ΥΠΕΝ/ΔΥΔΡ/16936/292/2026
Τύπος: ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
Καθορισμός τύπου χρηματικών εγγυήσεων, εχέγγυων ισοδύναμων με την προβλεπόμενη χρηματική εγγύηση και κάθε άλλου θέματος για την εφαρμογή του άρθρου 24 του ν. 5261/2025 (Α΄ 231), σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 40 του ίδιου νόμου.
ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΡΕΧΟΝΤΟΣ ΕΓΓΡΑΦΟΥ : 1Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
Δ.ΟΡΓ. Α 471379 ΕΞ 2025
Τροποποίηση α) της υπό στοιχεία Δ.ΟΡΓ.Α 1125859 ΕΞ2020/23-10-2020 απόφασης του Διοικητή της ΑΑΔΕ «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ)» (Β’ 4738), ως προς τις οργανωτικές μεταβολές που προκύπτουν, λόγω της μεταφοράς στην ΑΑΔΕ των αρμοδιοτήτων, υπηρεσιακών μονάδων και οργανικών θέσεων του πρώην Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.), την επικαιροποίηση και συμπλήρωση των άρθρων προσωπικού της Αρχής, καθώς και τη ρύθμιση κάθε άλλου αναγκαίου θέματος και β) της υπό στοιχεία Δ6Α 1112903 ΕΞ 2014/31-07-2014 (Β’ 2153 και διόρθωση σφάλματος Β’ 2291) απόφασης της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών και καθορισμός των οργανικών θέσεων προσωπικού της ΑΑΔΕ μεταξύ των Υπηρεσιών αυτής
ΕλΣυν.Τμ.7(ΚΠΕ)312/2016
ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ:(…)Υπό τα ανωτέρω δεδομένα και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να γίνουν δεκτά τα ακόλουθα: Α. Παρέλκει η έρευνα της βασιμότητας ή μη του λόγου διαφωνίας του Επιτρόπου, καθώς αυτός ερείδεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με το επίμαχο χρηματικό ένταλμα εντέλλεται στον ανωτέρω υπάλληλο του ν.π.ι.δ. η προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδ. β΄ του ν. 3198/1955 αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης. Β. Ανεξαρτήτως του αν η προβλεπόμενη από την Ε.Σ.Σ.Ε. της Δ.Ε.Υ.Α.Ι. χρηματική παροχή συνιστά πρόσθετη αυτοτελή αποζημίωση, πέραν, δηλαδή, εκείνης του ν. 2112/1920 (αποζημίωση απόλυσης), και, συνεπώς δεν δύναται να υπερβαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967, ποσοστό 15% του ανωτάτου ορίου αποζημίωσης λόγω απόλυσης του άρθρου 2 παρ. 2 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως αυτό καθορίστηκε με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 (15.000,00 ευρώ), ήτοι το ποσό των 2.250,00 ευρώ (βλ. Ε.Σ. πρακτ. 6ης Γεν.Συν./19.2.2014 Ολ., Θέμα Β΄, πράξ. VII Τμ. 13/2014, Κλιμ. Προλ. Ελ. Δαπ. στο VII Τμ. ad hoc 111/2014, 179/2013), ή αν συνιστά κίνητρο εθελούσιας εξόδου και, επομένως, δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 ως προς το ύψος της (βλ. Ε.Σ. πράξ. VII Τμ. 39/2014), η εν λόγω παροχή μη νομίμως καταβλήθηκε στον οικειοθελώς αποχωρήσαντα Γενικό Διευθυντή της δημοτικής επιχείρησης βάσει του θεωρημένου από τον Επίτροπο 36Α/2016 χρηματικού εντάλματος πληρωμής της Δ.Ε.Υ.Α.Ι.. Τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε στη σκέψη III.α της παρούσας, ο όρος της Ε.Σ.Σ.Ε. της Δ.Ε.Υ.Α.Ι. περί καταβολής της παροχής αυτής είχε παύσει να ισχύει κατά το χρόνο αποχώρησης (20.4.2016) του υπαλλήλου από την υπηρεσία (πρβλ. Α.Π. 478/2007, 44/2006, 416/1994, 414/1991, Ε.Σ. πράξ. I Τμ. 51/2015, Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, εκδ. 2011, σελ. 1241-1242, 1245-1246).(...)
ΝΣΚ/27/2025
Υποχρέωση ανάκλησης διορισμού δημοσίου υπαλλήλου τοποθετηθέντος κατά παράλειψη άλλου σε θέση στην οποία τοποθετήθηκε αναδρομικά ο παραληφθείς υπάλληλος σε συμμόρφωση προς αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Εξέταση αρχών δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και αναλογικότητας(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ν.π.δ.δ., συνάγεται ότι αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή διετία, εντός της οποίας είναι δυνατή η ανάκληση του κατά παράβαση νόμου γενόμενου διορισμού, για να είναι νόμιμη η ανακλητική πράξη απαιτείται, επιπροσθέτως, να εκφέρει η Διοίκηση, κατά νόμιμη διαδικασία και με νόμιμη και επαρκή αιτιολογία, κρίση ότι ο διορισθείς προκάλεσε ή υποβοήθησε με δόλο την παρανομία (βλ. ΣτΕ 543/2020, 1094/2014, 2739-2742/2005). Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός απαγόρευσης ανάκλησης της πράξης διορισμού μετά την πάροδο διετίας όταν η πράξη αυτή ακυρώνεται δικαστικά. Στην υπό κρίση περίπτωση, με την διαλαμβανόμενη στο ερώτημα απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δεν ακυρώθηκε η πράξη του διορισμού της υπαλλήλου, αλλά ακυρώθηκε η απόφαση – πρακτικό της Α΄ Δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 10 του ν. 2643/1998, περί επιλογής της υπαλλήλου και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση. Συνεπώς, εφαρμοστέες είναι εν προκειμένω οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του ν. 3528/2007 και όχι η διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου. Ως εκ τούτου, η μη νόμιμη πράξη του διορισμού της υπαλλήλου ανακαλείται μετά την παρέλευση διετίας από τη δημοσίευσή της, μόνο εάν αποδειχθεί ότι αυτή προκάλεσε δολίως ή υποβοήθησε την παρανομία ή εάν ο διορισμός της έγινε κατά παράβαση των άρθρων 4 και 8 του Υπαλληλικού Κώδικα. Οι προϋποθέσεις, όμως, αυτές, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, δεν συντρέχουν στην εξεταζόμενη περίπτωση (κατά πλειοψηφία).
ΕλΣυνΚλ.Τμ.7/110/2017
Προμήθεια μετασχηματιστή: Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη 2, διαπιστώνονται τα ακόλουθα: Κατ’ εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό, το Δ.Σ. της .... ενέκρινε την απευθείας ανάθεση «λόγω κατεπείγοντος και σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 του ν. 2539/1997». Και τούτο, διότι η τελευταία αυτή διάταξη δεν ισχύει πλέον. Ειδικότερα, η διάταξη αυτή, η οποία όριζε ότι «η σύναψη συμβάσεως για την απευθείας ανάθεση … προμήθειας από το δήμαρχο ή πρόεδρο κοινότητας και λοιπούς φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 266 του π.δ/τος 410/1995, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 267 του π.δ/τος 410/1995, επιτρέπεται μόνο για έκτακτες και επείγουσες περιπτώσεις ειδικά αιτιολογημένες», προσέθεσε στις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του προμνησθέντος άρθρου 267 του πρώην Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (π.δ. 410/1995, Α΄ 231) περί της απευθείας ανάθεσης προμήθειας, χωρίς προηγούμενη απόφαση του συλλογικού οργάνου διοίκησης, από τον Δήμαρχο ή τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου των λοιπών, πλην δήμων και κοινοτήτων, φορέων της παραγράφου 1 του άρθρου 266 (δηλαδή των συνδέσμων δήμων, των ν.π.δ.δ. αυτών και των ιδρυμάτων τους). Το τελευταίο δε αυτό άρθρο όριζε ότι για όλους τους ανωτέρω φορείς εφαρμόζεται ο Ε.Κ.Π.Ο.Τ.Α., πλην των χρηματικών ορίων που ήδη ορίζονταν στο προαναφερόμενο άρθρο 267 παράγραφος 1, και τις έκτακτες και επείγουσες περιπτώσεις, ειδικώς αιτιολογημένες. (...)Ωστόσο, η κρινόμενη προμήθεια, για την οποία αβασίμως ο Επίτροπος προβάλλει εφαρμογή της διάταξης του Ενιαίου Προγράμματος Προμηθειών ετών 2014 και 2015 περί απαγόρευσης προμήθειας μεταχειρισμένων ειδών, διότι αυτή εξαιρείται λόγω ποσού από την ένταξή της σε αυτό (βλ. σκέψη 2. Γ.), είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι η αγορά ενός μεταχειρισμένου μετασχηματιστή, ο οποίος έχει ένα χρόνο εγγύηση εφόσον τηρηθούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, είναι οικονομικότερη και αποδοτικότερη έναντι της αγοράς ενός νέου μετασχηματιστή κατόπιν διενέργειας πρόχειρου διαγωνισμού.(...)Κατ’ ακολουθίαν όλων όσων προαναφέρθηκαν, η εντελλόμενη δαπάνη, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου διαφωνίας του Επιτρόπου, δεν είναι νόμιμη και το 16Α, οικονομικού έτους 2017, χρηματικό ένταλμα πληρωμής δεν πρέπει να θεωρηθεί.
ΣΤΕ ΕΑ 1273/2010
ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΜΕΛΕΤΗΣ:..η Επιτροπή Διαγωνισμού,...αξιολόγησε και βαθμολόγησε τις τεχνικές προσφορές όλων των υποψηφίων ανά κριτήριο U1 και U2, εντός δε του κριτηρίου U2, ανά υποκριτήριο αυτού U2A και U2B, η αξιολόγηση δε και η βαθμολόγηση έγιναν βάσει του βαθμού ανταποκρίσεως ή αποκλίσεως των προσφορών σε σχέση προς τα στοιχεία αξιολογήσεως, που τίθενται από το νόμο και τη Διακήρυξη, για κάθε ένα από τα ανωτέρω κριτήρια και υποκριτήρια. Εξ άλλου, από το άρθρο 7 παράγραφοι 6 και 8 του ν. 3316/2005 και το άρθρο 22.1.1. της Διακηρύξεως (βλ. ανωτέρω 6η σκέψη), προκύπτει ότι τα στοιχεία αξιολογήσεως σε κάθε κριτήριο και υποκριτήριο της τεχνικής προσφοράς διαφέρουν κατά τη φύση και τον αριθμό τους, ενώ διαφορετικός είναι και ο συντελεστής βαρύτητας κάθε κριτηρίου στη διαμόρφωση της τελικής βαθμολογίας της προσφοράς (35% το κριτήριο U1, 40% το κριτήριο U2), ομοίως δε, διαφορετικός είναι και ο συντελεστής βαρύτητας κάθε υποκριτηρίου στη διαμόρφωση της βαθμολογίας του κριτηρίου U2 (40% το υποκριτήριο U2A, 60% το υποκριτήριο U2B).Εν όψει των ανωτέρω ρυθμίσεων του νόμου και της Διακηρύξεως, ζήτημα παραβάσεως του ίσου μέτρου κρίσεως, λόγω διαφορετικής βαθμολογήσεως τεχνικών προσφορών που αξιολογούνται με τον ίδιο λεκτικό χαρακτηρισμό, δύναται να ανακύψει, κατ’ αρχήν, μόνον στη περίπτωση κατά την οποία, στα πλαίσια αξιολογήσεως του ίδιου κριτηρίου ή υποκριτηρίου, τεχνικές προσφορές, οι οποίες αξιολογούνται με τον ίδιο λεκτικό χαρακτηρισμό, συνοδευόμενο από την ίδια ακριβώς λεκτική αιτιολόγηση, βαθμολογούνται, εν τούτοις, με διαφορετικό βαθμό (πρβλ. Ε.Α. 71/2009, σκ. 8). Επομένως, δεν πιθανολογείται σοβαρά ως βάσιμος ο λόγος, με τον οποίο η αιτούσα προβάλλει παράβαση του ίσου μέτρου κρίσεως εκ μόνου του γεγονότος ότι η Επιτροπή Διαγωνισμού, στα πλαίσια αξιολογήσεως του κριτηρίου U1 και του υποκριτηρίου U2A, όσες προσφορές χαρακτήρισε λεκτικά ως «πάρα πολύ καλές», τις βαθμολόγησε με το βαθμό 75, ενώ, αντιθέτως, στα πλαίσια αξιολογήσεως του υποκριτηρίου U2Β, την τεχνική προσφορά της παρεμβαίνουσας, μολονότι την χαρακτήρισε λεκτικά «πάρα πολύ καλή», εν τούτοις, τη βαθμολόγησε με τον βαθμό 85. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να γίνει δεκτή η παρέμβαση.
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/473/2024
ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ ΑΞΟΝΙΚΟΥ ΤΟΜΟΓΡΑΦΟΥ 64 ΤΟΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗ ΠΛΗΡΟΥΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΔΥΟ ΕΤΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗ ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑΚΗΣ ΕΓΓΥΗΣΗΣ:
Για τον λόγο αυτό, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι το τμήμα αυτό αφορά δικαίωμα προαίρεσης της αναθέτουσας αρχής προς ανάθεση πρόσθετων υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 132 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 4412/2016, καθόσον το δικαίωμα αυτό προϋποθέτει ότι η σχετική δαπάνη έχει ρητώς περιληφθεί - και δεόντως δημοσιευθεί - στον συνολικό προϋπολογισμό της διακήρυξης (άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 4412/2016). Ως εκ τούτου, οι σχετικές υπηρεσίες συντήρησης (μετά τη λήξη της εργοστασιακής εγγύησης και της διετούς συντήρησης) είναι εκτός συμβατικού αντικειμένου της διακήρυξης και δεν ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι το σχετικό κόστος αναφέρεται ότι θα καλυφθεί από τον τακτικό προϋπολογισμό του ίδιου του Νοσοκομείου, καθόσον, σε κάθε περίπτωση, θα έπρεπε, ανεξαρτήτως της ειδικότερης πηγής χρηματοδότησης, να έχει προϋπολογισθεί και για το μέρος αυτό συγκεκριμένο κόστος παροχής υπηρεσιών (άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 4412/2016). Πλην, όμως, το γεγονός αυτό δεν γεννά αοριστία των όρων διενέργειας του επίμαχου διαγωνισμού, όπως αντίθετα κρίθηκε με την προσβαλλομένη, καθόσον, στην επεξήγηση που παρατίθεται κάτω από τον Πίνακα Π2, ρητώς ορίζεται, περαιτέρω, ότι: «… Η προσφερόμενη τιμή στον Πίνακα 2. δεν επηρεάζει την αξιολόγηση του εν λόγω διαγωνισμού …». Άλλωστε, στο άρθρο 1.3 της διακήρυξης ρητώς αναφέρεται ότι στο αντικείμενο της προμήθειας περιλαμβάνεται αποκλειστικά το Τμήμα 1 της προμήθειας αξονικού τομογράφου με την εργοστασιακή του εγγύηση καθώς και το Τμήμα 2 της παροχής υπηρεσιών διετούς συντήρησης, χωρίς να γίνεται οιαδήποτε αναφορά σε Τμήμα 3 για παροχή πρόσθετων υπηρεσιών συντήρησης εκ μέρους του αναδόχου για το μεταγενέστερο διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση της δεκαετίας. Παρέπεται, ότι η πρόβλεψη για την υποβολή προσφοράς με τον πίνακα Π2 εκ του περισσού έχει περιληφθεί στην επίμαχη διακήρυξη και δεν αποτελεί μέρος του συμβατικού αντικειμένου της ανάθεσης ούτε επηρεάζει, κατά τα ρητώς προβλεπόμενα, την αξιολόγηση των υποβαλλόμενων προσφορών. Αλλά και το σχέδιο σύμβασης που έχει υποβληθεί προς προσυμβατικό έλεγχο από το προσφεύγον Νοσοκομείο, αφορά αποκλειστικά την προμήθεια αξονικού τομογράφου με την εργοστασιακή του εγγύηση και την δαπάνη παροχής υπηρεσιών διετούς συντήρησης. Αντιθέτως, το αυτοτελές σχέδιο της «πλήρους συντήρησης – επισκευής μετά την εργοστασιακή εγγύηση & την προβλεπόμενη πλήρη διετή συντήρηση» είναι παντελώς ασυμπλήρωτο και, συνεπώς, δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος ελέγχου. Είναι δε διάφορο το ζήτημα, εάν οι τυχόν πρόσθετες υπηρεσίες συντήρησης (μετά και την λήξη της διετούς συντήρησης) μπορούν να τύχουν απευθείας ανάθεσης κατ’ εφαρμογή των λοιπών περιπτώσεων του προαναφερθέντος άρθρου 132 του ν. 4412/2016, ιδίως λόγω τεχνικής μοναδικότητας του αναδόχου γεγονός που πρέπει να διαπιστωθεί αρμοδίως κατόπιν άσκησης του προβλεπόμενου προσυμβατικού ελέγχου νομιμότητας κατά τους όρους του άρθρου 324 του ν. 4700/2020. Τέλος, η ανωτέρω παραδοχή επιρρωνύεται από το γεγονός ότι οι επίμαχοι όροι της διακήρυξης δεν προσβλήθηκαν από οιονδήποτε ενδιαφερόμενο οικονομικό φορέα, ενώ δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκαν και διευκρινιστικά ερωτήματα λόγω ασάφειας συγκεκριμένων όρων. Ως εκ τούτου και ο τρίτος διακωλυτικός λόγος της προσβαλλόμενης Πράξης περί αοριστίας του αντικειμένου της διακήρυξης πρέπει να αρθεί. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη προσφυγή ανάκλησης και η υπέρ αυτής ασκηθείσα παρέμβαση πρέπει να γίνουν δεκτές, να ανακληθεί η προσβαλλόμενη Πράξη και να κριθεί ότι δεν κωλύεται η υπογραφή του υποβληθέντος προς έλεγχο σχεδίου σύμβασης, μεταξύ του προσφεύγοντος Νοσοκομείου και της παρεμβαίνουσας εταιρίας, υπό τον όρο ότι, πριν την υπογραφή του σχεδίου αυτού, θα εγκριθεί με ρητή απόφαση του Υπουργού Υγείας η μεταβολή της διάρκειας συντήρησης του αξονικού τομογράφου από πέντε σε δύο έτη για την ίδια προϋπολογιζόμενη δαπάνη (135.000 ευρώ με Φ.Π.Α.) και σχετική επισήμανση θα τεθεί στο προς υπογραφή σχέδιο (βλ. ανωτέρω σκέψη 27). Επισημαίνεται, επίσης, ότι το κόστος της επίμαχης προμήθειας αξονικού τομογράφου 64 τομών με την εργοστασιακή εγγύηση (Τμήμα 1) και την παροχή διετούς συντήρησης (Τμήμα 2) θα καλυφθεί, κατά τα ρητώς προβλεπόμενα στη διακήρυξη (άρθρο 1.2) αποκλειστικά στο πλαίσιο υλοποίησης της συμφωνίας συμβιβασμού που συνήφθη μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εταιρίας ..... Α.Ε. (βλ. σκέψη 5). Συνεπώς, η ανάδοχος του διαγωνισμού οφείλει να διαθέσει δωρεάν τον σχετικό εξοπλισμό με αντάλλαγμα την απομείωση της υποχρέωσης της προς παροχή ιατρικού εξοπλισμού ύψους 90 εκατομμυρίων ευρώ που προβλέπεται στην σχετική συμφωνία.
Ανακαλεί την 7/2024 Πράξη της Επιτρόπου της 1ης Υπηρεσίας Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην Περιφερειακή Ενότητα (Π.Ε.) Λαρίσης
ΕΣ/Τμ.1/283/2010
ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ λόγω συνταξιοδότησης:Μη νόμιμη καταβολή εφάπαξ αποζημίωσης στην …., πρώην μόνιμη υπάλληλο του ως άνω Ιδρύματος και νυν συνταξιούχο του Ι.Κ.Α(....)Στην υπό κρίση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Η φερόμενη ως δικαιούχος του επίμαχου χρηματικού εντάλματος προσλήφθηκε στο Α.Τ.Ε.Ι……. αρχικά με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και στη συνέχεια αορίστου χρόνου, σε θέση του κλάδου Υ.Ε. Προσωπικού Καθαριότητας, ακολούθως δε, με την 630/23.2.2000 πράξη του Προέδρου του ως άνω Ιδρύματος (τεύχος Ν.Π.Δ.Δ. 111), μονιμοποιήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2738/1999, σε θέση διοικητικού υπαλλήλου του Κλάδου Υ.Ε. Προσωπικού Καθαριότητας. Περαιτέρω, με την 3241/23.6.2010 απόφαση του Προέδρου του ανωτέρω Ιδρύματος (Φ.Ε.Κ. Γ΄ 701) διαπιστώθηκε η λύση της σχέσης της ανωτέρω υπαλλήλου με την υπηρεσία, από 16.6.2010, λόγω υποβολής παραίτησης, ενώ με την 4192/6.9.2010 απόφαση του ίδιου οργάνου αποφασίστηκε η χορήγηση σ` αυτή αποζημίωσης λόγω παραίτησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 55 του π.δ. 410/1988, ίσης με το 40% των αποδοχών 19 και 1/6 μηνών. Εξάλλου, με την 1353/24.9.2010 απόφαση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ……. δικαιώθηκε πλήρους σύνταξης γήρατος, γεγονός από το οποίο τεκμαίρεται ότι είχε διατηρήσει το προ της μονιμοποίησής της ασφαλιστικό καθεστώς του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Ήδη, με το ελεγχόμενο ένταλμα - στο οποίο δεν αναγράφεται το όνομα της φερόμενης ως δικαιούχου του εντάλματος, αυτό, όμως, προκύπτει από τα συνημμένα δικαιολογητικά – εντέλλεται η καταβολή αποζημίωσης ποσού 11.841,34 ευρώ στην ανωτέρω υπάλληλο, σε εκτέλεση της προαναφερόμενης απόφασης του Προέδρου του Α.Τ.Ε.Ι. ……. Ενόψει των προεκτεθέντων, όμως, η φερόμενη ως δικαιούχος του επίμαχου χρηματικού εντάλματος δεν δικαιούται την προβλεπόμενη από το άρθρο 55 του π.δ. 410/1988 (άρθρο 49 του ν. 993/1979) αποζημίωση, αφού πλέον κατά την αποχώρησή της από την υπηρεσία η οργανική της θέση είχε μετατραπεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 σε θέση μονίμου υπαλλήλου και δεν τελούσε σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ως εκ τούτου, είχε διακοπεί κάθε δεσμός αυτής με το καθεστώς του ν. 993/1979, ανεξαρτήτως του ότι μετά τη μονιμοποίησή της φέρεται να διατήρησε, κατ’ επιλογή της, το συνταξιοδοτικό καθεστώς του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., αφού η επιλογή της αυτή αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στη σύνταξη. Κατόπιν αυτών, μη νόμιμα εντέλλεται η ελεγχόμενη δαπάνη και, συνεπώς, το επίμαχο χρηματικό ένταλμα δεν πρέπει να θεωρηθεί.
ΣΤΕ 2817/2017
Οργανισμός Περιφέρειας...:Επειδή με την παράγραφο 7 του άρθρου 241 του ν. 3852/2010, η οποία πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου και τις πάγιες ρυθμίσεις των παραγράφων 1 έως 6 του ίδιου άρθρου, παρέχεται εξουσιοδότηση για την θέσπιση του αρχικού οργανισμού των περιφερειών, ο οποίος, αν και η εξουσιοδοτική διάταξη αναφέρεται σε «πρότυπο εσωτερικό οργανισμό», μπορεί, κατά την αληθή της έννοια, να θεσπισθεί είτε ως «πρότυπος», δηλαδή κοινός για το σύνολο των περιφερειών είτε αυτοτελώς για κάθε περιφέρεια με την αυτή, κατά βάση, για όλες τις περιφέρειες δομή και διάρθρωση.. Εξ άλλου κατά την έννοια της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 241 παράγραφοι 1 και 7 του ν. 3852/2010, στον οργανισμό οργάνωσης και λειτουργίας των περιφερειών προσδιορίζεται ανάλογα με το αντικείμενο των συγκεκριμένων οργανικών μονάδων και την ειδικότητα του κλάδου από ποιες κατηγορίες και από ποιους κλάδους κάθε κατηγορίας προέρχονται οι προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων κάθε υπηρεσίας, χωρίς να είναι υποχρεωτικό να προβλεφθεί ότι οι προϊστάμενοι προέρχονται από όλες τις κατηγορίες ή από όλους τους κλάδους κάθε κατηγορίας ..Περαιτέρω κατά την έννοια των συνταγματικών αρχών της ισότητας, της αξιοκρατίας και της κατοχυρούμενης στο άρθρο 103 του Συντάγματος αρχής της ορθολογικής οργανώσεως της Δημόσιας Διοικήσεως (ΣτΕ 16, 15/2015 Ολομέλεια) καθώς και των προαναφερθεισών διατάξεων και ιδίως του άρθρου 97 του κώδικα κατάστασης δημόσιων πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων και υπαλλήλων ν.π.δ.δ. και της προμνησθείσας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του ν. 3852/2010, το καθοριζόμενο προβάδισμα των κατηγοριών των υπαλλήλων παύει να ισχύει μόνον στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι οργανικές διατάξεις βάσει του αντικειμένου των συγκεκριμένων οργανικών μονάδων και την ειδικότητα του κλάδου των υπαλλήλων προβλέπουν την τοποθέτηση ως προϊσταμένου οργανικής μονάδας υπαλλήλου που έπεται κατά το προβάδισμα και όχι αδιακρίτως για όλες τις σχετικές οργανικές μονάδες.(..)Επειδή σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο προσβαλλόμενος οργανισμός παρανόμως προβλέπει την επιλογή διαζευκτικώς υπαλλήλων διαφορετικής κατηγορίας (ΠΕ ή TE) ως προϊσταμένων σε όλες τις αναφερθείσες οργανικές μονάδες (Διευθύνσεις και Τμήματα), καταργώντας αδιακρίτως το θεσπιζόμενο προβάδισμα με το άρθρο 97 του κώδικα κατάστασης δημόσιων πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων και υπαλλήλων ν.π.δ.δ...Δέχεται την κρινόμενη αίτηση και ακυρώνει το π.δ. 149/2010 (A' 242/27.12.2010) ως προς τις προσβαλλόμενες διατάξεις του (άρθρο 39 παράγραφοι 1 έως 5, 13 έως 17 και 21 και άρθρο 40 παράγραφοι 1 έως 8, 10, 12 έως 16, 42 έως 45, 49 έως 51, 55 έως 58, 67 και 70), σύμφωνα με το σκεπτικό.
ΕλΣυν.Τμ.Μείζ-Επταμελούς Σύνθεσης/3495/2012
Αίτηση αναθεώρησης της 2839/2012 απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία απορρίφθηκαν αιτήσεις των ανωτέρω για την ανάκληση της 331/2012 πράξης του Ζ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και κρίθηκε ότι κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου συμβάσεως μεταξύ των ως άνω αιτούντων την αναθεώρηση με αντικείμενο την «Εργολαβία Εκτέλεσης Εργασιών Γενικής Επισκευής Πλωτών Δεξαμενών. (...) Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω στις υπό στοιχ. ΙVκαι VΙ σκέψεις, το Τμήμα άγεται στην κρίση, ότι το VI Τμήμα ορθώς απεφάνθη ότι εξακολουθούν να υφίστανται οι προεκτεθείσες πλημμέλειες, απορριπτομένων όλων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των αιτούντων. Συγκεκριμένα, η προσφορά της αναδόχου εταιρείας σε ποσό υπερδιπλάσιο της προϋπολογιζόμενης δαπάνης παραβιάζει ουσιώδη όρο της διακήρυξης και δεν εγγυάται την παροχή όλων των απαιτουμένων υπηρεσιών, δεδομένου ότι η κατακύρωση αυτών θα ανέλθει μόνο μέχρι του ποσού των 10.000.000,00 ευρώ, επομένως, όπως ορθώς κρίθηκε από το VI Τμήμα, το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε ένα δραστικά μειωμένο και απροσδιόριστο πλέον πλαίσιο εργασιών, το οποίο μάλιστα δεν έχει καμία αντιστοιχία ούτε με τις εκτιμηθείσες και προκηρυχθείσες ανάγκες του έργου, αλλά ούτε και με τις πραγματικές, καθόσον έπεται η προβλεπόμενη επιθεώρηση για τη διαπίστωσή τους. Κατά συνέπεια και πέραν της μη νομιμότητας του οικείου διαγωνισμού, με την ως άνω κατακύρωση παραβιάστηκαν και οι αρχές της ανάπτυξης υγιούς ανταγωνισμού και της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων, εφ’ όσον απετράπησαν ενδεχομένως υποψήφιοι από την υποβολή αντίστοιχων ή και καλύτερων προσφορών από αυτή της αναδόχου, γνωρίζοντας ότι το ύψος αυτών δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό της προϋπολογιζόμενης δαπάνης. (…)Η δε επίκληση της 168/2006 απόφασης του VI Τμήματος για τον τότε αντίστοιχο διαγωνισμό και των στοιχείων αυτού, ανεξαρτήτως της επάρκειάς τους, γίνεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Τμήματος, γεγονός που δεν μπορεί να θεραπεύσει την κατά τα ανωτέρω διαπιστωθείσα πλημμέλεια. Τέλος, απορριπτομένων των δύο πρώτων λόγων αναθεώρησης, παρέλκει η εξέταση των πλημμελειών του υποβληθέντος προς έλεγχο σχεδίου συμβάσεως, αναφορικά με την εγγύηση καλής λειτουργίας και την πρόβλεψη δυνατότητας ανάθεσης εξωσυμβατικών εργασιών στον ανάδοχο.(…). Κατά συνέπεια και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση το κόστος των υπηρεσιών δεν θα υπερβεί την προϋπολογιζόμενη δαπάνη των 10.000.000,00 ευρώ, μπορεί να δικαιολογηθεί η εν λόγω κατακύρωση, λαμβανομένου μάλιστα υπ’ όψιν ότι, αφ’ ενός μεν το ως άνω κόστος δεν πρόκειται τελικώς να ανέλθει στο πράγματι μεγάλο ύψος της προσφοράς του αναδόχου, αφού σ’ αυτήν περιλαμβάνονται αθροιστικά όλες οι προτεινόμενες μέθοδοι, όπου, όμως, η επιλογή της μιας αναιρεί τη χρησιμοποίηση των υπολοίπων, αφ’ ετέρου δε το 2006 διενεργήθηκε αντίστοιχος διαγωνισμός με την ίδια διαδικασία και τη διαπίστωση της ίδιας πλημμέλειας από το αρμόδιο Κλιμάκιο, η οποία, όμως, τελικώς κρίθηκε νόμιμη από το VI Τμήμα με την 168/2006 απόφασή του. Περαιτέρω, η επίκληση της ως άνω απόφασης του VI Τμήματος, έστω και αν πράγματι όφειλε να αποτελέσει την αιτιολογία στο σώμα της κατακυρωτικής απόφασης, προκειμένου αυτή να μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη, εντούτοις αποτελεί σε κάθε περίπτωση δεδομένο παρελθόντος αντίστοιχου διαγωνισμού, το οποίο, σε συνδυασμό με τα προσκομιζόμενα παραστατικά των σχετικών χρηματικών ενταλμάτων εκείνου του διαγωνισμού, μπορεί να δικαιολογήσει την επικαλούμενη από το Γ.Ε.Ν. πεποίθηση ότι τα όργανα αυτού εφάρμοσαν ορθά τη διάταξη του άρθρου 21 περ. η΄ του π.δ. 118/2007 κατά την έκδοση της εν λόγω κατακυρωτικής απόφασης της μόνης αποδεκτής προσφοράς της εταιρείας «......», ώστε να μπορεί αυτή να κριθεί νόμιμη. Η γνώμη, όμως, αυτή δεν εκράτησε.
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/398/2021
Δημοσιονομική διόρθωση.ζητείται η ακύρωση: α) της 40790/14.4.2015 απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης με ανάκτηση του Υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, β) της 40786/14.4.2015 απορριπτικής απόφασης του ίδιου ως άνω Υπουργού επί των αντιρρήσεων της εκκαλούσας και γ) κάθε άλλης συναφούς με αυτές πράξεις της Διοίκησης. Με βάση αυτά, δεν δύναται να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η ασθένεια που έπληξε τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής κατέστησε αδύνατη την ολοκλήρωση της επένδυσης εκ μέρους της εκκαλούσας, καθόσον αυτή δεν λειτουργούσε ως ατομική επιχείρηση, ήτοι απολύτως εξαρτώμενη από ένα και μόνο φυσικό πρόσωπο, αλλά με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, διοικούμενης από συλλογικό όργανο. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί απροσδόκητης άρνησης της Τράπεζας .... να την δανειοδοτήσει, με αποτέλεσμα να υποστεί η ίδια μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση από εκείνη, την οποία είχε εκτιμήσει κατά το χρόνο υποβολής της πρότασης ένταξης του επενδυτικού της σχεδίου στο πρόγραμμα ενίσχυσης, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος, διότι η αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων από μία επιχείρηση δεν εμπίπτει στην έννοια της ανωτέρας βίας, στην οποία ανήκουν περιστάσεις ξένες προς τη βούληση και εκτός της σφαίρας επιρροής της, ασυνήθεις και απρόβλεπτες, οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν, όση επιμέλεια και αν είχε καταβληθεί, αλλά στην έννοια του συνήθους επιχειρηματικού κινδύνου, που συνήθως αναλαμβάνουν οι οικονομικοί φορείς (πρβλ. ΕΣ I Tμ. 264/2018, 444/2016, 2445/2011). Τέλος, απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί συνδρομής στο πρόσωπό της λόγου ανωτέρας βίας, ο οποίος συνίσταται στην απόρριψη του αιτήματος χορήγησης παράτασης προθεσμίας για την ολοκλήρωση του επενδυτικού της σχεδίου. Τούτο δε διότι, αφενός μεν κατά το χρόνο που υπέβαλε το ως άνω αίτημα, είχε ήδη παρέλθει η συμβατική αλλά και η νόμιμη προθεσμία, εντός της οποίας θα μπορούσε να έχει υποβάλει αίτημα τροποποίησης της σύμβασης ως προς την προθεσμία ολοκλήρωσης του προγράμματος και αφετέρου διότι ουδέν απρόβλεπτο και αιφνίδιο γεγονός ενυπάρχει στην απόρριψη του εν λόγω αιτήματος της, καθόσον αυτή ήταν απόρροια απλής εφαρμογής των διατάξεων.5. Τέλος, και ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης περί μη τήρησης κατά τη διαδικασία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον τηρήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η προβλεπόμενη στο άρθρο 11 της 14053/ΕΥΣ1749/27.3.2008 (Β΄ 540) υπουργικής απόφασης διαδικασία. Ειδικότερα, η εκκαλούσα κλήθηκε με την 1977/26.8.2014 επιστολή απαίτησης χρημάτων του Ε.Φ.Δ., η οποία προηγήθηκε της εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, να υποβάλει γραπτώς αντιρρήσεις εντός δεκαπενθήμερης προθεσμίας, στην υποβολή των οποίων άλλωστε προέβη κατ’ ενάσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου ως άνω δικαιώματος. Και τούτο, παρά το αντικειμενικό και αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η επικείμενη σε βάρος της έκδοση δυσμενούς διοικητικής πράξης ερείδετο επί αμιγώς αντικειμενικών προϋποθέσεων, δηλαδή τη διαπίστωση της μη ολοκλήρωσης της επίμαχης επένδυσης εντός των νομίμων προθεσμιών, η οποία προέκυψε από τον διενεργηθέντα διοικητικό έλεγχο.Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη προβαλλομένου άλλου λόγου, το Τμήμα κρίνει ότι η έφεση αυτή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, το δε καταβληθέν παράβολο να καταπέσει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 73 παρ. 4 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο).