C-218/2011
Τύπος: Δικαστικές Αποφάσεις
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα) της 18ης Οκτωβρίου 2012 «Οδηγία 2004/18/EΚ — Δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών — Άρθρα 44, παράγραφος 2, και 47, παράγραφοι 1, στοιχείο βʹ, 2 και 5 — Οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια των υποψηφίων και των προσφερόντων — Ελάχιστο επίπεδο ικανοτήτων που έχει καθοριστεί με βάση συγκεκριμένο στοιχείο του ισολογισμού — Λογιστικό στοιχείο στο οποίο μπορούν να ασκήσουν επιρροή οι διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών περί των ετησίων λογαριασμών των εταιριών»
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΔΕΚ/C-503/2004
Περίληψη της αποφάσεως 1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνεται η παράβαση — Μη τήρηση της υποχρεώσεως εκτελέσεως αποφάσεως — Χρηματοοικονομικές κυρώσεις (Άρθρο 228 § 2 EΚ) 2. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων — Οδηγία 89/665 (Άρθρο 226 EΚ και 228 EΚ• οδηγία 89/665 του Συμβουλίου, άρθρο 3) 3. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων — Οδηγία 89/665 (Άρθρο 226 EΚ και 228 EΚ• οδηγία 89/665 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 6, εδ. 2) 4. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημοσίων συμβάσεων — Οδηγία 92/50 (Άρθρο 226 EΚ• οδηγία 92/50 του Συμβουλίου) 5. Κράτη μέλη — Υποχρεώσεις — Παράβαση — Δικαιολογητικός λόγος αντλούμενος από την εσωτερική έννομη τάξη — Δεν επιτρέπεται (Άρθρο 226 EΚ) 1. Στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, η προσφυγή δεν είναι απαράδεκτη διότι η Επιτροπή δεν ζητεί πλέον την επιβολή χρηματικής ποινής. Πράγματι, εφόσον το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφασίζει την επιβολή χρηματοοικονομικής κυρώσεως, μη προταθείσας από την Επιτροπή, η προσφυγή δεν καθίσταται απαράδεκτη για το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή θεωρεί, σε κάποιο στάδιο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, ότι δεν τίθεται πλέον ζήτημα επιβολής χρηματικής ποινής. (βλ. σκέψεις 21-22) 2. Η ιδιαίτερη διαδικασία του άρθρου 3 της οδηγίας 89/665, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, δυνάμει της οποίας η Επιτροπή μπορεί να παρεμβαίνει σε κράτος μέλος εφόσον θεωρήσει ότι έχει διαπραχθεί σαφής και κατάφωρη παράβαση των κοινοτικών διατάξεων περί συμβάσεων του δημοσίου, αποτελεί προληπτικό μέτρο το οποίο δεν μπορεί ούτε να παρεκκλίνει από τις εκ του άρθρου 226 ΕΚ και 228 ΕΚ αρμοδιότητες της Επιτροπής ούτε να τις υποκαταστήσει. (βλ. σκέψη 23) 3. Μολονότι η διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 89/665, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρούν τα αποτελέσματα συμβάσεων συναφθεισών κατά παράβαση οδηγιών στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και προστατεύει, με τον τρόπο αυτό, τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των αντισυμβαλλομένων, δεν μπορεί όμως να έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η έναντι τρίτων συμπεριφορά της αναθέτουσας αρχής είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο ύστερα από τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων. Ωστόσο, μολονότι η διάταξη αυτή δεν επηρεάζει την εφαρμογή του άρθρου 226 ΕΚ, δεν επηρεάζει ούτε την εφαρμογή του άρθρου 228 ΕΚ, ειδάλλως συρρικνώνεται το περιεχόμενο των διατάξεων της Συνθήκης περί δημιουργίας της εσωτερικής αγοράς. Περαιτέρω, η διάταξη αυτή αφορά, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή της, την αποκατάσταση την οποία ο θιγείς από παράβαση διαπραχθείσα εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής μπορεί να επιτύχει από την αρχή αυτή. Ωστόσο, λόγω της εξειδίκευσής της, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διέπει και τη σχέση μεταξύ ενός κράτους μέλους και της Κοινότητας, σχέση η οποία εμπίπτει στο πλαίσιο των άρθρων 226 ΕΚ και 228 ΕΚ. (βλ. σκέψεις 33-35) 4. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι, σε περίπτωση λύσης της συναφθείσας κατά παράβαση της οδηγίας 92/50 σύμβασης, οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η αρχή pacta sunt servanda καθώς και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας μπορούν να αντιταχθούν στην αναθέτουσα αρχή από τον αντισυμβαλλόμενό της, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να τα επικαλεστεί για να δικαιολογήσει τη μη εκτέλεση αποφάσεως διαπιστώνουσας παράβαση βάσει του άρθρου 226 ΕΚ και, ως εκ τούτου, να απεκδύεται της ευθύνης που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο. (βλ. σκέψη 36) 5. Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο. (βλ. σκέψη 38)
C-682/2021
Προδικαστική παραπομπή – Δημόσιες συμβάσεις – Οδηγία 2014/24/ΕΕ – Άρθρο 57, παράγραφος 4, στοιχείο ζʹ – Προαιρετικός λόγος αποκλεισμού συνδεόμενος με πλημμέλειες στο πλαίσιο προηγούμενης σύμβασης – Σύμβαση που ανατέθηκε σε κοινοπραξία οικονομικών φορέων – Καταγγελία της σύμβασης – Αυτόματη καταχώριση του συνόλου των μελών της κοινοπραξίας σε κατάλογο αναξιόπιστων προμηθευτών – Αρχή της αναλογικότητας – Οδηγία 89/665/ΕΟΚ – Άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3 – Δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας»
ΝΣΚ/130/2003
Πολιτικά Κόμματα. Κρατική χρηματοδότηση τούτων. Τηρούμενα βιβλία σε σχέση με την υποχρέωση κατάρτισης ετήσιου ισολογισμού, που πρέπει να ανταποκρίνεται στους κανόνες και τις δομές του Γενικού Λογιστικού Σχεδίου.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Δεν υφίσταται αντίθεση, αφενός μεταξύ της διατάξεως του άρθρου 18 παρ.1 και 3 του Ν 3023/2002, κατά την οποία τα πολιτικά κόμματα που λαμβάνουν κρατική τακτική χρηματοδότηση υποχρεούνται, στη σύνταξη ετήσιου ισολογισμού εσόδων και δαπανών, που πρέπει να ανταποκρίνεται στους κανόνες και στις δομές, δηλαδή, στις γενικές αρχές, του Γενικού Λογιστικού Σχεδίου και, αφετέρου, της ρύθμισης του άρθρου 16 του ίδιου νόμου, κατά την οποία τα κόμματα υποχρεούνται εφόσον λαμβάνουν κρατική τακτική ή εκλογική χρηματοδότηση στην τήρηση «ειδικού» βιβλίου, όπου καταχωρούνται τα έσοδα και οι δαπάνες τους. Τούτο, διότι, καμία από τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν αναφέρεται ευθέως στην τήρηση συγκεκριμένης κατηγορίας βιβλίων (Β’ ή Γ’) του ΚΒΣ. Στον κανονιστικό νομοθέτη (ΚΥΑ), κατά την παρ.3 του άρθρου 18 του ίδιου νόμου, εναπόκειται να καθορίσει τον τρόπο σύνταξης του ισολογισμού των πολιτικών κομμάτων, ώστε το περιεχόμενό του να ανταποκρίνεται στις γενικές αρχές (κανόνες και δομές) που διέπουν το Γενικό Λογιστικό Σχέδιο.
ΕΣ/ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/25/2025
Η Απόφαση 25/2025 του Ελεγκτικού Συνεδρίου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντα, ο οποίος ζητούσε την αναίρεση της 2150/2020 οριστικής απόφασης του ΙΙΙ Τμήματος, με σκοπό τον κανονισμό της σύνταξής του με βάση ποσοστό ανικανότητας 70%, αντί του 55% που είχε αρχικά καθοριστεί. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ορθώς το Τμήμα απέρριψε την αίτηση αναθεώρησης, καθόσον οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος (σχετικά με τον καθορισμό του ποσοστού ανικανότητας) δεν συνιστούν νομικούς λόγους αναθεώρησης (όπως πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα ή λογιστικό λάθος), αλλά ανάγονται στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως αβάσιμη και διατάχθηκε η κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου.
ΝΣΚ/191/2009
Κατανομή και απόδοση των παρακρατηθεισών συνδικαλιστικών εισφορών έτους 2009 υπαλλήλων του ΥΠΕΘΑ/ΓΕΣ, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΚΥΑ 2/77200/0022/8-11-1999 των ΥΠΕΣΔΑ και Οικ/κών, που εκδόθηκε κατ εφαρμογή του άρθρου 9 του Ν 2303/1995.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
Μετά την αποχώρηση της Πανελλήνιας Ένωσης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων (ΠΕΔΠΥ) του ΥΕΘΑ/ΓΕΣ από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας, δεν γεννάται ζήτημα για την κατανομή των εισφορών της από το Οικονομικό και Λογιστικό Κέντρο Στρατού (ΟΛΚΕΣ), οι οποίες θα είναι αυτές που έχουν καθοριστεί μέχρι σήμερα από την συμφωνία που υπάρχει. Η ενσωμάτωση της εισφοράς της ΠΕΔΠΥ υπέρ του Ταμείου Αλληλοβοηθείας στο ποσό της συνδικαλιστικής εισφοράς και η είσπραξη και κατανομή της από το ΟΛΚΕΣ δεν ήταν στις υποχρεώσεις του. (πλειοψ.)
Υπόθεση C-442/2000
«Κοινωνική πολιτική — Προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη — Οδηγία 80/987/ΕΟΚ — Πεδίο εφαρμογής — Έννοια των "απαιτήσεων" — Έννοια της "αμοιβής" — "Salarios de tramitación" — Πληρωμή διασφαλιζόμενη από τον οργανισμό εγγυήσεως — Πληρωμή εξαρτώμενη από την έκδοση δικαστικής αποφάσεως»Κοινωνική πολιτική — Προσέγγιση νομοθεσιών — Προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη — Οδηγία 80/987 — Περιεχόμενο της εγγυήσεως που παρέχει ο οργανισμός εγγυήσεως — Εθνική νομοθεσία προβλέπουσα την εγγύηση για τα ποσά που οφείλονται, σε περίπτωση παράνομης απολύσεως, ως μισθοί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αμφισβητήσεως της απολύσεως (salarios de tramitación) που έχουν καθοριστεί με δικαστική απόφαση, αλλά αποκλείουσα την εγγύηση αυτή για τα ποσά που έχουν αναγνωριστεί στο πλαίσιο διαδικασίας συμβιβασμού — Παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως — Υποχρεώσεις και εξουσίες του εθνικού δικαστηρίου — Εξάλειψη της δυσμενούς διακρίσεως — Εφαρμογή, στα άτομα της κατηγορίας που τυγχάνει δυσμενούς μεταχειρίσεως, του καθεστώτος που παρέχεται στην ευνοημένη κατηγορία (Οδηγία 80/987 τον Συμβουλίου, άρθρο 2 § 1
Υπόθεση C-586/2010
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα) της 26ης Ιανουαρίου 2012 «Κοινωνική πολιτική — Οδηγία 1999/70/ΕΚ — Ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου — Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου — Αντικειμενικοί λόγοι που μπορούν να δικαιολογήσουν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων — Εθνική κανονιστική ρύθμιση βάσει της οποίας δικαιολογείται η χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε περίπτωση προσωρινής αναπληρώσεως — Μόνιμη ή επαναλαμβανόμενη ανάγκη για αναπληρωματικό προσωπικό — Συνεκτίμηση όλων των περιστάσεων που αφορούν την ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου» Στην υπόθεση C‑586/10, με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesarbeitsgericht (Γερμανία) με απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Δεκεμβρίου 2010, στο πλαίσιο της δίκης
ΔΕΔ/Αθ/102/2025
Η απόφαση αφορά την απόρριψη ενδικοφανούς προσφυγής που υποβλήθηκε κατά πράξης επιβολής προστίμου συνολικού ύψους 500,00€ (δύο πρόστιμα των 250,00€ έκαστο) για τα φορολογικά έτη 2022 και 2023. Τα πρόστιμα επιβλήθηκαν από την Προϊσταμένη της Δ.Ο.Υ. Χίου λόγω εκπρόθεσμης υποβολής των δηλώσεων καταβολής τέλους εκμετάλλευσης αλιευτικών πλοίων (άρθρο 57 του Ν. 4646/2019) από την προσφεύγουσα, η οποία τηρεί απλογραφικό λογιστικό σύστημα. Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι η καθυστέρηση οφειλόταν σε απουσία της στην Αθήνα λόγω οικογενειακών λόγων (εγκυμοσύνη κόρης). Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών απέρριψε την προσφυγή, κρίνοντας ότι ο ισχυρισμός ήταν αναπόδεικτος, καθώς δεν προσκομίστηκε κανένα σχετικό στοιχείο, και επικύρωσε την επιβολή των προστίμων.
ΔΕΚ/C-176/1998
Περίληψη $$Η οδηγία 92/50, για τον συντονισμό των διαδικασιών συνάψεως δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, έχει την έννοια ότι επιτρέπει σε παρέχοντα υπηρεσίες, ο οποίος καλείται να αποδείξει ότι πληροί τις οικονομικές, χρηματοδοτικές και τεχνικές προϋποθέσεις συμμετοχής του σε διαδικασία προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών, με σκοπό τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως υπηρεσιών, να κάνει χρήση των ικανοτήτων άλλων οντοτήτων, ανεξάρτητα από τη νομική φύση των δεσμών που διατηρεί με αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι είναι σε θέση να αποδείξει ότι όντως βρίσκονται στη διάθεσή του τα μέσα των εν λόγω οντοτήτων που είναι αναγκαία για την εκτέλεση της συμβάσεως. Εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να εκτιμήσει αν έχει προσκομιστεί, στο πλαίσιο της κύριας δίκης, το αποδεικτικό αυτό στοιχείο.
ΔΕΚ/C-129/2004
Περίληψη της αποφάσεως Προσέγγιση των νομοθεσιών — Διαδικασίες προσφυγής σε θέματα συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων — Οδηγία 89/665 — Υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν διαδικασία ασκήσεως προσφυγής — Πρόσβαση στις διαδικασίες προσφυγής — Εθνική νομοθεσία απαγορεύουσα στα μέλη υποβαλούσας προσφορά κοινοπραξίας χωρίς νομική προσωπικότητα να ασκήσoυν ατομικώς προσφυγή — Επιτρέπεται (Οδηγία του Συμβουλίου 89/665, άρθρο 1) Το άρθρο 1 της οδηγίας 89/665, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/50, για τον συντονισμό των διαδικασιών συνάψεως δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αποκλείει εθνική νομοθεσία κατά την οποία μόνον το σύνολο των μελών κοινοπραξίας χωρίς νομική προσωπικότητα, η οποία μετέσχε ως τέτοια σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως και δεν της ανατέθηκε το αντικείμενο της εν λόγω συμβάσεως, μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως περί συνάψεως της συμβάσεως και όχι μόνον ένα από τα μέλη της ατομικώς. Το ίδιο ισχύει αν όλα τα μέλη τέτοιας κοινοπραξίας ασκήσουν μεν από κοινού προσφυγή αλλά η προσφυγή ενός από τα μέλη της είναι απαράδεκτη. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, πράγματι, η εθνική νομοθεσία απαιτεί απλώς από τους προσφεύγοντες να πληρούν τις σχετικές με την ενεργητική νομιμοποίηση προϋποθέσεις αναλόγως της νομικής μορφής που έχουν επιλέξει τα ίδια τα μέλη. Τέτοιου είδους προϋποθέσεις είναι γενικής ισχύος και δεν περιορίζουν κατά τρόπο αντίθετο προς την οδηγία 89/665 την αποτελεσματικότητα των προσφυγών και τη δυνατότητα των υποβαλόντων προσφορά να ασκήσουν προσφυγές. (βλ. σκέψεις 28-29 και διατακτ.)