ΓΝΩΜΗ/Α-ΕΑΔΗΣΥ/27/2020
Τύπος: ΕΓΓΡΑΦΑ
Η απόφαση αφορά τη γνωμοδότηση της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.) επί σχεδίου νόμου του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Η προτεινόμενη διάταξη αφορά την τροποποίηση του άρθρου 100 του ν. 3852/2010, προκειμένου να συμπεριληφθεί ο Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός – ΔΗΜΗΤΡΑ (ΕΛ.Γ.Ο. - ΔΗΜΗΤΡΑ) στους φορείς που δύνανται να συνάπτουν προγραμματικές συμβάσεις με Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και άλλους δημόσιους φορείς. Η Αρχή κρίνει τη ρύθμιση νόμιμη, υπό την προϋπόθεση ότι ο ΕΛ.Γ.Ο. - ΔΗΜΗΤΡΑ λειτουργεί ως αναθέτουσα αρχή και ότι οι συμβάσεις πληρούν τις σωρευτικές προϋποθέσεις του άρθρου 12 του ν. 4412/2016 περί οριζόντιας συνεργασίας, αποφεύγοντας τη στρέβλωση του ανταγωνισμού και την απευθείας ανάθεση σε ιδιώτες.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΓΝΩΜΗ/Α-ΕΑΔΗΣΥ/25/2020
Η παρούσα γνώμη της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.) αφορά στη νομιμότητα του άρθρου 23 σχεδίου νόμου του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Η διάταξη προβλέπει τη δυνατότητα της «Κοινωνίας της Πληροφορίας Α.Ε.» να συνάπτει προγραμματικές συμφωνίες με Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και ερευνητικούς φορείς για την εκτέλεση έργων. Η Αρχή επισημαίνει ότι η διάταξη χρήζει αναδιατύπωσης ώστε να εναρμονίζεται με το άρθρο 12 του ν. 4412/2016 και το ενωσιακό δίκαιο. Συγκεκριμένα, τονίζεται ότι οι συμφωνίες πρέπει να αποτελούν προϊόν αληθούς οριζόντιας συνεργασίας για κοινούς στόχους δημοσίου συμφέροντος και να μην προκαλούν στρέβλωση του ανταγωνισμού μέσω της ανάθεσης έργων σε τρίτους.
ΝΣΚ/319/2008
Υπαγωγή ή μη των νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος στους φορείς του δημόσιου τομέα του άρθρου 35 του Π.Δ/τος 410/1995.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Τα νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας της Ελλάδος, επομένως και οι Μητροπόλεις, εμπίπτουν στους φορείς του δημόσιου τομέα που δύνανται να συνάπτουν προγραμματικές συμβάσεις κατά το άρθρο 35 του Π.Δ/τος 410/1995 με τα νομικά πρόσωπα της τοπικής αυτοδιοίκησης της παρ.1 του εν λόγω άρθρου, μεταξύ των οποίων και οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις.
ΕΣ/ΚΛ.Ζ/10/2008
ΟΙ διαδικασίες συνομολόγησης δανείων με πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς εκ μέρους των φορέων, για την πραγματοποίηση σκοπών της αρμοδιότητας ή της δράσης τους εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ . Οι αναθέτοντες φορείς όμως όταν τις συνάπτουν, υποχρεούνται, εντούτοις, να τηρούν τους θεμελιώδεις κανόνες της συμβάσεως εν γένει και την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας ειδικότερα. Η υποχρέωση διαφάνειας που απόκειται στην αναθέτουσα αρχή συνίσταται στη διασφάλιση, υπέρ όλων των ενδεχομένων αναδόχων, προσήκοντος βαθμού δημοσιότητας που να καθιστά δυνατό το άνοιγμα της αγοράς υπηρεσιών στον ανταγωνισμό καθώς και τον έλεγχο του αμερόληπτου χαρακτήρα των διαδικασιών διαγωνισμού.
ΥΠΟΘΕΣΗ C-3/2019
Προδικαστική παραπομπή – Δημόσιες συμβάσεις – Οδηγία 2004/18/ΕΚ – Κεντρικές αρχές προμηθειών – Μικροί δήμοι – Πρόβλεψη δύο μόνον οργανωτικών μοντέλων για τις κεντρικές αρχές προμηθειών – Απαγόρευση ανάθεσης καθηκόντων σε κεντρική αρχή προμηθειών ιδιωτικού δικαίου στην οποία συμμετέχουν ιδιωτικοί φορείς – Εδαφικός περιορισμός της δραστηριότητας των κεντρικών αρχών προμηθειών»
ΕΑΔΗΣΥ/215/2025
Ο προσφεύγων αιτείται την ακύρωση της διακήρυξης του διαγωνισμού ως προς τους όρους των άρθρων 2.2.6 (Τεχνική και επαγγελματική ικανότητα) και 2.4.3.2 (Τεχνικής Προσφοράς), οι οποίοι απαιτούν από τους διαγωνιζόμενους να έχουν εκτελέσει πέντε συμβάσεις ιδίου αντικειμένου αποκλειστικά σε συγκεκριμένους δημόσιους φορείς την τελευταία τριετία. Το αντικείμενο της σύμβασης αφορά την παροχή υπηρεσιών και προμηθειών (περιλαμβάνοντας καθημερινές υπηρεσίες, αργίες, και Κυριακές), με αναλυτικές τεχνικές προδιαγραφές στο Παράρτημα Ι της διακήρυξης. Ο προσφεύγων θεωρεί ότι οι όροι αυτοί εισάγουν ανεπίτρεπτη διάκριση και περιορίζουν τον ανταγωνισμό, παράβαλλοντας την αρχή της αναλογικότητας, καθώς η προϋπάρχουσα εμπειρία του (σε τρεις συμβάσεις, όχι αποκλειστικά με δημόσιους φορείς) δεν ικανοποιεί τα κριτήρια.
ΕΣ/Τ7/117/2009
Προγραμματική σύμβαση μεταξύ του Δήμου και του Εργαστηρίου Υδρογεωχημικής Μηχανικής και Αποκατάστασης Εδαφών του Τμήματος Μηχανικών Περιβάλλοντος του Πολυτεχνείου … Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, οι προγραμματικές συμβάσεις είναι συμφωνίες που θέτουν το γενικό πλαίσιο για την οργάνωση και διαχείριση δημοσίων υπηρεσιών και την άσκηση κρατικών δραστηριοτήτων διαμέσου των φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης ή της καθ΄ ύλην αποκεντρωμένης διοίκησης, με τη μελέτη και εκτέλεση έργων και προγραμμάτων ανάπτυξης μιας περιοχής και την παροχή υπηρεσιών κάθε είδους. Τα νομικά πρόσωπα που μπορούν να συνάπτουν τέτοιες συμβάσεις με το Δημόσιο, μεταξύ τους ή και με φορείς του δημόσιου τομέα του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, προσδιορίζονται ειδικά και περιοριστικά στις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 225 του Δ.Κ.Κ., από τις οποίες προκύπτει ότι τα Α.Ε.Ι. και τα Εργαστήριά τους – τα οποία δεν διαφοροποιούνται από το νομικό πρόσωπο των Α.Ε.Ι., αφού ανήκουν σε Τμήματα των Α.Ε.Ι., δηλαδή λειτουργικές ακαδημαϊκές μονάδες στις οποίες διαιρούνται οι Σχολές των Α.Ε.Ι.- έχουν τη δυνατότητα να συνάπτουν προγραμματικές συμβάσεις με τους λοιπούς φορείς του άρθρου αυτού. Περαιτέρω, οι Ειδικοί Λογαριασμοί που συστήθηκαν στα Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. για την αξιοποίηση κονδυλίων επιστημονικής έρευνας, αποτελούν χωριστή ομάδα περιουσίας εντός της περιουσίας των Α.Ε.Ι και Τ.Ε.Ι, με διοικητική, διαχειριστική και δημοσιονομική αυτοτέλεια, δεν έχουν όμως χωριστή νομική προσωπικότητα από το εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο υπάγονται (βλ. Πρ. VII Τμ. 131/2006 και Αποφ. ΙV Τμ. 2197/2005, VΙ Τμ.1871/2004, 230/2005). Περαιτέρω όμως, η προαναφερθείσα προγραμματική σύμβαση δεν είναι νόμιμη, καθόσον, με εξαίρεση το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσής της, το οποίο προκύπτει επαρκώς από το άρθρο 3 αυτής, δεν περιέχει λοιπά, αναγκαία για το κύρος της στοιχεία, αφού α) το αντικείμενο αυτής περιγράφεται κατά τρόπο γενικό, β) δεν προσδιορίζονται τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών, γ) δεν καθορίζονται οι πόροι από τους οποίους θα καλυφθούν οι αναλαμβανόμενες οικονομικές υποχρεώσεις, δ) δεν προβλέπονται ρήτρες για την περίπτωση παραβίασης από τα συμβαλλόμενα μέρη των υποχρεώσεών τους από τη σύμβαση και ε) δεν ορίζεται το όργανο παρακολούθησης της εφαρμογής αυτής.
ΔΕΚ/C-573/2007
«Δημόσιες συμβάσεις – Διαδικασίες σύναψης – Σύμβαση σχετικά με την υπηρεσία συλλογής, μεταφοράς και διάθεσης των αστικών αποβλήτων – Σύναψη της σύμβασης χωρίς διαγωνισμό – Απευθείας ανάθεση σε ανώνυμη εταιρία της οποίας μεν το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου σε δημόσιους φορείς, αλλά το καταστατικό προβλέπει τη δυνατότητα συμμετοχής ιδιωτικών κεφαλαίων» Η απευθείας ανάθεση δημόσιας σύμβασης δεν απαγορεύεται όταν η αναθέτουσα αρχή ασκεί έλεγχο ανάλογο με αυτόν που ασκεί στις δικές της υπηρεσίες
ΔΕΚ/C-324/1998
Περίληψη Η οδηγία 93/38, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, διέπει σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας που συνήφθη γραπτώς μεταξύ, αφενός, επιχειρήσεως η οποία είναι ειδικώς επιφορτισμένη από τη νομοθεσία κράτους μέλους να εκμεταλλεύεται υπηρεσία τηλεπικοινωνιών και της οποίας το κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου στις δημόσιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους και, αφετέρου, ιδιωτικής επιχειρήσεως, οσάκις με τη σύμβαση αυτή η πρώτη επιχείρηση αναθέτει στη δεύτερη τη δημιουργία και την έκδοση εντύπων και ηλεκτρικώς χρησιμοποιουμένων πινάκων συνδρομητών του τηλεφώνου (τηλεφωνικών καταλόγων) για να διανέμονται στο κοινό. άντως αν και διέπεται από την οδηγία 93/38, μια τέτοια σύμβαση αποκλείεται, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, από το πεδίο εφαρμογής της τελευταίας λόγω του γεγονότος, ιδίως, ότι η αντιπαροχή της πρώτης επιχειρήσεως προς τη δεύτερη συνίσταται στο ότι η δεύτερη αποκτά το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως της δικής της παροχής, ως ανταμοιβή. Αν και τέτοιες συμβάσεις, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, αποκλείονται του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 93/38, οι αναθέτοντες φορείς, όταν τις συνάπτουν, υποχρεούνται, εντούτοις, να τηρούν τους θεμελιώδεις κανόνες της Συνθήκης εν γένει και την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας ειδικότερα, συνεπαγομένη η αρχή αυτή, ιδίως, υποχρέωση διαφάνειας επιτρέπουσα στην αναθέτουσα αρχή να μπορεί να βεβαιώνεται για την τήρηση της αρχής αυτής. Η εν λόγω υποχρέωση διαφάνειας που απόκειται στην αναθέτουσα αρχή συνίσταται στη διασφάλιση, υπέρ όλων των ενδεχομένων αναδόχων, προσήκοντος βαθμού δημοσιότητας που να καθιστά δυνατό το άνοιγμα της αγοράς υπηρεσιών στον ανταγωνισμό καθώς και τον έλεγχο του αμερόληπτου χαρακτήρα των διαδικασιών διαγωνισμού. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να αποφανθεί ως προς το αν η υποχρέωση αυτή τηρήθηκε στην υπόθεση της κύριας δίκης και να εκτιμήσει επιπλέον το λυσιτελές των προσκομισθέντων προς τον σκοπό αυτόν αποδεικτικών στοιχείων. ( βλ. σκέψεις 58, 60-63, διατακτ. 1-4 )
ΓΝΩΜΗ/Δ-ΕΑΔΗΣΥ/24/2020
Η Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.) εξέδωσε σύμφωνη γνώμη για την προσφυγή του Δήμου Καστοριάς σε διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση, βάσει του άρθρου 32 παρ. 2 περ. γ' του ν. 4412/2016, λόγω κατεπείγουσας ανάγκης. Η ανάθεση αφορά προμήθεια καυσίμων θέρμανσης και κίνησης για τους φορείς του Δήμου και τα νομικά του πρόσωπα, συνολικού προϋπολογισμού 354.066,04€ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ), για περίοδο τεσσάρων μηνών. Η Αρχή κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διαδικασίας, καθώς οι προηγούμενες διαγωνιστικές διαδικασίες απέβησαν άγονες και υπάρχει επείγουσα ανάγκη λόγω εξάντλησης των ποσοτήτων από προηγούμενες συμβάσεις, χωρίς να οφείλονται οι καταστάσεις σε ευθύνη του Δήμου.
ΕΣ/ΚΛ.Ε/545/2019
Βελτίωση παιδικών χαρών...Με τα δεδομένα αυτά, το Κλιμάκιο διαπιστώνει ότι, ενόψει των περιλαμβανομένων στην .... απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού (Β’ ....) διαπιστώσεων, υφίστανται επαρκώς εύλογες ενδείξεις που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ανάδοχος εταιρεία είχε συνάψει κατά το χρονικό διάστημα από 29.11.2010 έως 30.11.2010 συμφωνίες με άλλους οικονομικούς φορείς, με στόχο τη στρέβλωση του ανταγωνισμού. Η αρνητική, όμως, απάντηση που διατυπώθηκε στο ερώτημα «Έχει συνάψει ο οικονομικός φορέας συμφωνίες με άλλους οικονομικούς φορείς με σκοπό τη στρέβλωση του ανταγωνισμού» του υποβληθέντος από αυτή Τυποποιημένου Εντύπου Υπεύθυνης Δήλωσης δεν άγει σε άνευ ετέρου αποκλεισμό της από την ελεγχόμενη διαγωνιστική διαδικασία λόγω της ανακριβούς συμπλήρωσης του εν λόγω εγγράφου. Τούτο, διότι το ερώτημα είχε διατυπωθεί κατά τρόπο ώστε να μην καθίσταται σαφές αν ζητείται από το διαγωνιζόμενο να δηλώσει οποιαδήποτε συμφωνία που τυχόν έχει συνάψει στο παρελθόν με σκοπό τη στρέβλωση του ανταγωνισμού ή μόνο αυτές που αφορούν στο συγκεκριμένο διαγωνισμό (βλ. τη 1082/2018 απόφαση της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών, με την οποία υιοθετήθηκε η δεύτερη ερμηνευτική εκδοχή). Εξάλλου, κατά το χρόνο διενέργειας του διαγωνισμού (27.4.2018) δεν είχε ακόμα δημοσιευτεί η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.2018 επί της υπόθεσης C-124/17 (Vossloh Laeis GmbH κατά Stadtwerke München GmbH), με την οποία κρίθηκε ότι η τριετής περίοδος αποκλεισμού «από την ημερομηνία του σχετικού γεγονότος», η οποία προβλέπεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 57 της Οδηγίας 2014/24, που μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με την παρ. 10 του άρθρου 73 του ν.4412/2016, άρχεται από το χρόνο έκδοσης της σχετικής απόφασης της αρμόδιας Αρχής και όχι από το χρόνο συντέλεσης της παράβασης και, συνεπώς, δεν ήταν κατά το χρόνο υποβολής του ΤΕΥΔ σαφές αν έπρεπε να δηλωθούν συμφωνίες που είχαν λάβει χώρα, όπως οι επίμαχες, σε χρόνο προγενέστερο των τριών ετών από τη διενέργεια του διαγωνισμού, η σύναψή τους όμως διαπιστώθηκε με απόφαση του αρμόδιου οργάνου, ληφθείσα εντός της ως άνω τριετούς προθεσμίας, λαμβανομένου υπόψη ότι η ανωτέρω .... απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού εκδόθηκε στις 20.3.2017 και δημοσιεύτηκε στις 14.7.2017. Συνεπώς, με βάση τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης, η σχετική ασάφεια του εν λόγω τεύχους δημοπράτησης, η οποία εγείρει ζητήματα ερμηνείας και δύναται αντικειμενικά να παραπλανήσει τους διαγωνιζόμενους ως προς τις ειδικότερες υποχρεώσεις τους, δεν δύναται, τελικώς, να αποβεί σε βάρος αυτών (βλ. σκ. 3.4) και, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχε λόγος αποκλεισμού της αναδειχθείσας αναδόχου εκ του λόγου ότι απάντησε αρνητικά στο προαναφερόμενο ερώτημα του Ε.Ε.Ε.Π.. Δεδομένου, όμως, ότι σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 73 του ν.4412/2016, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας σύναψης σύμβασης, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να αποκλείουν οικονομικό φορέα, όταν αποδεικνύεται ότι εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις της παρ. 4 του ίδιου άρθρου και ότι με την ως άνω απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού διαπιστώθηκε η εκ μέρους της εν λόγω εταιρείας σύναψη συμφωνίας με άλλους οικονομικούς φορείς με στόχο τη στρέβλωση του ανταγωνισμού, η αναθέτουσα αρχή όφειλε, τηρώντας τη διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους 7 έως 9 του άρθρου 73 του ν.4412/2016, να καλέσει την ως άνω εταιρεία να προσκομίσει στοιχεία, προκειμένου να αποδείξει ότι έλαβε επανορθωτικά μέτρα επαρκή για την απόδειξη της αξιοπιστίας της, παρότι συντρέχει ο σχετικός λόγος αποκλεισμού (Ε.Σ. Ε΄ Κλ. 291/2019).