Αριθμός Πρωτοκόλλου: ΕΣ/ΚΛ.Ζ/254/2018
Παροχή υπηρεσιών συντήρησης ηλεκτρομηχανολογικών και κτιριακών εγκαταστάσεων...Με τα δεδομένα αυτά το Κλιμάκιο άγεται στην κρίση ότι δεν κωλύεται η υπογραφή του υποβληθέντος σχεδίου σύμβασης. Ωστόσο, θα πρέπει κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης να προσδιοριστεί η ακριβής ημερομηνία έναρξης ισχύος της (είτε από την υπογραφή της, είτε κατά την 1.1.2019 κατά τα οριζόμενα στη διακήρυξη) και να διορθωθεί συναφώς το σχέδιο, ενώ περαιτέρω, ο όρος της σύμβασης, που προβλέπει τη δυνατότητα υποκατάστασης του αναδόχου, είναι μη νόμιμος και πρέπει να απαλειφθεί, διότι η υποκατάσταση τρίτου προσώπου που δεν συμμετείχε στη διαγωνιστική διαδικασία, στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του νομίμως αναδειχθέντος αναδόχου συνιστά ουσιώδη τροποποίηση της σύμβασης (βλ. ΕΣ VI Τμ. 3507, 3374/2014, 1508/2012, Ζ΄ Κλιμ. 128/2018, 110,105/2014, ΔΕΕ αποφ. της 19ης Ιουνίου 2008, C- 454/06 pressetext Nachrichtenagentur GmbH κατά Republik Österreich, σκ.33-37,47-49 και C-496/99 P Επιτροπή ΕΚ κατά CAS Succhi di Frutta SpA, σκ. 113-121). Συναφώς, επισημαίνεται ότι τυχόν τροποποιήσεις των συμβατικών όρων (άρθρο 4.5. διακήρυξης), αν ανακύψει σχετικό ζήτημα κατά την εκτέλεση της σύμβασης, θα κριθούν από το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά τη διενέργεια του προσυμβατικού ελέγχου νομιμότητας αυτών, με βάση τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι σχετικές διατάξεις
Τύπος: ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΛΕΓΚ.ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
Ιστορικό Κωδικοποιήσεων
Σχετικά Έγγραφα
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/450/2026
Με τις ανωτέρω προσφυγές επιδιώκεται η ανάκληση της 1/2026 Πράξης προσυμβατικού ελέγχου της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην Υπηρεσία Επιτρόπου ΟΤΑ ...Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: i) Δεν είναι επιτρεπτή η τροποποίηση των υποβληθεισών προσφορών μετά την αποσφράγισή τους και κατά τη διαδικασία σύναψης της σύμβασης, συνεπώς ούτε και στο στάδιο μεταξύ της ανάδειξης προσωρινού αναδόχου και της σύναψης της σύμβασης. Τούτο, ανεξαρτήτως αν την πρωτοβουλία για την τροποποίηση λαμβάνει η αναθέτουσα αρχή ή ο προσφέρων, δοθέντος ότι αμφότεροι έχουν δεσμευτεί αμφίδρομα από τη διακήρυξη, η οποία συνιστά το κανονιστικό πλαίσιο του διαγωνισμού (πρβλ. ΔΕΕ, Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta, C-496/99P, σκ. 120-125). ii) Η κατάρτιση τροποποιητικής σύμβασης με τον ανάδοχο ήδη εκτελούμενης σύμβασης προμήθειας στους ειδικούς τομείς που διέπονται από το Βιβλίο ΙΙ του ν. 4412/2016 επιτρέπεται μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο 337 του Βιβλίου αυτού περιπτώσεις, διότι αποτελεί κατ΄ ουσίαν εξαιρετική διαδικασία απευθείας ανάθεσης, παρεκκλίνουσα από τις αρχές της διαφάνειας, της ισότητας και του ακώλυτου ανταγωνισμού, η τήρηση των οποίων διασφαλίζεται με τη διενέργεια δημόσιου ανοικτού διαγωνισμού. Κοινή δε συνισταμένη εφαρμογής των περιπτώσεων του άρθρου αυτού είναι η μη ουσιώδης αλλαγή των καθοριστικών για την συμμετοχή στη διαδικασία ανάθεσης κριτηρίων, του εύρους και του περιεχομένου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, καθώς και των χαρακτηριστικών της συνολικής προμήθειας (πρβλ. μεταξύ άλλων ΔΕΕ, Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta, C-496/99P, σκ. 117-122, Pressetext Nachrichtenagentur GmbH, C-454/06, σκ. 34-37, C-549/14 Finn Frogne Α/S, C-549/14, σκ. 27-28, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, C-526/17, σκ. 32, 58, T-Systems Magyarország Zrt, C–263/19, σκ.61 Αdvania Sverige AB, σκ. 19, EλΣυν. 178/2022 σκ.14, Τμ. Εβδ. 91/2021 σκ. 4). iii) Η διάταξη για την τροποποίηση της σύμβασης κατ΄επίκληση συνδρομής απρόβλεπτων περιστάσεων (περ. γ΄) είναι, για τους ανωτέρω λόγους, κατά πάγια νομολογία, στενά ερμηνευτέα λόγω της παρέκκλισής της από τους κοινούς κανόνες των διαγωνιστικών διαδικασιών ανάθεσης και της μη ανάπτυξης ανταγωνισμού, το δε βάρος απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της φέρει ο αναθέτων φορέας που την επικαλείται (Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, C-601/10, σκ. 57-58, ΕλΣυν Ολ. 854/2022 σκ. 8, 183/2022 σκ. 4, Έβδ. Τμ. 1608/2022 σκ. 4, 1363/2022 σκ. 4). Κατά δε την εκδίκαση προσφυγής κατά Πράξης προσυμβατικού ελέγχου στην οποία αναφύονται σχετικά ζητήματα, το Δικαστήριο εξετάζει εάν με τις οικείες πράξεις του αναθέτοντα φορέα και την πληττόμενη Πράξη προσυμβατικού ελέγχου έχει διαπιστωθεί η συνδρομή ή η έλλειψη των νομίμων προϋποθέσεων σύναψης τροποποιητικής σύμβασης κατά τις απαριθμούμενες στο άρθρο 337 περιπτώσεις και σε ποιο εύρος αυτών, και ελέγχει την ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, χωρίς όμως να υπεισέρχεται στον έλεγχο κρίσεων της αναθέτουσας που προκύπτουν από επεξεργασία σύνθετων τεχνικών δεδομένων (πρβλ. ΕλΣυν Έβδ. Τμ. 576/2022, σκ. 48).
ΕΣ/Κλ.Ε/157/2017
Νομιμότητα της διαδικασίας ανάδειξης αναδόχου και του σχεδίου σύμβασης του έργου «Επείγουσες εργασίες στο Ε.Ο.Δ. Κρήτης (Περιφέρειας Κρήτης) – 10ο υποέργο “Βελτίωση – Συντήρηση Σήμανσης στο Ε.Ο.Δ. Κρήτης”(...) Όπως παγίως γίνεται δεκτό, οι αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης στους δημόσιους διαγωνισμούς επιτάσσουν στις αναθέτουσες αρχές να διατυπώνουν τους όρους διεξαγωγής της διαδικασίας ανάθεσης στην προκήρυξη του διαγωνισμού με σαφήνεια, ακρίβεια και χωρίς αμφισημία, κατά τρόπο ώστε αφενός να παρέχουν σε όλους τους ευλόγως ενημερωμένους και επιδεικνύοντες τη συνήθη επιμέλεια διαγωνιζομένους τη δυνατότητα να κατανοούν το ακριβές περιεχόμενο των όρων αυτών και να τους ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο, αφετέρου, να καθιστούν δυνατό τον αποτελεσματικό έλεγχο του αν οι προσφορές των υποψηφίων ανταποκρίνονται στα τιθέμενα κριτήρια (Ε.Σ. Τμ. VI 2452/2012, 1643/2014, 6869/2015, 261/2017, βλ. και ΔΕΚ απόφαση της 18.10.2001, C-19/2000, SIAC Construcion Ltd, σκέψεις 41 έως 44, απόφαση της 29.4.2004, C‑496/1999 Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta, σκέψη 111, απόφαση της 10.5.2012, C-368/10, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών σκ. 109 επ.). (...) Με τα δεδομένα αυτά, το Κλιμάκιο κρίνει ότι η απόρριψη της προσφοράς της εταιρείας …. δεν είναι νόμιμη. Και τούτο διότι, η από 13.9.2016 υπεύθυνη δήλωση που υπέβαλε στο διαγωνισμό ο ομόρρυθμος εταίρος και εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρείας, …, με την οποία, νόμιμα εξουσιοδοτημένος από τους λοιπούς διαχειριστές (βλ. την από 13.9.2016 δήλωση εκπροσώπησης / εξουσιοδότηση), δήλωσε ότι άπαντες οι διαχειριστές της εταιρείας (…) δεν έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για τα αναφερόμενα στο άρθρο 22.2 της διακήρυξης αδικήματα, πληρούσε τους όρους της διακήρυξης. Ειδικότερα, η δήλωση αυτή δεν υπογράφεται από τον δηλούντα ως φυσικό πρόσωπο για λογαριασμό δικό του, αλλά ως νόμιμο εκπρόσωπο της συμμετέχουσας στο διαγωνισμό επιχείρησης, που αρμοδίως βεβαιώνει την ύπαρξη ή μη συγκεκριμένων ιδιοτήτων στα πρόσωπα που την διοικούν (βλ. Ε.Σ. Κλ. Ε΄ 242/2014, 73/2015) (...)Κατ’ ακολουθίαν, κωλύεται η υπογραφή του ελεγχόμενου σχεδίου σύμβασης.
ΕΣ/ΚΛ.Ε/828/2019
Συμπληρωματική σύμβαση έργου...Με τα δεδομένα αυτά το Κλιμάκιο άγεται στην κρίση ότι, εν προκειμένω, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις σύναψης της 1ης συμπληρωματικής σύμβασης. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα σχετικά Τιμολόγια Μελέτης της Υπηρεσίας, με βάση τα οποία όλοι οι συμμετέχοντες υπέβαλαν την προσφορά τους, σ’ αυτά υπολογίστηκε η τιμή μεταφοράς των αδρανών υλικών με βάση το, πλησιέστερο στον τόπο εκτέλεσης των εργασιών, λατομείο της εταιρείας με την επωνυμία «…..» ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΌ ΤΊΤΛΟ «....», που λειτουργούσε στην Κοινότητα της ..., το οποίο απείχε 25χλμ από τον τόπο εκτέλεσης του έργου. Ακόμη και αν υποτεθεί, εν προκειμένω, ότι εσφαλμένα προϋπολογίστηκε η δαπάνη του υπό κρίση έργου αναφορικά με τη δαπάνη μεταφοράς των αδρανών υλικών, η πλημμέλεια αυτή ανάγεται στην αρχική σύμβαση, η οποία έχει ήδη κριθεί νόμιμη με τη 252/2013 Πράξη του Κλιμακίου τούτου, αφετέρου η πλημμέλεια αυτή δεν δύναται να αποβεί σε βάρος των διαγωνιζομένων (βλ. αποφ. ΔΕΚ στη C-496/1999, Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta, στη C-470/1999, Universale Bau κ.λπ., Ε.Σ. VI Tμ. 897/2012, Εφ. Αθηνών 24/1998). Το πρόσθετο δε μεταφορικό έργο προέκυψε από την αιφνίδια, μετά τη δημοπρασία του ελεγχόμενου έργου, αλλαγή των συνθηκών, σε σχέση με εκείνες που υπήρχαν κατά το χρόνο σύνταξης των τευχών δημοπράτησής του (διακοπή λειτουργίας του λατομείου «…..» ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΌ ΤΊΤΛΟ «....», που λειτουργούσε στην περιοχή της .... και αναγκαστική απόθεση των υλικών της εκσκαφής σε άλλους, εγκεκριμένους από την αναθέτουσα αρχή, αποθεσιοθαλάμους, οι οποίοι βρίσκονται σε μεγαλύτερη απόσταση - μέση απόσταση από 55 έως 75 χιλιόμετρα από το κέντρο βάρος του χωματισμού των έργων - από την αρχικώς εκτιμηθείσα), οι οποίες συνιστούν απρόβλεπτες περιστάσεις και τεκμηριώνουν την αναγκαιότητα σύναψης συμπληρωματικής σύμβασης με την υφιστάμενο ανάδοχο.
ΑΕΠΠ/260/2020
Διαμόρφωση κτιρίου αποθηκών...Από το σύνολο των προαναφερόμενων προκύπτει ότι η, από 20.08.2019, Υπεύθυνη Δήλωση της εταιρίας με τον δ.τ. «...» υποβλήθηκε, όπως ορθώς υποστηρίζει η προσφεύγουσα, ανεπικαίρως και ως εκ τούτου, μη νομίμως, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη από την οικεία αναθέτουσα αρχή, αφού δεν αποτελεί ένα «τυπικό» δικαιολογητικό κατακύρωσης, που υποβάλλεται στο στάδιο υποβολής των δικαιολογητικών κατακύρωσης από τον προσωρινό μειοδότη και εντός της τασσόμενης σε αυτόν (αρχικής ή συμπληρωματικής) προθεσμίας, σύμφωνα με το άρθρο 103 του Ν. 4412/2016, ως ίσχυε κατά τον επίμαχο χρόνο, αλλά δικαιολογητικό το οποίο βεβαιώνει γεγονότα, τα οποία όφειλαν να λάβουν χώρα σε πρωθύστερο χρόνο, τα οποία, όμως, δεν έλαβαν χώρα, ούτε άλλωστε ουδείς ισχυρίζεται το αντίθετο. Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εφαρμοζόμενοι στην προκείμενη περίπτωση όροι της Διακήρυξης (άρθρα 22.Δ. (ii), 23.6 και 24.2) ήταν διατυπωμένοι με σαφήνεια, ώστε να θεωρείται ότι δόθηκε σε όλους τους ευλόγως ενημερωμένους και κανονικά επιμελείς υποψηφίους, η δυνατότητα να κατανοήσουν το ακριβές περιεχόμενό τους και να τους ερμηνεύσουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Μάλιστα, λόγω της σαφήνειας των επίμαχων όρων, ήταν, εν προκειμένω, δυνατός ο εκ μέρους της οικείας αναθέτουσας αρχής αποτελεσματικός έλεγχος του εάν οι Προσφορές των υποψηφίων ανταποκρίνονται στα κριτήρια που διέπουν την προς ανάθεση σύμβαση (βλ. ΔΕΕ, Απόφαση της 18.06.2002, Υπόθεση C-92/00, Stadt Wien, σκέψη 45· ΔΕΕ, Απόφαση της 12.12.2002, Υπόθεση C-470/99, Universale-Bau, σκέψη 91· ΔΕΕ, Απόφαση της 29.04.2005, Υπόθεση C-496/1999, CAS Succhi di Frutta SpA, σκέψη 111 κλπ). Συναφώς υπενθυμίζεται, ότι, κατά πάγια νομολογία, η νομιμότητα συμμετοχής προϋποθέτει την εκπλήρωση τυπικών προϋποθέσεων (βλ. Ελ. Συν. VI Τμήμα, Αποφ. 24995, 1949/2009. Πρ. 115, 10/2008, 222/2005, Ζ΄ Κλιμάκιο, Πρ. 116/2012, 1177/2009, Δημήτριος Ι. Ράικος, Δίκαιο Δημοσίων Συμβάσεων, Β΄ έκδοση, Σάκκουλας, 2017, σελ. 195-197). Εν κατακλείδι, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζόμενων και της αρχής της τυπικότητας που διέπουν τις διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, αφής στιγμής η επίμαχη Υπεύθυνη Δήλωση άπτεται, κατά τα ανωτέρω, των προϋποθέσεων συμμετοχής της διαγωνιζόμενης εταιρίας «...» (απαράβατος όρος), η υπό κρίση Προδικαστική Προσφυγή θα πρέπει να γίνει δεκτή και συνεπώς, η προσβαλλόμενη, η υπ΄ αριθμ. 228/17.12.2019 Απόφαση της Ο.Ε. του εν λόγω Δήμου θα πρέπει να ακυρωθεί.
EΣ/Τμ.7(ΚΠΕ)197/2013
Eξόφληση της 1ης εντολής πληρωμής της 1ης παράτασης σύμβασης υπηρεσιών «Σύμβουλος Διαχείρισης Συγχρηματοδοτούμενων Έργων Δήμου .(...)Ο ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης» (ΦΕΚ Α΄ 87/7.6.2010) ορίζει, στο άρθρο 283, ότι: «1. Οι δήμοι που συνιστώνται με το άρθρο 1 υπεισέρχονται αυτοδικαίως από την έναρξη λειτουργίας τους και χωρίς άλλη διατύπωση σε όλα τα ενοχικά και εμπράγματα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δήμων και κοινοτήτων που συνενώνονται, στα οποία περιλαμβάνονται και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από διεθνείς συνεργασίες…». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι από την 1.1.2011 (ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του ν. 3852/2010) οι νέοι Δήμοι που προέκυψαν υπεισέρχονται αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση, από την έναρξη λειτουργίας τους, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των δήμων που συνενώνονται. Περαιτέρω, η συμβατική δράση της δημόσιας διοίκησης υπόκειται στη θεμελιώδη αρχή της νομιμότητας, ως εκ τούτου, κατ’ επιταγή αυτής κάθε δημόσια σύμβαση υπάγεται σε ορισμένο νομικό πλαίσιο, το οποίο περιλαμβάνει και τη διακήρυξη της διαγωνιστικής διαδικασίας που προηγείται της κατάρτισής της, ως κανονιστική διοικητική πράξη. Παρέπεται τούτου ότι η δυνατότητα των συμβαλλομένων μερών για τροποποίηση όρου ή όρων δημόσιας σύμβασης με νεότερη κοινή συμφωνία τους, δεν μπορεί να εξικνείται μέχρι την κατ’ ουσία τροποποίηση ουσιωδών όρων της οικείας διακήρυξης. Η τροποποίηση μιας δημόσιας σύμβασης κατά τη διάρκεια της ισχύος της μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης όταν προστίθενται όροι οι οποίοι, αν είχαν γνωστοποιηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας σύναψης της αρχικής σύμβασης, θα είχαν ίσως ως αποτέλεσμα να επιτραπεί η συμμετοχή στη διαδικασία άλλων διαγωνιζομένων από εκείνους που έγιναν αρχικώς δεκτοί ή να υποβληθούν προσφορές με διαφορετικό περιεχόμενο ή να επιλεγεί προσφορά διαφορετική από εκείνη που αρχικώς επελέγη. Ομοίως, τροποποίηση της αρχικής σύμβασης μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης όταν διευρύνει σημαντικά το αντικείμενο της σύμβασης, συμπεριλαμβάνοντας υπηρεσίες που δεν είχαν αρχικώς προβλεφθεί (πρβλ. υπόθεση C-454/06 pressetext Nachrichtenagentur GmbH κατά Republik Österreich, σκέψεις 34-36 και υπόθεση C-496/99 P Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά CAS Succhi di Frutta SpA, σκέψεις 113-121). Επιπλέον, όπως γίνεται δεκτό, οι συμβαλλόμενες σε δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών αναθέτουσες αρχές μπορούν να επιφυλάσσουν υπέρ αυτών δικαίωμα προαίρεσης για τη δέσμευση του αντισυμβαλλομένου τους να συναινέσει σε νέα σύμβαση ομοειδών υπηρεσιών με τους ίδιους όρους, ασκούμενο με δήλωση της αναθέτουσας αρχής, το οποίο προσδιορίζεται ποσοτικά και ποιοτικά στη διακήρυξη, περιέχεται δε και στη δημοσιευόμενη περίληψή της (VI Τμ. 2224, 1778/2011, 3145, 660, 371/2010, κ.α.). Παρέπεται, αντίστοιχα προς τα προαναφερόμενα, ότι, η ενεργοποίηση του δικαιώματος προαίρεσης επιτρέπεται αποκλειστικά υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαγράφει η σύμβαση που το διαλαμβάνει. Όταν η άσκησή του κείται εκτός των ορίων τούτων, δεν ασκείται νόμιμα, συνεπάγεται δε τροποποίηση της οικείας συμβάσεως και της διακηρύξεως, η οποία ελέγχεται ως προς τη νομιμότητά της κατά τα ανωτέρω (Βλ. απόφαση VI Τμ. Ελ.Συν. 1508/2012
ΑΕΠΠ/123/2020
Σίτιση ασθενών και εφημερευόντων ιατρών...Όμως έχει κριθεί ότι όλοι οι όροι και τρόποι διεξαγωγής της διαδικασίας αναθέσεως πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια, ακρίβεια και χωρίς αμφισημία στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων, κατά τρόπον ώστε, αφενός να παρέχεται σε όλους τους ευλόγως ενημερωμένους και κανονικά επιμελείς υποψηφίους η δυνατότητα να κατανοούν το ακριβές περιεχόμενό τους και να τους ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο και, αφετέρου, να καθίσταται δυνατός ο εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής αποτελεσματικός έλεγχος του αν οι προσφορές των υποψηφίων ανταποκρίνονται στα κριτήρια που διέπουν την εν λόγω σύμβαση (βλ. υπόθεση C-496/1999 CAS Succhi di Frutta SpA). Συνακόλουθα, στο βαθμό που η αναθέτουσα αρχή με τις απόψεις της διευκρίνισε ότι κριτήριο επιλογής του αναδόχου της προκηρυχθείσας υπηρεσίας είναι αποκλειστικά η χαμηλότερη τιμή, πλην όμως την άρση της ανωτέρω αμφισημίας δεν ήρε με σχετικό έγγραφό της, κοινοποιηθέν σε όλους τους συμμετέχοντες στην επικοινωνία του ηλεκτρονικού του διαγωνισμού και αναρτηθέν στην κεντρική σελίδα αυτού όπου αναρτώνται τα έγγραφα της σύμβασης, ώστε να πληρωθούν οι διατυπώσεις δημοσιότητας προς διασφάλιση των αρχών της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης, επομένως το άρθρο 3.1.2.β της διακήρυξης, σχετικά με την αξιολόγηση των προσφορών, κατά το μέρος του που περιέχει διατυπώσεις περί «βαθμολόγησης» των τεχνικών προσφορών των συμμετεχόντων και το άρθρο 3.1.2.δ, κατά το μέρος του που περιέχει την διατύπωση «… δηλαδή προσφορών με την ίδια συνολική τελική βαθμολογία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσφερόντων η ανάθεση γίνεται: στην προσφορά με την μεγαλύτερη βαθμολογία τεχνικής προσφοράς. Αν οι ισοδύναμες προσφορές έχουν την ίδια βαθμολογία τεχνικής προσφοράς…», πρέπει να ακυρωθούν, του τρίτου λόγου της κρινομένης προσφυγής γενομένου δεκτού.
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/1195/2024
Αποπεράτωση ημιτελούς 1ου ορόφου κτιρίου.(...) Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη ότι: α. κατά της απόφασης της αναθέτουσας αρχής περί εκκίνησης νέας κατ’ ουσίαν διαγωνιστικής διαδικασίας δεν ασκήθηκαν προδικαστικές και ένδικες προσφυγές από τους, ευλόγως ενημερωμένους και επιδεικνύοντες τη συνήθη επιμέλεια (βλ. συναφώς ΔΕΕ, 17.6.2021, C-23/20, Simonsen & Weel A/S σκ. 61, 71 και ΔΕΕ, 7.4.2016, C-324/14, Partner Apelski Dariusz σκ. 61), οικονομικούς φορείς που συμμετείχαν στην αρχική διαδικασία (πρβλ. ΕλΣυν Ολ. 376/2024 σκ. 33, Έβδομο Τμ. 535/2024 σκ. 9.4, VI Τμ. 19/2019 σκ. 5) β. αναπτύχθηκε επαρκής ανταγωνισμός στη νέα διαδικασία, με τη συμμετοχή 9 οικονομικών φορέων (πρβλ. ΕλΣυν Έβδομο Τμ. 535/2024 σκ. 9.4, Στ΄ Κλιμ. 371/2021 σκ. 4.6) γ. ενόψει των ανωτέρω, δεν προκύπτει ότι κάποιος ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας περιήλθε, σε μη αμελητέο βαθμό, σε μειονεκτική θέση έναντι των υπολοίπων (πρβλ. ΔΕΕ, 20.9.2018, C-518/17, Stefan Rudigier, σκ. 69) δ. η ελεγχόμενη διαδικασία εγκρίθηκε εκ νέου με τις αντίστοιχες αποφάσεις της αναθέτουσας αρχής και επικυρώθηκε με την τελική έκδοση κατακυρωτικής απόφασης και ε. κατά τη νέα διαδικασία επιτεύχθηκε έκπτωση 25,33%, ήτοι υψηλότερη αυτής που είχε επιτευχθεί στην αρχική διαδικασία και ανερχόταν σε 23,55%, αποτέλεσμα που συνάδει με τη - ρητώς θεσπιζόμενη στο άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4412/2016 αλλά και στο άρθρο 33 περ. α΄ και δη αα΄ του ν. 4270/2014 - αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, με ειδικότερη έκφανση την αρχή της οικονομικότητας, σύμφωνα με την οποία ο δημόσιος σκοπός που επιτελείται μέσω κάθε δημόσιας σύμβασης και δη με κριτήριο ανάθεσης τη χαμηλότερη τιμή, όπως η ελεγχόμενη, πρέπει να επιτυγχάνεται με τη μικρότερη δυνατή οικονομική (δημοσιονομική) επιβάρυνση (βλ. ΕλΣυν VI Τμ. 821/2019 σκ. ΙΙ.i.f., 1271/2016 σκ. V-VI, Στ΄ Κλιμ. 190/2023 σκ. 4), το Τμήμα κρίνει ότι η κατά τα ανωτέρω διαπιστωθείσα πλημμέλεια δεν παρίσταται, εν προκειμένω, ουσιώδης.Κατ’ ακολουθία, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη προσφυγή, να ανακληθεί η προσβαλλόμενη 87/2024 Πράξη προσυμβατικού ελέγχου του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην Υπηρεσία Επιτρόπου
ΑΕΠΠ/100/2020
Παροχή υπηρεσίας...Εν προκειμένω και σύμφωνα με τα όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, η προσφορά της προσφεύγουσας νομίμως απερρίφθη από τον αναθέτοντα φορέα ως παραβιάζουσα τον τρόπο σύνταξή της, ως αυτός οριοθετείται από τη διακήρυξη, ήτοι το άρθρο 6 αυτής και συνεπώς δε δύναται παραδεκτά να συμπληρωθεί / διευκρινισθεί η προσφορά της προσφεύγουσας όσον αφορά την ουσιαστική αυτή πλημμέλεια της, αφού υφίσταται έλλειψη απαιτούμενου εγγράφου, του «Πίνακα Περιεχομένων» του Φακέλου Α του άρθρου 6 της διακήρυξης. Τυχόν εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 310 του Ν. 4412/2016 και 8 της διακήρυξης, θα είχε ως αποτέλεσμα την παραβίαση της αρχής της διαφάνειας και της αρχής απαγόρευσης των διακρίσεων, που απορρέει από το άρθρο 49 της Σ.Λ.Ε.E. σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών στην Κοινότητα, καθώς και της συναφούς γενικής αρχής της ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζομένων, που διέπει τους δημόσιους διαγωνισμούς (ΔΕΕ C-496/99, Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta SpA, ΔΕΚ αποφάσεις της 20.9.1988, C-31/87, Boentjes, Συλλογή 1988, σ. 4635, σκέψη 22, της 25.4.1996, C-87/94, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1996, σ. Ι-2043, σκέψη 54, της 18.10.2001, C-19/00, SIAC Construction, Συλλογή 2001, σ. Ι-7725, σκέψεις 41 και 42 και της 4.12.2003, Αριθμός απόφασης: 100 / 2020 11 C-448/01. EVN AG, Wienstrom GmbH, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 56 έως 58 πρβλ., επίσης Ε.Α. ΣτΕ 532/2004, 471-2/2000, 449/2000), αφού θα δινόταν η δυνατότητα να γίνει δεκτή προσφορά μη σύμφωνη με τη Διακήρυξη και να συγκριθεί με αυτές που νομίμως έγιναν αποδεκτές. Άλλωστε, σύμφωνα με πάγια νομολογία, ενόψει της αρχής της τυπικότητας που διέπει τη διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων, η αναθέτουσα αρχή έχει τη δυνατότητα να καλεί τους προμηθευτές να συμπληρώσουν τα νομίμως, καταρχήν, υποβληθέντα δικαιολογητικά ή να παρέχουν σχετικές διευκρινίσεις και όχι να αναπληρώσουν μη υποβληθέντα ή μη νομίμως υποβληθέντα δικαιολογητικά (ΣτΕ 827/2019, 1172/2016, 2454/09, ΕΑ ΣτΕ 277/2019, 457, 364/09, 738/09, 180/09, 567/08, 3075/08, 307/07, ΔΕφΑθ 271/2011), ενώ παροχή διευκρινίσεων νοείται αποκλειστικά και μόνο όταν γεννάται αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο της προσφοράς και όχι όταν αυτό είναι σαφές, δοθέντος ότι στην περίπτωση αυτή θα επρόκειτο για αθέμιτη τροποποίηση του περιεχομένου της προσφοράς των διαγωνιζομένων (ΣτΕ 90/2010). Τούτων δοθέντων, ο λόγος της Προσφυγής τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω και ουσία αβάσιμος.
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/1383/2024
Προμήθεια Αντιδραστηρίων με Συνοδό Εξοπλισμό.(...) Από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1, 75 παρ. 1γ΄,4 και 5, και 80 παρ. 1 και 5 σε συνδυασμό με τα στοιχεία που αναφέρονται στο Παράρτημα XII «Αποδεικτικά μέσα για τα κριτήρια επιλογής» του Προσαρτήματος A' του ιδίου νόμου για την απόδειξη της τεχνικής ικανότητας συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: (i) Κατά τη διαδικασία ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, οι όροι του διαγωνισμού πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο τελούντα σε συνάρτηση με την ανάγκη, την οποία η αναθέτουσα αρχή επιδιώκει να ικανοποιήσει, όπως απαιτείται από την αρχή της αναλογικότητας, η οποία διέπει τις σχετικές ρυθμίσεις του νόμου ως εγγενές στοιχείο αυτών, αλλά και ως ερμηνευτικός κανόνας για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει οι ρυθμίσεις αυτές να εφαρμόζονται. Συνακόλουθα, όροι υπερβολικά περιοριστικοί, και συνεπώς μη αναλογικοί, πλήττουν τον ανταγωνισμό, διότι, περιορίζοντας, χωρίς την επίκληση λόγου δημοσίου συμφέροντος, τον κύκλο των δικαιουμένων να υποβάλουν προσφορά, δημιουργούν συνθήκες αθέμιτης εύνοιας υπέρ ορισμένων μόνον ή και μεμονωμένων οικονομικών φορέων (ΕλΣυν. Ολ. 180/2022 σκ. 6, 1832/2021 σκ. 9, 505/2021 σκ. 9, Εβδ. 1279/2023 σκ.3,4). (ii) Στο πλαίσιο αυτό οι αναθέτουσες αρχές διαμορφώνουν, κατά διακριτική ευχέρεια, ως επιμέρους κριτήριο καταλληλότητας των διαγωνιζομένων, τους όρους τεχνικής και επαγγελματικής επάρκειας, οι οποίοι πρέπει να αποβλέπουν στην αποτελεσματική εκτέλεση της σύμβασης και να είναι συναφείς ποσοτικά και ποιοτικά με το αντικείμενο αυτής, ώστε να καθίστανται πρόσφοροι για τη διακρίβωση της καταλληλότητας των υποψηφίων (ΕλΣυν. Ολ. 180/2022 σκ. 9, 1832/2021 σκ. 12, 505/2021 σκ.12, Τμ. Μείζ. - Επτάμ. Σύνθ. 1265, 1563/2019, 6022/2015, 3065/2014, πρβλ. ΔΕΕ αποφ. της 13.7.2017, INGSTEEL και Metrostav, C-76/16, σκ. 33, και της 18.10.2012, Edukozivig - Hochtief Construction AG, C-218/11, σκ. 29). Ειδικότερα, για την απόδειξη της τεχνικής και επαγγελματικής επάρκειας των διαγωνιζομένων, οι αναθέτουσες αρχές μπορεί να απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να διαθέτουν ικανοποιητικό επίπεδο εμπειρίας, ζητώντας από τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς την υποβολή καταλόγου των κυριότερων υπηρεσιών που παρασχέθηκαν από αυτούς την τελευταία τριετία στο πλαίσιο συμβάσεων που είτε έχουν περατωθεί είτε εκτελούνται ακόμη (ΕλΣυν. Ολ. 505/2021 σκ. 12, Έβδ. Τμ. 1279/2023 σκ. 4, 1400/2022 σκ. 5, 1274/2021 σκ. 7).Για τους λόγους αυτούς.Απορρίπτει την προσφυγή ανάκλησης και την υπέρ αυτής ασκηθείσα παρέμβαση. Δεν ανακαλεί την 299/2024 Πράξη του Στ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/915/2021
Αντικατάσταση φωτιστικών σωμάτων...Υπό τα ανωτέρω δεδομένα και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να γίνουν δεκτά τα ακόλουθα: Με την ελεγχόμενη Σ.Σ., όπως βασίμως κρίθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη, συντελείται επέκταση του αντικειμένου της αρχικής σύμβασης, με την ανάθεση εκτέλεσης εργασιών, οι οποίες είτε πρόκειται να εκτελεστούν σε επιπλέον οδούς από τις αρχικά προσδιορισθείσες, είτε αφορούν σε αποκατάσταση βλαβών που υπερβαίνουν τη συμβατική δαπάνη του έργου, η οποία επιφέρει επαύξηση του συμβατικού τιμήματος κατά ποσοστό 49,17%. Υπό τις συνθήκες αυτές, ανεξάρτητα αν θα επηρέαζε το αποτέλεσμα της διαδικασίας ανάθεσης της αρχικής σύμβασης προσελκύοντας το ενδιαφέρον και άλλων οικονομικών φορέων, σε κάθε περίπτωση, η ανάθεση στον αρχικό ανάδοχο πρόσθετων εργασιών, οι οποίες, είτε σε ποσότητα είτε σε είδος, δεν είχαν αρχικώς προβλεφθεί και οι οποίες επιφέρουν επαύξηση του οικονομικού αντικειμένου της αρχικής σύμβασης κατά ποσοστό 49,17%, συνιστά τροποποίηση που επεκτείνει σημαντικά το αντικείμενο της αρχικής σύμβασης (βλ. ΔΕΕ, προηγουμένως ΔΕΚ, απόφ., της 29.4.2010 C-160/08 σκ. 99, της 19.6.2008 C-454/06 σκ. 36), και, ως εκ τούτου, ουσιώδη τροποποίηση, για την οποία απαιτείται νέα διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα Α.Α., με την με την 1605/7.12.2020 πράξη της Οικονομικής Επιτροπής, με την οποία εγκρίθηκε η ως άνω τροποποίηση, δεν τεκμηριώνει ότι συντρέχει περίπτωση επιτρεπτής, κατ’ άρθρο 156 παρ. 1 του ν. 4412/2016, ανάθεσης εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών, χωρίς νέα διαδικασία σύναψης σύμβασης. Ειδικότερα, από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει η επέλευση απρόβλεπτων περιστάσεων μετά την ανάθεση της αρχικής σύμβασης, ενώ δεν στοιχειοθετούν, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, απρόβλεπτες περιστάσεις που δικαιολογούν τη σύναψη της ελεγχόμενης Σ.Σ. η αόριστη επίκληση ατυχημάτων και έντονων καιρικών φαινομένων, χωρίς αυτά να προσδιορίζονται χρονικά και τοπικά και να προκύπτουν από σχετικά δελτία συμβάντων ή καταγραφής ζημιών και χωρίς να συσχετίζονται με συγκεκριμένες επιπτώσεις-βλάβες που εξαιτίας αυτών επήλθε επαύξηση του τεχνικού αντικειμένου της αρχικής σύμβασης. Συναφώς, πέραν της αοριστίας του ισχυρισμού περί ζημιών στο δίκτυο εξαιτίας έντονων καιρικών φαινομένων, ο ισχυρισμός αυτός, κατά το μέρος που γίνεται επίκληση ζημιών στο δίκτυο εξαιτίας της κακοκαιρίας που έλαβε χώρα από 15 έως 17.2.2021, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, δεδομένου ότι αφορά σε γεγονότα μεταγενέστερα της έγκρισης, με τη 1605/7.12.2020 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου ..., του 3ου Α.Π.Ε. και της ελεγχόμενης Σ.Σ.. Επίσης, οι επικαλούμενες συμπληρωματικές εργασίες για την τοποθέτηση των 25 ηλεκτρικών φορτιστών, πέραν του ότι δεν προκύπτει ότι παρουσιάζουν την απαιτούμενη αναγκαία συνάφεια με το τεχνικό αντικείμενο της αρχικής σύμβασης, δεν συμπεριλαμβάνονται στο αντικείμενό της, όπως αυτό καθορίζεται στον εγκριθέντα 3ο Α.Π.Ε. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, δεν συντρέχει εν προκειμένω η σωρευτικά απαιτούμενη, με το άρθρο 156 παρ. 1 του ν. 4412/2016, προϋπόθεση της ανάγκης εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων που να δικαιολογεί τη σύναψη της ελεγχόμενης Σ.Σ. χωρίς νέα διαδικασία σύναψης σύμβασης. Τα αυτά κρίνοντας και το Κλιμάκιο με την προσβαλλόμενη πράξη ορθώς εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, τα δε αντίθετα προβαλλόμενα με την κρινόμενη προσφυγή πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.