Αριθμός Πρωτοκόλλου: 159051/2026
«Παροχή διευκρινίσεων επί του ζητήματος της άρσης κατασχέσεως εις χείρας τρίτου μετά την επέλευση της απαλλαγής του οφειλέτη/νομίμου εκπροσώπου κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 192 επ. του Ν. 4738/2020 για τη ρύθμιση οφειλών και την παροχή 2ης ευκαιρίας» ΑΔΑ:Ρ9Τ0Η-ΔΣΦ
ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ : 1Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Τύπος: ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ
Ιστορικό Κωδικοποιήσεων
Σχετικά Έγγραφα
ΝΣΚ/445/2002
Κατάσχεση. Κατασχετήριο εις χείρας του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου ως τρίτου. Κοινοποίηση του κατασχετηρίου.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
Επί επιβολής κατασχέσεως από το Ελληνικό Δημόσιο εις χείρας του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, ως τρίτου, δεν απαιτείται για την νομιμότητα και εγκυρότητα της αναγκαστικής κατασχέσεως η κοινοποίηση των κατασχετηρίων εγγράφων της ΔΟΥ προς τον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη.
44510/2021
Διαδικασία διαγραφής απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης κατά περίπτωση, λόγω της απαλλαγής του οφειλέτη σύμφωνα με τα άρθρα 192 και 196 του ν. 4738/2020 «Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας και άλλες διατάξεις» (Α’ 207)
ΝΣΚ/57/2006
Επί κατασχέσεως απαιτήσεως οφειλέτου του Δημοσίου εις χείρας τρίτου απαιτείται η συγκρότηση νέου νομίμου τίτλου κατά του τρίτου, διότι δεν αρκεί ο υφιστάμενος κατά του καθ’ ου η κατάσχεση τίτλος.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
α) Ο Α.Φ., εις χείρας του οποίου επεβλήθη κατάσχεση ως τρίτου, καθίσταται οφειλέτης του Δημοσίου μόνον για το ποσό των 4.500.000 δραχμών οφειλόμενο -δυνάμει της υπ’ αριθμ. 209/1998 διαταγής πληρωμής του Μον. Πρωτ. Κορίνθου- στον καθ’ ου η κατάσχεση Κ.Σ., όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 25/2000 απόφαση του Μον. Πρωτ. Κορίνθου. β) Η παράλειψη υποβολής δηλώσεως εκ μέρους του Α.Φ. κατά της δευτέρας κατασχέσεως δεν επιφέρει τις συνέπειες του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ. γ) Η Δ.Ο.Υ. Ναυπλίου οφείλει να προβεί σε βεβαίωση του ποσού για το οποίο ευθύνεται ο τρίτος Α.Φ., διότι εν προκειμένω δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 25 παρ.6 του Ν 1882/1990, η οποία δεν προσιδιάζει στην διαμορφουμένη τριγωνική σχέση επί κατασχέσεως απαιτήσεως εις χείρας τρίτου. δ) Χρόνος ενάρξεως των προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής είναι η επομένη εργάσιμη ημέρα, από αυτήν κατά την οποία θα καταστούν ληξιπρόθεσμες -κατ’ άρθρο 5 του ΚΕΔΕ- οι απαιτήσεις του Δημοσίου.
ΝΣΚ/218/2015
Άρση κατασχέσεων λόγω υπαγωγής σε ρύθμιση οφειλών. Α) Η κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας οφειλέτη, η οποία διενεργήθηκε μετά την υπαγωγή των χρεών του στη ρύθμιση του ν. 4305/2014, καταλαμβάνεται από την αναστολή του πρώτου εδαφίου της περ.γ’ της παρ.13 του άρθρου 51 του νόμου αυτού και συντρέχει νόμιμος λόγος άρσης της κατάσχεσης αυτής. (ομοφ.) Β) Η επιβολή της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, που συντελέσθηκε μετά την υπαγωγή του οφειλέτη στη ρύθμιση των χρεών του, αντίθετα προς την ισχύουσα αναστολή λήψεως αναγκαστικών μέτρων, δεν είναι νόμιμη, πλην, όμως, εφόσον δεν ακυρώθηκε δικαστικώς, παρήγαγε τις έννομες συνέπειες της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου και για την ταυτότητα του νομικού λόγου, υπάγεται στις ρυθμίσεις των παραγράφων 13 και 16 του άρθρου 51 του ν. 4305/2014. Ως εκ τούτου τα αποδιδόμενα ποσά θα πιστώνονται σύμφωνα με την παρ.16 του άρθρου 51 του εν λόγω νόμου, ενώ η επιβληθείσα κατάσχεση αίρεται υποχρεωτικά σε ικανοποίηση αιτήματος του οφειλέτη που έχει εξοφλήσει το 50% της αρχικής βασικής ρυθμιζόμενης οφειλής, σύμφωνα με την περ.γ’ της παρ.13 του άρθρου 51 του νόμου αυτού. Όμως, η Διοίκηση, στα πλαίσια της αρχής της νομιμότητας της διοικητικής δράσης, μπορεί, μολονότι δεν ακυρώθηκε δικαστικώς η επιβληθείσα μετά τη ρύθμιση κατάσχεση, να άρει αυτήν κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη. (πλειοψ.)
ΝΣΚ/236/2000
Κατάσχεση. Εξόφληση εργολαβικού ανταλλάγματος και επιβολή κατασχέσεως εις χείρας του Δημοσίου, ως τρίτου. Σχετικώς με τις δυνάμει των από 16-11-1998 και 27-8-1999 κατασχετηρίων του ΙΚΑ και του από 15-1-1999 κατασχετηρίου του ….επιβληθείσες εις χείρας του Δημοσίου, ως τρίτου, κατασχέσεις, εάν μεν δεν ετηρήθησαν οι διατυπώσεις του άρθρου 95 του Ν.2362/1995, αυτές είναι αυτοδικαίως άκυρες. Εξάλλου ακόμη και εάν οι ως άνω κατασχέσεις επεβλήθησαν εγκύρως, εφ όσον όπως συνάγεται από το διδόμενο ιστορικό και τα στοιχεία του φακέλλου, το Δημόσιο παρέλειψε να προβεί σε δήλωση και παρήλθε άπρακτη η προθεσμία προς άσκηση ανακοπής, κατ άρθρο 986 Κ.Πολ.Δικ., οι ως άνω κατασχόντες δεν δύνανται πλέον να αμφισβητήσουν την ειλικρίνεια της παραλείψεως αυτής και να επιδιώξουν την προς αυτούς καταβολή των κατασχεθέντων ποσών και γενικώς να επικαλεσθούν τις συνέπειες εκ των γενόμενων κατασχέσεων, οι δε κατασχέσεις έχουν παύσει ως προς το Δημόσιο και έχουν αρθεί ως προς αυτό οι συνέπειές τους. Περαιτέρω σχετικώς με την δυνάμει του από 20-6-1996 κατασχετηρίου της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας Ελλάδος επιβληθείσα εις χείρας του Δημοσίου, ως τρίτου, κατάσχεση, εάν μεν δεν ετηρήθησαν οι υπό του άρθρου 95 του περί Δημοσίου Λογιστικού νόμου οριζόμενες διατυπώσεις είναι επίσης αυτοδικαίως άκυρη, λόγω δε της εκ του λόγου τούτου αυτοδικαίας ακυρότητας της ως άνω κατασχέσεως, το Δημόσιο δεν υπεχρεούτο σε δήλωση και ως εκ τούτου η προς την κατασχούσα Τράπεζα δήλωση τρίτου, που έγινε από τον Δ/ντή της 2ης ΔΕΚΕ του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ/ΓΓΔΕ στις 17-7-1996 ουδεμία συνέπεια έχει για το Δημόσιο. Εξάλλου, και στην περίπτωση κατά την οποία υποβλήθηκε εγκύρως κατάσχεση εις χείρας του Δημοσίου ως τρίτου, από την ως άνω Τράπεζα και το Δημόσιο προέβη σε θετική δήλωση κατά τον υπό του νόμου (άρθρο 985 Κ.Πολ.Δικ.) διαγραφόμενο τρόπο, εφ όσον υφίστανται εκκαθαρισμένες και βεβαιωμένες ανταπαιτήσεις του Δημοσίου κατά του καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη…, όπως προκύπτει από το υπ αριθμ.πρωτ. 4719/29-3-2000 έγγραφο της ΔΟΥ ΙΗ Αθηνών και τον συνημμένο σ αυτή πίνακα χρεών του ως άνω οφειλέτη, οι οποίες εγεννήθησαν προ του χρόνου της γενέσεως της κατασχεθείσας απαιτήσεως, προηγούνται της απαιτήσεως της εν λόγω Τράπεζας και ικανοποιούνται δια συμψηφισμού με την κατασχεθείσα απαίτηση, δυναμένου να προταθεί και μετά την κατάσχεση, εφόσον οι ανταπαιτήσεις αυτές ήταν γεγεννημένες κατά τον χρόνο της προς το Δημόσιο κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου.
ΜΠρΘΕσ/33296/2009
Ο σκοπός της καθιερώσεως της διαταγής πληρωμής και ως τίτλου επιβολής συντηρητικής κατασχέσεως είναι συνακόλουθος με το σκοπό της εισαγωγής της διαδικασίας της διαταγής πληρωμής, η οποία συνιστά μέτρον που προάγει κατ" εξοχήν την ταχύτητα κατά την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. !. Καστριώτη, Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτου, τομ. Δεύτερος (1986) σ. 553, όπου και περαιτέρω παραπομπές στην υποσ. 20). Το γεγονός και μόνο ότι ο νόμος παρέχει ευχέρεια επιβολής αναγκαστικής κατασχέσεως με βάση τη διαταγή πληρωμής, δεν καθιστά περιττή τη δυνατότητα συντηρητικής κατασχέσεως, ενόψει και του ότι σύμφωνα με το άρθρο 632 §2 ΚΠολΔ το δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, μπορεί κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. να χορηγήσει αναστολή, ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή. Επομένως, συντηρητική κατάσχεση , επιβαλλόμενη βάσει διαταγής πληρωμής, είναι νοητή και δυνατή κατά το διάστημα της αναστολής του άρθρου 632 §2 ΚΠολΔ, το οποίο εκτείνεται μέχρι την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας ανακοπής (βλ. I. Καστριώτη ό.π. σ. 559, Κ. Μπέη Δ 10. 350, βλ. όμως και Σ. Ματθία Δ 10. 347 επ). Ο ΚΠολΔ σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει επί της συντηρητής κατασχέσεως, που διατάσσεται από το Δικαστήριο (αρθρ. 722 §2) δεν ορίζει τίποτε σχετικά με τη δυνατότητα και το χρόνο μεταβίβασης της κατασχεθείσας απαίτησης προς τον κατασχόντα συντηρητικώς σια- χέρια τρίτου, βάσει διαταγής πληρωμής, θα πρέπει όμως να γίνει δεκτό ότι η αναγκαστική εκχώρηση λαβαίνει χώρα από την επέλευση της τελεσιδικίας της επί της ασκηθείσας ανακοπής αποφάσεως, οπότε η επιβληθείσα συντηρητική κατάσχεση τρέπεται σε αναγκαστική και παύει η ευχέρεια του δανειστή να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση (βλ. \\ Καστριώτη ο.ττ. σ. 561, 562 πρβλ. και Θ. Λιβαθηνό, ΝοΒ 20. 1131, ΕφΑΘ 10153/1985 ΕλΑΔνη 1985. 1150).
ΝΣΚ/142/2015
Κατασχεθείσες εις χείρας του Υπουργού Εσωτερικών απαιτήσεις, που αφορούν κατατεθειμένα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κεφάλαια, από Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους υπέρ των Δήμων.
Στην περίπτωση των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων, τρίτος, εις χείρας του οποίου εγκύρως οι δανειστές Δήμου δύνανται να επιβάλουν κατάσχεση, κατά το χρόνο πριν από την έκδοση της αποφάσεως κατανομής, είναι αποκλειστικά ο Υπουργός Εσωτερικών. -Η άσκηση ανακοπής και αιτήσεως αναστολής από τον καθ' ου η κατάσχεση Δήμο, κατά του κατασχετηρίου, μετά και την απόρριψη αιτήματος χορηγήσεως προσωρινής διαταγής, δεν κωλύει τον Υπουργό Εσωτερικών να εκδώσει χρηματική εντολή για την καταβολή των κατασχεθέντων χρημάτων στους κατασχόντες, καθ' ο μέρος έχει υποβάλει σχετική θετική δήλωση. -Ο Υπουργός Εσωτερικών, ως τρίτος, ουδόλως έχει δικαίωμα, υπό την ιδιότητα του τρίτου, να αμφισβητήσει το κύρος της κατασχέσεως για λόγους που ανάγονται στην ουσία της απαιτήσεως των κατασχόντων. -Ακόμη και μετά την υποβολή θετικής δηλώσεως, ο Υπουργός Εσωτερικών, ως τρίτος, δύναται να προβάλει αιτιάσεις σχετικά με το κύρος της εις χείρας του κατασχέσεως, λόγω του ακατασχέτου της απαιτήσεως. -Δεν υπόκεινται σε κατάσχεση τα κεφάλαια τα οποία αποδίδονται στους Δήμους, από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους, εφ' όσον προκύπτει ότι αφορούν και αποβλέπουν στην εκτέλεση συγκεκριμένων έργων, την εξυπηρέτηση ειδικών δημοτικών σκοπών και, εντέλει, στην ίδια τη λειτουργία και την παροχή κρίσιμων αυτοδιοικητικών υπηρεσιών, των οποίων η μη εκπλήρωση θα οδηγούσε στην αναίρεση της λειτουργίας και, εντέλει, την ματαίωση της αποστολής των Δήμων. -Η θετική δήλωση του Υπουργού Εσωτερικών αποτελεί εκτελεστό τίτλο κατά του Ελληνικού Δημοσίου, τυχόν δε, μετά την επίδοση του κατασχετηρίου, απόδοση στο Δήμο του κατασχεθέντος ποσού, για το οποίο υποβλήθηκε θετική δήλωση, δεν παράγει έννομες συνέπειες, έναντι των κατασχόντων, ώστε το Δημόσιο εξακολουθεί να ευθύνεται έναντι αυτών για την καταβολή του. Το Υπουργείο Εσωτερικών, όμως, δικαιούται να αναζητήσει, όσα απέδωσε στο Δήμο, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, μεταξύ των οποίων και με ανάκληση της πράξεως και εν συνεχεία βεβαίωση του σχετικού ποσού ή με συμψηφισμό (παρακράτηση) οποιασδήποτε μελλοντικής επιχορηγήσεως του Δήμου. (ομοφ.)
ΝΣΚ/331/2013
Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για χορήγηση δανείου από τράπεζα – Σύμβαση ενεχύρασης – Λόγοι άρσης της παρασχεθείσας εγγύησης.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Η καταρτισθείσα μεταξύ δανειστή (τράπεζας) και οφειλέτη (επιχείρησης) σύμβαση ενεχύρασης προθεσμιακής κατάθεσης, και η σε εφαρμογή αυτής δέσμευση, από την τράπεζα, μετά την εκταμίευση του δανείου σημαντικού ποσού (50% περίπου αυτού) ευρίσκεται, με υπαιτιότητα των συμβαλλομένων μερών, εκτός του νομοθετικού και συμβατικού ρυθμιστικού πλαισίου, με βάση το οποίο το Δημόσιο εγγυήθηκε το 80% του εγκριθέντος για τη χρηματοδότηση της επιχείρησης κεφαλαίου κίνησης και, επομένως, συνιστά λόγο για την ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του ν. 2322/1995. Άλλως, το Δημόσιο ελευθερώνεται από την εγγύηση, διότι η άσκηση του δικαιώματος της τράπεζας επί του συσταθέντος προς εξασφάλισή της ενεχύρου υπερέβη, στην προκειμένη περίπτωση και με βάση τα προεκτεθέντα περιστατικά, τα όρια της καλής πίστης και του σκοπού για τον οποίο χρηματοδοτήθηκε με το δάνειο η επιχείρηση και παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. (ομοφ.) ΣΥΜΠΛΗΡΩΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ 124/2014 Γνωμοδότηση.
ΣτΕ/1256/2024
Σύμβαση παραχώρησης «Συλλογή και διαχείριση στερεών αποβλήτων και κατάλοιπων φορτίου των πλοίων που καταπλέουν στην θαλάσσια περιοχή αρμοδιότητας της .... ΑΕ» (...)Υπό τα δεδομένα αυτά, νομίμως ο αναθέτων φορέας έκρινε ότι η προσφορά της παρεμβαίνουσας έπρεπε να αποκλεισθεί από τον διαγωνισμό, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3.2.7 της διακήρυξης, διότι δεν προσκομίσθηκαν για την αλλοδαπή εταιρεία ..., η οποία θα έπρεπε να συμμετάσχει στην εκτέλεση της υπό ανάθεση σύμβασης υπό την ιδιότητα της δανείζουσας επαγγελματική εμπειρία στην παρεμβαίνουσα, τα πιστοποιητικά EMAS και ISO 16304. Συνεπώς, η περί του αντιθέτου κρίση της ΕΑΔΗΣΥ είναι μη νομίμως αιτιολογημένη και ακυρωτέα, όπως βασίμως προβάλλεται.(...)Εν προκειμένω, όμως, όπως προκύπτει από τη δήλωση του ΕΕΕΣ της αιτούσας, την οποία παρέθεσε η ΕΑΔΗΣΥ αυτούσια στην προσβαλλόμενη απόφασή της, αλλά και από τα αυτοτελή ΕΕΕΣ που υποβλήθηκαν για έκαστο των εν λόγω υπεργολάβων με την προσφορά της αιτούσας, το αντικείμενο της σύμβασης που αυτοί (υπεργολάβοι) θα εκτελέσουν συνάπτεται με τη διαχείριση αποβλήτων και την παροχή υπηρεσιών τεχνικού συμβούλου ασφαλείας, ως προς τα οποία δεν θεσπίζεται στη διακήρυξη καμία ειδική υποχρέωση προσκόμισης πιστοποιητικού ISO. Τέτοια υποχρέωση θεσπίζεται στην προπαρατεθείσα στη δωδέκατη σκέψη παρ. 3.2.7 του άρθρου 3.2. της διακήρυξης μόνο για το ειδικό αντικείμενο της συλλογής και μεταφοράς στερεών αποβλήτων πλοίων, το οποίο, όμως, δεν συνδέεται με το αντικείμενο της σύμβασης που θα εκτελέσουν οι υπεργολάβοι της αιτούσας. Το αντικείμενο αυτό της υπό ανάθεσης σύμβασης παραχώρησης (συλλογή και μεταφορά στερεών αποβλήτων πλοίων) θα εκτελεστεί από την ίδια την αιτούσα, συναφώς δε στο ΕΕΕΣ που αυτή υπέβαλε αναφέρεται ότι η ίδια διαθέτει όλα τα απαιτούμενα από τη διακήρυξη πιστοποιητικά EMAS και ISO.(...)Επειδή, από την επισκόπηση του εγγράφου του ΕΕΕΣ της εταιρείας ... ... E.Π.Ε., το οποίο περιέχεται στα στοιχεία του φακέλου, προκύπτει ότι επί του σώματος αυτού έχει τεθεί α) η ψηφιακή υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εν λόγω εταιρείας ... ... συνοδευόμενη από σειρά αλφαριθμητικών στοιχείων, με αναφορά ημερομηνίας (18.10.2023) και ώρας (09:23:06 EEST) β) η σφραγίδα της εν λόγω εταιρείας και γ) η φυσική (ιδιόχειρη) υπογραφή επί της εν λόγω σφραγίδας του ιδίου νομίμου εκπροσώπου. Υπό τα δεδομένα αυτά, υφίστανται, καταρχήν, επαρκή στοιχεία ταυτοποίησης του φυσικού προσώπου που υπέγραψε υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου το επίμαχο ΕΕΕΣ, το οποίο, επομένως, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «ανυπόγραφο», όπως εσφαλμένα έκρινε η ΕΑΔΗΣΥ. Περαιτέρω, η αιτούσα υποστήριξε με την παρέμβασή της ενώπιον της ΕΑΔΗΣΥ ότι ήταν απορριπτέα η αιτίαση της προδικαστικής προσφυγής της ήδη παρεμβαίνουσας περί του ότι το επίμαχο ΕΕΕΣ της εταιρείας ... ... E.Π.Ε. δεν ήταν νόμιμο διότι έφερε ψηφιακή υπογραφή η οποία δεν εκδόθηκε από εγκεκριμένο πάροχο υπηρεσιών πιστοποίησης. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με στοιχεία που προσκόμισε συναφώς η αιτούσα, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ... ... E.Π.Ε. ... ... διέθετε εγκεκριμένη ψηφιακή υπογραφή από την Αρχή Πιστοποίησης του Ελληνικού Δημοσίου. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί και τα συναφή συνοδευτικά έγγραφα και στοιχεία δεν εξετάσθηκαν από την ΕΑΔΗΣΥ, διότι κρίθηκε ότι ο αναθέτων φορέας δεν μπορούσε κατ΄εφαρμογή της παρ. 7 του άρθρου 40 του ν. 4413/2016 να επιτρέψει την υποβολή νέου ΕΕΕΣ φέροντος έγκυρη ψηφιακή υπογραφή. Όμως, για την αποσαφήνιση περί του εάν η επίμαχη ψηφιακή υπογραφή έχει εκδοθεί ή μη από εγκεκριμένο πάροχο υπηρεσιών πιστοποίησης δεν απαιτείτο η υποβολή νέου ΕΕΕΣ, όπως εσφαλμένα έκρινε η ΕΑΔΗΣΥ, αλλά αρκούσε η παροχή διευκρινίσεων σχετικά με την ήδη τεθείσα ψηφιακή υπογραφή, η οποία επιτρέπεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ. 6 και 7 του ν. 4413/2016. Δια ταύτα Δέχεται την αίτηση. Ακυρώνει την 403/9.2.2024 απόφαση της ΕΑΔΗΣΥ.
ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.7/108/2017
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ:Η Επίτροπος στο Δήμο … αρνήθηκε, με την 49/6.12.2016 πράξη της, τη θεώρηση του 9, οικονομικού έτους 2016, χρηματικού εντάλματος πληρωμής του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου …, ποσού 4.944,60 ευρώ, που εκδόθηκε στο όνομα της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «… Α.Ε..» και αφορά στην καταβολή μέρους της αμοιβής της για την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας της Χερσαίας Ζώνης Λιμένος …(....)Επιπροσθέτως, ανάλυση του ύψους του προϋπολογισμένου ποσού που αφορά τις πάσης φύσεως αποδοχές των εργαζομένων και των ασφαλιστικών εισφορών με βάση το προϋπολογισθέν κόστος των ανατετεθεισών υπηρεσιών δεν είχε περιληφθεί στη συναφθείσα μεταξύ των μερών σύμβαση κατά παράβαση της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου και συνεπώς, κατά την ρητή πρόβλεψη της διάταξης αυτής, η εν λόγω σύμβαση είναι άκυρη και δεν δύναται να αποτελέσει νόμιμο έρεισμα της εντελλόμενης δαπάνης.Τέλος, η εντελλόμενη δαπάνη είναι μη νόμιμη και για τον πρόσθετο λόγο ότι, κατά παράβαση του άρθρου 68 παρ. 2 του ν. 3863/2010, δεν προσκομίζεται ένορκη βεβαίωση του νομίμου εκπροσώπου της αναδόχου εταιρίας ενώπιον συμβολαιογράφου, περί μη επιβολής σε βάρος αυτής, πράξης επιβολής προστίμου για παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας.Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η εντελλόμενη δαπάνη είναι μη νόμιμη και το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα πληρωμής δεν πρέπει να θεωρηθεί.