ΓΝΩΜΗ/Δ-ΕΑΔΗΣΥ/72/2021
Τύπος: Έγγραφα
Η Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.) εξέδωσε απόφαση στις 29 Οκτωβρίου 2021, με την οποία παρείχε σύμφωνη γνώμη για την ανάθεση έργου ανακαίνισης σιδηροδρομικής γραμμής μεταξύ Στρυμόνα και Προμαχώνα μέσω διαδικασίας διαπραγμάτευσης χωρίς προκήρυξη, σύμφωνα με το άρθρο 269 παρ. δ΄ του ν. 4412/2016. Το έργο, συνολικής αξίας 5.950.000€ χωρίς ΦΠΑ, θεωρήθηκε επείγον λόγω κατεπείγουσας ανάγκης που προέκυψε από απρόβλεπτες περιστάσεις, όπως βροχοπτώσεις και αύξηση του φορτίου κυκλοφορίας, που οδήγησαν σε σοβαρή φθορά της γραμμής. Η Αρχή έκρινε ότι πληρούνταν οι νομικές προϋποθέσεις για τη διαδικασία αυτή, με πλειοψηφία των μελών της.
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΑΕΠΠ/824/2018
Ο προσφεύγων αίτησε την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης με την οποία εγκρίθηκε το 2ο Πρακτικό της Επιτροπής Διαγωνισμού για την ανάδειξη αναδόχου του έργου «Κανονικοποίηση της υφιστάμενης μονής σιδηροδρομικής γραμμής Ισθμού – Λουτρακίου με ηλεκτροκίνηση». Το αντικείμενο της σύμβασης ήταν η μετατροπή της υφιστάμενης μονής μετρικής γραμμής σε κανονικού εύρους ηλεκτροκινούμενη γραμμή και η τελική της σύνδεση με την υπάρχουσα Σιδηροδρομική Γραμμή Υψηλών Ταχυτήτων. Ο προσφεύγων υποστήριζε ότι ο προσωρινός ανάδοχος δεν απέδειξε τη μη αναστολή της επιχειρηματικής δραστηριότητας των μελών του σύμφωνα με το άρθρο 22.Α.4 της Διακήρυξης, επικαλούμενος ως λόγο αποκλεισμού την έλλειψη σχετικού πιστοποιητικού από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων.
ΓΝΩΜΗ/Δ-ΕΑΔΗΣΥ/64/2023
Η Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΔΗΣΥ) εξέτασε αίτημα του Ο.Σ.Ε. Α.Ε. για παροχή σύμφωνης γνώμης για προσφυγή σε διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκειμένου να ανατεθεί η κατασκευή του έργου «Επείγουσες εργασίες ανάταξης αλλαγών και 3ης σιδηροδρομικής γραμμής υπερβάσεως στον σ.σ. Λάρισας» (Α.Π. 2257), με εκτιμώμενη αξία 915.000€ χωρίς ΦΠΑ, λόγω κατεπείγουσας ανάγκης. Η Επιτροπή, μετά από ανάλυση του αιτήματος και των νομικών διατάξεων (άρθρο 269 περ. δ’ του ν. 4412/2016), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Αρχή στερείται αρμοδιότητας να εκδώσει τη σύμφωνη γνώμη, καθώς το έργο δεν αποτελεί μέρος μεγαλύτερου ενιαίου έργου που να υπερβαίνει τα χρηματικά όρια του άρθρου 235 του ίδιου νόμου.
ΕΣ/ΚΛΙΜΑΚΙΟ Ε/132/2025
Η Πράξη 132/2025 του Ε΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου αφορά τον προσυμβατικό έλεγχο της διαδικασίας ανάθεσης και του σχεδίου σύμβασης του έργου «Αποκατάσταση της μονής σιδηροδρομικής γραμμής Παλαιοφαρσάλου - Καλαμπάκας, σε εντοπισμένα τμήματα της γραμμής, μετά τις θεομηνίες "Daniel" και "Elias"». Το Κλιμάκιο έκρινε ότι νομίμως η αναθέτουσα αρχή προσέφυγε στην εξαιρετική διαδικασία της διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση (άρθρο 32 παρ. 2 περ. γ του ν. 4412/2016 και άρθρο 25 του ν. 5049/2023). Διαπιστώθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του απρόβλεπτου γεγονότος (θεομηνίες Σεπτεμβρίου 2023) και της κατεπείγουσας ανάγκης για άμεση αποκατάσταση των βλαβών, ώστε να αρθεί ο κίνδυνος και να ολοκληρωθούν οι εργασίες εντός του δεσμευτικού χρονοδιαγράμματος χρηματοδότησης. Ως εκ τούτου, δεν κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου σύμβασης ύψους 44.593.500,00 ευρώ (πλέον Φ.Π.Α.) με την ανάδοχο εταιρεία ("… Α.Ε.").
ΕλΣυν.Κλ.Τμ.7/116/2016
Εκτέλεση εργασιών συντήρησης σιδηροδρομικής γραμμής:Με τα δεδομένα αυτά η εντελλόμενη δαπάνη δεν είναι νόμιμη, καθόσον σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω (σκέψη IΙ της παρούσας), κατά παράβαση της αρχής της ειδικότητας των πιστώσεων, αυτή εγγράφηκε εις βάρος των πιστώσεων του ΚΑΕ 7336 με τίτλο «Λοιπές εγκαταστάσεις κοινής χρήσης» του προϋπολογισμού του Δήμου οικονομικού έτους 2015, ενώ έπρεπε να εγγραφεί εις βάρος του ΚΑΕ 752.3 «Αμοιβή επιχείρησης για εκτέλεσης εργασίας με απευθείας ανάθεση (αρ.268 παρ.1 ν.3463/2006)» καθόσον οι υπό κρίση εργασίες ανατέθηκαν απευθείας στην ως άνω δημοτική επιχείρηση κατ’ επίκληση των διατάξεων της παρ.1 του άρθρου 268 του ν.3463/2006. Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη τα όσα προβάλλονται με το 25.738/11.12.2015 έγγραφο του Δήμου, ήτοι ότι ο Δήμος είχε την πεποίθηση ότι οι εν λόγω εργασίες θα ανατεθούν μέσω της διεξαγωγής διαγωνιστικής διαδικασίας αλλά ενόψει της αναστολής των εργασιών της εν λόγω δημοτικής επιχείρησης λόγω της επιβολής του καθεστώτος «Τραπεζικής Αργίας» στις 28.6.2015 και της κατά συνέπεια αυτού διαθεσιμότητας του εξοπλισμού και προσωπικού της για την εκτέλεση των εργασιών συντήρησης της παλιάς σιδηροδρομικής γραμμής …, το Κλιμάκιο κρίνει ότι ο Δήμος ενήργησε χωρίς πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων των άρθρων 1, 6 και 7 του β.δ.17.5./1959 με τις οποίες καθιερώνεται η αρχή της ειδικότητας των πιστώσεων. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το ελεγχόμενο χρηματικό ένταλμα θα μπορούσε να θεωρηθεί, αν δεν είχε λήξει το οικονομικό έτος 2015, τις πιστώσεις του οποίου βαρύνει.
ΓΝΩΜΗ/Δ-ΕΑΔΗΣΥ/77/2021
Η Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.) εξέδωσε σύμφωνη γνώμη για την προσφυγή της Αττικό Μετρό Α.Ε. σε διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκειμένου να αντιστοιχηθεί σύμβαση με την Ο.Τ.Ε. Α.Ε. για τη μελέτη, προμήθεια, εγκατάσταση και θέση σε λειτουργία συστήματος TETRA για τη ραδιοκάλυψη της επέκτασης της Γραμμής 3 του Μετρό της Αθήνας (τμήμα Μανιάτικα - Δημοτικό Θέατρο). Η σύμβαση, με προϋπολογισμό 1.757.000€ χωρίς ΦΠΑ, θεωρήθηκε ότι πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 269 περ. γ’ υποπερ. ββ’ του ν. 4412/2016 λόγω μοναδικότητας του παρόχου (ΟΤΕ Α.Ε.) για τεχνικούς λόγους, καθώς ο τελευταίος κατέχει την αποκλειστική άδεια λειτουργίας συστημάτων TETRA στην Ελλάδα έως τις 10/7/2022. Η γνώμη δόθηκε υπό τον όρο της αναπροσαρμογής του αντικειμένου της σύμβασης μέχρι τη λήξη της άδειας.
ΕΣ/ΤΜ.ΕΒΔΟΜΟ/1209/2023
ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ:ζητείται η ανάκληση της 11/2023 Πράξης της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στη 2η Υπηρεσία Επιτρόπου Τομέα Υγείας Ενόψει αυτών και λαμβάνοντας υπ’ όψιν το σύνολο των στοιχείων που προσκόμισε η προσφεύγουσα σε εκτέλεση των διαταχθέντωνμε την 1083/2023 απόφαση του παρόντος Τμήματος (βλ. αναλυτικά σκέψεις 8, 9 και 10 της παρούσας) η κρίση της (βλ. το από 26.5.2023 πρακτικό της Επιτροπής του Διαγωνισμού και την εγκριτική αυτού 11/29.5.2023 απόφαση του Δ.Σ., όπως συμπληρώθηκαν με το από 4.8.2023 πρακτικό της Επιτροπής Αξιολόγησης του Διαγωνισμού, εγκριθέν με το 19/23.8.2023 απόσπασμα πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) του Νοσοκομείου, αναλυτικά σε σκέψεις 7 και 9 της παρούσας) ότι οι δηλωθείσες παρατυπίες δεν στοιχειοθετούν σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη παρατυπία τέτοια που να θεμελιώνει κατ’ αρχήν τον λόγο αποκλεισμού του άρθρου 57 παρ. 4 περ. ζ της Οδηγίας 2014/24και 73 παρ. 4 περ. ζ του ν. 4412/2016, με συνέπεια να μην επιβάλλεται η ενεργοποίηση του μηχανισμού αξιολογήσεως των διορθωτικών μέτρων αυτοκάθαρσης εκ μέρους του οικείου οικονομικού φορέα (άρθρα 57 παρ. 6 της Οδηγίας 2014/24 και 73 παρ. 7 και 8 του ν. 4412/2016) δεν παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη και δεν πληροί τις απαιτήσεις του σχετικού ελεγκτικού τύπου στο πλαίσιο του προσυμβατικού ελέγχου ενόψει των αρχών της διαφάνειας και της λογοδοσίας που τον διέπουν (βλ. σημείο 13.1. της παρούσας γνώμης). Ειδικότεραα) ενόψει του προδήλως επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα των παρατυπιών του οικείου οικονομικού φορέα που οδήγησαν σε συρροή μεγάλου αριθμού προστίμων και λοιπών κυρώσεων λόγω αθετήσεως των συμβατικών του υποχρεώσεων (συνολικώς άνω των 20 κατά την τριετή περίοδο αναφοράς), η προσφεύγουσα όφειλενα προβεί σε αναλυτική παράθεση και συνολική, συγκεκριμένη, αντικειμενική και εξατομικευμένη εκτίμηση της φύσης των παρατυπιών καθ’ εαυτές και της ευθύνης του οικείου οικονομικού φορέα (βλ. ανωτέρω σημείο 13.2 στοιχ. στ της παρούσας), μόνη δε η εκτίμηση της μικρής τους εκτάσεως σε σχέση με κάθε μία επιμέρους σύμβαση και του γεγονότος ότι πάντως δεν οδήγησαν σε καταγγελία των συμβάσεων δεν αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογήσεως, καθόσον η πολλαπλότητα έστω και ελασσόνων παρατυπιών που οδήγησαν σε μικρές κυρώσεις και μάλιστα σε πλείονες αναθέτουσες αρχές, ως εν προκειμένω, μπορεί να στοιχειοθετήσει λόγο αποκλεισμού, συμβατό με την αρχή της αναλογικότητας (βλ. ανωτέρω σημείο 13.2. στοιχ. ε της παρούσας γνώμης), ενώ το γεγονός ότι η πλειονότητα των κυρώσεων αυτών αφορούσε σε άλλο είδος υπηρεσιών (καθαριότητα) δεν συνιστά κατά νόμο λόγο μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 57 παρ. 4 ζ και 6 και 73 παρ. 4 ζ, 7 και 8 του ν. 4412/2016 στον βαθμό που υφίσταται ταυτότητα του οικονομικού φορέα, του οποίου αξιολογείται η επαγγελματική ακεραιότητα και αξιοπιστία,θα μπορούσε δε να αποτελεί κατ’ αρχήν ένδειξη αλλά από μόνη της όχι επαρκή για την μη στοιχειοθέτηση του λόγου αποκλεισμού, λόγω της αξιοσημείωτης επαναληπτικότητας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αναδόχου, β) όφειλε επίσης η προσφεύγουσα να αναδείξει την αυτοτέλεια και να προχωρήσει σε ορισμένη, ειδική και εξατομικευμένη κρίση ως προς την δηλωθείσα ποινική ρήτρα ποσού 21.329,66 ευρώ, που επιβλήθηκε σε βάρος του οικείου οικονομικού φορέα, με την 23/3.6.2022 (Θέμα 1ο) απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας «..........», στο πλαίσιο παροχής ομοίων με τις υπό ανάθεση υπηρεσιών εστίασης (Υπηρεσίες Εστιατορίου και Παροχής Φαγητού) και συγκεκριμένα να διατυπώσει αιτιολογημένη κρίση εάν εκτός του επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα της η αθέτηση της εν λόγω συμβατικής υποχρέωσης, ως εκ της φύσεως και του ύψους της, παρίσταται και αντικειμενικά σοβαρή και ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία και την ακεραιότητα της αναδόχου, στον βαθμό δε που δεν εμπεριέχεται τέτοια κρίση δεν αρκεί για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας η απλή αναφορά στην δικαστική προσβολή της εν λόγω κυρώσεως από τον οικείο οικονομικό φορέα (βλ. σημείο 13.2. στοιχ. δ της παρούσας γνώμης), ούτε δε και η εκ μέρους της προσφεύγουσας αόριστη κρίση περί της βασιμότητας των προβαλλόμενων τυπικών λόγων προσφυγής εκ μέρους του ίδιου φορέα, γ) η αναθέτουσα αρχή νομίμως κατ’ αρχήν συνεκτίμησε τις βεβαιώσεις καλής εκτελέσεως των υπηρεσιών εστιάσεως που είχαν εκδοθεί από τα αρμόδια όργανα της ίδιας στο πλαίσιο προηγούμενης συνεργασίας, πλην η σχετική αξιολόγηση δεν δύναται να έχει την βαρύτητα που της απέδωσε η προσφεύγουσα, κατά τρόπο ώστε να υποβαθμίζεται κατά τη σχετική στάθμιση η συρροή μεγάλου αριθμού πλημμελειών της αναδόχου, αφενός διότι τούτο δεν προβλέπεται στις εφαρμοστέες διατάξεις οι οποίες αρκούνται στην διάπραξη σοβαρής ή επαναλαμβανόμενης παρατυπίας σε προηγούμενες συμβάσεις σε οποιαδήποτε αναθέτουσα αρχή και αφετέρου διότι μία τέτοια βαρύνουσα αξιολογική σημασία θα έθετε ζητήματα παραβιάσεως των αρχών της διαφάνειας, της ίσης μεταχειρίσεως και της αμεροληψίας της αναθέτουσας αρχής (άρθρο 18 παρ. 1 Οδηγίας 2014/24 και 18 παρ. 1 του ν. 4412/2016), αφού η εφαρμογή του οικείου λόγου αποκλεισμού θα διαφοροποιείτο ουσιωδώς μεταξύ οικονομικών φορέων με τις αυτές παρατυπίες παρέχοντας αθέμιτο πλεονέκτημα στον φορέα εκείνο που αν και εμφανίζει τις ίδιες σοβαρές ή επαναλαμβανόμενες παρατυπίες είχε προηγούμενη συνεργασία με την αρχή που προτίθεται να αναθέσει την σύμβασηκαι δ) η επίκληση των διορθωτικών μέτρων που δηλώθηκαν από τον οικονομικό φορέα στο ΕΕΕΣ παρίσταται αλυσιτελής στον βαθμό που δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στις παρ. 7 και 8 του άρθρου 73 του ν. 4412/2016 διαδικασία παροχής σύμφωνης γνώμης από την Επιτροπή της παρ. 9 του ίδιου άρθρου (βλ. Δοικ. Εφ. Αθ. 1795/2022 για την ίδια εταιρεία και την επικύρωση κρίσεων της οικείας Επιτροπής περί ανεπάρκειας συναφών διορθωτικών μέτρων στο πλαίσιο άλλης αναθέσεως).Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη προσφυγή να γίνει δεκτή, να ανακληθεί η προσβαλλόμενη 11/2023 Πράξη της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στη 2η Υπηρεσία Τομέα Υγείας και, εφόσον δεν συντρέχει πλέον άλλος διακωλυτικός λόγος, να επιτραπεί η υπογραφή του οικείου σχεδίου σύμβασης. Η υπό κρίση προσφυγή ανάκλησης νομίμως επανεισάγεται για συζήτηση, μετά τη συμπλήρωση των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης σε συμμόρφωση με όσα διατάχθηκαν με την 1085/2023 μη οριστική απόφαση του παρόντος Τμήματος Ανακαλεί την 11/2023 Πράξη της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στη 2η Υπηρεσία Επιτρόπου Τομέα Υγείας.
ΕΣ/ΚΛ.Ε/379/2019
Συντήρηση οδικού δικτύου...Με δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Κλιμάκιο κρίνει ότι: (α) η διαδικασία σύναψης της ελεγχόμενης συμπληρωματικής σύμβασης είναι νομικώς πλημμελής, καθόσον, κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων (βλ. σκ. 2.Β και Γ), δεν εγκρίθηκε ο ως άνω 1ος Α.Π.Ε. και το 1ο Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων Περιφερειακών Ενοτήτων .... και, ως εκ τούτου, η …..2019 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής της Περιφέρειας ...., με την οποία ανατέθηκε η υπό κρίση σύμβαση στην εταιρεία «….», είναι μη νόμιμη και (β) οι περιλαμβανόμενες στην ελεγχόμενη συμπληρωματική σύμβαση εργασίες, ανεξάρτητα από τη συνδρομή απρόβλεπτων περιστάσεων, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συμπληρωματικής σύμβασης στο αρχικό έργο. Τούτο δε διότι το ανατεθέν με την αρχική σύμβαση έργο, συνιστάμενο σε κατά τόπους εργασίες συστηματικής συντήρησης και βελτίωσης του οδικού δικτύου και αποκατάστασης βλαβών, είτε περιορισμένων, είτε εκτεταμένων, αντιστοιχεί σε μεμονωμένες επεμβάσεις στους προκαθορισμένους, ακόμα και ανεξάρτητους μεταξύ τους, οδικούς άξονες στη γεωγραφική περιοχή της Περιφερειακής Ενότητας .... της Περιφέρειας ...., ήτοι σε πλήθος μικρότερων έργων στερούμενων ενιαίας οικονομικής και τεχνικής λειτουργίας, εκτελούμενων ανάλογα με τις παρουσιαζόμενες φθορές, βλάβες και ανάγκες, ανεξάρτητα από την αιτία στην οποία οφείλονται (έντονα καιρικά φαινόμενα ή απλή φθορά), ανεξάρτητα και από την εκάστοτε ανάπτυξή τους σε μικρότερη ή ευρύτερη τοπική κλίμακα στους προκαθορισμένους οδικούς άξονες. Επομένως, ο σκοπός της αρχικής σύμβασης είναι διαρκής, καθόσον οι εργασίες που περιλαμβάνει αποσκοπούν στην πάγια και διαρκή ανάγκη να συντηρείται σταθερά το ανωτέρω οδικό δίκτυο και να αίρονται οι ανακύπτουσες βλάβες, ώστε να είναι αδιαλείπτως λειτουργικό και ασφαλές, και, συνεπώς, οι εργασίες αυτές, λόγω της επαναληπτικότητάς τους και της ανάγκης να εκτελούνται σε σταθερή βάση, προκειμένου να υφίσταται ασφαλές οδικό δίκτυο, είναι ασύμβατες με την έννοια της συμπληρωματικής σύμβασης, διότι ήδη αποτελούν το αρχικό φυσικό συμβατικό αντικείμενο, δεν συμπληρώνουν το αντικείμενο της αρχικής σύμβασης, αλλά αντιθέτως αφορούν στην εκτέλεση των αυτών – χρονικά επαναλαμβανόμενων και αδιαλείπτως εκτελεστέων - εργασιών σε διάδοχο χρόνο μετά τη λήξη του αρχικού έργου και την εξάντληση του συμβατικού αντικειμένου. Ως εκ τούτου, από τη φύση του αρχικού έργου δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανάγκη που ανέκυψε κατά την τεχνική εκτέλεσή του και για τελειοποίηση της αρτιότητας και λειτουργικότητάς του με την ανάθεση των κρίσιμων εν προκειμένω συμπληρωματικών εργασιών, κατά την έννοια των αναφερόμενων στη σκέψη 2. Α διατάξεων, αφού ο σκοπός της κύριας σύμβασης είναι διαρκής και, ως εκ τούτου, δε νοείται η ολοκλήρωσή του (βλ. Ε.Σ. VI Τμ. 445, 458, 527, 1011/2018, 6064/2015, 285/2012, Ε΄ Κλ. 30, 64, 185, 518/2018, 191, 198, 530, 545/2017), ούτε, εξάλλου, ο διαχωρισμός των εν λόγω εργασιών από την κύρια σύμβαση θα δημιουργούσε μείζονα προβλήματα για την αναθέτουσα αρχή, τούτα δε ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδεικνύεται η περαιτέρω επιβάρυνση του δικτύου αυτού λόγω των έκτακτων καιρικών συνθηκών της 29ης Σεπτεμβρίου 2018 (βλ. το προσκομισθέν φωτογραφικό υλικό, στο οποίο δεν καθορίζεται το ακριβές σημείο, ούτε η ημερομηνία λήψης εκάστης φωτογραφίας). Τέλος, το επείγον της εκτέλεσης των εν λόγω εργασιών δεν αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση για τη σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης και δεν δύναται να δικαιολογήσει την ανάθεση των εργασιών με τις διατάξεις περί συμπληρωματικών συμβάσεων (βλ. Ε.Σ. Ε΄ Κλ. 30/2018).
ΔΕΚ/Τ-4/2001
Περίληψη 1. Για τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, δυνάμει του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, απαιτείται η συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων σχετικών με τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτόμενης στα κοινοτικά όργανα συμπεριφοράς, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προβαλλόμενης συμπεριφοράς και της ζημίας της οποίας γίνεται επίκληση. Όσον αφορά την πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές, η νομολογία απαιτεί να αποδεικνύεται κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου σκοπούντος στην προστασία των ιδιωτών. Οσάκις το όργανο διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως, το αποφασιστικό κριτήριο για την εκτίμηση του αν συγκεκριμένη παράβαση του κοινοτικού δικαίου είναι κατάφωρη αποτελεί η πρόδηλη και σοβαρή εκ μέρους του υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται στην εξουσία του εκτιμήσεως. ( βλ. σκέψεις 60, 63 ) 2. Το άρθρο 30, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, αφήνει στην αναθέτουσα αρχή την επιλογή των κριτηρίων αναθέσεως της συμβάσεως στην οποία προτίθεται να προβεί υπό τον όρο ότι τα επιλεγέντα κριτήρια σκοπούν στην εξατομίκευση της συμφερότερης οικονομικά προσφοράς. Πράγματι, η αναθέτουσα αρχή πρέπει να μπορεί να λάβει απόφαση κατά το δοκούν με βάση ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια μεταβαλλόμενα ανάλογα με τη σύμβαση, προκειμένου να καθορίσει την πλέον συμφέρουσα οικονομικά προσφορά. Εντούτοις, το άρθρο 30, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 93/37 δεν μπορεί να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι έκαστο των κριτηρίων αναθέσεως που επέλεξε η αναθέτουσα αρχή προκειμένου να ταυτοποιήσει την πλέον συμφέρουσα οικονομικά προσφορά πρέπει κατ' ανάγκη να είναι ποσοτικής φύσεως ή αποκλειστικά προσανατολισμένο προς τις τιμές ή τα τιμολόγια του συγκεντρωτικού καταλόγου. Πράγματι, διάφοροι παράγοντες, μη αμιγώς ποσοτικοί, μπορούν να επηρεάζουν την εκτέλεση των έργων και, κατά συνέπεια, την οικονομική αξία μιας προσφοράς. ( βλ. σκέψεις 66, 68 ) 3. Καίτοι η αναθέτουσα αρχή δεν είναι υποχρεωμένη, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 30, παράγραφος 4, της οδηγίας 93/37, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, να επαληθεύει κάθε παρατιθέμενη σε ατομική προσφορά τιμή, οφείλει, εντούτοις, να εξετάζει τη φερεγγυότητα και τη σοβαρότητα των προσφορών που την εμβάλλουν σε υποψίες εν γένει, πράγμα που συνεπάγεται κατ' ανάγκη ότι ζητεί, ενδεχομένως, διευκρινίσεις επί των ατομικών τιμών που θεωρεί ύποπτες, κατά μείζονα δε λόγο αν είναι πολυάριθμες. Το γεγονός ότι τυχόν προσφορά κρίθηκε σύννομη προς τη συγγραφή υποχρεώσεων δεν απαλλάσσει την αναθέτουσα αρχή από την υποχρέωσή της να επαληθεύσει τις τιμές συγκεκριμένης προσφοράς αν προκύπτουν αμφιβολίες ως προς τη φερεγγυότητά τους κατά τη διάρκεια της εξετάσεως των προσφορών και μετά την αρχική εκτίμηση του συννόμου αυτών. Έτσι, η αναθέτουσα αρχή τήρησε ορθά την προβλεπόμενη στο άρθρο 30, παράγραφος 4, της ανωτέρω οδηγίας 93/37 διαδικασία, προσφέροντας επανειλημμένα σε υποβαλούσα προσφορά επιχείρηση τη δυνατότητα να αποδείξει τη σοβαρότητα της προσφοράς της. ( βλ. σκέψεις 76-77 ) 4. Όπως προκύπτει από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, το οποίο εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου 56 του δημοσιονομικού κανονισμού, επί των συμβάσεων που συνάπτουν τα κοινοτικά όργανα οσάκις η αξία της συμβάσεως υπερβαίνει το προβλεπόμενο από την οδηγία κατώτατο όριο, ένα κοινοτικό όργανο πληροί την υποχρέωση αιτιολογήσεως έναντι των αποκλεισθέντων υποβαλόντων προσφορά εφόσον αρκείται, κατ' αρχάς, στην άμεση ενημέρωσή τους σχετικά με την απόρριψη της προσφοράς τους με απλή και μη αιτιολογημένη κοινοποίηση, ακολούθως δε παρέχει στους υποψηφίους που διατύπωσαν ρητώς σχετικό αίτημα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τα πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς καθώς και το όνομα του υπέρ ου η ανάθεση εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από την παραλαβή γραπτού αιτήματος. Ο τρόπος αυτός ενεργείας συνάδει προς τον σκοπό της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως κατά το άρθρο 253 ΕΚ, ότι δηλαδή από την αιτιολογία πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε την πράξη, κατά τρόπον ώστε, αφενός, να παρέχεται η δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που οδήγησαν στη λήψη του μέτρου προκειμένου να είναι σε θέση να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους, και, αφετέρου, στον δικαστή να ασκεί τον έλεγχό του. Ο επαρκής βαθμός αιτιολογήσεως δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση από το γεγονός ότι το θεσμικό όργανο δίδει στη συνέχεια λεπτομερέστερη εξήγηση. ( βλ. σκέψεις 92-93, 96 ) 5. Η κατά το άρθρο 253 ΕΚ υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τα πληροφοριακά στοιχεία που διαθέτει η ενάγουσα κατά τον χρόνο ασκήσεως αγωγής. Αν ο αποκλεισθείς υποβαλών προσφορά ζητεί, όπως εν προκειμένω, από το εναγόμενο όργανο συμπληρωματικές εξηγήσεις σε σχέση με απόφαση πριν από την άσκηση αγωγής αλλά μετά την προβλεπόμενη με το άρθρο 8, παράγραφος 1, της ανωτέρω οδηγίας ημερομηνία και το
ΕΣ/ΤΜ.6/1877/2019
Υπηρεσίες συντήρησης πρασίνου...ζητείται η ανάκληση της 326/2019 Πράξης του ΣΤ΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου..Με την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα ζητεί την ανάκληση της προσβαλλόμενης Πράξης, ισχυριζόμενη ότι συνέτρεξαν απρόβλεπτες περιστάσεις που κατέστησαν αναγκαία την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών συντήρησης πρασίνου, με αποτέλεσμα την εξάντληση των αρχικώς προμετρηθεισών ποσοτήτων. Ειδικότερα, επικαλείται έκτακτα και ακραία καιρικά φαινόμενα, που έπληξαν την ...., μετά την ανάθεση της σύμβασης, μεταξύ δε αυτών τις ισχυρές βροχοπτώσεις Νοεμβρίου 2017 που προκάλεσαν σφοδρά πλημμυρικά φαινόμενα στις περιοχές της ... και της ..., καθώς και την ξηρασία σε συνδυασμό με σφοδρούς ανέμους που οδήγησαν στις καταστροφικές πυρκαγιές στην ... και ..., τον Ιούλιο 2018. Επιπλέον, επικαλείται τις έντονα υψηλές τιμές υετού το καλοκαίρι 2018 σε επίπεδο έως 400% σε σχέση με τις αντίστοιχες τιμές της περιόδου 1971-2000, όπως αποδεικνύονται από τις εκθέσεις της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, τις συχνές προειδοποιήσεις της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας και του Δασαρχείου κατά την ίδια περίοδο για υψηλό κίνδυνο πυρκαγιάς, καθώς και εντολές της αναθέτουσας αρχής προς την ανάδοχο για ετοιμότητα, επαγρύπνηση και αποκατάσταση ειδικών προβλημάτων που παρουσιάστηκαν μετά την εκδήλωση τέτοιων έκτακτων καιρικών φαινομένων (κοπές δέντρων κλπ).Εντούτοις, όπως προκύπτει από το αντικείμενο της 43/2018 σύμβασης, ο κίνδυνος επέλευσης έντονων ή και ακραίων καιρικών φαινομένων και η –εξ αιτίας αυτών– ανάγκη εκτέλεσης πρόσθετων εργασιών αποκατάστασης των πάρκων και αλσών, είχε υπολογιστεί και προμετρηθεί στην αρχική μελέτη (βλ. Τεχνικές Προδιαγραφές, όπως καταγράφονται ανωτέρω), επομένως, αποτελούσε περίσταση όχι έκτακτη και απρόβλεπτη, αλλά αναμενόμενη κατά τη λειτουργία της συγκεκριμένης σύμβασης. Ενόψει του χαρακτηριστικού αυτού, στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι κρίσιμη η τυχόν επέλευση ακραίων καιρικών φαινομένων κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της σύμβασης, επί της οποίας επιχειρηματολογεί η αιτούσα, αλλά, όπως επισημαίνεται και στην προσβαλλόμενη Πράξη, η «αιφνίδια αλλαγή» ως προς την ισχύ, τη συχνότητα και τα αποτελέσματα των φαινομένων αυτών, σε σχέση με τις συνθήκες που έλαβε υπόψη της η αναθέτουσα αρχή για την αρχική προμέτρηση των σχετικών εργασιών (με βάση στατιστικά στοιχεία προηγούμενων ετών, προηγούμενες αντίστοιχες συμβάσεις κλπ). Στο μέτρο επομένως που η αιτούσα δεν επικαλέστηκε ούτε απέδειξε ότι τα καιρικά φαινόμενα που αναφέρει ήταν πολύ ισχυρότερα, συχνότερα ή καταστροφικότερα σε σχέση με τα στοιχεία που έλαβε υπόψη της η αρχική μελέτη, ο προβαλλόμενος λόγος είναι αβάσιμος. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι ο ισχυρισμός δεν προβάλλεται κατά τρόπο επαρκώς ορισμένο, αφού δεν προκύπτει με σαφήνεια ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των αναφερόμενων καιρικών φαινομένων, που έπληξαν την ευρύτερη περιοχή της ..., και συγκεκριμένων πρόσθετων, σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις, εργασιών συντήρησης, αοριστία που δεν αίρεται από τις προσκομιζόμενες (από 25.1.2019 και 4.2.2019) εντολές για την κλάδευση ή τον καθαρισμό πληγέντων από κακοκαιρία δέντρων, δοθέντος ότι οι τελευταίες είναι μεμονωμένες και ότι η ποσότητα των εργασιών που περιλαμβάνονται σε αυτές δεν δικαιολογεί τη ζητούμενη επαύξηση του αντικειμένου της σύμβασης.Ομοίως, ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός ότι η αύξηση των εργασιών προέκυψε για λόγους ασφαλείας, για τη βελτίωση της ορατότητας και την καλύτερη αστυνόμευση του χώρου, σε συνδυασμό με το Ειδικό Επιχειρησιακό Σχέδιο που εφάρμοσε η Ελληνική Αστυνομία για την προστασία του Κέντρου ..., από τον Σεπτέμβριο 2018 και εφεξής. Και τούτο διότι, αφενός μεν, δεν προσκομίζονται στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι τέτοια μέτρα, αυξημένων κλαδεύσεων, κρίθηκαν πράγματι αναγκαία για την ανωτέρω αιτία μετά την έναρξη της εκτέλεσης της σύμβασης (π.χ. κατόπιν αιτήματος της Ελληνικής Αστυνομίας), αφετέρου δε, ενόψει της γενικής περιγραφής του αντικειμένου της 43/2018 σύμβασης, δεν είναι δυνατόν να βεβαιωθεί ότι οι κλαδεύσεις που πραγματοποιήθηκαν υπερέβαιναν τις ζητούμενες από τη σύμβαση αυτή επεμβάσεις, ήτοι ότι δεν περιλαμβάνονταν στο αντικείμενό της.
ΔΕΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣ/ΤΜ.ΜΕΙΖ-ΕΠΤΑΜ.ΣΥΝΘ/539/2020