ΣΤΕ/384/2020
Τύπος: ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
Δημόσια έργα...:Επειδή, εξ άλλου, προβάλλεται ότι, εφ’ όσον δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι οι χορηγηθείσες παρατάσεις με αναθεωρήσεις συμβατικών τιμών αποκλείουν το δικαίωμα αναζητήσεως οιασδήποτε άλλης αποζημιώσεως, πλημμελώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 36 παρ. 11 περί οχλήσεως, 48 παρ. 8 περί παρατάσεως και 54 παρ. 15 του ν. 3669/2008 περί αναθεωρήσεως τιμών. Δια την θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου αντίκειται στην υπ’ αρ. 4434/2013 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και την υπ’ αριθμ. 1284/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δοθέντος ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο δεν διέλαβε κρίση με αυτό το περιεχόμενο.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
Δ.Εφ.Ιωαν/181/2003
Επειδή, από τις παραπάνω διατάξεις (άρθρο 10 του ν. 1498/1984) συνάγεται σαφώς ότι σκοπός της αναθεωρήσεως είναι η άρση και μόνον των εις βάρος του εργολήπτου συνήθως δυσμενών οικονομικών επιπτώσεων από τις μεταγενέστερες της προσφοράς του και της αναλήψεως του έργου αυξήσεις των τιμών υλικών και ημερομισθίων και μάλιστα η άρση της ζημιάς του από τις αυξημένες τιμές του χρόνου εκτελέσεως του έργου (Α.Π. 582/1971, No Β 20/1988. Π. Ζιάννη, νομικαί ενασχολήσεις σελίς 46 επ., Δ, Εφ. Πατρών 144/1988). Επομένως, παρά το γεγονός ότι από την εφαρμογή του τύπου της αναθεωρήσεως, μπορεί θεωρητικώς να προκύψει και μείωση, και εν όψει του ότι στις παραταθείσες διατάξεις δεν προβλέπεται διαδικασία εισπράξεως τυχόν προκύπτοντος ποσού μειώσεως αναθεωρήσεως από τον κύριο του έργου, παρά μόνον διαδικασία καταβολής του ποσού που δικαιούται από την αύξηση αυτής ο ανάδοχος με τους απ' αυτόν συντασσόμενους λογαριασμούς που εγκρινόμενοι αποτελούν τις πιστοποιήσεις πληρωμής του, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην περίπτωση που από την εφαρμογή του τύπου της αναθεωρήσεως προκύπτει μείωση αυτής, τότε καταβάλλεται ακέραιο στον ανάδοχο του έργου το εργολαβικό αντάλλαγμα και δεν μειώνεται τούτο υπέρ του κυρίου του έργου, ούτε το ποσό της εν λόγω μειώσεως αναζητείται απ' αυτόν. Επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας
ΣτΕ/1311/2017
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ:ζητείται η αναίρεση της 2915/2014 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία: α) απορρίφθηκε η αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης («... ΑΕ»), αναδόχου εκτέλεσης του δημοσίου έργου Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 26 παρ. 1 και 2 του ν. 1882/1990, των διατάξεων του άρθρου 1 και 2 της, κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας, 2048300/6844-11/0016/9.8.1990 υπουργικής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, του ν.δ/τος 17.7.-13.8.1923 και του Αστικού Κώδικα περί εκχώρησης απαίτησης, προκύπτει ότι, σε περίπτωση εκχωρηθείσας απαίτησης κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, κρίσιμος χρόνος, κατά τον οποίο θα πρέπει να υφίσταται η φορολογική ενημερότητα του εκχωρητή, αποδεικνυόμενη από το πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας, είναι ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης της εκχώρησης ή έστω της γέννησης της εκχωρούμενης έννομης σχέσης ή έστω ο χρόνος που κατέστη ληξιπρόθεσμος η εκχωρηθείσα απαίτηση, αδυναμία δε προσκόμισης του αποδεικτικού ενημερότητας μετά τα ως άνω χρονικά διαστήματα δεν αντιτάσσεται στον εκδοχέα, η δε απαίτηση μετά την εκχώρηση περιέρχεται στον εκδοχέα, κατά του οποίου δεν είναι δυνατόν να αντιταχθούν απαγορεύσεις ή περιορισμοί που αφορούν τον εκχωρητή. Ως προς το παραδεκτό του λόγου αυτού, προβάλλεται ότι δεν υπάρχει επί του ζητήματος αυτού σχετική νομολογία του Δικαστηρίου. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που επικαλείται η αναιρεσείουσα δεν είναι κρίσιμη για την επίλυση της κρινόμενης διαφοράς, ως προς το ως άνω τιθέμενο νομικό ζήτημα. Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ερμηνεύτηκε και εφαρμόστηκε η παρ. 9 του άρθρου 26 του ν. 1882/1990, η οποία προστέθηκε με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 3943/2011, στην οποία ορίζεται ρητά ότι, για την καταβολή των εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων, κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται τόσο από τον εκχωρητή, όσο και από τον εκδοχέα, και όχι οι διατάξεις που επικαλείται η αναιρεσείουσα, δηλαδή η διάταξη του άρθρου 26 του ν. 1882/1990, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. 2048300/6844-11/0016/1990 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία, άλλωστε, είχε ήδη καταργηθεί με την 1109793/ 6134-11/0016/24.11.1999 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών. Κατά συνέπεια, ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.Απορρίπτει την αίτηση.
ΕΣ/ΤΜ.ΜΕΙΖ-ΕΠΤ.ΣΥΝΘ/1023/2013
ζητείται παραδεκτώς η αναθεώρηση της 3490/2012 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου...Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην υπό στοιχ. II σκέψη της παρούσας, το Τμήμα κρίνει ότι ορθώς ερμηνεύθηκαν και εφαρμόστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση οι προεκτεθείσες διατάξεις, απορριπτομένων όλων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών. Τέλος, το παρόν Τμήμα δεν δύναται να επιτρέψει τη σύναψη της επίμαχης συμπληρωματικής συμβάσεως, την οποία το ίδιο έκρινε μη νόμιμη κατά τα ανωτέρω, έστω και αν, όπως επικαλείται η αιτούσα Υπηρεσία, οι συμπληρωματικές αυτές εργασίες είναι αναγκαίες για την ασφάλεια και λειτουργικότητα του έργου, συντρέχει δε συγγνωστή πλάνη της ιδίας ως προς τη φύση των εργασιών αυτών ως απρόβλεπτων και επειγουσών, και συνεπώς το συναφές αίτημα πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν τούτου, και μη προβαλλομένου άλλου ισχυρισμού, η υπό κρίση αίτηση αναθεωρήσεως και η υπέρ αυτής ασκηθείσα παρέμβαση πρέπει να απορριφθούν.
ΕΣ/ΤΜ.6/2704/2010
Υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής εργοστασίου...ζητείται η ανάκληση της 207/2010 πράξης του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου...Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη ΙΙΙ, το Τμήμα κρίνει η επίμαχη σύμβαση, ο χαρακτηρισμός της οποίας διέπεται αποκλειστικά, δεδομένου του ύψους της προϋπολογιζόμενης δαπάνης της (59.940.900,00 ευρώ), από τις διατάξεις του π.δ. 60/2007 αποτελεί σύμβαση παροχής υπηρεσιών και όχι δημοσίου έργου, καθώς αντικείμενό της είναι η παροχή υπηρεσιών αποκομιδής και ανακύκλωσης απορριμμάτων αλλά και η παροχή υπηρεσιών συντήρησης και επισκευών, ακόμα δε κι αν θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει και την εκτέλεση εργασιών δημοσίου έργου, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 3669/2008 (εξασφάλιση και διατήρηση της στεγανότητας των υαλοστασίων όλων των θαλάμων ελέγχου, εξασφάλιση της άρτιας λειτουργίας όλων των μέσων ελέγχου και περιορισμού των οσμών, του θορύβου και της σκόνης, συντήρηση της κτιριακής υποδομής του εργοστασίου και των δομικών κατασκευών του), αυτές αποτελούν μικρό μόνο μέρος του συνολικού της αντικειμένου, στο οποίο προέχουν οι υπόλοιπες προαναφερόμενες υπηρεσίες (βλ. ΕλΣ VI Tμ. απόφαση 3732/2009 και πράξη 10/2009). Επομένως, ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη ότι τόσο ως προς την ανάθεση όσο και ως προς την εκτέλεσή της η επίμαχη σύμβαση αποτελεί δημόσια σύμβαση υπηρεσιών και όχι έργου, ο υπό στοιχείο δε α λόγος ανάκλησης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος. Περαιτέρω όμως, το Τμήμα κρίνει ότι το Κλιμάκιο έκρινε ορθώς, ότι η πρόβλεψη, στην οικεία διακήρυξη, στα τεύχη δημοπράτησης και στην επίμαχη σύμβαση, των επίμαχων περί αναλογικής εφαρμογής διατάξεων της νομοθεσίας περί δημοσίων έργων όρων δεν είναι νόμιμη κατά το μέρος που αφορά τον όρο περί αναλογικής εφαρμογής των περί αναθεώρησης τιμών στα δημόσια έργα διατάξεων καθώς, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη ΙV, οι διατάξεις περί αναθεώρησης τιμών στα έργα των Ο.Τ.Α. Α΄ Βαθμού (άρθρο 54 του ν. 3669/2008), προσιδιάζουν μόνο σε συμβάσεις εκτέλεσης έργων και όχι σε συμβάσεις παροχής υπηρεσιών. Εσφαλμένα δε το Κλιμάκιο έκρινε κατά τα λοιπά, διότι ούτε στη διακήρυξη ούτε στο τιμολόγιο μελέτης ούτε στην προσφορά του αναδόχου της σύμβασης έχει υπολογιστεί επί των επιμέρους τιμών της σύμβασης προσαύξηση υπέρ του αναδόχου με τη μορφή σταθερού ποσοστού, ενώ στον όρο 2 μστ΄ του τιμολογίου μελέτης αναφέρεται ότι «οι δαπάνες, που δεν κατονομάζονται στην παρούσα ρητά … έχουν ενσωματωθεί στις μνημονευθείσες ως άνω δαπάνες και συνεπώς καταβάλλονται στον ανάδοχο μέσω της καταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος.», κι επομένως το Τμήμα κρίνει ότι δεν έχει προβλεφθεί η καταβολή στον ανάδοχο ποσού για γενικά έξοδα και εργολαβικό όφελος ποσοστού 18% ή 28% επί του τιμήματος της σύμβασης, σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 7 του π.δ/τος 28/1980 και 17 παρ. 7 του ν. 3669/2008, όπου δε στην οικεία διακήρυξη, στα τεύχη δημοπράττησης αλλά και στην επίμαχη σύμβαση αναφέρονται οι όροι «εργολαβικό» ή «οικονομικό» αντάλλαγμα ή όφελος νοείται η αμοιβή του αναδόχου (το τίμημα) για την εκτέλεση της σύμβασης. Και αυτή όμως η μη νόμιμη πρόβλεψη στην οικεία διακήρυξη, στα τεύχη δημοπράτησης και στην επίμαχη σύμβαση της αναλογικής εφαρμογής των περί αναθεώρησης τιμών στα δημόσια έργα διατάξεων καθώς και των διατάξεων που αναφέρονται στον καθορισμό νέων τιμών μονάδος και τις πληρωμές του αναδόχου οφείλεται, κατά την κρίση του Τμήματος σε συγγνωστή πλάνη των αρμοδίων οργάνων του ..., η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι το Ζ΄ Κλιμάκιο έκρινε σιωπηρώς ως νόμιμο, με την 281/2009 πράξη του, ακριβώς ίδιο όρο που είχε περιληφθεί στη διακήρυξη και το σχέδιο σύμβασης του .... για τις «Επείγουσες Υπηρεσίες υποστήριξης, λειτουργίας, συντήρησης και επισκευής του ΕΜΑ» αλλά και στο γεγονός ότι τόσο η Μονάδα Παρακολούθησης Διαγωνισμών και Συμβάσεων του Κέντρου Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου όσο και το Συμβούλιο Δημοτικών και Κοινοτικών Έργων και Θεώρησης Μελετών γνωμοδότησαν θετικά υπέρ του επίμαχου όρου, κατά τον εκ μέρους τους έλεγχο της διακήρυξης και των τευχών δημοπράτησης της επίμαχης σύμβασης, καθώς καμία παρατήρηση ή επιφύλαξη επ’ αυτού δεν διατύπωσαν.Ανακαλεί τη 207/2010 πράξη του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
ΕΣ/ΚΛΙΜΑΚΙΟ Ε/36/2010
Μη νόμιμη η προσφυγή στην εξαιρετική διαδικασία της διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης (άρθρο 25 Π.Δ/τος 59/2007) μετά από διαγωνισμό, στον οποίο δεν υποβλήθηκε καμία κατάλληλη προσφορά, αφού όροι της διακήρυξης του διαγωνισμού που αφορούσαν στις ποινικές ρήτρες, στον τρόπο αναθεώρησης των τιμών και στην καταβολή του τιμήματος και κρίνονται ουσιώδεις, τροποποιήθηκαν κατά το στάδιο της διαπραγμάτευσης.
Το VI Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου με την 703/2010 απόφασή του ανακάλεσε την Πράξη αυτή και έκρινε ότι: α) οι τροποποιήσεις, που αφορούν σε μείωση του συμβατικού τιμήματος σε περίπτωση μη εκτέλεσης των δοκιμών τύπου, τον τρόπο πληρωμής και την αναθεώρηση τιμών, δεν είναι ουσιώδεις (παρατίθενται στοιχεία αναλυτικά), β) ως προς τις ποινικές ρήτρες η μείωση του προβλεπόμενου ανωτάτου ορίου ποινικών ρητρών για μη επίτευξη εγγυημένων μεγεθών από 15% σε 5% συνιστά ουσιώδη τροποποίηση όρου της αρχικής σύμβασης. Κρίθηκε δε, ότι δεν κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου σύμβασης, εφόσον απαλειφθεί το εδάφιο περί υπολογισμού των ποινικών ρητρών για καθυστερήσεις με βάση την αξία του καθυστερούμενου τμήματος, δεδομένου ότι το έργο είναι συνολικό και το όριο του 5% για την επιβολή ποινικών ρητρών προσδιοριστεί στο 15%.
ΕλΣυν.Τμ.Μειζ-Επταμ.Συνθ/513/2012
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ-ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ:Ζητείται παραδεκτώς η αναθεώρηση της 3049/2011 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου,Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις υπό στοιχ. IIΙ και ΙV σκέψεις της παρούσας, το παρόν Τμήμα κρίνει, κατά πλειοψηφία, ότι εφόσον οι περιλαμβανόμενες στην ελεγχόμενη συμπληρωματική σύμβαση εργασίες έχουν εκτελεσθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος -γεγονός άλλωστε, το οποίο δεν αμφισβητεί ούτε ο αιτών Δήμος- και δεδομένου ότι για την εκτέλεση των εργασιών αυτών προ της εγκρίσεως ΑΠΕ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 56 του ν. 3669/2008, όπως ορθώς έκρινε το VI Τμήμα με την 3049/2011 απόφασή του, και μάλιστα ούτε οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, καθόσον δεν επρόκειτο περί πρόσθετων επειγουσών εργασιών κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, γιατί δεν στόχευαν στην αποτροπή άμεσου για το έργο κινδύνου, μη δυναμένου ν΄ αποτραπεί άλλως, αλλά στην αντιμετώπιση μιας πάγιας ανάγκης με τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου δικτύου απορροής και αποστράγγισης ομβρίων προς αντικατάσταση του παλαιού, ούτε οι τυπικές, καθόσον δεν είχε προηγηθεί εντολή της Προϊσταμένης του έργου Αρχής, ήτοι της Δημαρχιακής Επιτροπής..δεν έσφαλλε το VI Τμήμα δεχθέν ότι πράγματι ήταν κατά χρόνο αναρμόδια η Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον έλεγχο της 1ης συμπληρωματικής σύμβασης του έργου, στην οποία περιλαμβάνονται εκτελεσθείσες εργασίες μη εμπίπτουσες στην έννοια της διάταξης του άρθρου 56 περί επειγουσών πρόσθετων εργασιών.(..)Κατ’ ακολουθίαν τούτων και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναθεωρήσεως, η κρινόμενη αίτηση για αναθεώρηση της 3049/2011 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου πρέπει να απορριφθεί.
ΕλΣυνΤμ.Μειζ-Επταμ.Συνθ/4168/2013
Εκτέλεση έργου:..ζητείται η αναθεώρηση της 3253/2013 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου..Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, το Τμήμα κρίνει ότι ορθώς τόσο το Κλιμάκιο όσο και το VI Τμήμα απεφάνθησαν ότι μη νομίμως ο αιτών Δήμος προσέφυγε στην εξαιρετική διαδικασία ανάθεσης με διαγωνισμό μεταξύ περιορισμένου αριθμού εργοληπτικών επιχειρήσεων, καθόσον δεν τήρησε την προδικασία που θέτουν οι προπαρατεθείσες διατάξεις για τη νόμιμη προσφυγή στην εν λόγω διαδικασία και δεν αιτιολόγησε πλήρως και επικαίρως την ανάγκη προσφυγής σε αυτήν. Και ναι μεν εκδόθηκαν μεταγενεστέρως η 10/21.10.2011 γνωμοδότηση του Τεχνικού Συμβουλίου Δημοσίων Έργων ... περί της ειδικής φύσεως του έργου και η 2/24.2.2012 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής, με την οποία εγκρίθηκε ο χαρακτηρισμός του έργου ως ειδικής φύσης και «συμπληρώθηκε η αιτιολόγηση» της 123/2010 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του πρώην Δήμου .., πλην όμως αυτές δεν δύνανται να θεραπεύσουν την έλλειψη αιτιολογίας της αρχικής απόφασης προσφυγής στην εξαιρετική αυτή διαδικασία, πρωτίστως διότι δεν εκδόθηκαν, όπως απαιτείτο, πριν από την αρχική απόφαση προσφυγής στην εν λόγω διαδικασία (βλ. απόφαση παρόντος Τμήματος 2566/2013). Πέραν δε τούτου, η άνω απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να θεραπεύσει την έλλειψη αιτιολογίας της 123/2010 απόφασης, αφού δεν περιλαμβάνει την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία ως προς το χαρακτηρισμό του έργου ως «ειδικής φύσης» ούτε εξειδικεύει τους λόγους, για τους οποίους οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις, που προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν στον ως άνω διαγωνισμό, ήταν οι μόνες που μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του συγκεκριμένου έργου, ώστε να καθίσταται δικαιολογημένη η προσφυγή στην εξαιρετική διαδικασία του άρθρου 3 περ. γ΄ του ν. 3669/2008. Εξ άλλου, ούτε στην απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ούτε στην απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής, με τις οποίες αποφασίστηκε η πρόσκληση δέκα εργοληπτικών επιχειρήσεων για να μετάσχουν στο διαγωνισμό, ούτε και στην 28/2013 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής, με την οποία προσκλήθηκαν εντέλει τέσσερις από τις ανωτέρω επιχειρήσεις, και συγκεκριμένα εκείνες των οποίων οι προσφορές είχαν γίνει αποδεκτές σε προηγούμενο στάδιο του διαγωνισμού, αναφέρονται οι ειδικοί λόγοι για τους οποίους η εκτέλεση του έργου είναι δυνατή μόνο από τις επιχειρήσεις αυτές.(..)Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναθεωρήσεως, η αίτηση του Δήμου ... περί αναθεωρήσεως της 3253/2013 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου πρέπει να απορριφθεί.
ΣΤΕ/1505/2015
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ:Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, με την από 4.8.2005 σύμβαση, η οποία συνήφθη κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, η αναιρεσείουσα τεχνική εταιρεία ανέλαβε την εκτέλεση του έργου «Οδοσήμανση Οδικού Επαρχιακού Δικτύου», σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1418/1984 και του π.δ/τος 609/1985. Στις 30.6.2006 υπεγράφη η 1η συμπληρωματική σύμβαση, λόγω υπερβάσεως του συμβατικού αντικειμένου του έργου. Στα πλαίσια των ανωτέρω συμβάσεων, στις 29.9.2006 υποβλήθηκε ο 4ος λογαριασμός του έργου, ποσού 204.049,91 ευρώ. Στις 6.10.2006 εγκρίθηκε από τη διευθύνουσα υπηρεσία το ένα μόνον αντίγραφο του εν λόγω λογαριασμού, προς διευκόλυνση της αναιρεσειούσης, ώστε να προβεί σε ενεχυρίαση – εκχώρηση της απαιτήσεώς της από τον ως άνω λογαριασμό προς την «Εγνατία Τράπεζα Α.Ε.». Για την εν λόγω εκχώρηση συνήφθη η από 19.10.2006 σύμβαση μεταξύ της αναιρεσειούσης και της ως άνω Τραπέζης προς εξασφάλιση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Κατά τον ίδιο τρόπο, στις 17.1.2007 υποβλήθηκε ο 5ος λογαριασμός του έργου, ποσού 142.704,92 ευρώ, εγκρίθηκε στις 19.1.2007 το ένα μόνον αντίγραφο αυτού από τη διευθύνουσα υπηρεσία και με την από 2.2.2007 σύμβαση εκχωρήσεως λόγω ενεχύρου, μεταξύ της αναιρεσειούσης και της ίδιας Τραπέζης, ενεχυριάσθηκε η ως άνω απαίτηση του 5ου λογαριασμού, προς εξασφάλιση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό προς την αναιρεσείουσα. Με την αγωγή της η αναιρεσείουσα ζήτησε την αναγνώριση της καταβολής των ως άνω ποσών, προσαυξημένων με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής, υποστηρίζοντας ότι η απαίτησή της για την εξόφληση των δύο ανωτέρω λογαριασμών, συνολικού ποσού 346.754,83 ευρώ, είναι, μετά τη θεώρηση – έγκριση αυτών από τη διευθύνουσα υπηρεσία, βεβαία και εκκαθαρισμένη και, επομένως, έπρεπε οι εν λόγω λογαριασμοί να εξοφληθούν εντός διμήνου από την υποβολή τους ή εντός μηνός από την έγκριση και θεώρησή τους, ήτοι από τις 7.11.2006 και 20.2.2007, αντιστοίχως. Με τα ως άνω δεδομένα, το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: «Επειδή σε περίπτωση ενεχυριάσεως απαιτήσεως (προς εξασφάλιση απαιτήσεως ανωνύμου εταιρίας με αιτία αλληλόχρεο λογαριασμό), μετά την αναγγελία της εκχωρήσεως της απαιτήσεως στον οφειλέτη αποκόπτεται κάθε δεσμός του τελευταίου με τον εκχωρητή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην 5η σκέψη. Όταν όμως υφίστανται οφειλές του εκχωρητή προς το ΙΚΑ, εκχώρηση της απαιτήσεως που συναρτάται με τις οφειλές αυτές δεν ισχύει, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 39 του ν. 2065/1992. Εν προκειμένω, προκύπτει ότι η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, εκχώρησε τις απαιτήσεις της από τον 4ο και 5ο λογαριασμό προς την «Εγνατία Τράπεζα Α.Ε.», χωρίς να καταβάλει τις οφειλές της προς το ΙΚΑ, ή τουλάχιστον χωρίς να αποδεικνύει ότι δεν έχει σχετικές οφειλές, αφού δεν προσκομίζει αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας. Περαιτέρω, η καταβολή του ανωτέρω ποσού και πριν από την ενεχυρίαση της σχετικής απαιτήσεως και μετά, δεν μπορεί να γίνει χωρίς την προσκόμιση πιστοποιητικού ασφαλιστικής ενημερότητας. Επομένως, εφόσον δεν καθίσταται γνωστό στο δικαστήριο, εάν εχώρησε νόμιμη ή όχι εκχώρηση των ανωτέρω απαιτήσεων για καταβολή των ανωτέρω ποσών των δύο λογαριασμών (4ου και 5ου) και μόνο υπό την εκδοχή ότι η ενάγουσα νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση αγωγής, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί και ως προς την κύρια απαίτησή της, για καταβολή των ποσών των δύο πιο πάνω λογαριασμών, αφού πληρωμή λογαριασμών δεν χωρεί, χωρίς την εξόφληση των αντιστοιχουσών εισφορών και επιβαρύνσεων προς το Ίδρυμα, η δε ενάγουσα δεν απέδειξε ότι δεν υφίστανται οι παραπάνω οφειλές αυτής προς το Ίδρυμα. Τέλος, εφόσον η τελευταία δεν προσκομίζει το σχετικό αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας, δεν υφίσταται υπαιτιότητα του κυρίου του έργου –Νομαρχιακού Διαμερίσματος Ροδόπης– για τη μη πληρωμή του 4ου και 5ου λογαριασμού του παραπάνω έργου και κατά συνέπεια, δεν γεννάται υποχρέωση αυτού προς καταβολή τόκων υπερημερίας επί των καθυστερουμένων ποσών, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διαρκεί η παράλειψη της ενάγουσας αναδόχου να υποβάλλει την κατά τα ανωτέρω απόδειξη για καταβολή των υπέρ του ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών». Επειδή, η αναιρεσείουσα προβάλλει, ειδικότερα, ότι η προπαρατεθείσα κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου είναι αναιρετέα, διότι, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, η μη υποβολή εξαρχής από την ανάδοχο της ασφαλιστικής και φορολογικής της ενημερότητας δεν δύναται να θεμελιώσει υπαιτιότητά της για τη μη πληρωμή, αφού δεν προκύπτει από τις εν λόγω διατάξεις ότι η ανάδοχος είναι υποχρεωμένη να συνυποβάλει τις ως άνω ενημερότητες με τις σχετικές πιστοποιήσεις προς πληρωμή, αλλά τουναντίον η ανάδοχος έχει την ευχέρεια να τις υποβάλει μεταγενεστέρως και μάλιστα μετά την οριστικοποίηση των πληρωτέων ποσών, οπότε και θα γνωρίζει το ύψος των σχετικών ποσών που πρέπει να αποδοθούν στους τρίτους. Σύμφωνα, όμως, με τα γενόμενα δεκτά στην όγδοη σκέψη, εφόσον, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οι επίδικοι λογαριασμοί δεν συνοδεύονταν από τις, απαραίτητες κατά το νόμο για την πληρωμή τους, βεβαιώσεις ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας, δεν γεννήθηκε υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς πληρωμή τους. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ο ως άνω λόγος ως αβάσιμος.
ΔΕΚ/C-458/2008
Περίληψη της αποφάσεως 1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Αντικείμενο της διαφοράς – Προσδιορίζεται κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία – Διευκρίνιση των αρχικών αιτιάσεων με το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο – Επιτρέπεται (Άρθρο 226 ΕΚ) 2. Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Περιορισμοί – Οικοδομικός τομέας (Άρθρο 49 ΕΚ) 1. Το γεγονός ότι, με το δικόγραφο της προσφυγής, η Επιτροπή αναπτύσσει λεπτομερώς τα επιχειρήματά της περί της προβαλλόμενης παραβάσεως, τα οποία ήδη προβλήθηκαν σε γενικότερο πλαίσιο με το έγγραφο οχλήσεως και την αιτιολογημένη γνώμη, διευκρινίζοντας περαιτέρω τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ένα καθεστώς ασύμβατο με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, δεν μεταβάλλει το αντικείμενο της εν λόγω παραβάσεως και δεν έχει, επομένως, καμία επίπτωση στο περιεχόμενο της διαφοράς. (βλ. σκέψη 47) 2. Συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων που ένα κράτος μέλος υπέχει από το άρθρο 49 ΕΚ η εκ μέρους του απαίτηση από τους εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος παρέχοντες κατασκευαστικές υπηρεσίες να πληρούν το σύνολο των προϋποθέσεων που το επίμαχο εθνικό καθεστώς επιβάλλει για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως οικοδομικής δραστηριότητας και αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό την προσήκουσα συνεκτίμηση των αντίστοιχων υποχρεώσεων στις οποίες υπόκεινται οι παρέχοντες τις εν λόγω υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι, καθώς και των ήδη πραγματοποιηθέντων από τις αρχές του εν λόγω κράτους μέλους σχετικών ελέγχων. Ο περιορισμός του άρθρου 49 ΕΚ μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο στο μέτρο που το γενικό συμφέρον το οποίο επιδιώκει να προστατεύσει η εθνική νομοθεσία δεν προασπίζεται με τους κανόνες στους οποίους υπόκειται εντός του κράτους μέλους εγκαταστάσεως ο παρέχων την υπηρεσία. (βλ. σκέψεις 100, 108 και διατακτ.)
ΕλΣυν.Τμ.6/24/2014
Κατασκευή δικτύων αποχέτευσης ακαθάρτων και εγκαταστάσεων καθαρισμού λυμάτων:...ζητείται παραδεκτώς η ανάκληση της 394/2013 πράξης του Ε΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου..Με τα δεδομένα αυτά, το Τμήμα κρίνει καταρχήν ότι το Κλιμάκιο παραδεκτώς υπεισήλθε στην εξέταση του ζητήματος της διασφάλισης του χώρου εκτέλεσης του ελεγχόμενου έργου, παρά τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από την αιτούσα, δεδομένου ότι το εν λόγω ζήτημα δεν αποτέλεσε αντικείμενο οριστικής ή μη κρίσης στην 193/2011 πράξη του Ε΄ Κλιμακίου, με την οποία έγινε δεκτό ότι δεν κωλύεται η υπογραφή της προηγηθείσας προγραμματικής σύμβασης μεταξύ του Δήμου … και της Περιφέρειας ... Και τούτο, διότι αφενός το Ε΄ Κλιμάκιο στην τελευταία ως άνω πράξη του δεν διέλαβε σχετική κρίση σχετικά με τη νομιμότητα ή μη της εκτέλεσης του έργου στο ως άνω μισθωμένο ακίνητο και αφετέρου δεν μπορεί να συναχθεί σχετική σιωπηρή θετική κρίση του Κλιμακίου, δεδομένου ότι το αντικείμενο της ελεγχθείσας προγραμματικής σύμβασης, τις προϋποθέσεις σύναψης της οποίας ερεύνησε το Κλιμάκιο, συνίστατο στη μεταβίβαση της αρμοδιότητας υλοποίησης του έργου στην αιτούσα Περιφέρεια, ενώ ο τρόπος και ο χώρος εκτέλεσης του έργου αποτελεί κυρίως αντικείμενο του ήδη διενεργουμένου ελέγχου νομιμότητας της υπό κρίση σύμβασης. Περαιτέρω, ενόψει όσων έγιναν ανωτέρω ερμηνευτικώς δεκτά (βλ. σκ. IV), το Τμήμα, λαμβάνοντας, επιπλέον, υπόψη ότι α) το προς κατασκευή έργο έχει εκτιμώμενο χρόνο λειτουργίας 20 έως 40 έτη, β) η μεταξύ του Δήμου … και του ανωτέρω ιδρύματος συναφθείσα σύμβαση μίσθωσης του ακινήτου, στο οποίο θα εκτελεσθεί το έργο, θα διαρκέσει έως την 31.3.2051, ενώ, αν κατά τη λήξη αυτής το ίδρυμα αποφασίσει την εκ νέου εκμίσθωση του μίσθιου, ο Δήμος θα έχει δικαίωμα προτίμησης επί ίσων προσφορών, γ) οι διέπουσες την ως άνω σύμβαση διατάξεις και ιδίως η διάταξη του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα παρέχουν επαρκή εξασφάλιση ότι το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης δεν θα ασκηθεί καταχρηστικά εκ μέρους του εκμισθωτή, ενόψει και της ζωτικής για το κοινωνικό σύνολο σημασίας των αναγκών, τις οποίες προορίζεται να καλύψει το προς εκτέλεση έργο, κρίνει ότι στην υπό κρίση περίπτωση με την ως άνω συναφθείσα σύμβαση μίσθωσης διασφαλίζεται η ομαλή κατασκευή και λειτουργία του έργου, κατά τα βασίμως με τις υπό κρίση αίτηση και παρεμβάσεις προβαλλόμενα.(..). Συνακόλουθα, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις προηγούμενες σκέψεις, πρέπει να γίνουν δεκτές η υπό κρίση αίτηση και οι υπέρ αυτής ασκηθείσες παρεμβάσεις και να ανακληθεί η προσβαλλόμενη πράξη του Ε΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το δε οικείο σχέδιο σύμβασης μπορεί να υπογραφεί, εφόσον η αναγραφόμενη στο σχέδιο (σελ. 2, παρ. 1) σειρά ισχύος των τευχών διορθωθεί με βάση τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του άρθρου 5.2 της οικείας διακήρυξης.