είναι διαζευγμένη και μητέρα τεσσάρων τέκνων γεννημένων κατά τα έτη 1987, 1990, 1995 και 1997, β) αντίγραφα των από 11.6.2014 και 10.9.2013 εκκαθαριστικών σημειωμάτων φόρου εισοδήματος, οικονομικών ετών 2014 και 2013, από τα οποία προκύπτει ότι τα εισοδήματά της ανήλθαν σε 10.946,97 και 11.584,53 ευρώ αντιστοίχως, προέρχονται δε αποκλειστικά από μισθούς, γ) αντίγραφο του από 11.1.2006 εγγράφου των Εξωτερικών Ιατρείων του Γενικού Νοσοκομείου … «…», στο οποίο αναφέρεται για τη θυγατέρα της «Κρίσεις «Ε» Rp. Tbs. Trileptal 300 mg Bt No I (ένα) S=1x2 ημέρα” και δ) βεβαιώσεις σπουδών έτους 2015, των λοιπών τριών τέκνων της. Με την εκκαλούμενη απόφαση ο ως άνω λόγος ακυρώσεως απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι οι ως άνω επικαλούμενες συνθήκες της προσωπικής ζωής της εκκαλούσας, υποστηριζόμενες με τα προσκομιζόμενα στοιχεία, σε συνδυασμό με τον διαδραμόντα χρόνο της υπηρεσίας της μόλις 7 ετών, δεν συνιστούν υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης και δεν δικαιολογούν την μη ανάκληση του διορισμού της. Με την κρινόμενη έφεση προβάλλεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, την οποία εμμέσως παραβίασε, διότι, υπό τις ως άνω περιστάσεις που αποδείχθηκαν από την εκκαλούσα και δεν αμφισβητήθηκαν από τη Διοίκηση, καθίσταται προφανές ότι η ανάκληση του διορισμού της αποτελεί μέτρο υπέρμετρα και δυσανάλογα επαχθές που υπερακοντίζει τον σκοπό του νόμου. Ισχυρίζεται δε ότι ο λόγος αυτός προβάλλεται παραδεκτώς, διότι επί του ως άνω ζητήματος δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επειδή, λόγω της σπουδαιότητας των ζητημάτων, τόσο ως προς το εκκλητό της διαφοράς (σκέψη 4), όσο και ως προς την υιοθετηθείσα ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 27 παρ. 2 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (σκέψη 6), που ανακύπτουν κατ´ αρχήν εν προκειμένω, ενόψει των προβαλλομένων, κατά τα ανωτέρω (σκέψεις 8-9), λόγων εφέσεως, το Τμήμα κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), να παραπεμφθεί προς εκδίκαση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος και να ορισθούν εισηγητής ο Πάρεδρος Β. Γκέρτσος και δικάσιμος η 2/4/2020.
ΣΤΕ/1314/2018
Eπιβολή τελών καθαριότητας και φωτισμού:..εν πάση περιπτώσει, όπως ρητώς δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση [γεγονός, άλλωστε, που είχε δεχθεί και ο αναιρεσείων Δήμος με την έφεσή του .. αλλά και με την κρινόμενη αίτηση .., απαραδέκτως δε αμφισβητεί τούτο με το κατατεθέν μετά τη συζήτηση της υποθέσεως από 24.4.2017 υπόμνημα], οι χώροι για τους οποίους επιβλήθηκαν τα επίδικα ποσά του ενιαίου ανταποδοτικού τέλους καθαριότητας και φωτισμού περιλαμβάνονται στην χερσαία ζώνη του λιμένος .., η οποία όχι μόνον κείται εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά αποτελεί, κατά τα εκτεθέντα στην σκέψη 4, κοινόχρηστο χώρο, με συνέπεια η αναιρεσίβλητη εταιρεία να μην οφείλει στον αναιρεσείοντα Δήμο τέλος καθαριότητος και φωτισμού για τους χώρους αυτούς και τις εντός αυτών εγκαταστάσεις, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά, καθ` ερμηνεία των παγίων περί του εν λόγω τέλους διατάξεων, στην αυτή ως άνω σκέψη σε συνδυασμό με τα εκτεθέντα στην σκέψη 3. Ενόψει δε του ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία δεν οφείλει το επίδικο τέλος σύμφωνα με τις πάγιες περί αυτού διατάξεις, αλυσιτελώς ο αναιρεσείων Δήμος προβάλλει, με το ανωτέρω υπόμνημά του, ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της νεώτερης διατάξεως του άρθρου 13 του ν. 4337/2015 (Α΄ 129).Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, και ανεξαρτήτως της ειδικότερης αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.
ΕΣ/ΤΜ.6/2704/2010
Υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής εργοστασίου...ζητείται η ανάκληση της 207/2010 πράξης του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου...Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη ΙΙΙ, το Τμήμα κρίνει η επίμαχη σύμβαση, ο χαρακτηρισμός της οποίας διέπεται αποκλειστικά, δεδομένου του ύψους της προϋπολογιζόμενης δαπάνης της (59.940.900,00 ευρώ), από τις διατάξεις του π.δ. 60/2007 αποτελεί σύμβαση παροχής υπηρεσιών και όχι δημοσίου έργου, καθώς αντικείμενό της είναι η παροχή υπηρεσιών αποκομιδής και ανακύκλωσης απορριμμάτων αλλά και η παροχή υπηρεσιών συντήρησης και επισκευών, ακόμα δε κι αν θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει και την εκτέλεση εργασιών δημοσίου έργου, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 3669/2008 (εξασφάλιση και διατήρηση της στεγανότητας των υαλοστασίων όλων των θαλάμων ελέγχου, εξασφάλιση της άρτιας λειτουργίας όλων των μέσων ελέγχου και περιορισμού των οσμών, του θορύβου και της σκόνης, συντήρηση της κτιριακής υποδομής του εργοστασίου και των δομικών κατασκευών του), αυτές αποτελούν μικρό μόνο μέρος του συνολικού της αντικειμένου, στο οποίο προέχουν οι υπόλοιπες προαναφερόμενες υπηρεσίες (βλ. ΕλΣ VI Tμ. απόφαση 3732/2009 και πράξη 10/2009). Επομένως, ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη ότι τόσο ως προς την ανάθεση όσο και ως προς την εκτέλεσή της η επίμαχη σύμβαση αποτελεί δημόσια σύμβαση υπηρεσιών και όχι έργου, ο υπό στοιχείο δε α λόγος ανάκλησης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος. Περαιτέρω όμως, το Τμήμα κρίνει ότι το Κλιμάκιο έκρινε ορθώς, ότι η πρόβλεψη, στην οικεία διακήρυξη, στα τεύχη δημοπράτησης και στην επίμαχη σύμβαση, των επίμαχων περί αναλογικής εφαρμογής διατάξεων της νομοθεσίας περί δημοσίων έργων όρων δεν είναι νόμιμη κατά το μέρος που αφορά τον όρο περί αναλογικής εφαρμογής των περί αναθεώρησης τιμών στα δημόσια έργα διατάξεων καθώς, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη ΙV, οι διατάξεις περί αναθεώρησης τιμών στα έργα των Ο.Τ.Α. Α΄ Βαθμού (άρθρο 54 του ν. 3669/2008), προσιδιάζουν μόνο σε συμβάσεις εκτέλεσης έργων και όχι σε συμβάσεις παροχής υπηρεσιών. Εσφαλμένα δε το Κλιμάκιο έκρινε κατά τα λοιπά, διότι ούτε στη διακήρυξη ούτε στο τιμολόγιο μελέτης ούτε στην προσφορά του αναδόχου της σύμβασης έχει υπολογιστεί επί των επιμέρους τιμών της σύμβασης προσαύξηση υπέρ του αναδόχου με τη μορφή σταθερού ποσοστού, ενώ στον όρο 2 μστ΄ του τιμολογίου μελέτης αναφέρεται ότι «οι δαπάνες, που δεν κατονομάζονται στην παρούσα ρητά … έχουν ενσωματωθεί στις μνημονευθείσες ως άνω δαπάνες και συνεπώς καταβάλλονται στον ανάδοχο μέσω της καταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος.», κι επομένως το Τμήμα κρίνει ότι δεν έχει προβλεφθεί η καταβολή στον ανάδοχο ποσού για γενικά έξοδα και εργολαβικό όφελος ποσοστού 18% ή 28% επί του τιμήματος της σύμβασης, σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 7 του π.δ/τος 28/1980 και 17 παρ. 7 του ν. 3669/2008, όπου δε στην οικεία διακήρυξη, στα τεύχη δημοπράττησης αλλά και στην επίμαχη σύμβαση αναφέρονται οι όροι «εργολαβικό» ή «οικονομικό» αντάλλαγμα ή όφελος νοείται η αμοιβή του αναδόχου (το τίμημα) για την εκτέλεση της σύμβασης. Και αυτή όμως η μη νόμιμη πρόβλεψη στην οικεία διακήρυξη, στα τεύχη δημοπράτησης και στην επίμαχη σύμβαση της αναλογικής εφαρμογής των περί αναθεώρησης τιμών στα δημόσια έργα διατάξεων καθώς και των διατάξεων που αναφέρονται στον καθορισμό νέων τιμών μονάδος και τις πληρωμές του αναδόχου οφείλεται, κατά την κρίση του Τμήματος σε συγγνωστή πλάνη των αρμοδίων οργάνων του ..., η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι το Ζ΄ Κλιμάκιο έκρινε σιωπηρώς ως νόμιμο, με την 281/2009 πράξη του, ακριβώς ίδιο όρο που είχε περιληφθεί στη διακήρυξη και το σχέδιο σύμβασης του .... για τις «Επείγουσες Υπηρεσίες υποστήριξης, λειτουργίας, συντήρησης και επισκευής του ΕΜΑ» αλλά και στο γεγονός ότι τόσο η Μονάδα Παρακολούθησης Διαγωνισμών και Συμβάσεων του Κέντρου Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου όσο και το Συμβούλιο Δημοτικών και Κοινοτικών Έργων και Θεώρησης Μελετών γνωμοδότησαν θετικά υπέρ του επίμαχου όρου, κατά τον εκ μέρους τους έλεγχο της διακήρυξης και των τευχών δημοπράτησης της επίμαχης σύμβασης, καθώς καμία παρατήρηση ή επιφύλαξη επ’ αυτού δεν διατύπωσαν.Ανακαλεί τη 207/2010 πράξη του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
ΕλΣυν/Τμ.6/2835/2010
Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι για την πραγματοποίηση νέων έργων που έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον και έχουν καταταγεί σε μία από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο Νόμο, απαιτείται προηγούμενη, δηλαδή προ της ενάρξεως πραγματοποιήσεως του έργου, έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Ως έναρξη πραγματοποιήσεως του έργου θεωρείται όχι μόνον η υλική ενέργεια αυτού, αλλά και η έκδοση οποιασδήποτε διοικητικής πράξεως, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της ενάρξεως κατασκευής του, ως η προκήρυξη (πρβλ. ΣτΕ 149/2000) ή η οικεία κατακυρωτική απόφαση. Κατά συνέπεια η παράλειψη εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων προ της εγκρίσεως του αποτελέσματος της δημοπρασίας συνιστά ουσιώδη νομική πλημμέλεια, καθισταμένης ούτως μη νόμιμης της αποφάσεως αναθέσεως εκτελέσεως του έργου (Πράξη VI Τμήματος 33/2007, Απόφαση VI Τμήματος 2515/2009 και Ολ. ΣτΕ 526/2003, ΣτΕ 2472/2009, ΣτΕ 149/2000). Τούτο δε καθόσον τα αρμόδια διοικητικά όργανα εκτιμώντας τις συνέπειες που μπορεί να έχει ένα νέο έργο στο περιβάλλον δεν πρέπει να επηρεάζονται από τα τεχνικά δεδομένα του υπό εκτέλεση έργου, αλλ’ αντιθέτως οι όροι του διαγωνισμού οφείλουν να προσαρμόζονται σε προϋφιστάμενους (και ήδη εγκριθέντες) περιβαλλοντικούς όρους. Περαιτέρω η απόφαση εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων δύναται να έχει ορισμένη χρονική διάρκεια, μετά το πέρας της οποίας δύναται να αναθεωρηθεί χωρίς ουσιώδεις τροποποιήσεις, εκτεινομένης ούτω της διάρκειας των αρχικών όρων σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα του αρχικώς προσδιορισθέντος. Απλή αναθεώρηση της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων είναι επιτρεπτή πριν από τη λήξη ισχύος αυτών ή εντός ευλόγου χρόνου από τη λήξη τους. Αν παρέλθει ικανό χρονικό διάστημα (πέραν του ευλόγου) από τη λήξη ισχύος της αρχικής αδειοδοτήσεως απαιτείται να τηρηθεί εξαρχής η διαδικασία εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων (Απόφαση VI Τμήματος 2013/2010, ΣτΕ 297/2009, 3428/2004). Εκ τούτων παρέπεται ότι εάν κατά την έναρξη της διαγωνιστικής διαδικασίας υπάρχουν εγκεκριμένοι περιβαλλοντικοί όροι, η ισχύς των οποίων παύει κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα και πριν από την έκδοση της κατακυρωτικής αποφάσεως, η απλή αναθεώρηση αυτών, μετά την κατακύρωση του αποτελέσματος, αίρει (θεραπεύει) την πλημμέλεια της μη υπάρξεως αυτών κατά το χρόνο της κατακυρώσεως υπό την προϋπόθεση ότι η απόφαση αναθεωρήσεως εξεδόθη εντός ευλόγου χρόνου από της λήξεως των αρχικώς εγκριθέντων περιβαλλοντικών όρων και δεν επέρχονται ουσιώδεις μεταβολές στους αρχικών εγκριθέντες όρους σε σχέση με τις επιπτώσεις του έργου στο περιβάλλον. Τούτο δε καθόσον η ανάγκη της προϋπάρξεως (πριν την έναρξη της διαδικασίας του διαγωνισμού) περιβαλλοντικών όρων, προκειμένου τα αρμόδια διοικητικά όργανα να εκτιμούν τις επιπτώσεις κάθε έργου στο περιβάλλον, χωρίς να έχει δημιουργηθεί οποιαδήποτε νομική ή πραγματική κατάσταση (Ολ. ΣτΕ 526/2003, ΣτΕ 2472/2009), δεν θίγεται διότι οι περιβαλλοντικοί όροι έχουν εγκριθεί πριν από τη δημοπράτηση του έργου και η εντός ευλόγου χρόνου ανανέωση αυτών, ισοδυναμεί με απλή παράταση της ισχύος τους, η οποία, ως εκ της φύσεώς της, αναδράμει στο χρόνο λήξεως των αρχικών όρων και καλύπτει το χρονικό διάστημα από την εκπνοή τους έως το χρονικό σημείο που προβλέπεται στην ανανέωση. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα είχε ως αποτέλεσμα την υποχρέωση της Διοίκησης να ανακαλέσει την κατακυρωτική απόφαση και να εκδώσει (εφόσον δεν υφίστανται πλημμέλειες στη διαδικασία του διαγωνισμού) νέα, ομοίου περιεχομένου, η οποία απλώς θα έπεται του χρόνου αναθεωρήσεως της εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, με μόνη κατ’ ουσίαν συνέπεια την καθυστέρηση της διαδικασίας ολοκληρώσεως του διαγωνισμού (πρβλ. ΣτΕ 149/2000). Τέλος, το εύλογο του μεσολαβούντος, μεταξύ της παύσης ισχύος των αρχικώς εγκριθέντων περιβαλλοντικών όρων και της αναθεωρήσεως αυτών, χρονικού διαστήματος, κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τα πραγματικά δεδομένα κάθε διαγωνισμού.