ΔΕΚ/C-202/1990
Τύπος: ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
Στην υπόθεση C-202/90(....)Όσον αφορά την πρώτη από τις δύο αυτές προϋποθέσεις, το Δικαστήριο διευκρίνισε ήδη στην προαναφερθείσα απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987, σκέψη 21, ότι δραστηριότητα η οποία ασκείται από ιδιώτη δεν απαλλάσσεται από τον ΦΠΑ για μόνο τον λόγο ότι συνίσταται στην εκτέλεση πράξεων που συγκαταλέγονται μεταξύ των προνομιών της δημόσιας αρχής. Από αυτό προκύπτει ότι, εφόσον ένας δήμος αναθέτει τη δραστηριότητα της εισπράξεως φόρων σε ανεξάρτητο τρίτον, δεν έχει εφαρμογή η εξαίρεση που προβλέπεται στην ανωτέρω διάταξη.ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα), κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Tribunal Superior de Justicia de Andalucia, με Διάταξη της 11ης Ιουνίου 1990, αποφαίνεται:1) Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 4, της έκτης οδηγίας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η δραστηριότητα των εισπρακτόρων φόρων πρέπει να θεωρηθεί ότι ασκείται κατά τρόπο ανεξάρτητο. 2) Το άρθρο 4, παράγραφος 5, της έκτης οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αυτό δεν έχει εφαρμογή οσάκις δραστηριότητα δημόσιας αρχής δεν ασκείται άμεσα, αλλά ανατίθεται σε ανεξάρτητο τρίτον.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΔΕΚ/C-408/1997
Στην υπόθεση C-408/97, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη αρχικώς από την Η. Michard και τον B. J. Drijber, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, ακολούθως από την Η. Michard και τον H. van Vliet, μέλη της ίδιας υπηρεσίας, με αντίκλητο στοΛουξεμβούργο τον C. Gómez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg(....)Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι στις Κάτω Χώρες η δραστηριότητα που έγκειται στη διάθεση οδικής υποδομής στους χρήστες έναντι καταβολής διοδίων ασκείται, όπως προκύπτει ιδίως από τα έγγραφα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως της 5ης Ιουλίου 1988 και της 27ης Φεβρουαρίου 1997, από οργανισμούς δημοσίου δικαίου. ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ αποφασίζει: 1)Απορρίπτει την προσφυγή. 2)Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
ΔΕΚ/C‑288/2007
Δραστηριότητες φορέα δημοσίου δικαίου: Στην υπόθεση C‑288/07, με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το High Court of Justice (England & Wales) (Chancery Division) (Ηνωμένο Βασίλειο) με απόφαση της 6ης Μαρτίου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Ιουνίου 2007, στο πλαίσιο της δίκης(....)Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται: 1) Το άρθρο 4, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση, έχει την έννοια ότι οι σημαντικές στρεβλώσεις των όρων του ανταγωνισμού στους οποίους θα οδηγούσε η μη υπαγωγή των οργανισμών δημοσίου δικαίου που ενεργούν ως δημοσία εξουσία πρέπει να εκτιμώνται σε σχέση με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα και όχι σε σχέση με συγκεκριμένη τοπική αγορά. 2) Ο όρος «θα οδηγούσε σε», κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της έκτης οδηγίας 77/388, έχει την έννοια ότι λαμβάνει υπόψη όχι μόνον τον πραγματικό αλλά και τον ενδεχόμενο ανταγωνισμό, εφόσον η δυνατότητα του ιδιώτη επιχειρηματία να εισέλθει στη σχετική αγορά είναι πραγματική, και όχι καθαρά υποθετική. 3) Ο όρος «σημαντικές», κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της έκτης οδηγίας 77/388, έχει την έννοια ότι οι στρεβλώσεις των όρων του ανταγωνισμού, πραγματικές ή δυνητικές, δεν πρέπει να είναι απλώς αμελητέες.
ΔΕΚ/C‑155,C‑156/2019
«Προδικαστική παραπομπή – Δημόσιες συμβάσεις – Διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων – Οδηγία 2014/24/ΕΕ – Άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 4 – Αναθέτουσα αρχή – Οργανισμοί δημοσίου δικαίου – Έννοια – Εθνική αθλητική ομοσπονδία – Κάλυψη αναγκών γενικού συμφέροντος – Εποπτεία της διαχείρισης της ομοσπονδίας από οργανισμό δημοσίου δικαίου». Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑155/19 και C‑156/19(....)Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται: 1)Το άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι φορέας επιφορτισμένος με αποστολές δημόσιου χαρακτήρα που ορίζονται εξαντλητικώς από το εθνικό δίκαιο μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει συσταθεί για τον συγκεκριμένο σκοπό της κάλυψης αναγκών γενικού συμφέροντος που δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μολονότι έχει συσταθεί υπό μορφή όχι δημόσιου οργανισμού αλλά σωματείου ιδιωτικού δικαίου και ορισμένες από τις δραστηριότητές του, ως προς τις οποίες έχει ικανότητα αυτοχρηματοδότησης, δεν έχουν δημόσιο χαρακτήρα. 2)Η δεύτερη από τις εναλλακτικές περιπτώσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, σημείο 4, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2014/24 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, εφόσον μια εθνική αθλητική ομοσπονδία έχει, βάσει του εθνικού δικαίου, διαχειριστική αυτονομία, η διαχείριση της ομοσπονδίας αυτής μπορεί να θεωρηθεί ότι υπόκειται στον έλεγχο δημόσιας αρχής μόνον αν από τη σφαιρική ανάλυση των εξουσιών που διαθέτει η δημόσια αρχή έναντι της ομοσπονδίας προκύπτει η ύπαρξη ενεργητικού διαχειριστικού ελέγχου περιστέλλοντος στην πράξη την αυτονομία αυτή σε βαθμό που να παρέχεται στην εν λόγω αρχή δυνατότητα επηρεασμού των αποφάσεων της ομοσπονδίας σε θέματα δημοσίων συμβάσεων. Το γεγονός ότι οι διάφορες εθνικές αθλητικές ομοσπονδίες ασκούν επιρροή στη δραστηριότητα της δημόσιας αρχής λόγω της πλειοψηφικής συμμετοχής τους στα κύρια συλλογικά όργανα λήψεως αποφάσεων της αρχής αυτής έχει σημασία μόνον εφόσον μπορεί να αποδειχθεί ότι καθεμία από τις ομοσπονδίες αυτές, θεωρούμενη μεμονωμένα, είναι σε θέση να ασκήσει σημαντική επιρροή στον δημόσιο έλεγχο που ασκεί στην ίδια η εν λόγω αρχή με αποτέλεσμα ο ως άνω έλεγχος να εξουδετερώνεται και η εν λόγω εθνική αθλητική ομοσπονδία να ανακτά κατά τον τρόπο αυτό τον πλήρη έλεγχο της διαχείρισής της, ανεξάρτητα από την επιρροή των άλλων εθνικών αθλητικών ομοσπονδιών που τελούν σε παρόμοια κατάσταση.
ΝΣΚ/13/2005
Αρμοδιότητα του Επιθεωρητή Μεταλλείων να εισηγείται τη σφράγιση των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του καθ’ υποτροπήν ασκούντος παράνομη λατομική δραστηριότητα λατομείου.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
Δεδομένου ότι με τη σφράγιση των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του λατομείου επιτυγχάνεται ο σκοπός των προπαρατειθέμενων διατάξεων του άρθρου 16 του Ν 1428/1984, ο Επιθεωρητής Μεταλλείων έχει αρμοδιότητα να εισηγείται τη σφράγιση των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του λατομείου όταν ασκείται παράνομη λατομική δραστηριότητα και συντρέχουν για τον παραβάτη οι προϋποθέσεις της νομικής κατάστασης της υποτροπής, ανεξάρτητα αν οι εγκαταστάσεις του αυτές, ως ευρισκόμενες εκτός λατομικού χώρου, έχουν αδειοδοτηθεί με τις διατάξεις του Ν 2516/1997 «Περί ίδρυσης και λειτουργίας βιοτεχνικών και βιομηχανικών εγκαταστάσεων».
ΔΕΔ/Θεσ/250/2025
Η απόφαση 250/17-02-2025 της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών απορρίπτει την ενδικοφανή προσφυγή κατά οριστικών πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και προστίμων για τα φορολογικά έτη 2018, 2019 και 2020. Ο προσφεύγων, αγρότης με κύρια δραστηριότητα την καλλιέργεια σπαραγγιών, αμφισβήτησε τη μη έκπτωση δαπανών αγοράς βενζίνης, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με χιλιάδες αποδείξεις λιανικής πώλησης (Α.Λ.Π.) χωρίς αναγραφή Α.Φ.Μ. ή αριθμού κυκλοφορίας οχήματος. Η Φορολογική Διοίκηση έκρινε ότι το πλήθος των Α.Λ.Π. ήταν υπέρογκο και ασυνήθιστο, και ότι οι δαπάνες αυτές δεν συσχετίζονταν με την παραγωγική δραστηριότητα της επιχείρησης, δεδομένου ότι ο εξοπλισμός απαιτούσε κυρίως πετρέλαιο κίνησης. Η Δ.Ε.Δ. επικύρωσε την απόφαση της Δ.Ο.Υ. Έδεσσας, αναγνωρίζοντας ως εκπεστέες μόνο τις αγορές καυσίμων που τεκμηριώθηκαν με τιμολόγια. Τα συνολικά καταλογιζόμενα ποσά φόρων και προστίμων ανέρχονται σε 41.876,70€.
ΔΕΔ/Αθ/301/2025
Η Απόφαση 301/12-02-2025 της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) αφορά την αποδοχή ενδικοφανούς προσφυγής εταιρείας που της επιβλήθηκε πρόστιμο 250,00 ευρώ λόγω εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης παρακρατούμενων φόρων από επιχειρηματική δραστηριότητα (φορ. έτους 2018). Η εταιρεία υποστήριξε ότι είχε υποβάλει εμπρόθεσμα (10/8/2018) δήλωση φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών εκ παραδρομής, αντί της σωστής δήλωσης επιχειρηματικής δραστηριότητας, πληρώνοντας μάλιστα κανονικά τον φόρο (1.104,60 ευρώ). Διαπιστώθηκε ότι η εταιρεία δεν απασχολούσε προσωπικό και δεν είχε υποχρέωση υποβολής δήλωσης μισθωτών υπηρεσιών. Η ΔΕΔ έκανε δεκτό τον ισχυρισμό στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης και ακύρωσε την πράξη επιβολής προστίμου, με αποτέλεσμα μηδενική οριστική φορολογική υποχρέωση.
ΔΕΔ/Θεσ/182/2025
Η απόφαση αφορά την απόρριψη ενδικοφανούς προσφυγής κατά της πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2023 της Δ.Ο.Υ. Ξάνθης, η οποία κατέληξε σε χρεωστικό ποσό 400,00€ (τέλος επιτηδεύματος). Ο προσφεύγων ισχυριζόταν ότι η φορολογική αρχή λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη ποσό 648,00€ παρακρατούμενων φόρων από επιχειρηματική δραστηριότητα. Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) απέρριψε τον ισχυρισμό ως αβάσιμο, καθώς η ανάλυση της εκκαθάρισης απέδειξε ότι το ποσό των 648,00€ λήφθηκε υπόψη στον συνολικό υπολογισμό του παρακρατηθέντος φόρου. Επίσης, η ΔΕΔ επεσήμανε στον προσφεύγοντα ότι είχε επιλέξει εσφαλμένα την κατηγορία προέλευσης του φόρου αλλοδαπής (για μερίσματα από τη Βουλγαρία) και ότι έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τροποποιητική δήλωση για τη διόρθωση αυτής της επιλογής έως το τέλος του 2029. Κατόπιν αυτών, η ενδικοφανής προσφυγή απορρίφθηκε.
ΔΕΚ/C‑151/2013
Στην υπόθεση C‑151/13, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το cour administrative d’appel de Versailles (Γαλλία) με απόφαση της 7ης Μαρτίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Μαρτίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης(....)Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται: Το άρθρο 11, Α, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών — Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση, καθώς και το άρθρο 73 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, έχουν την έννοια ότι η καταβολή ενός κατ’ αποκοπήν ποσού όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη «κατ’ αποκοπήν επίδομα περιθάλψεως» αποτελεί την αντιπαροχή για τις υπηρεσίες περιθάλψεως που παρέχονται εξ επαχθούς αιτίας από έναν ξενώνα μη αυτοεξυπηρετούμενων ηλικιωμένων ατόμων [établissement d’hébergement pour personnes âgées dépendantes] προς όφελος των ενοίκων του και, επομένως, υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του φόρου προστιθέμενης αξίας.
ΔΕΔ/Θεσ/1010/2025
Η απόφαση 1010/2025 της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών απορρίπτει την ενδικοφανή προσφυγή ατομικής επιχείρησης (εκτροφή αγελάδων και αγροτουρισμός) κατά πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος 2018, ύψους €118.660,47. Οι λόγοι απόρριψης αφορούν τη μη αναγνώριση αποσβέσεων (€63.685,23) λόγω εσφαλμένου υπολογισμού (π.χ. 100% αντί 4% για υλικά κτιρίου) ή έλλειψης παραστατικών (για θανάτους ζώων), τη μη αναγνώριση δαπανών (€45.008,17) που δεν υποστηρίζονταν από φορολογικά στοιχεία, και τη διαφορά στις δηλωθείσες αγροτικές ενισχύσεις (€158,55). Η ΔΕΔ απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι ο αγροτουρισμός πρέπει να θεωρείται αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα για φορολογικούς σκοπούς, διαχωρίζοντας έτσι τη ζημία του κλάδου αγροτουρισμού από τα κέρδη της αγροτικής δραστηριότητας, κρίνοντας ότι δεν υπάρχει ρητή νομοθετική διάταξη που να το επιτρέπει.
ΔΕΔ/Αθ/709/2025
Η απόφαση αφορά την απόρριψη ενδικοφανούς προσφυγής από την Υπηρεσία Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της εταιρείας «...» κατά πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού Φόρου Εισοδήματος Νομικών Προσώπων (ΦΕνπ), ΦΠΑ, και επιβολής προστίμων του 1ου ΕΛ.ΚΕ. Αττικής για τις φορολογικές περιόδους 2018-2020. Ο έλεγχος είχε προσδιορίσει τη φορολογητέα ύλη με έμμεσες μεθόδους λόγω μη προσκόμισης των λογιστικών αρχείων από την προσφεύγουσα για τις περιόδους 2019 και 2020. Η εταιρεία επικαλέστηκε έλλειψη αιτιολογίας, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε δραστηριότητα για δέκα χρόνια, καθώς και μη νόμιμο έρεισμα λόγω υποβολής εκ παραδρομής δηλώσεων ΦΠΑ από τον λογιστή της. Η ΔΕΔ απέρριψε και τους δύο λόγους, κρίνοντας ότι οι διαπιστώσεις του ελέγχου ήταν πλήρως αιτιολογημένες και ότι οι ισχυρισμοί της εταιρείας δεν τεκμηριώθηκαν. Συνεπώς, επικυρώθηκαν οι πράξεις και τα καταλογισθέντα ποσά φόρων και προστίμων.