×
register
Συνδρομητική Υπηρεσία. Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο mydocman.gr πρέπει να συνδεθείτε: Είσοδος

υπόθεση C-47/2007

Τύπος: Δικαστικές Αποφάσεις

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ:

«Αίτηση αναιρέσεως – Άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ – Αγωγή εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού της Κοινότητας – Προγράμματα κοινοτικής συνδρομής – Παρατυπίες του αντισυμβαλλομένου της Επιτροπής – Υπηρεσίες παρασχεθείσες από υπεργολάβο – Μη πληρωμή – Κίνδυνοι συμφυείς των οικονομικών δραστηριοτήτων – Αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Υποχρέωση επιμέλειας της κοινοτικής διοίκησης»


Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)

Σχετικά Έγγραφα

ΝΣΚ/327/2002

Εθνικό Κτηματολόγιο. Συμβάσεις – αναθέσεις μελετών και υπηρεσιών. Δυνατότητα πληρωμής τους.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή 
Όλες οι πρόσθετες συμβάσεις – αναθέσεις μελετών και υπηρεσιών που καταρτίσθηκαν στα πλαίσια του εθνικού κτηματολογίου από τον ΟΚΧΕ και την ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ με διάφορους αναδόχους, έστω και κατά παράβαση – ενδεχομένως – της κοινοτικής νομοθεσίας, η οποία διέπει τη διαδικασία που προηγήθηκε της σύναψης αυτών, παράγουν, κατ αρχήν, έννομες συνέπειες και είναι εκτελεστές από τα μέρη κατά το περιεχόμενο και τους όρους τους. Ακόμα και στην περίπτωση μελλοντικής ακύρωσής τους, η αμοιβή στους αναδόχους για το μέρος της σύμβασης που έχουν εκτελέσει οφείλεται, κατ αρχήν κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (ομόφωνα).


ΕΣ/ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ/548/2025

Η απόφαση αφορά την έφεση υπαλλήλου κατά πράξης καταλογισμού ποσού 38.028,58 ευρώ, το οποίο φέρεται να εισέπραξε αχρεωστήτως ως αποδοχές από 19.1.2016 έως 30.11.2018. Η υπάλληλος είχε εκπέσει αυτοδικαίως από την υπηρεσία λόγω αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για παράβαση καθήκοντος και ψευδή βεβαίωση, καθώς και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο απέρριψε τις ενστάσεις της υπαλλήλου περί παράβασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, χρηστής διοίκησης, δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ωστόσο, κρίθηκε ότι ο καταλογισμός πρέπει να μειωθεί κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας (άρθρα 150 και 164 του ν. 4700/2020), λόγω της καθυστέρησης έκδοσης της πράξης (σχεδόν τρία έτη) και της πραγματικής παροχής υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, το ποσό του καταλογισμού περιορίστηκε από 38.028,58 ευρώ σε 15.000 ευρώ.


ΕΣ/ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/232/2019

ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΙ (...) ο αναιρεσείων καταλογίσθηκε με το ποσό των 35.019,93 ευρώ, που φέρεται να έλαβε αχρεωστήτως, στο πλαίσιο εφαρμογής του διαρθρωτικού Κανονισμού (ΕΚ) 2792/1999, ως πρώτη δόση χρηματοδότησης, για την ίδρυση μονάδας οστρακοκαλλιέργειας.(...)Η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που αποτελεί, όπως και η αρχή της ασφάλειας δικαίου, στοιχείο της κοινοτικής, ήδη ενωσιακής, έννομης τάξης, διέπει τη διαδικασία ανάκτησης μη ορθώς διατεθέντων κεφαλαίων κατά την εκτέλεση συγχρηματοδοτούμενων από ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους δράσεων, επενεργούν δε οι δύο αυτές αρχές ώστε να προστατεύεται η εύλογη, ενόψει των συνθηκών, πεποίθηση του λήπτη της ενωσιακής συνδρομής, ως συνετού ανθρώπου του οικείου κλάδου δραστηριότητας, ότι η δημιουργηθείσα από δημόσια εξουσία νομική κατάσταση, ως απόρροια πράξης του αρμοδίου οργάνου, θα συνεχιστεί. Για τη συνδρομή ειδικότερα της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απαιτείται να έχουν δοθεί από τη διοίκηση στον δικαιούχο της ενίσχυσης συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις, τέτοιες που να μπορούν να δημιουργήσουν σ’ αυτόν την θεμιτή προσδοκία ότι η δημιουργηθείσα νομική κατάσταση θα συνεχιστεί. Αποκλείεται η επίκληση της ως άνω αρχής από τον υπέρ ου η ενωσιακή συνδρομή, όταν είναι υπαίτιος παράβασης των δεσμευτικών όρων υπό τους οποίους αυτή χορηγήθηκε και οι οποίοι προϋπήρχαν της πράξης, που προκάλεσε τη διαφορετική αντίληψη και την εμπιστοσύνη. Εξάλλου, η ετέρα ως άνω αρχή, της ασφάλειας δικαίου, επιτάσσει τη σαφήνεια και ακρίβεια της κανονιστικής ρύθμισης υπό τους όρους της οποίας χορηγείται η ενωσιακή συνδρομή στον δικαιούχο, ώστε ο τελευταίος να έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καθώς και τις επιβαλλόμενες σ’ αυτόν κυρώσεις σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεών του. Εφόσον υφίσταται τέτοια σαφής και ακριβής ρύθμιση για την οποία έχει καταστεί ενήμερος δεν νοείται επίκληση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προκειμένου να αποκλειστεί η αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθείσας ενωσιακής συνδρομής. Τέλος, μόνον αν ο δικαιούχος είναι καλόπιστος ως προς τη νομιμότητα χρησιμοποίησης της ενωσιακής χρηματοδότησης δύναται να αντικρούσει την αξίωση επιστροφής αυτής με επίκληση της εν λόγω αρχής. Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.



ΕΣ/ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/3384/2015

ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΙ (...) Η δημοσιονομική διόρθωση επιβλήθηκε λόγω μη τήρησης των δεσμεύσεων που ανέλαβε η αιτούσα με την ένταξη του επιχειρηματικού σχεδίου της στην Πράξη «Ενίσχυση Γυναικείας Επιχειρηματικότητας» του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα» του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (2000 – 2006) (...)Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος ενόψει του ότι, κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 13 του Κανονισμού Υλοποίησης του εν λόγω προγράμματος, τροποποίηση πράξης ένταξης είναι δυνατή μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα συντελεί στην επίτευξη ή βελτίωση των δεσμευτικών στόχων της και σε καμία περίπτωση στη ματαίωσή τους. Όμοια αβάσιμος είναι και ο λόγος περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου κατά το μέρος που έγινε δεκτό ότι τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα περιστατικά περί ιδιαίτερα δυσμενών επιχειρηματικών συνθηκών στον τουριστικό κλάδο και οικονομικής δυσπραγίας της επιχείρησής της δεν συνιστούν ανωτέρα βία, καθόσον τα περιστατικά αυτά δεν είναι εξαιρετικής φύσης ή απρόβλεπτα και εμπίπτουν στη σφαίρα του συνήθους επιχειρηματικού κινδύνου της αγοράς στην οποία αυτή δραστηριοποιείται.(...)Άλλωστε ανεξαρτήτως του ότι λόγοι αναγόμενοι στην προαίρεση του τελικού δικαιούχου κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής αλυσιτελώς προβάλλονται σε περίπτωση δημοσιονομικής διόρθωσης που ερείδεται σε αντικειμενικά μόνο δεδομένα, σε κάθε περίπτωση ο λήπτης τέτοιας συνδρομής δεν δύναται να επικαλεστεί την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όταν είναι υπαίτιος παραλείψεων και δεν έχει εκπληρώσει τους δεσμευτικούς όρους από τους οποίους εξαρτάται η χορήγησή της και οι οποίοι προϋπήρχαν της πράξης που προκάλεσε τη διαφορετική αντίληψη και την εμπιστοσύνη, όπως στην προκειμένη περίπτωση που η αιτούσα παρότι μέχρι την 22.7.2004, ημερομηνία τροποποίησης της πράξης ένταξης, είχε εισπράξει το 50% της επιχορήγησης και όφειλε να έχει εκπληρώσει το 50% του έργου δεν είχε προβεί σε καμία απολύτως πρόσληψη, αν και δεν είχε μέχρι το χρονικό αυτό σημείο κανενός είδους προσδοκία ότι θα απαλλαγεί της υποχρέωσης. Δια ταύτα Απορρίπτει την αίτηση.


ΕΣ/ΤΜ.1/1212/2014

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΟΡΘΩΣΗ: Ζητείται παραδεκτώς η  ακύρωση της 12573/27.9.2007 πράξης του Ειδικού Γραμματέα Προγραμματισμού και Εφαρμογών Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (Κ.Π.Σ.) (....) Ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί συνδρομής καλής πίστης στο πρόσωπο της εκκαλούσας είναι εξεταστέος μόνο υπό τις προϋποθέσεις της κοινοτικής αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης.  Τούτο δε διότι, στο πλαίσιο της συγχρηματοδότησης  από κοινοτικούς πόρους του ως άνω Μέτρου 3.1., ο επιβληθείς καταλογισμός διενεργήθηκε συνεπεία θεσπισθείσας διαδικασίας υποχρεωτικής ανάκτησης παρανόμως διατεθέντων κονδυλίων, κατ’ επιταγή του κοινοτικού δικαίου, του οποίου πρέπει να διασφαλίζεται η εφαρμογή και αποτελεσματικότητα (πρβλ ΔΕΚ απ. της 13.3.2008 στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-383/06 έως C-385/06). Περαιτέρω, δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής  της  αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης  του ελεγχομένου,  στο πλαίσιο της οποίας ερευνάται και η καλή του πίστη, διότι δεν προκύπτει η ύπαρξη συγκεκριμένων και ανεπιφύλακτων διαβεβαιώσεων, αρμοδίως απευθυνθεισών προς  την εκκαλούσα, που να της δημιούργησαν οποιαδήποτε θεμιτή προσδοκία αντίθετη στο επιβληθέντα καταλογισμό, αλλά, αντίθετα, αυτή γνώριζε ότι  η χρηματοδότηση που έλαβε μπορούσε να ανακτηθεί, καθώς τελούσε σε συνάρτηση με την εκπλήρωση των ρητώς αναληφθεισών συμβατικών της δεσμεύσεων, προς τις οποίες δεν συμμορφώθηκε (πρβλ. απ. ΔΕΚ της 19.9.2002  στην υπόθεση C-336/00, απ. Γενικού Δικαστηρίου της 19.9.2012 στην υπόθεση Τ-265/08). Εξάλλου, ο ισχυρισμός περί οικονομικής αδυναμίας, πέραν του αναπόδεικτου χαρακτήρα του, λόγω της μη προσκόμισης επίκαιρων και πλήρων σχετικών στοιχείων (όπως πρόσφατων εκκαθαριστικών σημειωμάτων φόρου εισοδήματος), είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν συνιστά, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις,  νόμιμο λόγο για την άρση ή τον περιορισμό της ευθύνης της εκκαλούσας προς επιστροφή των αχρεωστήτως  καταβληθεισών δαπανών (βλ. απ. Ε.Σ. 909/2012). Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης, το Τμήμα κρίνει ότι νομίμως καταλογίστηκε η εκκαλούσα με το ανωτέρω ποσό, καθόσον αυτή αθέτησε, χωρίς να αποδεικνύεται η συνδρομή λόγου ανωτέρας βίας, τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με την ένταξή της στο ανωτέρω καθεστώς ενισχύσεων. Ειδικότερα, δεν υπέβαλε εμπρόθεσμα, δηλαδή μέχρι τις 24.9.2006 (μετά τη διετή παράταση της αρχικής προθεσμίας που έληγε στις 24.9.2004), φάκελο δικαιολογητικών για τη χορήγηση της δεύτερης δόσης της ενίσχυσης, στο πλαίσιο της πριμοδότησης της πρώτης εγκατάστασης αυτής ως νέας γεωργού, προς το σκοπό  της πιστοποίησης της τήρησης των συμβατικών της υποχρεώσεων, κατά τον κρίσιμο χρόνο ανάπτυξης της γεωργικής της εκμετάλλευσης, κατά παράβαση των διατάξεων της Κ.Υ.Α. 448/2001 και των συμβατικών υποχρεώσεων που ανέλαβε με την αποδοχή της απόφασης ένταξής της στο Μέτρο 3.1.Απορρίπτει την έφεση.


ΕΣ/ΤΜ.1/3156/2014

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΟΡΘΩΣΗ:Με την  έφεση αυτή ζητείται παραδεκτώς η ακύρωση της 12154/9.12.2010 πράξης του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με την οποία καταλογίστηκε εις βάρος της εκκαλούσας το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην πρώτη δόση της χρηματοδότησης που αυτή έλαβε, ως νέα γεωργός, στο πλαίσιο του Μέτρου 3.1 «Εφάπαξ πριμοδότηση πρώτης εγκατάστασης νέων γεωργών» του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Αγροτική Ανάπτυξη – Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου 2000-2006».(....)Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο επίδικος καταλογισμός παρίσταται νόμιμος, αφού η εκκαλούσα, χωρίς να προκύπτει η συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας, δεν απέκτησε, εντός της ανωτέρω πενταετούς προθεσμίας για την επίτευξη των δεσμευτικών στόχων του σχεδίου δράσης της, επαρκή επαγγελματική ικανότητα, η παράλειψή της δε αυτή συνιστά, κατά νόμο, αθέτηση των όρων ένταξής της στο καθεστώς πριμοδότησης, η οποία επισύρει την ανάκτηση του ποσού της χρηματοδότησης που της είχε μέχρι τότε καταβληθεί. Τέλος, η εκκαλούσα προβάλλει, κατ’ εκτίμηση του υπομνήματος της, ότι εισέπραξε καλόπιστα το καταλογισθέν ποσό και βρίσκεται σε οικονομική αδυναμία να το επιστρέψει. Ο προβαλλόμενος, όμως, ισχυρισμός περί συνδρομής καλής πίστης στο πρόσωπό της, πέραν του ότι απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον με το υπόμνημα, είναι εξεταστέος μόνο υπό τις προϋποθέσεις της κοινοτικής αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, καθόσον, στο πλαίσιο της συγχρηματοδότησης από κοινοτικούς πόρους του  άνω Μέτρου 3.1., ο επιβληθείς καταλογισμός διενεργήθηκε συνεπεία θεσπισθείσας διαδικασίας υποχρεωτικής ανάκτησης παρανόμως διατεθέντων κονδυλίων,  κατ’ επιταγή του κοινοτικού δικαίου, του οποίου πρέπει να διασφαλίζεται η εφαρμογή και αποτελεσματικότητα (βλ. Ε.Σ. Ι Τμ. 1748/2014, πρβλ. ΔΕΚ αποφ. της 13.3.2008 στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-383/06 έως C-385/06, σκ. 48, 49, 53). Περαιτέρω, δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της  αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, στο πλαίσιο της οποίας ερευνάται και η καλή πίστη της εκκαλούσας, διότι δεν προκύπτει η ύπαρξη συγκεκριμένων και ανεπιφύλακτων διαβεβαιώσεων, αρμοδίως απευθυνθεισών προς αυτή (την εκκαλούσα), που να της δημιούργησαν οποιαδήποτε θεμιτή προσδοκία αντίθετη στο επιβληθέντα καταλογισμό, αλλά, αντίθετα, γνώριζε ότι η χρηματοδότηση που έλαβε μπορούσε να ανακτηθεί, καθώς τελούσε σε συνάρτηση με την εκπλήρωση των ρητά αναληφθεισών συμβατικών της δεσμεύσεων, προς τις οποίες δεν συμμορφώθηκε (βλ. Ε.Σ. Ι Τμ. 1748/2014, πρβλ. αποφ. του Δικαστηρίου της 24.3.2011, C-369/09 P, σκ. 122 επ., της 16.12.2010, C-537/08P, σκ. 63, της 19.9.2002 στην υπόθεση C-336/00, σκ. 59). Ομοίως και ο σχετικός ισχυρισμός περί οικονομικής αδυναμίας, ο οποίος απαραδέκτως, επίσης, προβάλλεται το πρώτον με το υπόμνημα, είναι απορριπτέος, διότι η οικονομική αδυναμία δεν συνιστά, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις, νόμιμο λόγο για την άρση ή τον περιορισμό της ευθύνης της εκκαλούσας προς επιστροφή του άνω αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού (Ε.Σ. Ι Τμ. 2322, 1748/2014, 909/2012). Συγκεκριμένα, στο σύστημα των αγροτικών ενισχύσεων που καταβάλλονται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, δεν νοείται η απαλλαγή του τελικού αποδέκτη κοινοτικής ενίσχυσης αποκλειστικά και μόνο για λόγους προσωπικής επιείκειας αναγόμενους στην οικονομική αδυναμία επιστροφής του καταλογισθέντος ποσού (πρβλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Μαΐου 1993, C-290/91, Peter, σκέψεις 14-15), καθόσον σε διαφορετική περίπτωση θα αναιρείτο η ενιαία εφαρμογή και η πρακτική αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου (βλ. Ε.Σ. Ι Τμ. 2672, 2322, 1212/2014, πρβλ. προαναφερόμενη απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Μαΐου 1993, C-290/91, Peter, σκέψη 8, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, C-205/82 ως 215/82, Deutsche Milchkontor, σκέψεις 17 και 19).Απορρίπτει την έφεση. 


ΕΣ/ΤΜ.1/2322/2014

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΟΡΘΩΣΗ:Με την υπό κρίση έφεση  ζητείται παραδεκτώς η ακύρωση της 9238/8.7.2009 πράξης του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με την οποία καταλογίσθηκε σε βάρος του εκκαλούντος το ποσό των 9.100 ευρώ, που φέρεται ότι του καταβλήθηκε αχρεωστήτως ως οικονομική ενίσχυση στο πλαίσιο του Μέτρου 3.1. «Εφάπαξ πριμοδότηση πρώτης εγκατάστασης» του Άξονα 3 «Βελτίωση της ηλικιακής σύνθεσης του αγροτικού πληθυσμού» του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Αγροτική Ανάπτυξη – Ανασυγκρότηση Υπαίθρου 2000-2006», που χρηματοδοτείται κατά 69,3% από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων – Τμήμα Προσανατολισμού (Ε.Γ.Τ.Π.Ε.-Π) και κατά 30,7% από εθνικούς πόρους. (....)Εξάλλου, δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που περιλαμβάνεται στην κοινοτική έννομη τάξη, στο πλαίσιο της οποίας ερευνάται η καλή πίστη του δικαιούχου, καθόσον ο εκκαλών με τη μη υποβολή αίτησης για χορήγηση δεύτερης δόσης, σύμφωνα με την ΚΥΑ 448/2001, κατέστη υπαίτιος πρόδηλης παραβίασης των όρων της οικονομικής ενίσχυσης, όπως αυτοί αποτυπώθηκαν στην 233707/3923/178/22.4.2003 απόφαση ένταξης και στην 245869/3.6.2003 πράξη αποδοχής (βλ. mutatis mutandis απόφαση του Πρωτοδικείου της 7ης Νοεμβρίου 2002, στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις T-141/99, T-142/99, T-150/99 και T-151/99, Vela Srl, Tecnagrind SL, σκέψη 388 επ.). Τέλος, αυτοτελώς η οικονομική αδυναμία του εκκαλούντος προς καταβολή του ποσού της δημοσιονομικής διόρθωσης, πέραν του ότι δεν αποδεικνύεται εν προκειμένω, δεν συνιστά λόγο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει αυτοτελώς την απαλλαγή του, για λόγους προσωπικής επιείκειας, από την υποχρέωση επιστροφής της επίμαχης οικονομικής ενίσχυσης. Συγκεκριμένα, στο σύστημα των αγροτικών ενισχύσεων που καταβάλλονται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, δεν νοείται η απαλλαγή του τελικού αποδέκτη κοινοτικής ενίσχυσης αποκλειστικά και μόνο για λόγους προσωπικής επιείκειας αναγόμενους στην οικονομική αδυναμία επιστροφής του καταλογισθέντος ποσού (πρβλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Μαΐου 1993, C-290/91, Peter, σκέψεις 14-15), καθόσον σε διαφορετική περίπτωση θα αναιρείτο η ενιαία εφαρμογή και η πρακτική αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου (πρβλ. προαναφερόμενη απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Μαΐου 1993, C-290/91, Peter, σκέψη 8, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, C-205/82 ως 215/82, Deutsche Milchkontor, σκέψεις 17 και 19). Απορρίπτει την έφεση. 


ΠΕΚ/Τ-160/2003

Περίληψη της αποφάσεως 1. Εξωσυμβατική ευθύνη — Προϋποθέσεις — Παρανομία — Ζημία — Αιτιώδης συνάφεια (Άρθρο 288, εδ. 2, ΕΚ) 2. Δημόσιες συμβάσεις των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Σύναψη συμβάσεως κατόπιν προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών — Εξουσία των θεσμικών οργάνων στο πλαίσιο της διαδικασίας συνάψεως της συμβάσεως — Σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ ενός υποβαλόντος προσφορά και ενός μέλους της επιτροπής αξιολογήσεως των προσφορών — Περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής — Όρια — Παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως — Στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Κοινότητας (Άρθρο 288 ΕΚ) 3.Δημόσιες συμβάσεις των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Διαδικασία προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών — Δαπάνες που καταβάλλει ένας υποβαλών προσφορά — Δικαίωμα αποζημιώσεως — Δεν υφίσταται — Εξαίρεση — Παράβαση του κοινοτικού δικαίου 1.Το κοινοτικό δίκαιο αναγνωρίζει δικαίωμα αποζημιώσεως αν συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις, ότι δηλαδή ο παραβιασθείς κανόνας δικαίου αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, ότι η παράβαση είναι κατάφωρη και ότι υφίσταται άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως που υπέχει το όργανο που εξέδωσε την πράξη και της ζημίας που υπέστησαν τα βλαβέντα πρόσωπα. (βλ. σκέψη 31) 2. Δυνάμει των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως, εναπόκειται στην Επιτροπή, στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, μετά την ανακάλυψη της υπάρξεως συγκρούσεως συμφερόντων μεταξύ ενός μέλους της επιτροπής αξιολογήσεως και ενός εκ των υποβαλόντων προσφορά, να καταρτίσει και να λάβει, με όλη την απαιτούμενη επιμέλεια και βάσει όλων των δυναμένων να ασκήσουν επιρροή στοιχείων, την απόφασή της σχετικά με τη συνέχεια της διαδικασίας συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή οφείλει να μεριμνά, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας υποβολής προσφορών, για την τήρηση της ίσης μεταχειρίσεως και, κατά συνέπεια, τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών για όλους τους υποψηφίους. Συναφώς, η Επιτροπή διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν ως προς τη διεξαγωγή της διαδικασίας. Ωστόσο, όταν η Επιτροπή δεν διεξάγει έρευνα σχετικά με τον ενδεχόμενο συντονισμό μεταξύ ενός εκ των υποβαλόντων προσφορά και ενός μέλους της επιτροπής αξιολογήσεως, υπερβαίνει το ως άνω περιθώριο εκτιμήσεως και παραβιάζει, κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό, τα όρια που επιβάλλονται στην εν λόγω εξουσία εκτιμήσεως. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή διαπράττει παρανομία που είναι ικανή να στοιχειοθετήσει ευθύνη της Κοινότητας. (βλ. σκέψεις 75, 77, 79, 93) 3. Οι επιχειρηματίες οφείλουν να αναλαμβάνουν τους οικονομικούς κινδύνους που είναι συμφυείς με τις δραστηριότητές τους και οι οποίοι, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας μειοδοτικού διαγωνισμού, περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα έξοδα που συνδέονται με την προετοιμασία της προσφοράς. Επομένως, τα σχετικά έξοδα βαρύνουν την επιχείρηση που επέλεξε να συμμετάσχει στη διαδικασία, δεδομένου ότι η δυνατότητα συμμετοχής σε διαγωνισμό για την ανάθεση συμβάσεως δεν συνεπάγεται τη βεβαιότητα ότι η εν λόγω σύμβαση θα κατακυρωθεί στον συμμετέχοντα. Επομένως, κατ’ αρχήν, τα έξοδα και οι δαπάνες που καταβάλλει ένας υποβαλών προσφορά για τη συμμετοχή του σε διαδικασία υποβολής προσφορών δεν αποτελούν ζημία που μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση αποζημιώσεως. Ωστόσο, το άρθρο 24 των γενικών κανόνων περί προσκλήσεων προς υποβολή προσφορών και περί αναθέσεως συμβάσεων που χρηματοδοτούνται από τα κεφάλαια των προγραμμάτων Phare και Tacis δεν μπορεί να έχει εφαρμογή, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος προσβολής των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, σε περιπτώσεις που η παράβαση του κοινοτικού δικαίου κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας υποβολής προσφορών έθιξε τις πιθανότητες ενός υποβαλόντος προσφορά να του κατακυρωθεί η σύμβαση. Οσάκις θίγονται οι πιθανότητες του υποβαλόντος προσφορά, πρέπει να επιδικάζεται αποζημίωση στον τελευταίο για τη ζημία που αφορά τα έξοδα στα οποία αυτός υποβλήθηκε για τη συμμετοχή του στη διαδικασία. (βλ. σκέψεις 98, 102)


ΕΣ/ΚΠΕ.ΤΜ.1/194/2019

Καταβολή αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης...Υπό τα δεδομένα αυτά και σε συνδυασμό με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η αξίωση του ως άνω υπαλλήλου για απόληψη της αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης γεννήθηκε από τη λύση της υπαλληλικής σχέσης της, ήτοι από 16.11.2012. Ο ισχυρισμός δε του Δήμου ότι χρόνος γέννησης της αξίωσης λήψης της επίμαχης αποζημίωσης, κατά τον οποίο καθίσταται δικαστικώς επιδιώξιμη, είναι εκείνος της έκδοσης της οριστικής απόφασης συνταξιοδότησης, είναι απορριπτέος. Τούτο διότι, κατά τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 204 του Κ.Κ.Δ.Κ.Υ. (ν. 3584/2007), η συμπλήρωση των προϋποθέσεων λήψης σύνταξης, ήτοι η θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης ούτε η  λήψη της σύνταξης συνιστά προϋπόθεση για τη γέννηση της αξίωσης ως προς την  καταβολή της τελευταίας (ΕΣ Ι Τμ. πράξη 19/2017, πρβλ. ΑΠ 1359/2015). Διότι με την διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου/Ο.Τ.Α. κατ΄ αυτών, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και εάν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου/Ο.Τ.Α. ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Oρίζεται δε ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως (Α.Ε.Δ. 32/2008). Η διάταξη δε αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α΄ του ιδίου νόμου (ΑΠ 536/2014), με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου/Ο.Τ.Α. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, ως εκ τούτου, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α΄. (ΕΣ Ι Τμ. Πράξη 51/2015, ΑΠ 182/2014). Δοθέντος δε ότι, όπως έγινε δεκτό ανωτέρω, η αξίωση του εν λόγω υπαλλήλου του Δήμου για τη λήψη αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης γεννάται και καθίσταται δικαστικώς επιδιώξιμη από τον χρόνο αποχώρησης της υπαλλήλου από την υπηρεσία, ήτοι από το χρόνο έκδοσης της οικείας διαπιστωτικής πράξης αποχώρησής του, η διετής παραγραφή της αξίωσης για λήψη της επίμαχης αποζημίωσης, αρχόμενη  από τις 16.11.2012, θα συμπληρωνόταν στις 17.11.2014, ήτοι σε χρόνο πριν την υποβολή της 18177/7.9.2018 αίτησης του φερόμενου ως δικαιούχου και, κατ’ επέκταση πριν από την εκκαθάριση του ελεγχόμενου χρηματικού εντάλματος. Εντούτοις, εφόσον τα αρμόδια όργανα του Δήμου θεώρησαν – κατά την έννοια που προσέδωσαν στις κρίσιμες διατάξεις – ότι η έκδοση της οριστικής απόφασης απονομής κύριας σύνταξης στην οικεία υπάλληλο αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση και την εκκαθάριση της σχετικής αξίωσής της, με αποτέλεσμα την καθυστερημένη, μετά την πάροδο της διετίας εκκαθάρισή της, το Κλιμάκιο κρίνει ότι η διετής παραγραφή – εν προκειμένω – δεν συμπληρώθηκε στις 17.11.2014. Τούτο δε διότι, υπό το εκτεθέν ιστορικό και ειδικότερα, ενόψει της δικαιολογημένης εν τοις πράγμασι και επομένως, απολαμβάνουσας συνταγματικής προστασίας εμπιστοσύνης της στην ερμηνεία που έδωσαν στις κρίσιμες διατάξεις τα αρμόδια όργανα του Δήμου, η επίμαχη αξίωση του υπαλλήλου κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη μετά την έκδοση της 3743/24.4.2018 απόφασης του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών .... του Ε.Φ.Κ.Α., για την απονομή σε αυτόν οριστικής σύνταξης (χρονικό σημείο, από το οποίο αρχίζει εν προκειμένω και η διετής παραγραφή αυτής, σχετ. ΕΣ Κλ.Προλ.Ελ. στο Ι Τμ. Πράξεις 244 και 245/2018). Συνεπώς, νομίμως αυτός υπέβαλε την 18177/7.9.2018 αίτησή του για να του καταβληθεί η δικαιούμενη και μη υποκύψασα στη διετή παραγραφή αξίωση αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης, για να ακολουθήσουν η 1998/10.10.2018 απόφαση του Δημάρχου .... για τον καθορισμό του ύψους της και η ενταλματοποίησή της με τον ελεγχόμενο τίτλο.Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η εντελλόμενη δαπάνη είναι κανονική και συνεπώς, το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα πληρωμής θα μπορούσε να θεωρηθεί, αν δεν είχε λήξει το οικονομικό έτος 2018, τις πιστώσεις του οποίου βαρύνει.


ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.1/245/2018

Αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης:Υπό τα δεδομένα αυτά και σε συνδυασμό με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η αξίωση της ως άνω υπαλλήλου για απόληψη της αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης  γεννήθηκε κατά τον χρόνο λύσης της υπαλληλικής σχέσης της. Ο ισχυρισμός δε του Δήμου ότι χρόνος γέννησης της αξίωσης λήψης της επίμαχης αποζημίωσης, κατά τον οποίο καθίσταται δικαστικώς επιδιώξιμη, είναι εκείνος της έκδοσης της οριστικής απόφασης συνταξιοδότησης, είναι απορριπτέος. Συναφώς, απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός του Δήμου ότι έχουν καταργηθεί οι διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 του Κώδικα Δημόσιου Λογιστικού (ν. 2362/1995) και ισχύουν εκείνες των άρθρων 140 και 141 του ν. 4270/2014,  αφού, κατά τα γενόμενα δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η επίμαχη ρύθμιση εξακολουθεί να ισχύει για σχετικές αξιώσεις που έχουν γεννηθεί πριν από την 1.1.2015, (όπως εν προκειμένω), σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση του  άρθρου 183 παρ. 2 περ. γ του ν. 4270/2014  (Α΄ 143). Ωσαύτως, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του Δήμου ότι η παραγραφή της εν λόγω αξίωσης αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, αφού και υπό την εκδοχή ότι αφορά στο τέλος του έτους 2014, πάλι έχει υποπέσει στην διετή παραγραφή, δοθέντος ότι η υποβολή της αίτησης της ενδιαφερομένης έγινε στις 6.3.2018. Τούτο δε ανεξαρτήτως ότι με την διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου/Ο.Τ.Α. κατ΄ αυτών, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και εάν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου/Ο.Τ.Α. ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Oρίζεται δε ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως (Α.Ε.Δ. 32/2008). Η διάταξη δε αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α΄ του ιδίου νόμου (ΑΠ 536/2014), με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου/Ο.Τ.Α., από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, ως εκ τούτου, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α΄ (ΕΣ Ι Τμ. Πράξη 51/2015, ΑΠ 182/2014). Δοθέντος δε ότι, όπως έγινε δεκτό ανωτέρω, η αξίωση για τη λήψη αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης γεννάται και καθίσταται δικαστικώς επιδιώξιμη από τον χρόνο αποχώρησης του ενδιαφερομένου από την υπηρεσία, η διετής παραγραφή της αξίωσης για λήψη της επίμαχης αποζημίωσης, θα συμπληρωνόταν, εν προκειμένω, σε χρόνο πριν την υποβολή της  3589/6.3.2018 αίτησης της φερόμενης ως δικαιούχου και, κατ’ επέκταση πριν από την εκκαθάριση του ελεγχόμενου χρηματικού εντάλματος. Εντούτοις, εφόσον τα αρμόδια όργανα του Δήμου θεώρησαν-κατά την έννοια που προσέδωσαν στις κρίσιμες διατάξεις- ότι  η έκδοση της οριστικής απόφασης απονομής κύριας σύνταξης στην οικεία υπάλληλο αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση και την εκκαθάριση της σχετικής αξίωσής της, με αποτέλεσμα την καθυστερημένη, μετά την πάροδο της διετίας εκκαθάρισή της, το Κλιμάκιο κρίνει ότι η αξίωση αυτή δεν υπέπεσε στη διετή παραγραφή. Τούτο δε διότι, υπό το εκτεθέν ιστορικό και, ειδικότερα, ενόψει της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της εν λόγω υπαλλήλου στην ερμηνεία που έδωσαν στις κρίσιμες διατάξεις τα αρμόδια όργανα του Δήμου, η επίμαχη αξίωσή της κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη μετά την έκδοση τηςτης 372/30.1.2018 απόφασης του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΕΦΚΑ Ηρακλείου, για την απονομή σε αυτήν οριστικής σύνταξης (χρονικό σημείο, από το οποίο αρχίζει εν προκειμένω και η διετής παραγραφή αυτής). Συνεπώς, νομίμως αυτή υπέβαλε την 3589/6.3.2018 αίτηση για να της καταβληθεί η εν λόγω αποζημίωση. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα έγιναν σχετικώς δεκτά στη σκέψη 4 και όπως βασίμως ο Δήμος προβάλλει, η ανωτέρω απόφαση ανάληψης της δημοσιονομικής υποχρέωσης εκδόθηκε νομίμως, μετά την έκδοση της 84/7.3.2018 απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Αγίου ...., περί καθορισμού του ποσού της επίμαχης αποζημίωσης, καθώς η τελευταία αποτελεί το νόμιμο έρεισμά της.