Ιστορικό Κωδικοποιήσεων
Σχετικά Έγγραφα
ΝΣΚ/97/2000
Εταιρίες Ανώνυμες. Εικονική δικαιοπραξία.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
Προεδρεύων: Δ.Λάκκας, Νομικός Σύμβουλος Εισηγητής: Π.Τριανταφυλλίδης, Πάρεδρος Κατ αρχάς, είναι νόμιμη η ανάληψη από την ανώνυμη εταιρία των χρηματικών ποσών που κατατέθηκαν στο όνομά της από τους μετόχους της, για τη συμμετοχή τους στην αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου πριν από την ολοκλήρωση της καταβολής, γιατί αντίθετος περιορισμός δεν θεσπίζεται από την ισχύουσα νομοθεσία περί ανωνύμων εταιριών (Ν.2190/1920, όπως ισχύει). Άλλο είναι το ζήτημα, ότι εάν κατά τη διάρκεια του ελέγχου από την εποπτεύουσα Αρχή, για την διαπίστωση της καταβολής ή μη της αποφασισθείσας αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου, προκύπτει από συγκεκριμένα στοιχεία και πραγματικά περιστατικά, ότι η παραπάνω ανάληψη χρηματικών ποσών από την ανώνυμη εταιρία, από το λογαριασμό αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, κατά την περίοδο της προθεσμίας καταβολής της αύξησης, καθιστά την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου εικονική ή πλασματική, τότε υφίσταται περίπτωση καταδολίευσης του νόμου και καταστρατήγησης αυτού (in fraudem legis), οπότε η ανάληψη των χρηματικών ποσών από την ανώνυμη εταιρία είναι άκυρη, κατ εφαρμογή του άρθρου 174 Α.Κ.
ΕΑΔΗΣΥ/914/2023
Με την προδικαστική προσφυγή, η προσφεύγουσα ζητά την ακύρωση της απόφασης της αναθέτουσας αρχής με ημερομηνία 13-4-2023, με την οποία επικυρώθηκαν τα Πρακτικά της Επιτροπής του διαγωνισμού και ανακηρύχθηκε η παρεμβαίνουσα εταιρεία ως οριστική ανάδοχος της σύμβασης. Το αντικείμενο της σύμβασης αφορά την παροχή υπηρεσιών τεχνικού συμβούλου υποστήριξης για τη διαχείριση και τον συντονισμό της Πράξης, την παρακολούθηση της υλοποίησής της, την υποστήριξη κατά την ποιοτική παραλαβή και έλεγχο των παραδοτέων των Υποέργων Κατάρτισης και Πιστοποίησης, την διοικητική υποστήριξη κατά τη διαδικασία καταβολής των επιδομάτων στους ωφελούμενους, τον έλεγχο της ενταγμένης Πράξης καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, καθώς και τη διαχειριστική ολοκλήρωση και το λογιστικό κλείσιμο της Πράξης. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσφορά της παρεμβαίνουσας έγινε δεκτή παράνομα, καθώς δεν επέδειξε την πλήρωση της απαιτούμενης τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητας και υπήρχαν ελλείψεις στα δικαιολογητικά κατακύρωσης.
ΝΣΚ/69/2022
Ερωτάται, εάν τα οικονομικά αποτελέσματα της αναδρομικής ανάκλησης από τη Διοίκηση παράνομων διοικητικών πράξεων, οι οποίες αποτελούσαν νόμιμο έρεισμα καταβολής πρόσθετων αποδοχών σε υπαλλήλους, επέρχονται μόνον για το μέλλον ή, αντίθετα, ανατρέχουν στο χρόνο της έκδοσης των ανακληθεισών πράξεων, με συνέπεια η Διοίκηση να υποχρεούται σε αναζήτηση των πρόσθετων αυτών αποδοχών ως αχρεωστήτως καταβληθεισών και σε περίπτωση άρνησης επιστροφής τους από τους υπαλλήλους σε καταλογισμό σε βάρος τους.(..)H αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών από τις υπαλλήλους Μ.Μ. και Ε.Γ. και η έκδοση καταλογιστικής πράξης σε βάρος τους σε περίπτωση άρνησης επιστροφής τους είναι καταρχήν υποχρεωτική εάν η Διοίκηση, κατά την αποκλειστική της αρμοδιότητα, εκτιμήσει ότι συντρέχει δόλος στο πρόσωπο των εν λόγω υπαλλήλων. Σε περίπτωση δε μη άρνησης από τις υπόχρεες αυτές υπαλλήλους της ως άνω υποχρέωσής τους, αλλά προβολής οικονομικής δυσχέρειάς τους για την άμεση και εις ολόκληρο επιστροφή των καταβληθέντων, αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί σε δόσεις κατά τη διαδικασία των διατάξεων του άρθρου 24 του ν.4354/2015. Η Διοίκηση δύναται να μην προβεί σε αναζήτηση και καταλογισμό των ήδη αχρεωστήτως καταβληθέντων χρηματικών ποσών, μόνον εφόσον, μετά από την εκτίμηση από αυτήν των πραγματικών περιστατικών κάθε μιας από τις παραπάνω περιπτώσεις-υποθέσεις και κάθε χρήσιμου σχετικού στοιχείου, καθώς και της Έκθεσης Ελέγχου της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, με αριθμό 6/2020, διαπιστώσει σωρευτικά ότι: α) οι υπάλληλοι Μ.Μ και Ε.Γ εισέπραξαν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά καλόπιστα και άνευ της συνδρομής στο πρόσωπό τους δόλου και β) από την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και ενόψει της προσωπικής, οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης των εν λόγω υπαλλήλων υφίσταται κίνδυνος δημιουργίας σ’ αυτές ανυπέρβλητων οικονομικών δυσχερειών με άμεση δυσμενή επίδραση στα μέσα διαβίωσης των ιδίων και των οικογενειών τους, δεδομένου ότι από την έναρξη της καταβολής τους μέχρι σήμερα έχει παρέλθει πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Εάν, πάντως, η Διοίκηση, στην αποκλειστική αρμοδιότητα της οποίας ανήκει η ευθύνη χειρισμού των ανωτέρω υποθέσεων, αμφιβάλλει κατά την εκτίμηση και την υπαγωγή των πραγματικών στοιχείων των υποθέσεων αυτών, αν δηλαδή αυτά πληρούν πράγματι τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω κριτηρίων για την αναζήτηση και επιστροφή των επίμαχων χρηματικών ποσών, λόγω δυσχέρειας της απόδειξης συνδρομής τους, τότε πρέπει να καταλογίσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα χρηματικά ποσά σε βάρος των υπόχρεων υπαλλήλων Μ.Μ. και Ε.Γ., ώστε η τελική κρίση για τη νομιμότητα της αναζήτησης των εν λόγω ποσών, να τεθεί ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου, στο οποίο μπορούν αυτές να προσφύγουν (κατά πλειοψηφία). Παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του ΝΣΚ, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 4, περ. δ)΄ του Οργανισμού του Ν.Σ.Κ. (ν.4831/2021, Α΄170), λόγω αντίθεσης, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, της υπ αρ.13/2022 γνωμοδότησης του ΣΤ΄ Τμήματος του Ν.Σ.Κ. προς την γνωμοδότηση του Γ΄ Τμήματος του Ν.Σ.Κ., με αριθμό 32/2021.
ΣτΕ/1081/2020
Παροχή υπηρεσιών τεχνικού συμβούλου-Τόκοι υπερημερίας (...)Εν προκειμένω, όμως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η Διοίκηση, μετά τη ρητή έγκριση των επίδικων πιστοποιήσεων τόκων υπερημερίας εντός μηνός από την υποβολή τους και την ταυτόχρονη έκδοση των αντίστοιχων εντολών πληρωμής, δεν προέβη σε κανένα έλεγχο των ως άνω πιστοποιήσεων ούτε αμφισβήτησε, με οποιονδήποτε τρόπο, τη νομιμότητά τους (σχετικά με την υπαιτιότητα της αναδόχου, ως προς τη μη προσκόμιση τιμολογίων και αποδεικτικών εξόφλησης κρατήσεων υπέρ ΤΣΜΕΔΕ, ΤΕΕ και ΕΜΠ και την κατά νόμο υπαγωγή ή μη σε Φ.Π.Α. των τόκων υπερημερίας). Στην παρούσα περίπτωση, το Δημόσιο, με την έκθεση απόψεών του και μόνο, επ' ευκαιρία της ασκηθείσας από την αναιρεσιβλητη εταιρεία αγωγής, προέβαλε τους ισχυρισμούς ότι δεν όφειλε τόκους υπερημερίας, λόγω υπαιτιότητας της αναδόχου, καθώς και ότι, κατά νόμο, δεν οφειλόταν Φ.Π.Α. για τους τόκους υπερημερίας της 7ης πιστοποίησης. Η δια του τρόπου αυτού, όμως, εκδηλωθείσα εκ μέρους του Δημοσίου άρνηση καταβολής των ποσών των ρητά εγκριθέντων επίδικων λογαριασμών, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιοσδήποτε έλεγχός τους, δεν ισοδυναμεί με ανάκληση της ρητής εγκρίσεως αυτών και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχουν οι, κατά τα κριθέντα με την ΣτΕ 251/2017 απόφαση, προϋποθέσεις δυνατότητας άρνησης εξόφλησής τους. Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου περί υποχρεώσεως του κυρίου του έργου προς πληρωμή των ποσών των επιδίκων πιστοποιήσεων, αν και στηρίχθηκε σε διαφορετική αιτιολογία, είναι, κατ' αποτέλεσμα, ορθή και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Δια ταύτα Απορρίπτει την αίτηση
ΣτΕ/1082/2020
Παροχή υπηρεσιών τεχνικού συμβούλου-Τόκοι υπερημερίας (...)Εν προκειμένω, όμως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η Διοίκηση, μετά τη ρητή έγκριση των επίδικων πιστοποιήσεων τόκων υπερημερίας εντός μηνός από την υποβολή τους και την ταυτόχρονη έκδοση των αντίστοιχων εντολών πληρωμής, δεν προέβη σε κανένα έλεγχο των ως άνω πιστοποιήσεων ούτε αμφισβήτησε, με οποιονδήποτε τρόπο, τη νομιμότητά τους (σχετικά με την υπαιτιότητα της αναδόχου, ως προς τη μη προσκόμιση τιμολογίων και αποδεικτικών εξόφλησης κρατήσεων υπέρ ΤΣΜΕΔΕ, ΤΕΕ και ΕΜΠ και την κατά νόμο υπαγωγή ή μη σε Φ.Π.Α. των τόκων υπερημερίας). Στην παρούσα περίπτωση, το Δημόσιο, με την έκθεση απόψεών του και μόνο, επ' ευκαιρία της ασκηθείσας από την αναιρεσιβλητη εταιρεία αγωγής, προέβαλε τους ισχυρισμούς ότι δεν όφειλε τόκους υπερημερίας, λόγω υπαιτιότητας της αναδόχου, καθώς και ότι, κατά νόμο, δεν οφειλόταν Φ.Π.Α. για τους τόκους υπερημερίας της 19ης πιστοποίησης. Η δια του τρόπου αυτού, όμως, εκδηλωθείσα εκ μέρους του Δημοσίου άρνηση καταβολής των ποσών των ρητά εγκριθέντων επίδικων λογαριασμών, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιοσδήποτε έλεγχός τους, δεν ισοδυναμεί με ανάκληση της ρητής εγκρίσεως αυτών και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχουν οι, κατά τα κριθέντα με την ΣτΕ 251/2017 απόφαση, προϋποθέσεις δυνατότητας άρνησης εξόφλησής τους. Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου περί υποχρεώσεως του κυρίου του έργου προς πληρωμή των ποσών των επιδίκων πιστοποιήσεων, αν και στηρίχθηκε σε διαφορετική αιτιολογία, είναι, κατ' αποτέλεσμα, ορθή και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Δια ταύτα Απορρίπτει την αίτηση
ΝΣΚ/349/2011
Α.Ε.Ι. – Πρόσληψη διδακτικού προσωπικού σύμφωνα με το ΠΔ 407/1980 – Ανάκληση πράξης πρόσληψης – Καταγγελία σύμβασης εργασίας – Αναζήτηση της ληφθείσας αποζημίωσης ως αχρεωστήτως καταβληθείσας.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
1) Είναι κατά νόμο επιτρεπτή η ανάκληση της παράνομης πρόσληψης της αναφερόμενης στο ερώτημα, προεχόντως διότι η Διοίκηση είχε υποχρέωση να μην προβεί στην πρόσληψη της κ. Μ.Σ., στερούμενης της τελευταίας της νόμιμης προϋπόθεσης της κατοχής διδακτορικού διπλώματος, στην οποία, πάντως, πρόσληψη συνέβαλε και η κ. Μ.Σ. με την, εν γνώσει της μη συνδρομής της νόμιμης αυτής προϋπόθεσης, συμμετοχή της στη σχετική διαδικασία πρόσληψης. (πλειοψ.) 2α) Δεν είναι νοητή η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της κ. Μ.Σ., αφού η σύμβαση αυτή, κατά την ΑΚ 180 «θεωρείται ως μη γενομένη». β) Για τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναζήτησης των αχρεωστήτως καταβληθέντων και για την τυχόν παραγραφή (που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση) θα κρίνει, κατ’ αρχήν, η Διοίκηση του Ιδρύματος με την πράξη καταλογισμού των επιστρεπτέων χρηματικών ποσών, η οποία θα εκδοθεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι δεν θα επιστραφούν τα αχρεωστήτως ληφθέντα ποσά οικειοθελώς από την υπόχρεη προς επιστροφή κ. Μ.Σ., μετά τη σχετική προς τούτο πρόσκληση της Διοίκησης. (ομοφ.)
ΣτΕ/1083/2020
ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ-ΤΟΚΟΙ ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑΣ: Εργασίες επιθεώρησης για τη συντήρηση και παρακολούθηση της δομοστατικής υγείας των στεγάστρων του ... και του ... στο ... Αθλητικό Κέντρο Αθηνών (...) Επειδή, σύμφωνα με τα ως άνω γενόμενα δεκτά, η Διοίκηση διατηρεί την εξουσία, ακόμη και μετά τη ρητή έγκριση λογαριασμού, να προβεί σε νέο έλεγχο αυτού και στη συνέχεια, να αρνηθεί, ρητά ή σιωπηρά, να καταβάλει πιστοποιηθέντα ποσά ή να αναζητήσει, ως μη νομίμως ή αχρεωστήτως καταβληθέντα, ποσά λογαριασμού, αν, μετά από επανέλεγχο αυτού, διαπιστωθεί ότι τα ποσά αυτά δεν οφείλονται για οποιονδήποτε λόγο στον ανάδοχο. Εν προκειμένω, όμως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η Διοίκηση, μετά τη ρητή έγκριση των επίδικων πιστοποιήσεων τόκων υπερημερίας εντός μηνός από την υποβολή τους και την ταυτόχρονη έκδοση των αντίστοιχων εντολών πληρωμής, δεν προέβη σε κανένα έλεγχο των ως άνω πιστοποιήσεων ούτε αμφισβήτησε, με οποιονδήποτε τρόπο, τη νομιμότητά τους (σχετικά με την υπαιτιότητα της αναδόχου, ως προς τη μη προσκόμιση τιμολογίων και αποδεικτικών εξόφλησης κρατήσεων υπέρ ΤΣΜΕΔΕ, ΤΕΕ και ΕΜΠ και την κατά νόμο υπαγωγή ή μη σε Φ.Π.Α. των τόκων υπερημερίας). Στην παρούσα περίπτωση, το Δημόσιο, με την έκθεση απόψεών του και μόνο, επ' ευκαιρία της ασκηθείσας από την αναιρεσιβλητη εταιρεία αγωγής, προέβαλε τους ισχυρισμούς ότι δεν όφειλε τόκους υπερημερίας, λόγω υπαιτιότητας της αναδόχου, καθώς και ότι, κατά νόμο, δεν οφειλόταν Φ.Π.Α. για τους τόκους υπερημερίας της 13ης πιστοποίησης. Η δια του τρόπου αυτού, όμως, εκδηλωθείσα εκ μέρους του Δημοσίου άρνηση καταβολής των ποσών των ρητά εγκριθέντων επίδικων λογαριασμών, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιοσδήποτε έλεγχός τους, δεν ισοδυναμεί με ανάκληση της ρητής εγκρίσεως αυτών και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχουν οι, κατά τα κριθέντα με την ΣτΕ251/2017 απόφαση, προϋποθέσεις δυνατότητας άρνησης εξόφλησής τους. Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου περί υποχρεώσεως του κυρίου του έργου προς πληρωμή των ποσών των επιδίκων πιστοποιήσεων, αν και στηρίχθηκε σε διαφορετική αιτιολογία, είναι, κατ' αποτέλεσμα, ορθή και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Δια ταύτα Απορρίπτει την αίτηση
ΕΣ/ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ/127/2025
Ζητείται η ακύρωση των συναφών 1/19.6.2012 και 2/19.6.2012 πράξεων του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Κεφαλληνίας, κατά το μέρος που με αυτές καταλογίστηκαν σε βάρος της εκκαλούσας και υπέρ της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων (Περιφερειακή Ενότητα Κεφαλληνίας), αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τους…, τα ποσά των 15.551,20 και 11.232,90 ευρώ (πλέον προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής), που φέρεται ότι συνιστούν έλλειμμα στη χρηματική διαχείριση της τέως Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κεφαλληνίας και Ιθάκης κατά τα οικονομικά έτη 2002 και 2003, αντίστοιχα.(...)Με τα δεδομένα αυτά και ειδικότερα εν όψει του ότι: α) ως προς τις, αναφερόμενες ανωτέρω στη σκέψη 8, επίμαχες επιταγές με τις οποίες συντελέστηκαν, κατά τα οικονομικά έτη 2002-2003, μη νόμιμες εκροές χρηματικών ποσών εις βάρος του προϋπολογισμού της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κεφαλληνίας, με το 120/2017 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, είχε παραπεμφθεί ως κατηγορούμενος στο ακροατήριο μόνον ο…., ενώ με το ίδιο Βούλευμα -ως προς τις ίδιες επιταγές- είχε αποφασιστεί να μην απαγγελθούν κατηγορίες εις βάρος της εκκαλούσας και β) από τις αποφάσεις 50/2020 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών και 326, 328/2022 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, προκύπτει ότι το ένδικο έλλειμμα προέρχεται αποκλειστικώς από τις εγκληματικές ενέργειες του ως άνω εμπλεκόμενου στην κύρια διαχειριστική διαδικασία Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, …., ο οποίος, προκειμένου να υπεξαιρέσει χρήματα της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κεφαλληνίας, εφάρμοσε ιδιαίτερα τεχνάσματα και ειδικότερα κατήρτισε πλαστά έγγραφα, συγκεκριμένα κατήρτισε αρχικά 403 επιταγές, μεταξύ των οποίων και οι επίμαχες επιταγές, συνολικού ποσού 390.782,50 ευρώ, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αποδιδόμενη στην εκκαλούσα, με τις προσβαλλόμενες πράξεις, ιδιότητα της υπολόγου συνεπεία της θέσης της υπογραφής της (ως δεύτερης υπογραφής) επί του σώματος των συγκεκριμένων επιταγών ερείδεται επί αναληθούς προϋπόθεσης, καθόσον το διαπιστωθέν έλλειμμα δημιουργήθηκε αποκλειστικώς από την ως άνω εγκληματική δράση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών,…. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και παρελκούσης ως αλυσιτελούς της εξέτασης των λοιπών προβαλλόμενων λόγων έφεσης, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή, να ακυρωθούν, ως προς την εκκαλούσα, οι προσβαλλόμενες καταλογιστικές πράξεις και να επιστραφεί σε αυτήν το κατατεθέν παράβολο.
ΕΣ/ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ/128/2025
Με την κρινόμενη έφεση, ζητείται η ακύρωση της 1/19.6.2012 πράξης του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Κεφαλληνίας, κατά το μέρος με το οποίο καταλογίστηκε, σε βάρος του εκκαλούντος και υπέρ της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων (Περιφερειακή Ενότητα Κεφαλληνίας), ως διαδόχου της τέως Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κεφαλληνίας και Ιθάκης, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τους…, το ποσό των 15.551,20 ευρώ (πλέον προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής), που φέρεται ότι συνιστά έλλειμμα στη χρηματική διαχείριση της ως άνω Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης κατά το οικονομικό έτος 2002.(...) Με την κρινόμενη έφεση προβάλλεται: Α. ότι ο Επίτροπος ήταν αναρμόδιος να εκδώσει την προσβαλλομένη πράξη, καθόσον αρμόδιο να την εκδώσει ήταν το Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δεδομένου ότι η διενέργεια του κατασταλτικού ελέγχου του απολογισμού της τέως Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κεφαλληνίας και Ιθάκης ήταν εκκρεμής ενώπιον αυτού, την 2.4.2012 (ημεροχρονολογία ισχύος του ν.4055/2012).Με την 6491/2015 απόφαση του IV Τμήματος του Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι νομίμως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Κεφαλληνίας και όχι από το Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, απορριπτομένου του ανωτέρω λόγου της υπό κρίση έφεσης, καθόσον ο Επίτροπος ήταν αρμόδιος κατά το χρόνο διενέργειας του ελέγχου για τη διενέργεια του κατασταλτικού ελέγχου και όφειλε να προβεί σε όλες τις προκαταρκτικές ενέργειες ελέγχου, όπως πχ να εκδώσει Φύλλο Μεταβολών και Ελλείψεων (ΦΜΕ), ενώ από 2.4.2012 κατέστη το αρμόδιο για την έκδοση της καταλογιστικής πράξης όργανο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 22 του πδ/τος 774/1980 μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 79 του ν. 4055/2012, δεδομένου ότι κατά την ημεροχρονολογία αυτή (2.4.2012) η υπόθεση δεν ήταν εκκρεμής στο Κλιμάκιο, αφού δεν είχε υποβληθεί σε αυτό έκθεση ελέγχου και προσχέδιο καταλογιστικής πράξης. Σε ότι αφορά την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας η οποία εξετάζεται εν προκειμένω αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο κρίνει ότι δεδομένου: α) του βαθμού υπαιτιότητας του εκκαλούντος (δόλος), β) των σοβαρών δημοσιονομικών παραβάσεων στις οποίες αυτός υπέπεσε, με τη συμμετοχή του σε παράτυπες πληρωμές και σε εξωλογιστική διαχείριση δαπανών του εφεσίβλητου ΝΠΔΔ, με την τέλεση πλαστογραφίας και απάτης σε βάρος του ως άνω ΝΠΔΔ, γ) της αμετάκλητης ποινικής του καταδίκης για πλαστογραφία και απάτη εις βάρος του νομικού προσώπου και τέλος δ) του συνολικού ύψους της ζημίας που προκλήθηκε κατά τα κρίσιμα έτη στο ανωτέρω νομικό πρόσωπο από τις προαναφερθείσες πράξεις του, δεν συντρέχει περίπτωση μείωσης του ποσού του καταλογισμού, κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας ή του άρθρου 150 του ν. 4820/2021 (Α΄ 130), το οποίο εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς δίκες, σύμφωνα με το άρθρο 164 αυτού. Κατ’ ακολουθίαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση και να καταπέσει το παράβολο, που ο εκκαλών κατέβαλε για την άσκησή της, υπέρ του Δημοσίου (άρθρο 310 παρ 1 του ν.4700/2020).
ΕΣ/ΚΠΕ/ΤΜ.4/35/2019
Παροχή υπηρεσιών διαχείρισης επικίνδυνων ιατρικών αποβλήτων(...) Κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από τον Επίτροπο, οι επίμαχες υπηρεσίες μη νομίμως ανατέθηκαν απευθείας στη φερόμενη ως δικαιούχο εταιρεία. Και τούτο, διότι η αξία των εν λόγω υπηρεσιών υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ, μέχρι του οποίου επιτρέπεται η, άνευ ειδικών λόγων, προσφυγή στην εξαιρετική διαδικασία της απευθείας ανάθεσης, ενώ, περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει η συνδρομή απρόβλεπτων περιστάσεων που κατέστησαν αδύνατη τη διενέργεια διαγωνιστικής διαδικασίας για την κάλυψη των σχετικών αναγκών του Νοσοκομείου.Ο δεύτερος λόγος του Επιτρόπου περί καταστρατήγησης των διατάξεων για τον προσυμβατικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος, καθότι δεν προσκομίζονται συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η δαπάνη των επίμαχων υπηρεσιών υπερβαίνει τα νόμιμα όρια του ελέγχου.Περαιτέρω, απορριπτέος είναι ο λόγος του Επιτρόπου ότι κατά παράβαση της αρχής της οικονομικότητας, ανατίθενται οι επίμαχες υπηρεσίες σε ανάδοχο, ενώ εκτελείται ταυτόχρονα η συλλογή, μεταφορά και διαχείριση των ΕΑΑΜ με τη μέθοδο της αποτέφρωσης από άλλη ανάδοχο εταιρεία. Τούτο δε, διότι στην από 5.7.2016 σύμβαση, στο άρθρο 5 της οποίας ορίζεται ως αφετηρία αυτής η 2η.2.2016, δεν προβλέπεται συγκεκριμένο ποσό, ως αντίτιμο, αλλά, αντιθέτως, προβλέπεται ότι η κοινοπραξία που διαχειρίζεται τον αποτεφρωτήρα του Ε.Δ.Σ.Ν.Α. θα πληρώνεται μηνιαίως με βάση το βάρος των αποβλήτων που θα της διατίθενται. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται, εν προκειμένω, κίνδυνος διπλής καταβολής ποσών για τις επίμαχες υπηρεσίες διαχείρισης ΕΑΑΜ. Επιπλέον, βάσιμος είναι ο τέταρτος λόγος του Επιτρόπου, καθότι, πράγματι, η απαραίτητη απόφαση ανάληψης υποχρέωσης εκδόθηκε μετά την παροχή των επίμαχων υπηρεσιών.Τέλος, η επίμαχη δαπάνη δεν δύναται να τύχει νομιμοποίησης, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 37 του ν. 4238/2014, όπως ισχύει, καθόσον δεν αποδείχθηκε από τον ελεγχόμενο φορέα η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της (βλ. σκ. V). Εξάλλου, εν προκειμένω, συντρέχει και έτερος λόγος μη νομιμότητας της επίμαχης δαπάνης (έκδοση απόφασης ανάληψης υποχρέωσης μετά την παροχή των επίμαχων υπηρεσιών), ο οποίος δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της εν λόγω διάταξης.