Αριθμός Πρωτοκόλλου: Ν.1329/1983
Κύρωση ως Κώδικα του Σχεδίου Νόμου: "Εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας ανδρών και γυναικών στον Αστικό Κώδικα, τον Εισαγωγικό του Νόμο. Την Εμπορική Νομοθεσία και Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και μερικός εκσυγχρονισμός των διατάξεων του Αστικού Κώδικα που αφορούν το Οικογενειακό Δίκαιο".
ΦΕΚ: 25/Α/21.05.2019
Τύπος: ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ
Ιστορικό Κωδικοποιήσεων
Σχετικά Έγγραφα
Ν.5316/2026
Ενίσχυση της εφαρμογής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας και λοιπές διατάξεις - Ενσωμάτωση Οδηγίας (Ε.Ε.) 2023/970 - Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις.
ΣτΠ/48544/2026
Σχόλια και παρατηρήσεις επί του σχεδίου νόμου «Ενίσχυση της εφαρμογής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας και λοιπές διατάξεις - Ενσωμάτωση Οδηγίας (Ε.Ε.) 2023/970 – Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις»
Ν.5023/2023
Αρχή της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, επικαιροποίηση της ορολογίας του Αστικού Κώδικα, του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, του Κώδικα Συμβολαιογράφων και του ν. 4478/2017, για την εναρμόνισή της με τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία που κυρώθηκε με τον ν. 4074/2012 και λοιπές διατάξεις για τη διευκόλυνση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη των ατόμων με αναπηρία.
Ν.5090/2024
Παρεμβάσεις στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την επιτάχυνση και την ποιοτική αναβάθμιση της ποινικής δίκης - Εκσυγχρονισμός του νομοθετικού πλαισίου για την πρόληψη και την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας
Ο.3011/2024
Κοινοποίηση των άρθρων 61, 66, 74, 78, 82, 133, 138 του ν. 5090/2024 («Παρεμβάσεις στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την επιτάχυνση και την ποιοτική αναβάθμιση της ποινικής δίκης Εκσυγχρονισμός του νομοθετικού πλαισίου για την πρόληψη και την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας», Α'30)
ΝΣΚ/495/2007
Χορήγηση τριμήνου αδείας μετ’ αποδοχών σε άνδρα υπάλληλο (πατέρα), σύμφωνα με το άρθρο 52 παρ.4 του Ν 3528/2007.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
Οι διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 52 του Ν 3528/2007, με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση στη μητέρα υπάλληλο, που υιοθετεί τέκνο, άδειας τριών (3) μηνών με αποδοχές, υπό τις μνημονευόμενες στις διατάξεις αυτές προϋποθέσεις, ερμηνευόμενες υπό το φως τόσο της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας των δύο φύλων όσο και των αρχών του κοινοτικού δικαίου, περί της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών αλλά και της εναρμόνισης (συμφιλίωσης) μεταξύ της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, έχουν εφαρμογή και για τον πατέρα υπάλληλο, που υιοθετεί τέκνο.
ΔΕΔ/Θεσ/84/2025
Η απόφαση 84/2025 της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών απορρίπτει ως απαράδεκτη την ενδικοφανή προσφυγή που υποβλήθηκε κατά πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2023, με την οποία είχε καταλογιστεί συνολικό ποσό 2.035,31€. Ο προσφεύγων ζητούσε την ακύρωση της πράξης, αμφισβητώντας το τεκμήριο ελάχιστου ετήσιου εισοδήματος του άρθρου 28Α του Κ.Φ.Ε., υποστηρίζοντας ότι αντιβαίνει στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας. Η Διεύθυνση απέρριψε την προσφυγή καθώς διαπιστώθηκε ότι ο υπόχρεος είχε ήδη καταθέσει προηγούμενη ενδικοφανή προσφυγή κατά της ίδιας πράξης, καθιστώντας τη δεύτερη προσφυγή απαράδεκτη βάσει του άρθρου 70 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/390/2021
Έργο-Θετικές Δράσεις για την Ισότητα των Ευκαιριών μεταξύ Ανδρών και Γυναικών στις Μικρομεσαίες και Μεγάλες Επιχειρήσεις .Δημοσιονομική διόρθωση..Με την έφεση αυτή ζητείται η ακύρωση, άλλως η μεταρρύθμιση, της 2024/3.11.2011 πράξης καταλογισμού της Γενικής Γραμματέως Ισότητας των Φύλων του Υπουργείου Εσωτερικών. ....Υπό τα δεδομένα αυτά, η προσβαλλόμενη πράξη, με βάση όσα αναγράφονται στο σώμα της, είναι νομίμως αιτιολογημένη (βλ. σκ. 6), εφόσον προκύπτουν τα στοιχεία του επιχορηγηθέντος Υποέργου, το ποσό και η αιτία του καταλογισμού (παραβίαση των συμφωνηθέντων όρων εκ μέρους της εκκαλούσας) και το υπέρ ου ο καταλογισμός πρόσωπο (ήτοι το Ελληνικό Δημόσιο, καθώς ορίζεται ρητά ότι η επιστροφή του ποσού μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε ΔΟΥ, αποτελώντας έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού και κατονομάζοντας τον τίτλο του Κωδικού Αριθμού Εσόδου [ΚΑΕ] αυτού), κατά τα λοιπά δε, η αιτιολογία αυτή συμπληρώνεται νομίμως από τα λοιπά ως άνω στοιχεία και, ιδίως, την από 3.6.2009 έκθεση ελέγχου και την ΔΙΑΠ/Φ.2.5/ 4048/6.8.2009 απόφαση επί των αντιρρήσεων, όπου εξειδικεύονται και αναλύονται περαιτέρω οι παρατυπίες στις οποίες υπέπεσε η εκκαλούσα κατά την υλοποίηση του Υποέργου. Άλλωστε, αλυσιτελώς επικαλείται η εκκαλούσα ότι δεν τεκμηριώνεται η ιδιότητά της ως δημοσίου υπολόγου, διότι η ιδιότητα υπό την οποία καταλογίστηκε είναι εκείνη του λήπτη ενωσιακής και εθνικής χρηματοδότησης (τελικού αποδέκτη), υπόχρεου σε δημόσια λογοδοσία για τα ποσά που έλαβε, ενόψει και των δεσμεύσεων που εκουσίως ανέλαβε σύμφωνα με το οικείο κανονιστικό και συμβατικό πλαίσιο (βλ. σκ. 4, 5, 9 και 10). Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.(..)Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη, ακολούθως δε, να διαταχθεί η κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου έφεσης υπέρ του Δημοσίου (άρθρο 73 παρ. 4 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013, βλ. ήδη άρθρο 310 παρ. 1 ν. 4700/2020).
ΣΤΕ/3349/2012
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 96 παρ.1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν.2717/1999, ΦΕΚ Α΄97) «Δεν επιτρέπεται η μεταβολή του αντικειμένου της διαφοράς στο δεύτερο βαθμό. Επιτρέπεται όμως να προβληθεί, το πρώτο, αίτημα για παρεπόμενες απαιτήσεις, οι οποίες δημιουργήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση ύστερα από την οποία και εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση». Με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το δικάσαν δικαστήριο το αίτημα των αναιρεσειόντων περί αστικής ευθύνης του Δημοσίου οφειλόμενης σε παράλειψη νόμιμης ενέργειας, που συνίστατο στη μη ανάρτηση της επίμαχης υπουργικής αποφάσεως από το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η παρανομία, κατ’ επίκληση της οποίας ζητείτο αποζημίωση, είχε προταθεί το πρώτον με το δικόγραφο της εφέσεως, κατά παράβαση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 96 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (βλ. ΣτΕ 782-3/2011, 11/2011, 1021/2009 και 1515/2007). Συγκεκριμένα, με την αγωγή γινόταν μεν επίκληση των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, αλλά για το λόγο της μη εκδόσεως διαπιστωτικής πράξεως περί καταβολής αποζημιώσεως λόγω εφημεριών και μάλιστα, επί άλλης βάσεως και συγκεκριμένα, σχετικά με την αδικαιολόγητη εξαίρεση των ιατρών ΕΣΥ από την ευνοϊκή ρύθμιση της επίμαχης υπουργικής αποφάσεως και τη μη επέκταση εφαρμογής της ρυθμίσεως αυτής και στους ιατρούς, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας.
11. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι έσφαλε το δικάσαν δικαστήριο μη λαμβάνοντας υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό των αιτούντων ότι, εν πάση περιπτώσει, η από 14.6.1991 υπουργική απόφαση ίσχυσε de facto και παρήγαγε έννομες συνέπειες για όλους τους λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους, ανεξάρτητα από την ταξινόμησή της στις ανυπόστατες διοικητικές πράξεις, οπότε, με βάση την αρχή της ισότητας, έπρεπε να εφαρμοστεί και για τους αιτούντες η γενική ρύθμιση που ίσχυε για τον υπολογισμό της ωριαίας αποζημίωσης για υπερωριακή εργασία, κατά το διάστημα αυτό, για τους υπόλοιπους δημοσίους υπαλλήλους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι εφόσον κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, η επίμαχη υπουργική απόφαση δεν απέκτησε νόμιμη υπόσταση δεν μπορούσε να αποτελέσει νόμιμη βάση για την ικανοποίηση του αιτήματος των αιτούντων, ακόμη και αν αυτή είχε, μη νομίμως, τύχει εφαρμογής, σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων (βλ. ΣτΕ 11/2011, 1021/2009 και 3322/2005).Επειδή, μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη.
ΕΣ/ΜΕΙΖΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/26/2025
Η ρητή αυτή νομοθετική πρόβλεψη περί ολοσχερούς κατάργησης με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 του ν.4488/2017 των διατάξεων του άρθρου 62 περ. β΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα αποτυπώνει τη σαφή δικαιοπολιτική επιλογή του νομοθέτη να αποσυνδέσει πλήρως την ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά των υπαλλήλων από την οιασδήποτε έκτασης (ολική ή μερική) οριστική απώλεια του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Η ρύθμιση δε αυτή, η οποία έχει τεθεί κατά τρόπο αντικειμενικό και φέρει επαρκή δικαιολογητική βάση, συνεπαγόμενη την απόληψη από τον επίορκο καταδικασθέντα αμετακλήτως υπάλληλο σύνταξης του αυτού ύψους με τον ευόρκως υπηρετήσαντα και μετέπειτα συνταξιούχο δημόσιο υπάλληλο, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι εξομοιώνει αυθαίρετα τις δύο αυτές κατηγορίες υπαλλήλων, κατά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της αναλογικής ισότητας, δοθέντος πάντως ότι και ο επίορκος υπάλληλος παρείχε επί μακρόν υπηρεσίες επί τη βάσει νομίμως συσταθείσας δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης, διαθέτοντας τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα της θέσης του, έχοντας καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές και συμπληρώσει τις χρονικές προϋποθέσεις για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης από το δημόσιο, ώστε, ευλόγως, να δικαιούται, κατά γενικό συνταγματικό και νομοθετικό κανόνα (βλ. σκέψεις 13 και 16 της παρούσας), μία συνταξιοδοτική παροχή ανάλογη προς τις καταβληθείσες αποδοχές, όπως και ο ευόρκως υπηρετήσας. Σε κάθε περίπτωση, κατά τα παγίως κριθέντα, η ποινικώς κολάσιμη συμπεριφορά των υπαλλήλων δεν συνιστά πρόσφορο κριτήριο δυνάμενο να δικαιολογήσει εν προκειμένω, κατά τρόπο συνταγματικώς ανεκτό, την εξαίρεση της συγκεκριμένης κατηγορίας υπαλλήλων από τον ως άνω γενικό κανόνα και τη δυσμενή διαφορετική συνταξιοδοτική τους μεταχείριση, αφού δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το συνταξιοδοτικό τους καθεστώς αλλά σχετίζεται άμεσα μόνο με την υπηρεσιακή τους κατάσταση (βλ. σκέψη 15 της παρούσας, πρβλ. και ΣτΕ Ολ. 996/2022).