Αριθμός Πρωτοκόλλου: ΣΤΕ/1329/2018
Επειδή, περαιτέρω, εφ’ όσον η επίδικη ανάκληση στηρίχθηκε στο αντικειμενικό γεγονός της ελλείψεως νομίμου προϋποθέσεως για την έκδοση της ανακαλουμένης διαπιστωτικής πράξης, δεν υπήρχε υποχρέωση της Διοικήσεως, κατά το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος, να καλέσει προηγουμένως τον αιτούντα σε ακρόαση και είναι, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως (βλ. ΣτΕ 3350/2011 7μ., 2261/2011, 960/2011 κ.ά.). Στην προκειμένη δε περίπτωση δεν αφαιρέθηκε η ιθαγένεια του αιτούντος κατά το άρθρο 4 παρ. 3 του Συντάγματος, αλλά ανακλήθηκε η διαπιστωτική της ελληνικής ιθαγένειας του αιτούντος πράξη σύμφωνα με τους κανόνες περί ανακλήσεως των παράνομων διοικητικών πράξεων. Συνεπώς, αβασίμως προβάλλει ο αιτών παράβαση της ως άνω συνταγματικής διατάξεως. Τέλος, δεδομένου ότι η ιθαγένεια είναι ζήτημα εξόχως σημαντικό για το δημόσιο συμφέρον, καθ’ όσον έχει άμεση επίπτωση στον καθορισμό της συνθέσεως του Λαού ως στοιχείου και αμέσου οργάνου του ελληνικού Κράτους, η ανάκληση ως παράνομης της διαπιστωτικής της ιθαγενείας πράξης εντός ευλόγου χρόνου (εξαετίας) από την έκδοσή της δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και το συνταγματικό δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως (πρβλ. ΣτΕ 2621/2012).
Τύπος: ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
Ιστορικό Κωδικοποιήσεων
Σχετικά Έγγραφα
ΣΤΕ/53/2011
Επειδή, περαιτέρω, η επίδικη ανάκληση ερείδεται στο αντικειμενικό γεγονός της ελλείψεως μιας των νομίμων προϋποθέσεων εκδόσεως της ανακαλούμενης πράξεως (δηλ. της ιδιότητας του αιτούντος ως «παλιννοστούντος ομογενούς») και, επομένως, δεν συνέτρεχε, κατά το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος, υποχρέωση της Διοικήσεως να καλέσει τον αιτούντα σε ακρόαση. Η ανάκληση δε της διαπιστωτικής της ιθαγένειάς του πράξεως, ως παράνομης, δεν συνιστά αφαίρεση ιθαγένειας, κατά το άρθρο 4 παρ.3 του Συντάγματος, και, ως εκ τούτου, δεν κωλύεται από τη συνταγματική αυτή διάταξη. Εξάλλου, η ανάκληση την 1.6.2001, με την προσβαλλόμενη πράξη, της από 9.9.1996 διαπιστωτικής της ιθαγένειας του αιτούντος αποφάσεως εχώρησε εντός ευλόγου, ενόψει των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, χρόνου, προκειμένου μάλιστα περί πράξεων οι οποίες άπτονται ζητήματος εξόχως σημαντικού για το δημόσιο συμφέρον, όπως είναι η ιθαγένεια. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ενόψει των συνθηκών της υποθέσεως, ότι η εν λόγω ανάκληση άρχισε να παράγει, σε χρόνο πέραν του ευλόγου, τα έννομα αποτελέσματά της έναντι του αιτούντος, εκ μέρους του οποίου προκύπτει βεβαία γνώση της προσβαλλόμενης πράξεως το πρώτον την 19.7.2006, δεδομένου, μάλιστα, ότι είχε επιχειρηθεί σε προγενέστερο χρόνο η επίδοσή της στη δηλωθείσα από τον ίδιο ενώπιον της Διοικήσεως διεύθυνση, όπου αυτός, όπως συνομολογεί, δεν ανευρέθη (βλ. το 11159/7.9.2006 έγγραφο της Ν.Α. ... προς το Δικαστήριο). Εν πάση δε περιπτώσει, η τυχόν μη κοινοποίηση της προσβαλλομένης ανακλητικής αποφάσεως δεν αποτελεί λόγο ακυρώσεώς της, διότι δεν επηρεάζει τη νομιμότητα ή την εκτελεστότητα της πράξεως αυτής. Κατά συνέπεια, αβασίμως προβάλλονται οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι ακυρώσεως. Επίσης απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, καθόσον δεν προσδιορίζεται με αυτόν η πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η ιθαγένεια ανήκει στην προσωπική κατάσταση του προσώπου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 57 του Αστικού Κώδικα. Ομοίως απορριπτέος ως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως είναι και ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι η Διοίκηση όφειλε να εφαρμόσει στην περίπτωσή του τον «νέο ηπιότερο διοικητικό νόμο». Εξάλλου, η βλάβη από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξεως, την οποία επικαλείται ο αιτών, δεν συνιστά λόγο ακυρώσεώς της (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1581-2 Ολ.,1979/2010, 685, 1398, 1867/2009, 2654,4022/2004, 602/2003 Ολ.,1237/2002).
ΣΤΕ 3226/2011
ΜΕΤΑΤΑΞΗ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ:Υπό τα δεδομένα αυτά, επιτρεπτώς ανατέθηκε στον οικείο Νομάρχη η αρμοδιότητα εκδόσεως της διαπιστωτικής πράξεως για την αυτοδίκαιη μετάταξη των ως άνω υπαλλήλων και συνεπώς αρμοδίως εν προκειμένω εκδόθηκε η διαπιστωτική πράξη περί αυτοδικαίας μετατάξεως του εκκαλούντος από το Νομάρχη ..... ....., τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την υπό κρίση έφεση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα (ΣτΕ 4235/2005) 12. Επειδή, ενόψει του ότι παρέχεται στο νομοθέτη η ευχέρεια (βλ. ΣτΕ 2934/1993, 1715/1983 Ολομ.), κατ εκτίμηση του προσφορότερου τρόπου οργανώσεως και λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης για την καλύτερη εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, να καταργεί οργανικές θέσεις και σε περίπτωση καταργήσεως της κατεχομένης από τον υπάλληλο θέσεως να τον απολύει ή να τον τοποθετεί σε άλλη υπηρεσία, η επιλογή του μέτρου των αυτοδικαίων μετατάξεων, που υπαγορεύθηκε από την ανάγκη του οργανωτικού επανασχεδιασμού των Υπουργείων και των Ν.Α. και την αντιμετώπιση των σοβαρών προβλημάτων που δημιουργούσε το ιδιόρρυθμο καθεστώς της διαρκούς αποσπάσεως των ως άνω υπαλλήλων, δεν παρίσταται καταδήλως αυθαίρετη και απολύτως απρόσφορη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου νομοθετικού σκοπού (ΣτΕ 4237/2005 και πρβλ. ΣτΕ 1512, 4230/2002, 866/2001). Επομένως, δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, όπως αβασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη έφεση, η περαιτέρω δε αμφισβήτηση ενώπιον των δικαστηρίων, των ουσιαστικών επιλογών του νομοθέτη ως προς το προκριτέο μέσο επιτεύξεως του νομοθετικού σκοπού είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Ενόψει δε και του ότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα, οι επίδικες ρυθμίσεις του άρθρου 77 του ν. 2910/2001 δεν θίγουν το περιεχόμενο της συνταγματικής προστασίας της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, η αυτοδίκαιη μετάταξη του εκκαλούντος δεν παρίστανται αντίθετες προς την αρχή της προστατευομένης εμπιστοσύνης (ΣτΕ 4237/2005), αλλά ούτε και προς τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 4 του Συντάγματος, όπως αβασίμως προβάλλεται με τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως.13. Επειδή, με την από 25.9.2001 αίτηση ακυρώσεως ο ήδη εκκαλών ούτε είχε προσδιορίσει συγκεκριμένα την οικογενειακή του κατάσταση ούτε ανέφερε τον τόπο εγκαταστάσεως της οικογένειάς του, και ως εκ τούτου δε δεν προσδιόρισε τη βλάβη που αυτή θα υποστεί από την εφαρμογή της προσβληθείσης υπ΄ αριθμ. 6222/2.8.2001 πράξεως του Νομάρχη ..... ...... Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως που είχε προβάλει, ότι η κατ΄ άρθρον 77 του Ν. 2910/2001 μετάταξή του αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με τις οποίες προστατεύεται ο θεσμός της οικογένειας, ήταν απορριπτέος ως αόριστος και άρα ορθώς απορρίφθηκε σιωπηρώς από το δικάσαν δικαστήριο. Άλλωστε, η προστασία της οικογένειας δεν έχει συγκεκριμένο πάντα περιεχόμενο, αλλά οι ειδικότεροι τρόποι προστασίας της και η έκταση της προστασίας αυτής καθορίζονται από τον κοινό νομοθέτη εντός των ορίων που διαγράφουν άλλες συνταγματικές διατάξεις ή αρχές (ΣτΕ 4237/2005). Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την υπό κρίση έφεση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
ΣΤΕ/ΕΑ/844/2007
ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ-ΜΗΤΡΩΟ ΑΡΡΕΝΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ: εγγραφή του αιτούντος ως αδηλώτου στα Μητρώα Αρρένων της Κοινότητας … και καθορισμού της ηλικίας του. (...) Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι ο αιτών κατοικεί μονίμως στην Ελλάδα και δραστηριοποιείται σε οικογενειακή επιχείρηση εμπορίου τροφίμων (….), στην οποία έχει πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις και ότι, ως εκ τούτου, η εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα επιφέρει βλάβη δυσχερώς επανορθώσιμη, σε περίπτωση αποδοχής της αιτήσεως ακυρώσεως, στον ίδιον και στη δεύτερη αιτούσα, σύζυγό του, η οποία απέκτησε την ελληνική ιθαγένεια λόγω του γάμου της. Η Επιτροπή Αναστολών, λαμβάνοντας υπόψη: α. ότι με την προσβαλλόμενη πράξη δεν αμφισβητείται ευθέως η γνησιότητα της εγγραφής του παππού του αιτούντος στα Μητρώα Αρρένων του Δήμου Αθηναίων, ούτε η ισχύς του πιστοποιητικού ταυτοπροσωπίας και, επομένως, η ελληνική ιθαγένεια αυτού και των απογόνων του, ούτε επεξηγείται για ποιό λόγο δεν κατοχυρώνεται το δικαίωμα εγγραφής του αιτούντος ως αδηλώτου και β. την προαναφερθείσα βλάβη, κρίνει ότι η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή.
ΣΤΕ/286/2012
Επειδή, προβάλλεται εν πρώτοις, ότι κατά την έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως συνέτρεξε παράβαση του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως του αιτούντος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος και το άρθρο 6 του Κώδικος Διοικητικής Διαδικασίας. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος σύμφωνα με τα εκτεθέντα σε προηγουμένη σκέψη, διότι η ανάκληση εχώρησε κατά δεσμίαν αρμοδιότητα, με μόνη την συνδρομή της αντικειμενικής προϋποθέσεως του νόμου, να έχει παραμείνει, ως εν προκειμένω, κλειστό το φαρμακείο για χρόνο μείζονα του τριμήνου άνευ αδείας της Αρχής. Είναι, ομοίως, απορριπτέοι οι λόγοι ακυρώσεως ότι συνέτρεξε παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας υπό την έννοια ότι δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν οι ισχυρισμοί του αιτούντος για έλλειψη υπαιτιότητάς του όσον αφορά την μη λειτουργία του φαρμακείου υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις. Τούτο δε, διότι στηρίζονται σ’ εσφαλμένη εκδοχή για την έννοια του νόμου, που προβλέπει ότι οι σχετικές διοικητικές πράξεις εκδίδονται μετά από άσκηση δεσμίας αρμοδιότητος και όχι διακριτικής ευχερείας.
ΣΤΕ/3867/2015
Ανάθεση υπηρεσιών καθαριότητας...Υπό τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ενόψει των γενομένων δεκτών στην προηγούμενη σκέψη, η έλλειψη ημερομηνίας σύνταξης και υπογραφής της υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 2 παρ. Α. 2. της διακήρυξης που υπέβαλε ο αιτών, κατά παράβαση της επί ποινή αποκλεισμού ρητής απαίτησης της διακήρυξης περί χρονικής καλύψεως των δηλουμένων, καθιστά μη νόμιμη και, ως εκ τούτου, απορριπτέα την προσφορά του αιτούντος. Συνεπώς, η ανωτέρω αιτιολογία της 21/18.11.2009 πράξης αποκλεισμού του αιτούντος, η οποία λογίζεται και ως αιτιολογία της σιωπηρής απόρριψης του σχετικού ισχυρισμού της προσφυγής του, παρίσταται νόμιμη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου προβαλλόμενου λόγου ακυρώσεως. Εξάλλου, ο λόγος ακυρώσεως κατά τον οποίο ο αιτών παρανόμως αποκλείσθηκε, καθόσον ως ημερομηνία σύνταξης και υπογραφής της υπεύθυνης δήλωσης λογίζεται η ημερομηνία, 5.10.2009, που φέρει η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του από το Κ.Ε.Π., ενόψει του ότι η εν λόγω θεώρηση προσδίδει βέβαιη χρονολογία στη δήλωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο ν. 2717/1999 (Α΄ 97), είναι, εν πάση περιπτώσει, απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι, και υπό την εκδοχή ότι η ημερομηνία θεώρησης του γνησίου της υπογραφής του δηλούντος αναπληρώνει την ελλείπουσα ημερομηνία υπογραφής του, η εν λόγω ημερομηνία θεώρησης (5.10.2009) είναι, πάντως, προγενέστερη εκείνης της υποβολής της προσφοράς (8.10.2009) και, εντεύθεν, δεν καλύπτει και την ημερομηνία αυτή, όπως απαιτείται επί ποινή αποκλεισμού από τη διακήρυξη.
ΣΤΕ/548/2016
ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ – ΑΡΝΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΣΤΟ ΜΗΤΡΩΟ ΤΟΥ ΤΕΕ – ΠΤΥΧΙΑ ΤΕΙ – ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΠΤΥΧΙΑ ΑΕΙ (...) Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι η άρνηση, με την προσβαλλόμενη πράξη, εγγραφής του αιτούντος στο Τ.Ε.Ε., καίτοι αυτός συγκεντρώνει τα κατά νόμον τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, προσβάλλει τις αρχές της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της επαγγελματικής ελευθερίας (άρ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος). Ο λόγος αυτός ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι, ως εκ τούτου, απορριπτέος εφόσον, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, ο αιτών δεν πληροί τις προϋποθέσεις εγγραφής του στο Τ.Ε.Ε. Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.
ΣΤΕ/1205/2015
Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι δεν υπάρχει υποψήφιος που κατέχει άδεια άσκησης επαγγέλματος Μηχανολόγου - Ηλεκτρολόγου Μηχανικού, η άδεια άσκησης επαγγέλματος Ναυπηγού Μηχανολόγου Μηχανικού που υπέβαλε ο ....... καλύπτει την απαίτηση της προκήρυξης για άδεια άσκησης επαγγέλματος Μηχανολόγου Μηχανικού. Δυνάμει δε των διατάξεων της προκήρυξης που εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη ως τυπικόν προσόν συμμετοχής στη διαδικασία απαιτείται ο τίτλος σπουδών βάσει του οποίου χορηγήθηκε η άδεια άσκησης επαγγέλματος και τέτοιος είναι το δίπλωμα Ναυπηγού Μηχανολόγου Μηχανικού του Πανεπιστημίου της Νάπολης που υπέβαλε ο ........ Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, με την αίτηση ακυρώσεως ο εφεσίβλητος - αιτών είχε προβάλει ότι διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 περιπτ. Δ΄ του ν. 3051/2002 και η παρόμοιου περιεχομένου διάταξη του Κεφαλαίου Δ΄ της 1/2003 προκήρυξης που διέπει τον επίδικο διαγωνισμό, καθ’ ο μέρος προβλέπει την πρόταξη των υποψηφίων που είναι δημότες και μόνιμοι κάτοικοι του Δήμου και νήσου Σκύρου έναντι των συνυποψηφίων τους, είναι αντίθετες προς τα άρθρα 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος, και, για το λόγο αυτό, η προσβαλλόμενη 2797/2003 απόφαση του ΑΣΕΠ που τις εφάρμοσε, προτάσσοντας τον ...... λόγω του κριτηρίου της εντοπιότητας, είναι ακυρωτέα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά ανωτέρω, στις σκέψεις 5 έως 8.
ΣΤΕ/3406/2014
Καθορισμός αποδοχών...Ενόψει των ανωτέρω, και λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σκέψη 17, ο καθορισμός μονομερώς από τον κοινό ή τον κανονιστικό νομοθέτη των εν γένει αποδοχών του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με έμμισθη εντολή της ΡΑΕ δεν θίγει άνευ ετέρου την ανεξαρτησία της Αρχής, τα προσβαλλόμενα μισθολογικά μέτρα δεν παρίστανται, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου ως άνω ειδικότεροι λόγοι ακυρώσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σκέψη 17, ο προκύπτων από τις ρυθμίσεις της προσβαλλόμενης υπουργικής αποφάσεως βασικός μισθός ανέρχεται στο ποσό των 2.097 ευρώ και προσαυξάνεται με τα προβλεπόμενα επιδόματα, ενόψει δε αυτών, οι θεσπιζόμενες με την προσβαλλόμενη απόφαση αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής της ΡΑΕ, οι οποίες, κατά τα εκτιθέμενα στην ίδια ως άνω σκέψη, υπερέχουν, γενικώς, έναντι των καθοριζομένων με τις περί ενιαίου μισθολογίου διατάξεις του ν. 4024/2011 συνολικών αποδοχών των εν ευρεία εννοία δημοσίων υπαλλήλων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι προδήλως απρόσφορες σε σχέση με τα λειτουργικά καθήκοντα και τη σημασία της αποστολής των συγκεκριμένων επιστημόνων. Με τα ανωτέρω δεδομένα, συνολικώς εκτιμώμενα, οι επίμαχες ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, ούτε στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδάφ. δ' του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας (πρβλ. ΣτΕ 668/2012 Ολομ., σκέψη 35, 1286/2012 Ολομ., σκέψη 16), αλλ’ ούτε και στο εγγυώμενο την ιδιοκτησία άρθρο 17 του Συντάγματος, ανεξαρτήτως αν η ιδιοκτησία κατά το εν λόγω άρθρο έχει ή όχι την αυτή έννοια με την κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου περιουσία, εφόσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών και δεν αποκλείεται, καταρχήν, η διαφοροποίηση αυτών ανάλογα με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες. Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΣΤΕ 1392/2016
Αυθαίρετη κατασκευή - Επιβολή προστίμου -Αίτηση ακυρώσεως:Επειδή, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 3 κατά την έννοια της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 22 του Γ.Ο.Κ. 1985 και των διατάξεων του π.δ. 267/1998, ερμηνευόμενων σε συνδυασμό με την διάταξη αυτή του Γ.Ο.Κ., για τον χαρακτηρισμό κατασκευής ως αυθαίρετης και κατεδαφιστέας και την επιβολή των κατά νόμο προστίμων με έκθεση αυτοψίας εκδιδομένη κατά τις διατάξεις αυτές αρκεί η διαπίστωση ότι η κατασκευή εκτελέστηκε χωρίς να έχει προηγουμένως εκδοθεί οικοδομική άδεια ή καθ’ υπέρβαση εκδοθείσας άδειας ή με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση ότι πρόκειται για κατασκευή, με την οποία παραβιάζονται πολεοδομικές διατάξεις. Ορθώς, επομένως, απορρίφθηκε ο περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως, είναι δε απορριπτέος και ο αντίστοιχος λόγος εφέσεως.Επειδή, τέλος, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 5, το ύψος του προστίμου ανέγερσης αυθαιρέτου υπολογίζεται με βάση τη συνολική διαπιστωθείσα επιφάνεια της αυθαίρετης κατασκευής πολλαπλασιαζόμενη με ενιαίο και όχι κλιμακούμενο συντελεστή, ενώ το ύψος του προστίμου διατήρησης αυθαιρέτου καθορίζεται ως ποσοστό της συμβατικής αξίας του αυθαιρέτου, για κάθε χρόνο διατήρησης. Ορθώς, επομένως, απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβλήθηκε ότι εσφαλμένα υπολογίστηκαν τα πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης, με την εφαρμογή ενιαίου και όχι κλιμακούμενου συντελεστή, είναι δε απορριπτέος και ο αντίστοιχος λόγος εφέσεως.
ΝΣΚ/222/2013
Δυνατότητα ή μη ανάκλησης της διαπιστωτικής πράξης αυτοδίκαιης λύσης της υπαλληλικής σχέσης συνεπεία παραιτήσεως υπαλλήλου, λόγω πλάνης του ως προς την ύπαρξη του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος.Ενόψει της πλοκής του διδόμενου ιστορικού, εναπόκειται στην, κατόπιν αιτιολογημένης κρίσης, αποκλειστική ουσιαστική εκτίμηση της διοίκησης περί του συγγνωστού ή μη της επικαλούμενης πλάνης του αιτούντος, κατά τα παραπάνω, οπότε, σε καταφατική και μόνο περίπτωση, δύναται αυτή να προχωρήσει στην ανάκληση της διαπιστωτικής πράξης αυτοδίκαιης λύσης της υπαλληλικής του σχέσης λόγω παραιτήσεώς του.