ΣΤΕ/1995/2019
Τύπος: Δικαστικές Αποφάσεις
Φορολογία εισοδήματος. Η παράλειψη δήλωσης φορολογητέου εισοδήματος και η ύπαρξη αντίστοιχης φορολογητέας ύλης μπορεί να προκύπτει, κατά την αιτιολογημένη κρίση της φορολογικής αρχής, και από έμμεσες αποδείξεις. Τέτοιες αποτελούν τα μεγάλα ποσά που περιέχονται σε τραπεζικό λογαριασμό του φορολογούμενου, μέσω του οποίου πραγματοποιείται έμβασμα στο εξωτερικό, που δεν καλύπτονται από τα νομίμως φορολογηθέντα ή απαλλαχθέντα του φόρου εισοδήματα. Το εμμέσως αποδεικνυόμενο εισόδημα λογίζεται και φορολογείται ως εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 48 παρ. 3 του ΚΦΕ, που εφαρμόζεται και όταν η κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό προκύπτει σε χρόνο προγενέστερο της 30.9.2010, χωρίς αυτό να αντίκειται στην παρ. 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος. Κρίσιμος ο χρόνος της κατάθεσης του επίμαχου ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου ή τυχόν προγενέστερος κατά τον οποίο επήλθε η αντίστοιχη προσαύξηση της περιουσίας του φορολογούμενου. Εξουσίες του δικαστηρίου αν κρίνει ότι η περιουσιακή προσαύξηση δεν επήλθε κατά τη διαχειριστική περίοδο εντός της οποίας πραγματοποιήθηκε το οικείο έμβασμα. Πότε ο φορολογούμενος δύναται να επικαλεσθεί ότι το ποσό που βρέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό του προέρχεται από δάνειο που του χορήγησε άλλο πρόσωπο. Αν το διοικητικό δικαστήριο αδυνατεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί του χρόνου της επέλευσης της περιουσιακής προσαύξησης άγνωστης πηγής ή αιτίας, επιρρίπτει το βάρος απόδειξης στη φορολογική διοίκηση και όχι στον φορολογούμενο. Εφόσον οι αναιρεσείοντες είχαν αμφισβητήσει ότι οι επίμαχες προσαυξήσεις της περιουσίας τους έλαβαν χώρα το 2010, το 2011 και το 2012, το βάρος απόδειξης του χρόνου επέλευσης αυτών έφερε η φορολογική αρχή. Η ανωτέρω κρίση του ΔΕΑ, σχετικά με τον κρίσιμο χρόνο επέλευσης των επίδικων προσαυξήσεων περιουσίας και, περαιτέρω, το οικονομικό έτος φορολόγησης των αντίστοιχων ποσών εμβασμάτων, ενέχει εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του άρθρου 48 παρ. 3 του ΚΦΕ. Ο σχετικός λόγος αναίρεσης προβάλλεται παραδεκτά κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν.3900/2010. Μερικά δεκτή η αναίρεση (αναιρεί εν μέρει την αριθμ. 805/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών).
Ιστορικό Αναθεωρήσεων (Πιλοτική Εφαρμογή)
Σχετικά Έγγραφα
ΔΕΔ/Θεσ/622/2025
Η απόφαση 622/2025 της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών απορρίπτει την ενδικοφανή προσφυγή του φορολογούμενου κατά της οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2018. Ο έλεγχος διαπίστωσε ανεπαρκώς αιτιολογημένες πρωτογενείς πιστώσεις μετρητών σε τραπεζικό λογαριασμό, ύψους 314.074,00€, καταλογίζοντας προσαύξηση περιουσίας 217.788,50€. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι το ποσό αποτελούσε τμηματική επανακατάθεση 250.000,00€ που είχε αναληφθεί το 2015 και φυλάσσονταν εκτός τραπεζικού συστήματος. Η ΔΕΔ απέρριψε τον ισχυρισμό, καθώς διαπίστωσε ότι το άθροισμα των τραπεζικών υπολοίπων και των δηλωθέντων εισοδημάτων προηγούμενων ετών δεν δικαιολογούσε την ύπαρξη χρηματικών διαθεσίμων εκτός συστήματος στο αιτούμενο ύψος. Ως αποτέλεσμα, επικυρώθηκε φορολογική υποχρέωση (φόρος, πρόστιμο και εισφορά αλληλεγγύης) συνολικού ποσού 126.783,01€.
ΔΕΔ/Αθ/351/2024
Η απόφαση αφορά τον προσδιορισμό φορολογικής υποχρέωσης του προσφεύγοντα για το έτος 2017. Ο φορολογούμενος κατέθεσε συνολικά 13.867,31 € σε τραπεζικό λογαριασμό, ποσό που ο έλεγχος χαρακτήρισε ως προσαύξηση περιουσίας από άγνωστη πηγή. Ο προσφεύγων επικαλέστηκε ανάλωση κεφαλαίων προηγούμενων ετών και παρέσχε αποσπασματικά στοιχεία, τα οποία όμως κρίθηκαν ανεπαρκή. Το Ελεγκτικό Συμβούλιο απορρίπτει τους ισχυρισμούς του και επιβεβαιώνει τον διορθωτικό προσδιορισμό, επιβάλλοντας φόρο 4.576,19 €, πρόστιμο 2.288,10 € και ειδική εισφορά 41,08 €, συνολικά 6.905,37 €.
ΔΕΔ/Αθ/236/2024
Η απόφαση αφορά ενδικοφανή προσφυγή εναντίον διορθωτικών προσδιορισμών φόρου εισοδήματος για τα φορολογικά έτη 2017 και 2018. Οι προσδιορισμοί προέκυψαν από έλεγχο που διαπίστωσε διαφορές σε εισοδήματα από ακίνητη περιουσία, μερίσματα, τόκους, υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου και προσαύξηση περιουσίας από άγνωστη πηγή. Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι ποσά σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό με τον τέως σύζυγό της ανήκουν αποκλειστικά σε αυτόν, κάτι που αποδεχθηκε με επιφύλαξη μετά από ανάλυση των αποδεικτικών στοιχείων. Η ΔΕΔ τροποποίησε τους αρχικούς προσδιορισμούς, μειώνοντας το φορολογητέο εισόδημα και τα συναφή ποσά για καταβολή, λαμβάνοντας υπόψη τις προσκομισθείσες αποδείξεις.
ΝΣΚ/147/2018
Εάν ενόψει της έκδοσης των υπ’ αριθ. 1738 (Ολομ), 2934 και 2935/2017 αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), εξακολουθεί να βρίσκει έδαφος εφαρμογής η υπ’αριθ. 173/2006 γνωμοδότηση του ΝΣΚ, σύμφωνα με την οποία η υποβολή εκπρόθεσμης δήλωσης ισοδυναμεί με τη μη υποβολή δήλωσης, με αποτέλεσμα το δικαίωμα του Δημοσίου για επιβολή φόρου να παραγράφεται μετά την πάροδο δεκαπέντε ετών.(...)Οι υπ’ αριθ. 1738/2017 (Ολομ.) και 2934, 2935/2017 (7μ.) αποφάσεις του ΣτΕ δεν παρέχουν πρόσφορη βάση για την αμφισβήτηση της συνταγματικότητας της διάταξης της παραγράφου 5 του άρθρου 84 του ΚΦΕ (ομόφ.). Η εξαιρετική δεκαπενταετής προθεσμία παραγραφής για τον καταλογισμό φόρου τυγχάνει εφαρμογής μόνο στην περίπτωση της μη υποβολής δήλωσης φόρου εισοδήματος ή απόδοσης παρακρατούμενων φόρων, ενώ επί εκπροθέσμου υποβολής ισχύει ο κανόνας της πενταετούς παραγραφής της παραγράφου 1 του άρθρου 84 του ΚΦΕ, με την παρέκτασή της κατά τρία (3) έτη στην περίπτωση που η εκπρόθεσμη δήλωση υποβληθεί κατά το τελευταίο έτος της προθεσμίας αυτής (πλειοψ.). Παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια με την υπ’ αριθ. 111/2018 γνωμοδότηση του Β’ Τμήματος του ΝΣΚ.
ΔΕΔ/Θεσ/961/2025
Η απόφαση 961/2025 του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών στη Θεσσαλονίκη δέχεται εν μέρει την ενδικοφανή προσφυγή του φορολογούμενου κατά των πράξεων επιβολής φόρου εισοδήματος και προστίμων για τα φορολογικά έτη 2018 και 2019. Η φορολογική αρχή είχε καταλογίσει προσαύξηση περιουσίας από άγνωστη πηγή. Η ΔΕΔ έκρινε βάσιμους τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντα σχετικά με τις μεταφορές χρημάτων από εταιρείες στις οποίες συμμετέχει, χαρακτηρίζοντας την πηγή ως γνωστή. Επίσης, μείωσε την καταλογισθείσα προσαύξηση περιουσίας λόγω του επιμερισμού ενός ποσού των 4.500,00€ στους τρεις συνδικαιούχους λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, το συνολικό ποσό φόρου και προστίμου για το 2018 μειώθηκε από 126.454,47€ σε 116.847,57€ και για το 2019 από 106.877,63€ σε 104.713,48€. Απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί αναλογικότητας των προστίμων και το ζήτημα της πλήρους κάλυψης των δαπανών από προηγούμενα διαθέσιμα κεφάλαια.
ΔΕΔ/Αθ/514/2024
Η απόφαση αφορά ενδικοφανή προσφυγή εναντίον οριστικών πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος για τα φορολογικά έτη 2017 και 2018. Ο προσφεύγων και η σύζυγός του κατηγορούνταν για αδικαιολόγητες πιστώσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς, οι οποίες φορολογήθηκαν ως προσαύξηση περιουσίας βάσει του άρθρου 21 παρ. 4 του ΚΦΕ. Το Διοικητικό Ελεγκτικό Συνέδριο μερικώς δέχτηκε την προσφυγή, μειώνοντας το φορολογητέο ποσό για κάποιες πιστώσεις που κρίθηκαν μικρά ποσά ή αιτιολογημένα. Τελικώς, η φορολογική υποχρέωση για το 2017 μειώθηκε από 91.820,83 € σε 47.313,98 € και για το 2018 από 89.098,46 € σε 20.955,48 €.
ΝΣΚ/265/2017
Έννοια ανακρίβειας φορολογικής δηλώσεως κατ’ άρθρο 68 § 2 περ. β’ του ν. 2238/1994. (Κατάσταση : Αποδεκτή,) Η έννοια της ανακρίβειας της φορολογικής δηλώσεως της περιπτώσεως β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 68 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος- ΚΦΕ - (ν.2238/1994, Α’ 151) για την εφαρμογή - και την έκταση εφαρμογής - της περί δεκαετούς παραγραφής διατάξεως του άρθρου 84§4 του ίδιου νόμου, υπό το πρίσμα όσων έγιναν δεκτά με τις υπ’ αριθμ. 2934 και 2935/2017 αποφάσεις του ΣτΕ (7μ.) και το υπ’ αριθμ. 2642/2017 πρακτικό γνωμοδοτήσεως της Ολομελείας του ΝΣΚ.
ΔΕΔ/Αθ/445/2024
Η απόφαση αφορά την ενδικοφανή προσφυγή ενός φορολογούμενου κατά του διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2020 από τη ΔΟΥ Αμαρουσίου. Ο προσφεύγων είχε δηλώσει ανείσπρακτα εισοδήματα από εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας ύψους 1.400 ευρώ, τα οποία αργότερα εισπράχθηκαν το 2022. Η ΔΟΥ πρόσθεσε το ποσό στο φορολογητέο εισόδημα για το 2020 και επέβαλε πρόστιμο. Το Ελεγκτικό Συνέδριο αποδέχθηκε τη διαμαρτυρία του προσφεύγοντος, θεωρώντας ότι τα εισοδήματα έπρεπε να φορολογηθούν το 2022, όταν πράγματι εισπράχθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ΚΦΕ. Συνεπώς, ακύρωσε τον προσδιορισμό της ΔΟΥ και το πρόστιμο.
ΔΕΔ/Αθ/78/2025
Η απόφαση 78/2025 της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών απορρίπτει την ενδικοφανή προσφυγή ενός φορολογούμενου (ατομικής επιχείρησης) κατά της οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού ΦΠΑ για το φορολογικό έτος 2018, η οποία εκδόθηκε από το ΚΕΦΟΜΕΠ. Ο έλεγχος είχε διαπιστώσει αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας μέσω των τραπεζικών λογαριασμών, ύψους 106.514,96 €, την οποία χαρακτήρισε ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα. Καταλογίστηκε διαφορά ΦΠΑ 20.615,80 € και πρόστιμο 10.307,90 €. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε έλλειψη ειδικής αιτιολόγησης για την επιλογή έμμεσων τεχνικών ελέγχου. Η ΔΕΔ απέρριψε αυτόν τον ισχυρισμό, τονίζοντας ότι δεν εφαρμόστηκαν οι έμμεσες τεχνικές του άρθρου 27 του ΚΦΔ, αλλά διενεργήθηκε έλεγχος προσαύξησης περιουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 39 του ΚΦΔ και 48 & 48Α του Ν.2859/2000, και επικύρωσε την καταλογιστική πράξη.
ΔΕΔ/Θεσ/835/2025
Η απόφαση 835/12-05-2025 της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών απορρίπτει την ενδικοφανή προσφυγή του φορολογούμενου κατά πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ για τα έτη 2020 και 2021. Η Φορολογική Διοίκηση επικύρωσε την μη αναγνώριση δαπανών ύψους 179.699,16 € (2020) και 431.482,72 € (2021) ως εκπεστέων, καθώς αφορούσαν είτε αγορές άνω των 500 € που δεν εξοφλήθηκαν με τραπεζικό μέσο είτε δαπάνες εξωτερικού με ανεπαρκή περιγραφή ή τεκμηρίωση της παραγωγικότητάς τους. Επιπλέον, επικυρώθηκε καταλογισμός ΦΠΑ 7.200 € για το 2020 λόγω λανθασμένης καταχώρισης ενδοκοινοτικών αποκτήσεων και πρόστιμο 400 € για το 2021. Οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντα περί παραβίασης της αρχής της χρηστής διοίκησης και του βάρους απόδειξης απορρίφθηκαν. Ως αποτέλεσμα, επικυρώνονται συνολικοί καταλογισμοί φόρου εισοδήματος και προστίμων ύψους 112.773,62 € (2020) και 284.778,59 € (2021), καθώς και ΦΠΑ 10.800,00 € (2020).