ΝΣΚ/217/2014
Τύπος: ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ Ν.Σ.Κ.
Υποχρέωση ή μη καταβολής δικαστικής εγγύησης λόγω αλλοδαπότητος από αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που δεν έχουν μόνιμη κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα, αλλά σε Κράτη είτε εντός είτε εκτός της Ε.Ε. (συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας), τα οποία ασκούν αγωγές και εν γένει ένδικα βοηθήματα στα ελληνικά δικαστήρια ή επισπεύδουν αναγκαστική εκτέλεση σε υποθέσεις που αφορούν διεκδίκηση ή αναγνώριση εμπραγμάτων δικαιωμάτων.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Δεν προβλέπεται στο ελληνικό δίκαιο, υποχρέωση καταβολής δικαστικής εγγύησης λόγω αλλοδαπότητος από αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν έχουν μόνιμη κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα, αλλά σε Κράτη είτε εντός είτε εκτός της E.E. (συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας), τα οποία ασκούν αγωγές και εν γένει ένδικα βοηθήματα στα ελληνικά δικαστήρια ή επισπεύδουν αναγκαστική εκτέλεση σε υποθέσεις που αφορούν διεκδίκηση ή αναγνώριση εμπραγμάτων δικαιωμάτων. (ομοφ.) ΑΠΟΔΕΚΤΗ
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΝΣΚ/131/2011
Παρακρατήσεις και κατασχέσεις που διενεργούνται στα ποσά συντάξεων των συνταξιούχων του ΤΑΠ-ΔΕΗ.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Α) Δεν είναι νόμιμη, η κατόπιν αιτήσεως και συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών, παρακράτηση οποιουδήποτε ποσού από τις συντάξεις των εν λόγω συνταξιούχων για εξόφληση οφειλών τους είτε προς τον Προμηθευτικό Συνεταιρισμό ΔΕΗ, είτε από δάνεια συναφθέντα με τον ίδιο τον ασφαλιστικό οργανισμό, είτε ακόμη από προσωπικά (και όχι για πρώτη κατοικία) δάνεια του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (ή του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου) ή άλλης Τράπεζας ή δανειοδοτικού οργανισμού, καθόσον δεν αποτελεί νόμιμη εκχώρηση των άρθρων 62 του Ν.2214/1994 και 19 του Ν.2322/1995, αλλά λογίζεται ως απλή (ταμειακή) εξυπηρέτηση των εν λόγω συναφθεισών δανειακών συμβάσεων. Β) Προκειμένου δε, για την ικανοποίηση απαιτήσεων ένεκα διατροφής εκ του νόμου ή χρεών προς την ΔΕΗ και μόνον, νοούνται σαφώς οι απαιτήσεις επί των «τακτικών αποδοχών» της καταβαλλόμενης μηνιαίας σύνταξης, μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων, και μέχρι του 1/4 του συνολικού ποσού αυτής, ενώ, σε περίπτωση συρροής κατασχέσεων εκ του νόμου, σύμφωνα με την ισχύουσα αρχή της χρονικής προτεραιότητας, κάθε προγενέστερη κατάσχεση υπερισχύει της επόμενης, μόνο για το ποσό που έχει επιβληθεί. (ομοφ.)
ΣτΕ/2844/2004
Προκειμένου περί αλλοδαπών μελετητών ή αλλοδαπών μελετητικών γραφείων, εφόσον η διέπουσα αυτούς αλλοδαπή νομοθεσία δεν προβλέπει, προς θεμελίωση τυπικού προσόντος, την κατάταξή τους σε τάξεις ανάλογα με την εμπειρία τους, δεν μπορεί μεν να γίνει αναγωγή της εμπειρίας που διαθέτουν σε κάποια από τις τάξεις πτυχίων που προβλέπει η ελληνική νομοθεσία για την κατάταξη των ελληνικών μελετητικών σχημάτων, η αναθέτουσα, όμως, αρχή υποχρεούται, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, να ερευνήσει ποιές μελέτες μπορεί να αναλάβει ο αλλοδαπός μελετητής ή το αλλοδαπό μελετητικό γραφείο, σύμφωνα με τη νομοθεσία που τους διέπει, με βάση τα ουσιαστικά προσόντα που έχουν και, ενόψει τούτου, να εκφέρει κρίση αν η εμπειρία που διαθέτουν είναι ανάλογη τουλάχιστον με εκείνη που πρέπει να έχουν, κατά την ελληνική νομοθεσία, οι έλληνες μελετητές ή τα ελληνικά μελετητικά γραφεία για να αποκτήσουν πτυχία των τάξεων εκείνων, τις οποίες απαιτεί η επίμαχη πρόσκληση εκδηλώσεως ενδιαφέροντος για την ανάληψη των μελετών στις οποίες αυτή αφορά. Συνεπώς, δεν μπορούν να μετάσχουν στο διαγωνισμό αλλοδαπά μελετητικά σχήματα, τα οποία δεν διαθέτουν, για τις υδραυλικές μελέτες, εμπειρία ανάλογη τουλάχιστον, υπό την εκτεθείσα έννοια, με εκείνη που έχουν οι έλληνες μελετητές και τα ελληνικά μελετητικά γραφεία Γ΄ ή Δ΄ τάξεως, δεν αποκλείεται, όμως, από τις ανωτέρω διατάξεις η συμμετοχή αλλοδαπών μελετητικών σχημάτων που διαθέτουν εμπειρία μεγαλύτερη από εκείνη που απαιτείται για την κατοχή πτυχίου των τάξεων αυτών. Υπό την έννοια δε αυτή, οι ανωτέρω διατάξεις της προσκλήσεως εκδηλώσεως ενδιαφέροντος δεν θέτουν τους έλληνες μελετητές και τα ελληνικά μελετητικά γραφεία, που πρέπει να έχουν, για να μετάσχουν στο διαγωνισμό, πτυχίο Γ΄ ή Δ΄ τάξεως, στην κατηγορία των υδραυλικών μελετών, και όχι ανώτερης, σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τους αλλοδαπούς μελετητές και τα αλλοδαπά μελετητικά γραφεία. Και τούτο διότι και οι έλληνες μελετητές και τα ελληνικά μελετητικά γραφεία κάτοχοι πτυχίων των ανωτέρω τάξεων μπορεί να διαθέτουν εν τοις πράγμασι εμπειρία μεγαλύτερη από εκείνη που αντιστοιχεί στα πτυχία των τάξεων αυτών, αφού η προαγωγή πτυχίου μελετητή σε ανώτερη τάξη δεν γίνεται αυτομάτως με την παρέλευση μόνον ορισμένου χρόνου από την κτήση του διπλώματος, αλλά απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρα 2 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 840/1978 και 9 παρ. 1 του Ν. 716/1977, η υποβολή σχετικής αιτήσεως εκ μέρους του ενδιαφερομένου, συνοδευομένης από πιστοποιητικά, εκ των οποίων να προκύπτει η ουσιαστική πείρα του. Κατά την άποψη, όμως, του Συμβούλου Δημ. Πετρούλια, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων της προσκλήσεως εκδηλώσεως ενδιαφέροντος, προκειμένου να μετάσχουν στον επίμαχο διαγωνισμό, οι αλλοδαποί μελετητές ή τα αλλοδαπά μελετητικά γραφεία πρέπει να έχουν τα τυπικά προσόντα που προβλέπει το ελληνικό δίκαιο για την ανάληψη της εκπονήσεως μελέτης, δεν ασκεί δε επιρροή το γεγονός ότι ενδεχομένως το διέπον αυτούς αλλοδαπό δίκαιο, εν αντιθέσει με το ελληνικό, δεν προβλέπει την κατάταξη των μελετητών σε τάξεις ανάλογα με την εμπειρία τους. Εφόσον δε, σύμφωνα με την προαναφερθείσα πρόσκληση, δεν επιτρέπεται η συμμετοχή στο διαγωνισμό μελετητών ή μελετητικών γραφείων κατόχων πτυχίου ανώτερης τάξεως από εκείνη που προβλέπεται για κάθε μελέτη, η αναθέτουσα αρχή πρέπει να εξετάσει σε ποια τάξη πτυχίου θα κατατασσόταν το αλλοδαπό μελετητικό σχήμα ανάλογα με την εμπειρία των μελών του, της εμπειρίας εκτιμωμένης όπως και για την κατάταξη των ελλήνων μελετητών (δηλαδή, σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 4 και 8 παρ. 3 του Ν. 716/1977, προκειμένου περί πτυχίου ανωτέρας της Α΄ τάξεως, ενόψει του διαδραμόντος χρόνου από της κτήσεως του διπλώματος σε συνδυασμό με «αποδεδειγμένη ανάλογη ικανοποιητική πείρα»). Από της εξεταζομένης δε απόψεως δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 840/1978 και 9 παρ. 1 του Ν. 716/1977, η παρέλευση χρόνου και μόνον από της κτήσεως του διπλώματος δεν αποτελεί ικανή προϋπόθεση για την αυτόματη προαγωγή του πτυχίου και ότι για την προαγωγή αυτή απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως εκ μέρους του ενδιαφερομένου μελετητή, συνοδευομένης από πιστοποιητικά, εκ των οποίων να προκύπτει η ουσιαστική πείρα του.
ΝΣΚ/466/2012
Εκ του νόμου εγγυοδοσία υπέρ του Δημοσίου κατά την εκτέλεση μη αμετακλήτων αποφάσεων – Υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 παρ.1 του Ν. 3068/2002, των αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, διαταγών πληρωμής και προσωρινών διαταγών – Εξαίρεση δικαστικών αποφάσεων ή εκτελεστών τίτλων από την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως – Κρίσιμη ημερομηνία για τον υπολογισμό των τόκων – Απρόθεσμα ένδικα βοηθήματα.Οι αποφάσεις επί αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, οι διαταγές πληρωμής και οι προσωρινές διαταγές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της παρ.1 του άρθρου 4 του Ν. 3068/2002, όπως συμπληρώθηκε με την παρ.5 του άρθρου 326 του Ν. 4072/2012, για την αναγκαστική εκ του νόμου εγγυοδοσία υπέρ του Δημοσίου κατά την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων. (πλειοψ.) Στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω διατάξεων δεν υπάγονται: α) οι καταψηφιστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με εξαίρεση καταψηφιστική απόφαση που δίκασε διαφορά από δημόσιο έργο, β) οι τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ’ έως και ζ’ της παρ.2 του άρθρου 904 Κ.Πολ.Δ., με εξαίρεση τις αποφάσεις αλλοδαπών δικαστηρίων που κηρύχθηκαν εκτελεστές, γ) οι αναγνωριστικές και οι διαπλαστικές δικαστικές αποφάσεις και δ) οι καταψηφιστικές αποφάσεις, εφόσον δεν επιδικάζουν χρηματική απαίτηση. (πλειοψ.) Κρίσιμη ημερομηνία για τον υπολογισμό των τόκων θεωρείται: αα) όσον αφορά μεν την έναρξη τοκοφορίας, η ημερομηνία επιδόσεως της αγωγής, εκτός αν από το διατακτικό του εκτελεστού τίτλου προκύπτει διαφορετική ημερομηνία, ββ) όσον αφορά δε τη λήξη, η ημερομηνία εκτελέσεως του τίτλου εκ μέρους του Δημοσίου, δηλαδή η ημερομηνία πληρωμής. (ομοφ.) Σε χρονικό περιορισμό δεν υπάγονται τα ένδικα βοηθήματα των άρθρων 313, 586, 696 παρ.3, 901 Κ.Πολ.Δ. και 205 παρ.5 και 215 παρ.2 Κ.Διοικ.Δικ. (ομοφ.)
ΝΣΚ/21/2018
Νομιμοποίηση δικηγόρων που φέρονται ότι εκπροσωπούν υπηκόους τρίτων χωρών στις συναλλαγές τους με τη διοίκηση, όταν δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση.(..)Κατάσταση : Αποδεκτή
Στις διοικητικές υποθέσεις υπηκόων τρίτων χωρών που αναφέρονται στο ερώτημα [ήτοι α) αιτήσεις για χορήγηση βεβαίωσης περί του αν υφίσταται σε βάρος τους το μέτρο της απαγορεύσεως εισόδου στη χώρα μας ή στον χώρο Σένγκεν, β) αιτήσεις για πληροφόρηση σχετικά με τους λόγους, για τους οποίους αυτοί είναι καταχωρημένοι στον Ειδικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών (Ε.Κ.ΑΝ.Α.), γ) αιτήσεις για τη διαγραφή των μέτρων απαγορεύσεως εισόδου που υφίστανται σε βάρος τους και τους έχουν επιβληθεί από τις ελληνικές αρχές, δ) κατάθεση διοικητικών προσφυγών σε περιπτώσεις συλλήψεως - κρατήσεως αλλοδαπών, οι οποίοι εισέρχονται ή διαμένουν παράτυπα στη χώρα μας και για τους οποίους κινείται η διαδικασία της διοικητικής απελάσεως ή επιστροφής τους, κατόπιν σχετικής αποφάσεως και ε) αιτήσεις για παράταση της προθεσμίας προς οικειοθελή αναχώρηση αλλοδαπών που τελούν υπό διοικητική επιστροφή, των οποίων η κράτηση έχει αρθεί], υποχρεούνται οι αστυνομικές υπηρεσίες να συναλλάσσονται με δικηγόρους που τους εκπροσωπούν, συμμορφούμενες, κατ’ αρχάς, με την ΔΙΣΚΠΟ/Φ.18/ΟΙΚ. 11853 από 6-5-2009 εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτ/κών, για την νομιμοποίηση δε του δικηγόρου αρκεί, είτε η υπογραφή με την σφραγίδα του δικηγόρου επί των αιτήσεων ή των διοικητικών προσφυγών, που κατατίθενται αρμοδίως για λογαριασμό του εντολέα του και υπό την ιδιότητα του πληρεξουσίου του τελευταίου, είτε, σε περίπτωση προσωπικής επαφής με τις ως άνω αρχές, για την παρακολούθηση διοικητικής υποθέσεως, η επίδειξη της δικηγορικής ταυτότητάς του (από την οποία προκύπτουν το ονοματεπώνυμο και ο αριθμός μητρώου του δικηγορικού συλλόγου στον οποίο ανήκει), καθώς και η προφορική ή γραπτή δήλωσή του ότι είναι πληρεξούσιος του εντολέα, τον οποίο αφορά η υπόθεση. (πλειοψ.) Παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια, κατόπιν της υπ' αριθ. 249/2017 γνωμ. της Β' Τακτικής Ολομέλειας ΝΣΚ.
ΝΣΚ/235/2016
Αν το δεδικασμένο που προκύπτει από τις υπ’ αριθ. 200/2007, 201/2007, 2043/2010 και 2044/2010 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν εκδόσεως των αποφάσεων με αριθμούς 2300, 2301, 2302 και 2303/2013 του ΣτΕ, που απέρριψαν αιτήσεις αναίρεσης, υποχωρεί έναντι της υποχρέωσης προς συμμόρφωση προς την απόφαση C-601/2010/27.10.2011 του ΔΕΕ, ενόψει και της εκδόσεως της με αριθμό 2552/2014 αποφάσεως του ΣτΕ και συνεπώς η υποχρέωση προς συμμόρφωση του Δήμου «Κ», στον οποίο αφορούν οι ανωτέρω αποφάσεις, νοείται ως υποχρέωση ανάκλησης όλων των παρανόμων πράξεων(..)Συνεισηγήτρια: Ελένη Λευθεριώτου, Πάρεδρος ΝΣΚ Στο πλαίσιο και προς τον σκοπό συμμορφώσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας προς την απόφαση C- 601/2010/27.10.2011 του ΔΕΕ, το δεδικασμένο που προκύπτει από τις με αριθμούς 200/2007, 201/2007, 2043/2010 και 2044/2010 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν εκδόσεως των με αριθμούς 2300, 2301, 2302 και 2303/2013 αποφάσεων του ΣτΕ, δεν εκτείνεται στο ζήτημα είτε της νομιμότητας της διαδικασίας αναθέσεως από πλευράς ενωσιακού δικαίου, είτε της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, στις οποίες θεμελιώθηκαν άμεσα ή έμμεσα οι επιδικασθείσες αξιώσεις της αναδόχου, ώστε να αντιπαρατίθεται στην ευθεία και αυτοτελή υποχρέωση προς συμμόρφωση, που πηγάζει από την ανωτέρω απόφαση του ΔΕΕ. Η ύπαρξη δεδικασμένου από τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν στο πλαίσιο δικών, οι οποίες ανοίχτηκαν με αγωγές ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ του Δήμου «Κ» και της αναδόχου εταιρείας «Γ.ΑΕ-Δ.Μ. & ΣίΑ-ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΩΝ» και αφορούν σε επιδικασθέν τμήμα αμοιβής για μέρος συμβάσεων, δεν αποτελεί κώλυμα για την εκ μέρους του Δήμου και άλλου τρίτου φορέα ή υπηρεσίας, που λειτουργεί για λογαριασμό του, ως φορέων της Ελληνικής Δημοκρατίας, συμμορφώσεώς τους, στην απόφαση αυτή όπως έχουν υποχρέωση.
ΕΣ/ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ/1334/2023
Δημοσιονομική διόρθωση ποσού 168.000,00 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 12.475,84 ευρώ, ήτοι συνολικού ποσού 180.475,84 ευρώ, που καταβλήθηκε σ’ αυτήν στο πλαίσιο υλοποίησης του Υποέργου 6 με τίτλο «Ενίσχυση της Πολιτιστικός Πολυχώρος Προσομοίωσης Παραδοσιακών Αγροτικών Δραστηριοτήτων Ε.Π.Ε. στη θεματική ενότητα Τουρισμός»(...)Το Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως αναλυτικά εκτέθηκε στις σκέψεις 4 έως 6 της παρούσας, αρνήθηκε τη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί των διαφορών εκ δημοσιονομικών διορθώσεων επικαλούμενο δύο κατά βάση συνταγματικού επιπέδου επιχειρήματα: Πρώτον, ότι με βάση την κατά το Σύνταγμα ενδεικτική απαρίθμηση των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο κοινός νομοθέτης δύναται να υπαγάγει στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου μόνον τις υποθέσεις που είναι «απολύτως συναφείς» με τις πρωτογενώς υπαχθείσες από το Σύνταγμα στη δικαιοδοσία του. Και, δεύτερον, ότι ως δημόσιοι υπόλογοι κατά την οικεία συνταγματική ρύθμιση νοούνται μόνον αυτοί στους οποίους έχει ανατεθεί εξουσία διαχείρισης χρημάτων που ανήκουν σε δημόσιο φορέα, όχι δε και οι ωφελούμενοι από δημόσια ενίσχυση ιδιώτες, ακόμη και αν υπόκεινται κατά νόμο σε δημοσίου δικαίου υποχρεώσεις και έλεγχο.(...)το Ελεγκτικό Συνέδριο ανήχθη από το Σύνταγμα του 1975 σε αυτοτελή δικαιοδοτικό κλάδο, απολαύον του αυτού βαθμού ανεξαρτησίας που απολαύουν μεταξύ τους ο Άρειος Πάγος και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Συνεπώς, ως μη αποτελούν πλέον ειδικό διοικητικό δικαστήριο, οι ρυθμίσεις περί τις δικαιοδοτικές του αρμοδιότητες δεν πρέπει να ερμηνεύονται στενά ως εξαίρεση εκ του κανόνα της γενικής δικαιοδοσίας της διοικητικής δικαιοσύνης, αλλά αυτοτελώς ενόψει των σκοπών που εξυπηρετεί η υπαγωγή των οικείων διαφορών στη δικαιοδοσία του.(...)Από τις διατάξεις που παρατέθηκαν στις τρεις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι στο Ελεγκτικό Συνέδριο έχουν ανατεθεί νομοθετικώς δικαιοδοτικές αρμοδιότητες που δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν ως τελούσες σε «απόλυτη συνάφεια» με τις διαφορές εκ του ελέγχου των λογαριασμών δημοσίων υπολόγων, ως αντιλαμβάνεται την έννοια του δημοσίου υπολόγου το Συμβούλιο της Επικρατείας....το Ελεγκτικό Συνέδριο δικάζει ένδικα βοηθήματα κατά καταλογιστικών πράξεων ή αποφάσεων που αφορούν διαχείριση επιχορηγήσεων και χρηματοδοτήσεων προς ιδιώτες, οι οποίες προέρχονται από ενωσιακούς πόρους.(...)Η αυτοτέλεια της υποκείμενης αιτίας του «ελέγχου των λογαριασμών», ως στοιχείο προσδιοριστικό της δικαιοδοσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί των αντίστοιχων διαφορών, είναι συνυφασμένη με τη θεσμική αποστολή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως του ανωτάτου δημοσιονομικού δικαστηρίου της Χώρας, το οποίο, μέσω ιδίως των σχετικών με τον έλεγχο των λογαριασμών αρμοδιοτήτων του (είτε ελεγκτικών είτε δικαιοδοτικών), εγγυάται τη σύννομη και με όρους διαφάνειας διαχείριση των πεπερασμένων δημόσιων πόρων υπέρ του δημοσίου συμφέροντος(...)Με βάση τα προεκτεθέντα, στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκει και η εκδίκαση των διαφορών που προκύπτουν από τον καταλογισμό προσώπων (φυσικών ή νομικών) στα οποία καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ή παρανόμως χρηματικά ποσά από το Δημόσιο (ή από ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ κ.λπ.), έστω και αν τα πρόσωπα αυτά δεν είναι «δημόσιοι υπόλογοι» ως αντιλαμβάνεται την έννοια αυτή το Συμβούλιο της Επικρατείας, καθόσον ο σε βάρος τους καταλογισμός συνιστά πράξη «τακτοποίησης» δημόσιου λογαριασμού και, εντεύθεν, μέσο αποκατάστασης της επελθούσας βλάβης στον οικείο Προϋπολογισμό και δη υπό διττή έννοια, ήτοι αφενός ως ακύρωση της προηγηθείσας υλικής πράξης διενέργειας του εξόδου (είτε μερικής είτε ολικής, ανάλογα με το μέγεθος της βλάβης του Προϋπολογισμού του φορέα) και αφετέρου ως δημιουργία νόμιμου (εκτελεστού) τίτλου για την επιστροφή του σχετικού ποσού στο Δημόσιο (ή σε ΟΤΑ, ΝΠΔΔ κ.λπ.).(...)Τέλος, δεν αναδείχθηκε στην αναιρεσιβαλλομένη στοιχείο εκ του οποίου να προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα υπέβαλε ανακριβή ή ανεπαρκή στοιχεία, ώστε να εγερθεί ζήτημα κακής πίστεως αυτής. Ενόψει τούτου, όταν εγκρίθηκε από τους αρμόδιους φορείς το αρχικό και εν συνεχεία το αναλυτικό σχέδιο της επίδικης επένδυσης, οποιοσδήποτε διοικούμενος ευρισκόμενος στη θέση της αναιρεσείουσας ευλόγως μπορούσε να τρέφει, στηριγμένος σε καθοριστικής σημασίας πράξεις φορέων δημόσιας λειτουργίας, τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι η επένδυσή του ήταν επιλέξιμη. Εξ άλλου, το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δήλωσε σε φορολογική αρχή ότι η επένδυσή της αφορούσε μουσείο, δεν ασκεί επιρροή στην ανωτέρω κρίση, διότι ακόμη και αν μια τέτοια δήλωση έγινε προς αποφυγή φορολογικής επιβάρυνσης της δηλούσας, δεν ασκεί επιρροή στον χαρακτηρισμό της επίδικης επένδυσης ως τουριστικής καθόσον τούτο συντελείται αντικειμενικώς με βάση κριτήρια εκ της εφαρμοστέας ειδικής για την επένδυση νομοθεσίας. Δέχεται την αίτηση αναίρεσης.
ΕΣ/Τμ.7(ΚΠΕ)210/2013
Εξόφληση του πρώτου λογαριασμού της μελέτης «Σύνταξη τευχών δημοπράτησης έργου (Διαμόρφωση Πολυχώρου πρώην Εκπαιδευτηρίου ......)». (...)Σύμφωνα με βασική αρχή του δημοσιονομικού δικαίου, που απορρέει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της νομιμότητας και έχει αποτυπωθεί νομοθετικά στο άρθρο 37 παρ. 2 του ν. 3801/2009, για τη διενέργεια οποιασδήποτε δαπάνης του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των Ο.Τ.Α., πέραν της ύπαρξης πίστωσης στον εγκεκριμένο προϋπολογισμό τους, απαιτείται η δαπάνη αυτή να προβλέπεται ρητά από διάταξη νόμου ή να προκύπτει από τα δικαιολογητικά που τη συνοδεύουν ότι ανάγεται στη λειτουργική δραστηριότητα τους ή ότι συντελεί άμεσα ή έμμεσα στην εκπλήρωση των σκοπών που επιδιώκουν. Όταν δε πρόκειται για δαπάνες που συντελούν μεν στην εκπλήρωση του σκοπού των ανωτέρω φορέων και εξυπηρετούν τις λειτουργικές τους ανάγκες, πλην όμως αφορούν σε εργασίες που εμπίπτουν στα συνήθη καθήκοντα των υπαλλήλων τους όπως αυτά περιγράφονται στις οικείες οργανικές διατάξεις, δεν επιτρέπεται οι εργασίες αυτές να ανατίθενται σε τρίτους, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη οικονομική επιβάρυνσή τους. Τούτο δε, ενόψει της αρχής της οικονομικότητας, ως μερικότερης εκδήλωσης του δημοσίου συμφέροντος, που πρέπει να διέπει τη δράση και λειτουργία των υπηρεσιών του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. και η οποία επιβάλλει την εκπλήρωση των σκοπών τους με την κατά το δυνατόν ελάχιστη επιβάρυνση του προϋπολογισμού τους. Κατ’ εξαίρεση, ανάθεση υπηρεσίας έναντι αμοιβής σε ιδιώτη, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, είναι επιτρεπτή όταν είτε αφορά σε ιδιαίτερα σοβαρές ή ειδικής φύσης υποθέσεις για την αντιμετώπιση των οποίων απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία, προσόντα τα οποία αποδεδειγμένα δεν διαθέτει το προσωπικό που ήδη υπηρετεί (ΕΣ Κλιμ. VII Τμ. 27/2013, VII Tμ. πρ. 16/2012, 85, 114, 176, 309/2011) είτε αν και προβλέπεται από τις οικείες οργανικές διατάξεις η σύσταση και λειτουργία αρμόδιας για την εκτέλεση των ως άνω εργασιών υπηρεσίας, αυτή δεν έχει στελεχωθεί χωρίς υπαιτιότητα του ενδιαφερόμενου φορέα (Κλιμ. VII Τμ. 83/2013, 6, 26/2012, VII Τμ. πρ. 8/2012, 42, 210, 310/2011, 40, 55, 56, 250, 364/2010 κ.ά.).
ΣΤΕ/171/2020
Εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία...Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβολλαμένη απόφαση, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ως προς την στοιχειοθέτηση εκ μέρους της αναιρεσείουσας της παραβάσεως της λήψεως και καταχωρίσεως 108 εικονικών ως προς την ανυπαρξία συναλλαγής στοιχείων, χωρίς να διατυπώσει ερμηνευτική κρίση σχετικά με την επίρριψη στην αναιρεσείουσα του βάρους αποδείξεως ως προς το ως άνω ζήτημα, αλλά ούτε να προβεί, συναφώς, σε κατανομή του βάρους αποδείξεως μεταξύ των διαδίκων. Επιπροσθέτως, όλοι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως πλήττουν κρίσεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εξενεχθείσες κατ’ εκτίμηση των πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης, κατά την υπαγωγή του πραγματικού αυτής στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, όπως δε αναπτύσσονται, αναφέρονται μόνον σε ζητήματα εκτιμήσεως των αποδείξεων και αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Εξ άλλου, όλες οι αποφάσεις που επικαλείται η αναιρεσείουσα, “προς ενίσχυση” των λόγων της, αφορούν είτε σε διαφορετικά νομικά ζητήματα (όπως στις ΣτΕ 1773/2010 που αφορά ειδικό φόρο κατανάλωσης σε μπανάνες, 2091/2008 που αφορά σε φόρο μεταβιβάσεως ονομαστικών μετοχών α.ε. μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο, 3518/2006, 2842/2007 που αφορούν σε έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων και 496/2009 που αφορά σε συμπληρωματική πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ), είτε σε ζητήματα νομιμότητος της αιτιολογίας των αναιρεσιβαλλομένων στις ως άνω υποθέσεις αποφάσεων, σε σχέση με την εικονικότητα ή μη των ενδίκων σε κάθε περίπτωση τιμολογίων και των σχετικών με αυτά συναλλαγών. Κατόπιν των ανωτέρω, οι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989.
ΝΣΚ/186/2014
Εκμίσθωση χώρων κρατικών αερολιμένων – Αναπροσαρμογή μισθωμάτων κατ’ άρθρο 288 ΑΚ – Νόμιμη εκπροσώπηση Δημοσίου κατά τη σύναψη συμβάσεων – Ανάκληση πράξεων οργάνων της διοίκησης – Διοικητική αναγκαστική εκτέλεση για οφειλές από μισθώματα.(..)Κατάσταση : Εκκρεμεί αποδοχή
1) Εκτός από τις περιπτώσεις διαφωνίας των συμβαλλομένων μερών (Δημοσίου – ΥΠΑ και τρίτου) για αναπροσαρμογή του συμβατικώς καθορισθέντος μισθώματος στις περιπτώσεις εκμισθώσεως χώρων των κρατικών αερολιμένων (αρμοδιότητας της ΥΠΑ), οι οποίες επιλύονται είτε κατόπιν δικαστικής αποφάσεως ή μετά από την αποδοχή σχετικού Πρακτικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία περί αναγνωρίσεως απαιτήσεως ή συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς (άρθρο 6 παρ.1 του ν. 3086/2002 - Οργανισμός του ΝΣΚ ), παρέχεται από το νόμο δυνατότητα στον Προϊστάμενο της ΥΠΑ Υπουργό, κατ’ αποδοχή αιτήματος μισθωτή, να συμπράξει για την τροποποίηση των όρων των σχετικών συμβάσεων μίσθωσης, μεταξύ των οποίων και εκείνων που αφορούν το καταβαλλόμενο μίσθωμα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 288 ΑΚ. 2) Αναγκαία η αιτιολόγηση της απόφασης Υπουργού για αναπροσαρμογή του μισθώματος κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, ως προς τους όρους και προϋποθέσεις. 3) Αρμόδιος, από πλευράς Δημοσίου, για τη σύμπραξη στη σύμβαση περί αναπροσαρμογής του μισθώματος χώρων της ΥΠΑ, είναι ο Υπουργός ΥΠΟΜΕΔΙ, ή το όργανο στο οποίο έχει μεταβιβαστεί ρητώς η συγκεκριμένη αρμοδιότητα. 4) Δυνατότητα ανάκλησης πράξεων οργάνων της ΥΠΑ συναφών με μειώσεις μισθωμάτων ως απολύτως άκυρων. 5) Διαδικασία αναζήτησης διαφορών από μισθώματα χώρων της ΥΠΑ κατά ΚΕΔΕ. (ομοφ.)
ΕΣ/ΚΛ.ΣΤ/375/2019
Προμήθεια μηχανολογικού εξοπλισμού...ο ν. 4412/2016, στο άρθρο 106 αυτού, με τον τίτλο «Ματαίωση διαδικασίας», ορίζει ότι: «1. Η αναθέτουσα αρχή με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή της, μετά από γνώμη του αρμόδιου οργάνου, ματαιώνει τη διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης: α) εφόσον η διαδικασία απέβη άγονη είτε λόγω μη υποβολής προσφοράς είτε λόγω απόρριψης όλων των προσφορών ή αιτήσεων ή αποκλεισμού όλων των προσφερόντων ή συμμετεχόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος βιβλίου και τα έγγραφα της σύμβασης … 2. Ματαίωση της διαδικασίας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης μπορεί να λάβει χώρα με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση της αναθέτουσας αρχής, μετά από γνώμη του αρμόδιου οργάνου, στις ακόλουθες περιπτώσεις: … β) αν οι οικονομικές και τεχνικές παράμετροι που σχετίζονται με τη διαδικασία ανάθεσης άλλαξαν ουσιωδώς και η εκτέλεση του συμβατικού αντικειμένου δεν ενδιαφέρει πλέον την αναθέτουσα αρχή ή τον φορέα για τον οποίο προορίζεται το υπό ανάθεση αντικείμενο … δ) αν η επιλεγείσα προσφορά κριθεί ως μη συμφέρουσα από οικονομική άποψη». Σε αρμονία δε προς τις ως άνω διατάξεις στο άρθρο 3.5. της διακηρύξεως, με τίτλο «Ματαίωση διαδικασίας» προβλέπεται ότι «Η αναθέτουσα αρχή ματαιώνει ή δύναται να ματαιώσει εν όλω ή εν μέρει αιτιολογημένα τη διαδικασία ανάθεσης, για τους λόγους και υπό τους όρους του άρθρου 106 του ν. 4412/2016, μετά από γνώμη της αρμόδιας Επιτροπής του Διαγωνισμού»... Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να προσκομισθεί κάθε πρόσφορο στοιχείο (βεβαίωση και σχετικές έγγραφες διευκρινίσεις με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία) από το οποίο να προκύπτουν οι παρούσες ανάγκες της αναθέτουσας αρχής σε σχέση με τα προς προμήθεια είδη, τόσο ως προς τα επιμέρους είδη καθ’ εαυτά όσο και ως προς τις ποσότητες, προκειμένου να τεκμηριωθεί εάν υφίσταται παρούσα ανάγκη για την ολοκλήρωση της υπό έλεγχο αναθέσεως εν όλω ή εν μέρει και εάν γίνεται ορθή άσκηση της κατ’ άρθρο 106 του ν. 4412/2016 και του άρθρου 3.5. της διακηρύξεως διακριτικής ευχέρειας της αναθέτουσας αρχής.Περαιτέρω, απαιτείται να προσκομισθούν έγγραφες αιτιολογημένες διευκρινίσεις σχετικώς με το εάν η αναθέτουσα αρχή προέβη σε επίκαιρο έλεγχο του οικονομικώς συμφέροντος των προσφορών των αναδόχων καθώς και με το εάν υφίστανται λοιπά στοιχεία, πρόσφορα, επίκαιρα και συγκρίσιμα άλλων συναφών αναθέσεων από τα οποία να προκύπτει το συμφέρον των προσφορών.Τέλος, πρέπει να προσκομισθεί επικαιροποιημένη βεβαίωση της αναθέτουσας αρχής ότι δεν εκκρεμούν ενστάσεις, προσφυγές ή λοιπά προσωρινά ή οριστικά ένδικα βοηθήματα στο πλαίσιο της υπό έλεγχο διαγωνιστικής διαδικασίας.εξ αιτίας των ουσιωδών αυτών ελλείψεων, το Κλιμάκιο δεν δύναται να σχηματίσει ασφαλή κρίση σχετικώς με την νομιμότητα της επίμαχης συμβάσεως και για τον λόγο αυτό, αναβάλλει την έκδοση οριστικής πράξεως..