ΓΝΩΜΗ/Δ-ΕΑΔΗΣΥ/117/2018
Τύπος: Έγγραφα
Η Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΑΔΗΣΥ) εξέδωσε σύμφωνη γνώμη για τη διενέργεια διαδικασίας διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 2 α΄ του ν.4412/2016, για την προμήθεια ενός ΚΙΤ Αναβάθμισης Υλικού AHRU και ενός τεμαχίου AHRU τύπου LCR-100 από τη Διοίκηση Αεροπορικής Υποστήριξης (ΔΑΥ). Η απόφαση ελήφθη έπειτα από δύο άγονες διαγωνισμούς (Δ.2/18 και ΔΕ.26/18), όπου δεν υποβλήθηκαν προσφορές. Το συνολικό ποσό της προμήθειας ανέρχεται σε 300.000,00€ προ ΦΠΑ, χωρίς ουσιαστική τροποποίηση των όρων των προηγούμενων διαγωνισμών.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΓΝΩΜΗ/Δ-ΕΑΔΗΣΥ/90/2019
Η απόφαση Δ 90/2019 της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.) αφορά τη σύμφωνη γνώμη για τη διενέργεια διαδικασίας διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 περ. β' του ν.4412/2016, για την ανάθεση σύμβασης προμήθειας εξοπλισμού αναβάθμισης των ακαδημαϊκών υποδομών της Πανεπιστημιακής Μονάδας Ρόδου του Πανεπιστημίου Αιγαίου, με συνολικό προϋπολογισμό 68.536,86 € πλέον ΦΠΑ. Η απόφαση λαμβάνει χώρα έπειτα από δύο άγονες διαγωνιστικές διαδικασίες, όπου δεν υποβλήθηκαν επιλέξιμες προσφορές. Η Αρχή κρίνει ότι πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη διαδικασία διαπραγμάτευσης, καθώς οι προηγούμενες διαδικασίες ήταν νόμιμες και οι προσφορές που υποβλήθηκαν κρίθηκαν μη κανονικές ή απαράδεκτες.
ΕΣ/ΤΜ.1/183/2016
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΟΡΘΩΣΗ:Ζητείται παραδεκτώς η ακύρωση της 122/0052/24.1.2012 απόφασης του αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με την οποία επιβλήθηκε δημοσιονομική διόρθωση σε βάρος του εκκαλούντος ποσού 551.565 ευρώ, που προέρχεται από χρηματοδότηση της πράξης με κωδικό ΟΠΣ 237059/2 του υποέργου «αναβάθμιση του συστήματος μαγνητικού τομογράφου».΄(...)Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, η επίμαχη απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης και ανάκτησης του ως άνω ποσού παρίσταται νόμιμη, καθόσον το εκκαλούν νομικό πρόσωπο δεν προχώρησε σε αναβάθμιση ενός ήδη λειτουργούντος αξονικού τομογράφου σύμφωνα με τις διατάξεις του εδ. VI της παρ. 13 του άρθρου 2 του ν.2286/1995, της παρ. 2β του άρθρου 25 του π.δ. 60/2007 και της παρ. 2β του άρθρου 31 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (πρβλ. Ε.Σ. 2097/2011), αλλά στην εξ αρχής προμήθεια ενός αξονικού τομογράφου με διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά από τα προκηρυχθέντα, τροποποιώντας κατ’ ουσία τους όρους του διαγωνισμού, αφού προέβη σε βελτίωση των αρχικά προβλεπόμενων τεχνικών προδιαγραφών και κατά συνέπεια σε τροποποίηση του φυσικού αντικειμένου της σύμβασης, παραβιάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και διαφάνειας (πρβλ. ΣτΕ 1059/2008). Εξάλλου, η δυνατότητα της αναθέτουσας αρχής να προσφύγει στη διαδικασία της απευθείας ανάθεσης (συμπληρωματική σύμβαση) χωρίς δημοσίευση προκήρυξης (άρθρα 25 παρ. 2β του π.δ. 60/2007 και 31 παρ. 2β της οδηγίας 204/18/ΕΚ) προϋποθέτει ότι η αρχική σύμβαση έχει ήδη εκτελεστεί, γεγονός που δε συνέτρεξε εν προκειμένω, αφού είχε μεν υπογραφεί η αρχική σύμβαση προμήθειας αξονικού τομογράφου, αυτός όμως δεν είχε παραδοθεί (πρβλ. Ε.Σ. 1281/2010, 149/2009, 86/2008, πραξ. IV Τμ. 132/2007, Στ Κλιμ. 93/2001), τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από το εκκαλούν είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω, αλυσιτελώς προβάλλεται από το εκκαλούν ότι η παράταση του χρόνου παράδοσης και εγκατάστασης του αξονικού τομογράφου έγινε προκειμένου να αποφευχθούν προβλήματα δυσλειτουργίας και περαιτέρω οικονομικής επιβάρυνσης του Νοσοκομείου. Επιπλέον, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι δεν αιτιολογείται η ανάγκη αναβάθμισης του εν λόγω αξονικού τομογράφου πριν καν αυτός εγκατασταθεί, ενώ τα αναφερόμενα στην επιστολή του Διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας του Τμήματος Αξονικής Τομογραφίας και του Διευθυντή της Τεχνικής Υπηρεσίας στην οποία παραπέμπει η 9/15.4.2009 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Νοσοκομείου ότι κατά αυτόν τον τρόπο το μηχάνημα «θα αξιοποιηθεί πλήρως και θα επεκταθεί τεχνολογικά καλύπτοντας τις διαγνωστικές απαιτήσεις του μέλλοντος με την απόκτηση των ακόλουθων στοιχείων τα οποία προσεφέρθησαν προς επιλογή από την εταιρεία στον εν λόγω διαγωνισμό και αξιολογήθηκαν», πέραν του ότι είναι γενικόλογα και αόριστα, δεν παραθέτουν εκείνους τους τεχνικούς λόγους για τους οποίους κατέστη αναγκαία η προσφυγή στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης και η σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης σε τόσο σύντομο μάλιστα χρονικό διάστημα από την υπογραφή της αρχικής σύμβασης. Περαιτέρω, αόριστα με την υπό κρίση έφεση προβάλλεται ότι μελλοντική αναβάθμιση του εν λόγω αξονικού τομογράφου για λόγους τεχνικής ομοιογένειας και συμβατότητας των συστημάτων θα ανατίθετο υποχρεωτικά στην αρχική προμηθεύτρια εταιρεία. Εξάλλου, αλυσιτελώς προβάλλεται για την αιτιολόγηση της απευθείας ανάθεσης το γεγονός ότι το κόστος της βασικής σύνθεσης και το κόστος της αναβάθμισης που προσέφερε η προμηθεύτρια εταιρεία είναι μικρότερο από το κόστος της βασικής σύνθεσης της ΦΙΛΙΠΣ ΑΕΒΕ. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος καθίσταται και ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του εκκαλούντος νομικού προσώπου περί συνδρομής στο πρόσωπό του συγγνωστής πλάνης, ενόψει ότι α) ζητούνταν με τη διακήρυξη να προσφερθούν και οι δυνατότητες αναβάθμισης του μηχανήματος, β) καμία από τις συμμετέχουσες στο διαγωνισμό εταιρείες δεν αμφισβήτησε τους όρους της διακήρυξης όσον αφορά τις δυνατότητες αναβάθμισης, γ) η προμήθεια του μηχανήματος υφίστατο όταν συνήφθη η σύμβαση αναβάθμισης, δ) οποιαδήποτε αναβάθμιση στο μέλλον θα ανατίθετο υποχρεωτικά στην ίδια προμηθεύτρια εταιρεία και ε) η σύμβαση αναβάθμισης είχε τύχει προεγκρίσεως από την Περιφέρεια Ηπείρου, με αποτέλεσμα να του δημιουργηθεί δικαιολογημένα η πεποίθηση ότι η ως άνω διαδικασία είναι νόμιμη. Τούτο δε διότι, λόγοι αναγόμενοι στην προαίρεση του τελικού δικαιούχου δεν είναι δυνατό να προβληθούν στο πλαίσιο δημοσιονομικής ανάκτησης που ερείδεται σε αντικειμενικά μόνο δεδομένα, όπως στην προκείμενη περίπτωση, που η αιτία ανάκτησης συνίσταται στην παραβίαση του εθνικού και κοινοτικού δικαίου σχετικά με την ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων (πρβλ. Ε.Σ. Ολομ. 487/2014, 210/2011, Ι Τμ. 1748/2015, 2341/2014, C-385/02 Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκ. 40). Ενόψει των ανωτέρω παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των ισχυρισμών του εκκαλούντος, με τους οποίους αμφισβητείται η ερειδόμενη σε διαφορετική νομική βάση διαπιστωθείσα από την Ε.Δ.Ε.Λ. και περιλαμβανόμενη στην ως άνω, από 16.4.2010 Έκθεση Ελέγχου, παράβαση, που αφορά στη μη σαφή διατύπωση των όρων της 36/6.12.2007 διακήρυξης ανοικτού διαγωνισμού, με συνέπεια την ανάδειξη του αναδόχου προμηθευτή, στον οποίο μετέπειτα ανατέθηκε η επίδικη συμπληρωματική προμήθεια, κατά παρέκκλιση των αρχών της διαφάνειας και της ίση μεταχείρισης των διαγωνιζομένων λόγω την αδυναμίας επιβεβαίωσης από την αναθέτουσα αρχή της κατάρτισης στο διαγωνισμό ισοδύναμης συγκριτικά σύνθεσης και τιμής εκ μέρους των συμμετεχόντων και περαιτέρω την αδυναμία σύγκρισης και βαθμολόγησης κατά τρόπο ενιαίο και αντικειμενικό των υποβληθέντων σε αυτόν προσφορών.
ΔΕΝ ΑΝΑΙΡΕΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣ/ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/333/2021
ΣΤΕ ΕΑ 1041/2010
Μελέτες-Διαγωνισμός: Από τα ανωτέρω δεδομένα προκύπτει ότι η αναθέτουσα αρχή έκρινε ότι η σύμπραξη … δεν ήταν αποκλειστέα από το διαγωνισμό λόγω αποχωρήσεως από το εταιρικό πτυχίο ενός εκ των μελών της του …, διότι η μεταβολή αυτή στη στελέχωση του μελετητικού γραφείου … κ.λπ. δεν επηρεάζει την ομάδα μελέτης της εν λόγω σύμπραξης. Υπό την έννοια αυτή, η απόφαση της αναθέτουσας αρχής να μην αποκλείσει τη σύμπραξη αυτή από το διαγωνισμό, η οποία περιέχεται στο ΔΔ 2464/23.7.2009 έγγραφό της προς την αιτούσα, φαίνεται νόμιμη, εφ’ όσον λαμβάνει υπόψιν τα κριτήρια του νόμου (άρθρου 18 παρ. 3 ν. 3316/2005), σύμφωνα με τα οποία απεφάνθη ότι η αποχώρηση του ανωτέρω μελετητού δεν επηρεάζει την ομάδα μελέτης. Κατά της αποφάσεως αυτής, που εμπεριέχει την ουσιαστική κρίση της Διοικήσεως, η αιτούσα δεν προβάλλει ούτε προέβαλε ενώπιον της Διοικήσεως με την ένσταση και την προδικαστική προσφυγή που άσκησε στο παρόν στάδιο του διαγωνισμού συγκεκριμένες αιτιάσεις, αρκούμενη να παραπονεθεί ότι οι ισχυρισμοί της απερρίφθησαν με ενημερωτικό έγγραφο, προσθέτοντας αορίστως ότι συντρέχει παράβαση των ανωτέρω διατάξεων του ν. 3316/2005 «κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα διεξαγωγής του διαγωνισμού και εξέτασης των ενστάσεων και των προσφυγών, ενώ είχε ήδη λάβει χώρα η αποχώρηση του κ. … και δεν είχε υποβληθεί η σχετική υπεύθυνη δήλωση». Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί, ανεξαρτήτως αν προβάλλονται παραδεκτώς κατά της προσβαλλομένης πράξεως στο παρόν στάδιο του διαγωνισμού (ελέγχου των οικονομικών προσφορών), είναι αόριστοι και, συνεπώς, μη ουσιώδεις, δεν έχρηζαν δε ειδικωτέρας απαντήσεως από την αναθέτουσα αρχή. Συνεπώς, οι λόγοι με τους οποίους προβάλλεται ότι μη νομίμως δεν απεκλείσθη η σύμπραξη … από το διαγωνισμό και μάλιστα σε προγενέστερο του παρόντος στάδιο αυτού είναι απορριπτέοι.
ΕλΣυν.Τμ.Μειζ.-Επταμ.Συνθ/6268/2015
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ: Με την αίτηση αυτή ζητείται η αναθεώρηση της 4233/2015 Απόφασης του VI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου Ενόψει του ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις του Κ.Δ.Ε. είναι αναγκαστικού δικαίου, υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπουν άλλες παρεκκλίσεις απ' αυτές ούτε επιτρέπουν στους φορείς που υπάγονται στο κώδικα να διαμορφώνουν, κατά το δοκούν, το περιεχόμενο των διακηρύξεων, βάσει των οποίων δημοπρατούν δημόσια έργα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ειδικότερος ισχυρισμός ότι στη διακήρυξη δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται και τυχόν πρόσθετα δικαιολογητικά και στοιχεία που υποβάλλει αποκλειστικά ο μειοδότης, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι με βάση τη κατατεθείσα οικονομική προσφορά του είναι πράγματι σε θέση να εκτελέσει έντεχνα και εμπρόθεσμα το υπό δημοπράτηση έργο.(..)Περαιτέρω, δεν ασκεί επιρροή στην κατά τα ανωτέρω διαπιστωθείσα μη νομιμότητα του συγκεκριμένου όρου της Ε.Σ.Υ. η αποδοχή αυτού από την αρχικώς αναδειχθείσα προσωρινή μειοδότρια και τις λοιπές διαγωνιζόμενες εργοληπτικές επιχειρήσεις, αφού αυτές δεν ζήτησαν τον διοικητικό ή δικαστικό έλεγχο της κατακυρωτικής απόφασης, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού προβαλλόμενου ισχυρισμού του αιτούντος. Αντιστοίχως απορριπτέος είναι και ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι είναι μη νόμιμη η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που δέχθηκε ότι το δημόσιο συμφέρον μπορεί να εξυπηρετηθεί εξίσου αποτελεσματικά με την υποχρέωση υποβολής από τον ανάδοχο των σχετικών στοιχείων κατά την εκτέλεση του έργου, διότι δήθεν δεν προστατεύεται το δημόσιο συμφέρον με την επιλογή ενός εκ προοιμίου ακατάλληλου αναδόχου και την εκ των υστέρων έκπτωσή του από το έργο.(..)Τέλος, ο αιτών ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη έσφαλε κρίνοντας ότι η επίμαχη σύμβαση έχει κατά τον προέχοντα χαρακτήρα σύμβαση έργου και, ως εκ τούτου, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του Κ.Δ.Ε., διότι το κριτήριο του “προέχοντος χαρακτήρα της σύμβασης” έχει εφαρμογή στις δημόσιες συμβάσεις που εμπίπτουν στις κοινοτικές οδηγίες 2004/18 και 2004/17 ΕΚ και όχι σε συμβάσεις, όπως η ελεγχόμενη που διέπονται λόγω ποσού αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το αντικείμενο της δημοπρασίας (και αναλύεται στο συμβατικό τεύχος της τεχνικής περιγραφής), αυτό συνίσταται σε τεχνικό έργο που συνέχεται με το έδαφος, καθώς αφορά σε εργασίες αναβάθμισης του στίβου κλασσικού αθλητισμού και ανακατασκευής του υφιστάμενου γηπέδου ποδοσφαίρου στο Αθλητικό Κέντρο Δήμου ... Άλσος … και, κατά συνέπεια, αποτελεί δημόσιο έργο, το οποίο διέπεται κατ' αποκλειστικότητα και ενιαία από τις διατάξεις του Κ.Δ.Ε., ανεξαρτήτως του ότι ο ανάδοχος οφείλει να προμηθευθεί και τα υλικά που θα ενσωματώσει στο έργο. Κατ’ ακολουθία αυτών που προηγουμένως έγιναν δεκτά η κρινόμενη αίτηση αναθεώρησης και η υπέρ αυτής ασκηθείσα παρέμβαση πρέπει να απορριφθούν.
ΕλΣυν/Τμ/7/19/2010
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων,(N.3669/2008, πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 2539/1997 ,όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 3274/2004 (ΦΕΚ Α΄ 195), αναδιατυπώθηκε με το άρθρο 24 παρ. 8 του ν. 3613/2007 (ΦΕΚ Α΄ 263/21.11.2007) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 παρ. 14 του ν. 3731/2008 (ΦΕΚ Α΄ 263/23.12.2008) η διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί για την ανάδειξη αναδόχου εργοληπτικής εταιρείας για την κατασκευή ενός δημοτικού έργου τελεί κάθε φορά σε συνάρτηση με την σπουδαιότητα και την εξειδικευμένη φύση του ανατιθέμενου έργου, καθώς και με το ύψος της συνολικής δαπάνης που απαιτείται για την κατασκευή του. Ειδικότερα, η επιλογή αναδόχου με τη διενέργεια τακτικού διαγωνισμού αποβλέπει στην προσέλευση μεγάλου ή έστω ικανού αριθμού υποψηφίων, με αντικειμενικό σκοπό την ανάπτυξη επαρκούς ανταγωνισμού και την διασφάλιση των οικονομικών κυρίως συμφερόντων του οικείου Δήμου, με την επιλογή της πλέον συμφέρουσας για αυτόν, από οικονομικής και τεχνικής άποψης, προσφοράς. Για το λόγο αυτό απαγορεύεται ο επιμερισμός της κατασκευής ενός «ενιαίου» έργου σε μερικότερα μη αυτοτελή έργα - έργα δηλαδή που από τεχνική και ουσιαστική άποψη όχι μόνο δεν μπορούν, αλλά και επιβάλλεται για το οικονομικοτεχνικώς άρτιο και το συμφέρον του ευρύτερου έργου να αποτελέσουν αντικείμενο ενιαίας δημοπρασίας - και στη συνέχεια η απευθείας ανάθεση αυτών χωριστά ή η ανάθεση κατόπιν πρόχειρου διαγωνισμού με βάση το ύψος της δαπάνης που προκύπτει από την κατάτμηση της συνολικής δαπάνης που απαιτείται για την κατασκευή του «ενιαίου» έργου, καθόσον με τον τρόπο αυτό επιχειρείται, κατά περιγραφή των οικείων διατάξεων, η μη τήρηση της οριζόμενης από τις διατάξεις αυτές διαδικασία διενέργειας τακτικού διαγωνισμού (βλ. Πράξεις VII Τμ. 45/2009, 79/2008 47, 134, 139, 142/2008, 4, 267/2007, 83, 145, 164, 259, 280/2006, 70/2005, IV Τμ. 136, 137/2004, 193, 37/2003, 88/97, 93/1999 κ.ά.). Το ενιαίο, δε, του έργου κρίνεται κατά περίπτωση με βάση λειτουργικά κριτήρια και ειδικότερα την οικονομικοτεχνική λειτουργία των ανατιθέμενων μερικότερων έργων, το είδος των απαιτούμενων για την κατασκευή καθενός από τα έργα αυτά εργασιών, την ύπαρξη μιας αναδόχου εργοληπτικής εταιρείας ή περισσοτέρων ασχολούμενων με το αυτό αντικείμενο, την ταυτόχρονη ανάθεση της κατασκευής των μερικότερων έργων, την ομοιότητα των μελετών, τη δυνατότητα πραγματοποίησης του συνόλου των εργασιών από μία και μόνο επιχείρηση, τη χρονική διάρκεια κατασκευής τους, την ενότητα του γεωγραφικού πλαισίου, εντός του οποίου θα εκτελεστούν τα ανατιθέμενα έργα. Κατά συνέπεια, ο επιμερισμός της κατασκευής ενός ενιαίου δημοτικού έργου, η εκτέλεση του οποίου λαμβάνει χώρα εντός του γεωγραφικού πλαισίου του Δήμου, σε περισσότερα ομοειδή έργα, για τα οποία έχουν αναγραφεί ιδιαίτερες πιστώσεις στον οικείο προϋπολογισμό, προς αποφυγή της διαδικασίας επιλογής αναδόχου με δημόσιο ανοικτό διαγωνισμό δεν είναι νόμιμος και επομένως, δεν είναι νόμιμη και η δαπάνη που προκαλείται από την εκτέλεση των έργων αυτών (βλ. Πράξεις VIΙ Τμ. 83, 164, 259/2006, 4, 210, 267/2007, 45/2009 κ.ά.)……Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις προηγούμενες σκέψεις, το Τμήμα κρίνει ότι τα ανωτέρω έργα, που εκτελέστηκαν στο Δήμο ..., δεν είναι χωριστά και αυτοτελή έργα, αλλά αποτελούν ένα ενιαίο δημοτικό έργο, διότι περιλαμβάνουν τις ίδιες ή παρεμφερείς εργασίες για την κατασκευή τους -ήτοι τσιμεντοστρώσεις και ασφαλτοστρώσεις- οι οποίες εκτελούνται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο (Δ.Δ. …), κατά την ίδια χρονική περίοδο, επιπλέον δε ανατέθηκαν ταυτόχρονα τα τρία στην ίδια εταιρεία και λίγο μεταγενέστερα το τέταρτο. Κατά συνέπεια, δεν είναι νόμιμη η κατάτμηση του ενιαίου αυτού έργου σε τέσσερα επιμέρους έργα με το χαρακτηρισμό αυτών ως αυτοτελών «μικρών έργων», με σκοπό την αποφυγή διενέργειας δημόσιου ανοικτού διαγωνισμού και την προσφυγή αφενός στην εξαιρετική διαδικασία της απευθείας ανάθεσης (για τα τρία εξ αυτών) και αφετέρου στην εξαιρετική διαδικασία του πρόχειρου διαγωνισμού (για το τέταρτο έργο), δεδομένου ότι ναι μεν ούτε ο προϋπολογισμός καθενός από τα τρία πρώτα έργα ούτε και ο προϋπολογισμός του τέταρτου εξ αυτών υπερβαίνουν τα ποσά που τίθενται από τις προαναφερόμενες διατάξεις ως όρια για την απευθείας ανάθεση έργου σε εργοληπτική επιχείρηση ή για την προσφυγή στη διαδικασία του πρόχειρου διαγωνισμού (10.271,46 ευρώ χωρίς Φ.Π.Α. και 45.000,00 ευρώ με Φ.Π.Α., αντίστοιχα), πλην όμως ο προϋπολογισμός της συνολικής τους δαπάνης ανέρχεται στο ποσό των 52.781,48 ευρώ (44.354,42 ευρώ χωρίς Φ.Π.Α.), που υπερβαίνει τόσο το προαναφερόμενο όριο της απευθείας ανάθεσης δημοτικών έργων όσο και αυτό για τη διενέργεια πρόχειρου διαγωνισμού.
ΣτΕ/1208/2012
Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ερμηνευόμενων σε συνδυασμό με τον γενικό κανόνα του άρθρου 63 παρ. 1, 2 και 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και ενόψει της παρατιθέμενης στη σκέψη 10 πάγιας συναφούς νομολογίας του Δικαστηρίου, αν η τασσόμενη στη Διευθύνουσα Υπηρεσία μηνιαία από την υποβολή του λογαριασμού προθεσμία παρέλθει άπρακτη, ο λογαριασμός δεν θεωρείται ότι έγινε αποδεκτός, δηλαδή ότι έχει αυτοδικαίως εγκριθεί, αλλά ότι η Διευθύνουσα Υπηρεσία έχει σιωπηρώς αρνηθεί την έγκρισή του. Και τούτο διότι στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 104 του π.δ. 696/1974 ορίζεται μεν προθεσμία ενός μηνός για τον έλεγχο και την έγκριση του λογαριασμού, δεν προβλέπεται όμως ότι, με την άπρακτη πάροδο αυτής, ο λογαριασμός θεωρείται αυτοδικαίως εγκεκριμένος. Ούτε βεβαίως θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι, μολονότι δεν ορίζεται τούτο ρητώς, η βούληση του νομοθέτη ήταν μόνη η άπρακτη πάροδος της μηνιαίας προθεσμίας, οφειλόμενη σε αδράνεια, για οποιονδήποτε λόγο, των αρμόδιων υπαλλήλων, να έχει ως συνέπεια την αμετάκλητη αυτοδίκαιη έγκριση του λογαριασμού και ακολούθως την υποχρέωση του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. να καταβάλλουν δημόσιο χρήμα, ανεξάρτητα από τις τυχόν πλημμέλειες που αυτός έχει, δηλαδή ανεξάρτητα από το εάν το ποσό του λογαριασμού διεκδικείται παρανόμως ή αχρεωστήτως. Και μάλιστα χωρίς να παρέχεται καμία δυνατότητα πλέον στη Διοίκηση να προβεί, μετά την άπρακτη πάροδο της μηνιαίας προθεσμίας, στην έκδοση πράξης με την οποία ρητώς θα αρνείται την έγκριση του λογαριασμού ή θα τροποποιεί αυτόν για λόγους νομιμότητας, είτε διότι ο λογαριασμός είναι αντίθετος προς διατάξεις νόμου ή τη σύμβαση είτε διότι στηρίζεται σε στοιχεία ανύπαρκτα ή ανακριβή [πρβλ. και την Α.Π. 1127/2006, με την οποία ο Άρειος Πάγος, ερμηνεύοντας τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 8 (ήδη παρ. 10) του ν. 1418/1984 και του άρθρου 40 παρ. 7 του π.δ. 609/1985 (223Α’), έκρινε ότι η, λόγω της άπρακτης παρόδου της μηνιαίας προθεσμίας, σιωπηρή έγκριση του λογαριασμού ισχύει «μόνον επί λογαριασμών που, άσχετα από την ουσιαστική βασιμότητα των καθέκαστα στοιχείων τους, πληρούν τους όρους νομιμότητάς τους», ενώ δεν αφορά λογαριασμούς που δεν έχουν όλα τα απαιτούμενα για τη νομιμότητά τους στοιχεία]. Όπου άλλωστε ο νομοθέτης θέλησε η άπρακτη πάροδος της τασσόμενης με τη νομοθεσία για την εκπόνηση των μελετών στα διοικητικά όργανα προθεσμίας προς ενέργεια, να μην συνιστά σιωπηρή απόρριψη, αλλά να ισοδυναμεί με πράξη θετικού περιεχομένου για το μελετητή, δηλαδή με αποδοχή υποβαλλομένου αιτήματος, όρισε τούτο ρητώς. Συγκεκριμένα, πρόκειται για το άρθρο 22 παρ. 1 και 2 του ν. 716/1977, όπου ρητώς ορίζεται ότι η παραλαβή της μελέτης, η οποία πραγματοποιείται με την έκδοση αφενός βεβαίωσης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας για συμμόρφωση του μελετητή προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις και αφετέρου της εγκριτικής της μελέτης απόφασης του εργοδότη, συντελείται εντός προθεσμίας (που καθορίστηκε στη συνέχεια με το άρθρο 19 παρ. 1 του εκτελεστικού του νόμου αυτού π.δ. 194/1979) (παρ. 1), και ότι, αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, «η παραλαβή της μελέτης θεωρείται ως αυτοδικαίως συντελεσθείσα» μετά την πάροδο διμήνου από την υποβολή, μετά την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας, ειδικής αίτησης του μελετητή για τη διενέργεια της παραλαβής (παρ. 2).(...) Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω γενομένων δεκτών στις σκέψεις 12 έως 14, θα έπρεπε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθό μέρος έκρινε ότι ο υποβληθείς λογαριασμός είχε αυτοδικαίως εγκριθεί και ότι ανακύπτει υποχρέωση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης να καταβάλει στην ανάδοχο το ποσό αυτού των 228.401,81 ευρώ. Λόγω όμως της μείζονος σπουδαιότητας του ανωτέρω ζητήματος, εάν δηλαδή, κατά την έννοια των εφαρμοστέων εν προκειμένω διατάξεων του άρθρου 104 παρ. 1 του π.δ. 696/1974 και του άρθρου 63 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η άπρακτη πάροδος της μηνιαίας προθεσμίας από την υποβολή του λογαριασμού του μελετητή συνεπάγεται τη σιωπηρή έγκριση αυτού και η Διοίκηση υποχρεούται να καταβάλει τα αναφερόμενα στον λογαριασμό χρηματικά ποσά, χωρίς να έχει καμία δυνατότητα επανόδου, ως αναρμόδια πλέον κατά χρόνον, ανεξαρτήτως των νομικών πλημμελειών του λογαριασμού, δηλαδή έστω και αν τα ανωτέρω ποσά ζητούνται παρανόμως ή αχρεωστήτως ή εάν, αντιθέτως, σύμφωνα με τα ομοφώνως γενόμενα δεκτά στις σκέψεις 12 έως 14, η άπρακτη πάροδος της μηνιαίας προθεσμίας συνεπάγεται την άρνηση έγκρισης του λογαριασμού και μάλιστα όταν ο λογαριασμός είναι μη νόμιμος, πρέπει το ζήτημα αυτό να παραπεμφθεί προς επίλυση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. α’ του π.δ. 18/1989.